Η ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ (Νοέμβριος 1997)
-
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Τετάρτη 2 Απριλίου 2003
Στην Ελλάδα άργησε να συνειδητοποιηθεί η σημασία της διείσδυσης και της ισχύος με «προνομιακούς» όρους των περιβαλλοντικών κοινοτικών κανόνων στην έννομη τάξη μας. Γι΄ αυτό ίσως διαπιστώνεται ακόμη σημαντικό έλλειμμα στην εφαρμογή τους. Υπό αυτά τα δεδομένα, δεν είναι ασφαλώς δυνατή η εύρυθμη συνύπαρξη και κυρίως η δημιουργική όσμωση του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου περιβάλλοντος που θα επέτρεπε την ανανέωση και τον εκσυχρονισμό του δεύτερου.
Οι επισημάνσεις αυτές είναι λίγο ως πολύ γνωστές. Φαινόμενα έτσι, όπως η στρεβλή προσαρμογή των ελληνικών προς τους κοινοτικούς κανόνες, η περιγραφή των κοινοτικών κανόνων με διάφορες μεθοδεύσεις, η εξακολούθηση της ισχύος παλαιοτέρων εθνικών και μετά τη θέσπιση των κανόνων προσαρμογής για τα ίδια ζητήματα, η ελλιπής γνώση των κοινοτικών κανόνων και η όχι πάντοτε ευχερής πρόσβαση σε αυτούς, αποτελούν εκδηλώσεις μίας διάχυτης παθολογίας. Εύλογα λοιπόν τίθεται το ερώτημα πώς αντιδρούν τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αυτήν την πραγματικότητα. Οι κοινοτικοί μηχανισμοί ελέγχου είναι και επαρκείς και, κατά κανόνα, αποτελεσματικοί. Η ενεργοποίησή τους συνεπώς θα μπορούσε να δώσει σημαντική ώθηση για την προστασία του περιβάλλοντος στην πράξη.
Είναι αλήθεια ότι η Επιτροπή έχει κατ΄ επανάληψη προβάλει ζητήματα παραβίασης εκμέρους των ελληνικών αρχών της κοινοτικής περιβαλλοντικής νομιμότητας. Τα αποτελέσματα αναλόγων «οχλήσεων» δεν ήταν πάντοτε, για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους, τα ίδια. ¶λλοτε έτσι οι ελληνικές αρχές αναγκάσθηκαν να συμμορφωθούν προς τις εφαρμοστέες εκάστοτε οδηγίες, άλλοτε κατάφεραν να αποσπάσουν την ανοχή της Επιτροπής και άλλοτε αρνήθηκαν να συμμορφωθούν προς τις υποχρεώσεις που υπέχουν.
Στην τελευταία ιδίως περίπτωση αποκτά εκ των πραγμάτων επικαιρότητα η προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Στο πλαίσιο αυτό έχουν ήδη εκδοθεί: α) η καταδικαστική απόφαση της 7.4.1992 στη γνωστή υπόθεση C-45/91 (Επιτροπή κατά Ελλάδος) για την απόρριψη αποβλήτων στο χείμαρρο Κουρουπητό κατά παραβίαση της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ «περί στερεών αποβλήτων» και της οδηγίας 78/319/εοκ «περί τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων» (Συλλογή 1992, σ. Ι – 2524 επ.), και β) η καταδικαστική απόφαση της 26.6.1997 στην υπόθεση C-329/96 (Επιτροπή κατά Ελλάδος) για την παράλειψη εμπρόθεσμης ενσωμάτωσης στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (αδημοσίευτη). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι εκκρεμεί η συζήτηση των συνεκδικαζομένων υποθέσεων C-232/95 και C-233/95 για την ρύπανση του Παγασητικού Κόλπου και της Λίμνης Βεγορίτιδας, καθώς και της υπόθεσης C-387/97 που αφορά την παραβίαση της υποχρέωσης συμμόρφωσης της χώρας μας προς την προαναφερθείσα απόφαση της 7.4.1992 του ΔΕΚ (υπόθεση C-45/91), σύμφωνα με τη νέα διαδικασία του άρθρου 171 παρ. 2 ΣυνθΕΟΚ για την επιβολή κυρώσεων.
Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις, ο έλεγχος της κοινοτικής περιβαλλοντικής νομιμότητας προσέλαβε την πιό έντονη μορφή του. Το μήνυμα που εκπέμπουν οι προσφυγές της Επιτροπής στο ΔΕΚ και οι αποφάσεις του Δικαστηρίου είναι σαφές. Η περίοδος «χάριτος» τείνει να εξαντληθεί. Η Ελλάδα οφείλει να σεβασθεί τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει. Η συμμετοχή στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν περιορίζεται άλλωστε μόνο στην άντληση πόρων και την αξιοποίηση ευκαιριών. Συνεπάγεται και την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τα καταστατικά κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το παράγωγο δίκαιο σε όλους ανεξαρτήτως τους τομείς, και φυσικά τον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος. Με δύο λόγια, το σεβασμό της κοινοτικής περιβαλλοντικής νομιμότητας.






