ΣτΕ 546/2026 [Παράνομη ως μη νομίμως δημοσιευθείσα απόφαση Νομάρχη περί χαρακτηρισμού ιδιωτικής οδού ως προϋφιστάμενης του 1923]
Περίληψη
– Όπως έχει κριθεί, οι διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1-4 του ν.δ. της 17.7-16.8.1923 (Α’228), που τέθηκαν σε ισχύ με το από 4.1.1924 β.δ. (Α’ 8), όπως κωδικοποιήθηκαν με το άρθρο 411 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας Κ.Β.Π.Ν. (Δ’ 580/1999), αποσκοπούν στην παρεμπόδιση της δημιουργίας ιδιωτικών σχεδίων ρυμοτομίας και απαγορεύουν τον εντός των σχεδίων πόλεων σχηματισμό κοινοχρήστων χώρων από ιδιωτική βούληση.
Επομένως, ως κοινόχρηστοι χώροι αναγνωρίζονται μόνον εκείνοι που προ βλέπονται από το οικείο ρυμοτομικό σχέδιο. Κατ’ εξαίρεση, όμως, από τον κανόνα αυτό, ο νομοθέτης ανέχεται τη διατήρηση κοινοχρήστων χώρων που δημιουργήθηκαν με ιδιωτική βούληση πριν θεσπισθεί η ανωτέρω απαγόρευση, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του ανωτέρω άρθρου που έλαβε χώρα την 1.6.1924, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο β.δ. από 4.1.1924. Οι κοινόχρηστοι αυτοί χώροι αναγνωρίζονται ως υφιστάμενοι για την εφαρμογή γενικώς της πολεοδομικής νομοθεσίας, παράλληλα με τους προβλεπόμενους από το οικείο ρυμοτομικό σχέδιο, έως ότου καταργηθούν με τη νόμιμη διαδικασία, ενώ με την παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου θεσπίζεται αρμοδιότητα του Υπουργού Συγκοινωνιών (μετέπειτα του Υπουργού Δημοσίων Έργων και ακολούθως του οικείου Νομάρχη) να διαπιστώνει, μετά από γνώμη του αρμοδίου Συμβουλίου, κατά πόσο εδαφική λωρίδα έχει πράγματι αφεθεί στην κοινή χρήση, πριν από την 1.6.1924. Εξάλλου, οι ως άνω εξαιρετικές διατάξεις, ερμηνευόμενες ενόψει του ανωτέρω σκοπού τους, εφαρμόζονται σε περιοχές, οι οποίες διέθεταν εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο κατά την ανωτέρω ημερομηνία (1.6.1924), αφού σύμφωνα με την προαναφερθείσα απαγόρευση του σχηματισμού κοινοχρήστων χώρων από ιδιωτική βούληση εντός των σχεδίων πόλεων, μόνο στις ανωτέρω περιοχές ήταν, καταρχήν, νοητή η θέσπιση ρύθμισης για την αναγνώριση από το νόμο ως κοινοχρήστων, για την εφαρμογή της πολεοδομικής νομοθεσίας, χώρων μη οριζόμενων στο ρυμοτομικό σχέδιο, παράλληλα προς εκείνους που προβλέπονται στο σχέδιο. Επομένως, οι διατάξεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή σε περιοχές, οι οποίες εντάχθηκαν σε σχέδιο πόλεως υπό το καθεστώς του από 17.7-16.8.1923 ν.δ/τος, αφού στις περιοχές αυτές οι κοινόχρηστοι και οι οικοδομήσιμοι χώροι καθορίζονται αποκλειστικά από το οικείο ρυμοτομικό σχέδιο, σύμφωνα με τα κριτήρια και τις εν γένει προϋποθέσεις που προβλέπονται με το νομοθέτημα αυτό.
Κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, ακόμη και στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίστατο κατά την 1.6.1924 ιδιωτική οδός, υπό την προεκτεθείσα έννοια, η αναγνώρισή της κατά τη διαγραφόμενη από τις ως άνω διατάξεις διαδικασία είναι δυνατή μόνον αν η οδός αυτή δεν έχει καταργηθεί από το σχέδιο πόλης που ακολούθησε. Κατά συνέπεια, εάν υποβληθεί αίτηση αναγνώρισης οδού, η οποία βρίσκεται σε περιοχή εγκεκριμένου σχεδίου πόλης χωρίς να προβλέπεται στο σχέδιο αυτό, η Διοίκηση δεν δύναται να προβεί στην Α αναγνώριση εάν η οδός έχει ρητώς καταργηθεί με το σχέδιο πόλης ή εάν από το σχέδιο αυτό και τα συνοδευτικά του διαγράμματα προκύπτει ότι με την έγκριση ή τη μεταγενέστερη τροποποίηση του σχεδίου πόλης αποσκοπήθηκε η κατάργηση της οδού.
Οι πράξεις με τις οποίες αναγνωρίζεται οδός ως προϋφιστάμενη του 1923, ως εξομοιούμενες με την τροποποίηση ρυμοτομικού σχεδίου, αποκτούν νόμιμη υπόσταση με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αφενός μεν του κειμένου τους, αφετέρου δε των συνοδευόντων αυτές διαγραμμάτων, που αποτελούν ουσιώδες στοιχείο τους, έστω και σε φωτοσμίκρυνση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 του ν.δ. 3879/1958 (ΑΊ86). Όπως δε έχει κριθεί, δεν είναι πρόσφορος κατά το Σύνταγμα τρόπος δημοσιότητας ο προβλεπόμενος στις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 7 του ν. 1735/1987 (ΑΊ95) και της κατ’εξουσιότησή του εκδοθείσας Γ4δ/15883/1903/8.2.1988 απόφασης του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως και του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (Β’ 142), με την ανάρτηση των διαγραμμάτων, για ορισμένο χρόνο, σε εμφανές σημείο της εκδούσας την οικεία πράξη υπηρεσίας, καθώς και την καταχώρηση των διαγραμμάτων τούτων σε ειδικό μητρώο και την ένθεσή τους προς φύλαξη σε -ειδικό αρχείο της προαναφερθείσας υπηρεσίας, ώστε να είναι προσιτά στο κοινό.
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως ιδιώτη, ενώ σχετικά ελήφθησαν υπόψη συμβολαιογραφικά έγγραφα. Ωστόσο, δεν προκύπτει ο χρόνος ένταξης του ανωτέρω ΟΤ εντός ρυμοτομικού σχεδίου ούτε εάν αυτό εμπίπτει ή μη στο χαρακτηρισμένο ως παραδοσιακό τμήμα της Κηφισιάς. Εξάλλου, η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως χωρίς να συνοδεύεται από το σχετικό διάγραμμα σε φωτοσμίκρυνση, όπως, εξάλλου, επιβεβαιώνεται από τη Διοίκηση με το έγγραφο απόψεών της προς το Δικαστήριο. Προβλέφθηκε μόνο η ανάρτηση του εν λόγω διαγράμματος στο κτίριο της αρμόδιας Διεύθυνσης Πολεοδομίας.
Με τα ανωτέρω δεδομένα, η προσβαλλόμενη πράξη δεν δημοσιεύθηκε προσηκόντως και συνεπώς, δεν απέκτησε νόμιμη υπόσταση. Λόγω δε της ελλιπούς δημοσίευσής της δεν έχει κινηθεί η προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακύρωσης κατά της πράξης αυτής, η οποία αν και ανυπόστατη πρέπει να ακυρωθεί για λόγους ασφάλειας δικαίου, ενόψει της φύσεως και των κατά τον νόμο συνεπειών της. Για τον λόγο αυτό, οποίος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής.
Πρόεδρος: Ρ. Γιαννουλάτου
Εισηγητής: Ζ. Θεοδωρικάκου






