ΣτΕ 34/2026 7μ. [Νόμιμη ΑΕΠΟ έργου ‘Σταθμός Αποθήκευσης Ηλεκτρικής Ενέργειας με χρήση Συσσωρευτών (μπαταριών) στην Κάρυστο]
Περίληψη
– Από το σύνολο των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου συνάγεται ότι η ανάπτυξη των έργων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας προωθείται ως αναπόσπαστο τμήμα των έργων ΑΠΕ, διότι θεωρείται ότι τα έργα αυτά είναι απαραίτητα για την ενσωμάτωση της παραγόμενης από ΑΠΕ ενέργειας στο σύστημα και ότι ως εκ τούτου υπηρετούν, στον ίδιο βαθμό με τα έργα παραγωγής, την ασφάλεια του εφοδιασμού, των έλεγχο των τιμών και γενικότερα την επίτευξη των στόχων για την ανανεώσιμη ενέργεια και για το κλίμα. Τα έργα αποθήκευσης χαρακτηρίζονται ως “συντοπιζόμενα” έργα υποδομής δικτύου (βλ. άρθρο 16 της οδηγίας 2018/2001 όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2023/2413), καθόσον, για λόγους λειτουργικούς, περιορισμού των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αλλά και απλοποίησης των σχετικών διαδικασιών, προωθείται η συνένωσή τους στους ίδιους χώρους με τα έργα ΑΠΕ, κατόπιν εφαρμογής των ίδιων κανόνων και κριτηρίων χωροθέτησης.
Από τις διατάξεις του εθνικού δικαίου συνάγεται ότι, η χωροθέτηση των σταθμών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας με το σύστημα των συσσωρευτών, η οποία προβλέφθηκε το πρώτον στον νόμο 4951/2022 και προωθείται με τον νόμο 5037/2023, ακολουθεί χωρικά και λειτουργικά τη χωροθέτηση των σταθμών ΑΠΕ, τόσο ως “συντοπιζόμενη δραστηριότητα” σε σχέση με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ενωσιακή νομοθεσία, όσο και ως δραστηριότητα διασυνδεόμενη με το σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας με σκοπό την ομαλή και εξισορροπημένη ενσωμάτωση της ηλεκτρικής ενέργειας σε αυτό. Συνακολούθως, και η περιβαλλοντική αδειοδότηση των σταθμών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας ακολουθεί τα κριτήρια κατάταξης των έργων ΑΠΕ.
Δεδομένου ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είχε εισέτι εκδοθεί η ΥΠΕΝ/ΔΙΠΑ/103448/7298 απόφαση (B΄ 5628/10.10.2024), με την οποία θεσπίστηκαν, το πρώτον, οι Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις για τα έργα Μεμονωμένων Σταθμών Ηλεκτροχημικής Αποθήκευσης Ηλεκτρικής Ενέργειας (Μπαταρίες) κατηγορίας Β, το ένδικο έργο αδειοδοτήθηκε περιβαλλοντικά κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων της ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003 (Β’ 332/20.3.2003), στις οποίες παραπέμπει η μεταβατική διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 30 του ν. 4014/2011, ως έργο της αντίστοιχης, τότε, κατηγορίας Β4.
Η κατάταξη έργων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, όπως το επίμαχο, στην κατηγορία Β, ήτοι ως έργων που έχουν μόνον τοπικές και μη σημαντικές επιπτώσεις κατά τους ορισμούς του ν. 4014/2011, έγινε κατόπιν θεσπίσεως κατώτατων ορίων (κατωφλίων) για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των έργων της 10ης Ομάδας του πίνακα κατάταξης της οικείας υπουργικής απόφασης (βλ. σκέψη 6). Τα εν λόγω έργα ανήκουν εννοιολογικά στην ευρύτερη κατηγορία των έργων παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, τα οποία περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙ της οδηγίας ΕΠΕ (ενότητα 3, στοιχείο θ’ “Ενεργειακή Βιομηχανία”). Τα κατώτατα αυτά όρια, εξάλλου, είναι συμβατά με τα γενικώς θεσπιζόμενα όρια κατηγοριοποίησης των έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) και είναι σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, καθόσον καθορίστηκαν κατ’ εκτίμηση του μεγέθους των σταθμών αποθήκευσης, δηλαδή ενεργειακών έργων υποστηρικτικών ΑΠΕ που υπηρετούν, σε κάθε περίπτωση, κατά τα προαναφερόμενα, υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Ενόψει των ανωτέρω, ο κανονιστικός νομοθέτης, κρίνοντας ότι οι σταθμοί αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας με χρήση συσσωρευτών που είναι μικρότεροι ορισμένου μεγέθους, δεν έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και δεν απαιτούν την τήρηση της διαδικασίας προηγούμενης περιβαλλοντικής εκτίμησης των έργων κατηγορίας A, δεν υπερέβη το περιθώριο εκτίμησης που διαθέτει κατά το ενωσιακό δίκαιο. Το ένδικο έργο κατηγορίας Β, μάλιστα, ως εκ του χρόνου αδειοδότησής του, δεν υπήχθη σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις, αλλά αδειοδοτήθηκε αυτοτελώς, κατόπιν υποβολής σχετικής Περιβαλλοντικής Έκθεσης, η οποία περιείχε περιγραφή του έργου, των επιπτώσεών του στο περιβάλλον και των ενδεδειγμένων μέτρων προς αντιμετώπιση των επιπτώσεων αυτών. Δεν στοιχειοθετείται, επομένως, παραβίαση των αρχών της προφύλαξης και της πρόληψης, οι οποίες κατοχυρώνονται στο άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος και στο ενωσιακό δίκαιο, δεδομένου, μάλιστα, ότι οι επιστημονικές και τεχνικές πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον κύριο του έργου στην προκειμένη περίπτωση, αποτέλεσαν εν πολλοίς το περιεχόμενο των Πρότυπων Περιβαλλοντικών Δεσμεύσεων που εκδόθηκαν ακολούθως και ισχύουν ήδη, σε κανονιστικό επίπεδο, για όλα τα έργα που έχουν όμοια χαρακτηριστικά με το ένδικο.
Επειδή οι σταθμοί αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας χαρακτηρίζονται από το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο ως έργα υποστηρικτικά των έργων ΑΠΕ (αιολικών και φωτοβολταϊκών σταθμών), που εξυπηρετούν υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Επομένως, τα έργα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, μπορούν να διέπονται από τον χωροταξικό σχεδιασμό των έργων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (βλ. άρθρο 4 του ν. 4951/2022, άρθρο 163 του ν. 5037/2023), των οποίων αποτελούν, καταρχήν, αναγκαίο παρακολούθημα, χωρίς να απαιτείται η αναθεώρηση του ισχύοντος Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ (Β’ 2464/2008), όπως αβασίμως προβάλλεται. Η εγκατάσταση σταθμών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας σε περιοχές χωροθέτησης έργων ΑΠΕ είναι, άλλωστε, σύμφωνη και με τους στόχους και κατευθύνσεις του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (βλ. άρθρο 6 του ΓΠΧΣΑΑ, Α’ 128/2008), καθώς και, εν προκειμένω, του Αναθεωρημένου Περιφερειακού Χωροταξικού Πλαισίου της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας (βλ. άρθρα 1, 6 και 15 του ΠΧΠ Στερεάς Ελλάδας, ΑΑΠ 299/2018), για την ταχεία προώθηση της χρήσης ΑΠΕ, την περαιτέρω διείσδυση στην αγορά των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Τα παραπάνω, εξάλλου, ισχύουν αναφορικά με όλους τους σταθμούς αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, ανεξαρτήτως του βαθμού επιχειρησιακής τους σύνδεσης με υφιστάμενα έργα ΑΠΕ, ήτοι του χαρακτήρα τους ως συνοδών έργων ΑΠΕ ή stand alone μονάδων, εφόσον ο συσχετισμός με τα έργα ΑΠΕ είναι προεχόντως λειτουργικός και συνίσταται στη σύνδεση των σταθμών αποθήκευσης με υποσταθμό μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, προκειμένου, μέσω της σύνδεσης αυτής που ελαχιστοποιεί τις απώλειες, οι σταθμοί να απορροφούν και να αποθηκεύουν τη διακυμαινόμενη, περίσσεια ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές, να την επιστρέφουν δε στο σύστημα διασφαλίζοντας τη σταθερή παροχή ηλεκτρικής ενέργειας και την κάλυψη της αυξανόμενης ζήτησης στο δίκτυο. Ενόψει των ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη ότι ο αιτών Δήμος συνομολογεί τη γειτνίαση της επίμαχης εγκατάστασης με υφιστάμενους σταθμούς ΑΠΕ, οι ισχυρισμοί περί μη πραγματικής συνδέσεως των stand alone σταθμών αποθήκευσης με τα έργα ΑΠΕ, όπως προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ομοίως αβάσιμοι είναι και οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων των πρόσφατων νόμων 4951/2022 και 5037/2023 που επιτρέπουν τη χωροθέτηση των σταθμών αποθήκευσης στις περιοχές όπου χωροθετούνται έργα ΑΠΕ, υπό την αντίληψη ότι οι ιδιαιτερότητες της χωροθέτησης των σταθμών αυτών δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) που εκπονήθηκε σε σχέση με το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ. Και τούτο διότι οι σταθμοί αποθήκευσης αποτελούν δραστηριότητα παρακολουθηματική της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, η οποία έχει μελετηθεί από χωροταξική άποψη βάσει ΣΜΠΕ και ως εκ τούτου δεν χρήζουν αυτοτελούς μελέτης σε επίπεδο σχεδίου, βάσει χωριστής ΣΜΠΕ (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 618/2025). Και οι ισχυρισμοί περί εντάξεως του ένδικου έργου σε πλημμελές πλαίσιο περιβαλλοντικής αδειοδότησης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όπως έγινε δεκτό, το ένδικο έργο κατατάσσεται στην κατηγορία Β ως έχον τοπικές και μη σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, δεδομένου δε ότι η κατάταξη αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, απαραδέκτως αμφισβητείται με τους ως άνω προβαλλόμενους ισχυρισμούς. Περαιτέρω, νομίμως το έργο υπήχθη στη διαδικασία περιβαλλοντικής αξιολόγησης βάσει της ισχύουσας κατά τον χρόνο της προσβαλλόμενης έγκρισης ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003, κατ’ εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 30 του ν. 4014/2011, καθόσον, κατά τον χρόνο εκείνο, δεν είχαν εισέτι τεθεί σε ισχύ οι Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ), με τις οποίες τυποποιείται η διαδικασία αδειοδότησης των έργων κατηγορίας Β, τούτο δε παρά την πάροδο της προθεσμίας των εννέα μηνών για την έκδοσή τους, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 4014/2011.
Ενόψει των στοιχείων του φακέλου και του περιεχομένου της υποβληθείσας Περιβαλλοντικής Έκθεσης ο λόγος ακυρώσεως, καθ’ ο μέρος πλήττει την πληρότητα και την επάρκεια της Περιβαλλοντικής Έκθεσης για την αξιολόγηση των επιπτώσεων του ένδικου έργου στο περιβάλλον, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η τηρηθείσα εν προκειμένω διαδικασία δεν καθίσταται πλημμελής εκ της παραλείψεως υποβολής γνωμοδότησης από το Τμήμα Χωρικού Σχεδιασμού της Δ/νσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Περιφερειακής Ενότητας Εύβοιας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, το οποίο είναι αρμόδιο για τη μελέτη και ανάπτυξη της χωροταξικής κατανομής των δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται στο πλαίσιο της Π.Ε. Εύβοιας σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 περ. α’ του π.δ. 148/2010 “Οργανισμός Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας” (Α’ 241). Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως αν ο Οργανισμός της Περιφέρειας έχει εξουσιοδότηση να θεσπίσει ουσιώδεις τύπους της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης, πάντως, ούτε στην ανωτέρω διάταξη του Οργανισμού της Περιφέρειας, αλλά ούτε και στο άρθρο 11 της ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003, προβλέπεται η υποβολή γνωμοδότησης από το Τμήμα Χωρικού Σχεδιασμού της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας στο πλαίσιο της διαδικασίας χορήγησης περιβαλλοντικής έγκρισης έργου κατηγορίας Β από τον Αντιπεριφερειάρχη Περιβάλλοντος, και δη ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας. Πρέπει, επομένως, και ο λόγος αυτός να απορριφθεί. Η εξέταση της συνεργιστικής δράσης του σταθμού αποθήκευσης με υφιστάμενα ή σχεδιαζόμενα έργα παραγωγής ΑΠΕ, καθώς και τις παρακολουθηματικές αυτών μονάδες αποθήκευσης, εφόσον αυτή απαιτείται, δύναται πάντως να γίνει λυσιτελώς στο στάδιο της αδειοδότησης μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, καθόσον ως προς αυτές ο σταθμός αποθήκευσης δρα υποστηρικτικά, και όχι στο στάδιο της αδειοδότησης της αποθήκευσης, με την οποία συμπληρώνεται και ολοκληρώνεται η χωροθέτηση των έργων παραγωγής από ΑΠΕ. Θεμιτώς, κατά το Σύνταγμα, επιτρέπεται η χωροθέτηση σταθμού αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας εντός δασικής έκτασης, ως εγκατάστασης παρακολουθηματικής των έργων ΑΠΕ που βρίσκονται ήδη εγκατεστημένα εντός της ευρύτερης περιοχής. Επί του επιτρεπτού δε της χωροθέτησης του ένδικου σταθμού αποθήκευσης γνωμοδότησαν θετικά τόσο το Δασαρχείο Αλιβερίου, όσο και η Διεύθυνση Δασών Εύβοιας της Επιθεώρησης Εφαρμογής Δασικής Πολιτικής Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, και δη κατά ρητή επίκληση των όρων της εφαρμοστέας νομοθεσίας.
Με τις γνωμοδοτήσεις τέθηκαν ειδικοί προστατευτικοί όροι της καταλαμβανόμενης δασικής έκτασης, με σκοπό την ελάχιστη δυνατή θυσία δασικής βλάστησης, τον εν γένει περιορισμό των επιπτώσεων του έργου στο δασικό οικοσύστημα, σε συμφωνία με την αρχή της αναλογικότητας, την αποκατάσταση του εδάφους και της δασικής βλάστησης μέσω αναδάσωσης, καθώς και την επαναφορά του χώρου στην προτέρα κατάσταση σύμφωνα με φυτοτεχνική μελέτη, με την προσβαλλόμενη δε πράξη επιβάλλεται η τήρηση των ειδικών αυτών όρων που τέθηκαν με τις γνωμοδοτήσεις. Οι εν λόγω γνωμοδοτήσεις ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν κατά τη σύνταξη της από Ιουνίου 2024 Περιβαλλοντικής Έκθεσης που συνοδεύει την προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ, οι προταθέντες δε με τις γνωμοδοτήσεις ειδικοί περιβαλλοντικοί όροι αποτέλεσαν τμήμα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης με την κρινόμενη αίτηση πράξης. Εξάλλου, αβασίμως προβάλλεται ότι συνιστά πλημμέλεια της προσβαλλόμενης ΑΕΠΟ η παράλειψη προηγούμενης έκδοσης άδειας επέμβασης σε δασική έκταση σύμφωνα με το άρθρο 45 παρ. 4 του ν. 998/1979 όπως ισχύει, διότι η έκδοση αυτοτελούς πράξης έγκρισης επέμβασης, η οποία ενσωματώνεται στη συνέχεια στην περιβαλλοντική άδεια, δεν απαιτείται, πάντως, στις περιπτώσεις που δεν πρόκειται για τη συνήθη διαδικασία των άρθρων 3, 4 και 8 του ν. 4014/2011. Όπως προκύπτει από την υποβληθείσα Περιβαλλοντική Έκθεση, οι τεχνικές ιδιαιτερότητες των συσσωρευτών ως προς την πυροπροστασία έχουν μελετηθεί ειδικώς στο πλαίσιο έγκρισης του ένδικου έργου και έχουν προβλεφθεί κατάλληλα μέτρα πρόληψης και προστασίας με την προσβαλλόμενη πράξη, τα οποία ερείδονται στα σύγχρονα διεθνή επιστημονικά δεδομένα. Περαιτέρω, ο φορέας του έργου υποχρεούται, βάσει ρητού όρου της προσβαλλόμενης πράξης, να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη πυρκαγιάς και την αποφυγή μετάδοσής της σε παρακείμενες περιοχές, κατόπιν σχετικής έγκρισης της αρμόδιας Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Τα ως άνω προβλεπόμενα μέτρα προστασίας ταυτίζονται με τα προβλεπόμενα σχετικώς στις μετέπειτα εκδοθείσες Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) για σταθμούς αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας. Τέλος, στην προσβαλλόμενη πράξη προβλέπεται ότι, πριν από τη λειτουργία του έργου, θα πρέπει να εκπονηθεί μελέτη πυροπροστασίας και να εγκριθούν τα συστήματα πυρόσβεσης από την Πυροσβεστική Υπηρεσία. Κατά συνέπεια, και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται καταβολή παραβόλου, ζητείται η ακύρωση της ΑΠ 148491/23.9.2024 απόφασης του Αντιπεριφερειάρχη Περιβάλλοντος, Χωρικού Σχεδιασμού και Μεταφορών της Περιφερειακής Ενότητας Εύβοιας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, με θέμα: “Έγκριση Περιβαλλοντικών Όρων του έργου ‘Σταθμός Αποθήκευσης Ηλεκτρικής Ενέργειας με χρήση Συσσωρευτών (μπαταριών) μέγιστης ισχύος έγχυσης 25MW’ στη θέση ΚΑΡΥΣΤΟΣ, ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΛΥΒΙΩΝ, ΔΕ ΚΑΡΥΣΤΟΥ, ΔΗΜΟΥ ΚΑΡΥΣΤΟΥ, ΠΕ ΕΥΒΟΙΑΣ’ της εταιρείας…
- Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ασκείται με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς από τον Δήμο Καρύστου, στη διοικητική περιφέρεια του οποίου εγκαθίσταται το ένδικο έργο.
- Επειδή, με προφανές έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς παρεμβαίνει στην παρούσα δίκη η εταιρεία …, ως φορέας του ένδικου έργου.
- Επειδή, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2577 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου για την επιτάχυνση της ανάπτυξης ανανεώσιμης ενέργειας (L 335/29.12.2022, εφεξής: Κανονισμός), ο οποίος έχει ισχύ, κατά το άρθρο 10 αυτού, από την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εισάγει, σε άμεση εφαρμογή, το τεκμήριο ότι τα έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η σύνδεσή τους με το δίκτυο, το ίδιο το σχετικό δίκτυο και τα πάγια στοιχεία αποθήκευσης ενέργειας εξυπηρετούν τη δημόσια υγεία και ασφάλεια και είναι υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος για τους σκοπούς της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της Ένωσης, εκτός εάν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι τα εν λόγω έργα έχουν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον οι οποίες δεν μπορούν να μετριαστούν ή να αντισταθμιστούν. Η εφαρμογή του τεκμηρίου συνεπάγεται την υποχρέωση των κρατών μελών να δίνουν προτεραιότητα στις διαδικασίες αδειοδότησης σταθμών παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας και ανάπτυξης της συναφούς υποδομής δικτύου, καθώς και να επιταχύνουν τις διαδικασίες αυτές (βλ. άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 2). Περαιτέρω, ο Κανονισμός αναγνωρίζει την επείγουσα ανάγκη για ενίσχυση της ενεργειακής μετάβασης και για μετριασμό των επιπτώσεων της ενεργειακής κρίσης που προκλήθηκε από τον επιθετικό πόλεμο της Ρωσικής Ομοσπονδίας κατά της Ουκρανίας. Περαιτέρω, με τον Κανονισμό αναγνωρίζεται ότι οι σταθμοί παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας είναι καίριας σημασίας για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και της ρύπανσης, τη μείωση των τιμών της ενέργειας, τη μείωση της εξάρτησης της Ένωσης από τα ορυκτά καύσιμα και τη διασφάλιση της ασφάλειας εφοδιασμού της Ένωσης. Σύμφωνα με τον Κανονισμό, προτεραιότητα πρέπει να δίνεται και στην ανανέωση των υφιστάμενων σταθμών παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας ούτως ώστε να μειώνεται η ανάγκη ορισμού νέων θέσεων για έργα ανανεώσιμης ενέργειας. Στις περιπτώσεις ανανέωσης ενός σταθμού παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας ή αναβάθμισης μιας σχετικής υποδομής δικτύου που είναι απαραίτητη για την ενσωμάτωση της ανανεώσιμης ενέργειας στο σύστημα ηλεκτροδότησης, οι διαδικασίες εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων θα πρέπει να περιορίζονται στην εκτίμηση των σημαντικών δυνητικών επιπτώσεων που απορρέουν από την αλλαγή ή την επέκταση σε σύγκριση με το αρχικό έργο (βλ. προοίμιο, παράγραφοι 1, 4, 6, 8, 9, 13 και 14). Εξάλλου, ο Κανονισμός θέτει ως στόχο την επιτάχυνση της διαδικασίας αδειοδότησης έργων ανανεώσιμης ενέργειας και έργων υποδομής δικτύου, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και έργα αποθήκευσης ενέργειας και δικτύου που είναι απαραίτητα για την ενσωμάτωση της ανανεώσιμης ενέργειας στο σύστημα ηλεκτροδότησης (βλ. άρθρο 6 του Κανονισμού). Εναρμονιζόμενη με τον Κανονισμό, η οδηγία 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018 για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (L 328/21.12.2018), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία (ΕΕ) 2023/2413 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Οκτωβρίου 2023 (ΕΕ L της 31.10.2023), θεσπίζει ένα κοινό σύνολο κανόνων για τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και περιλαμβάνει ταχείες διαδικασίες αδειοδότησης για έργα ανανεώσιμης ενέργειας, αποσκοπώντας στην αύξηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές με σκοπό την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, την προστασία του περιβάλλοντος και τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της ΕΕ, συμβάλλοντας δε, παράλληλα, στην τεχνολογική και βιομηχανική υπεροχή της ΕΕ, στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στην προώθηση της ανάπτυξης ακόμη και στις αγροτικές και απομονωμένες περιοχές. Με την οδηγία 2023/2413 προστέθηκε άρθρο 15ε στην οδηγία 2018/2001, το οποίο, θεσπίζοντας ρυθμίσεις απλούστευσης της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων ΑΠΕ, ή και απαλλαγής τους από αυτήν, εξομοιώνει με έργα ΑΠΕ τα έργα αποθήκευσης, που είναι αναγκαία για την ενσωμάτωση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας. Από το σύνολο των προαναφερόμενων διατάξεων του ενωσιακού δικαίου συνάγεται ότι η ανάπτυξη των έργων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας προωθείται ως αναπόσπαστο τμήμα των έργων ΑΠΕ, διότι θεωρείται ότι τα έργα αυτά είναι απαραίτητα για την ενσωμάτωση της παραγόμενης από ΑΠΕ ενέργειας στο σύστημα και ότι ως εκ τούτου υπηρετούν, στον ίδιο βαθμό με τα έργα παραγωγής, την ασφάλεια του εφοδιασμού, των έλεγχο των τιμών και γενικότερα την επίτευξη των στόχων για την ανανεώσιμη ενέργεια και για το κλίμα. Τα έργα αποθήκευσης χαρακτηρίζονται ως “συντοπιζόμενα” έργα υποδομής δικτύου (βλ. άρθρο 16 της οδηγίας 2018/2001 όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2023/2413), καθόσον, για λόγους λειτουργικούς, περιορισμού των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αλλά και απλοποίησης των σχετικών διαδικασιών, προωθείται η συνένωσή τους στους ίδιους χώρους με τα έργα ΑΠΕ, κατόπιν εφαρμογής των ίδιων κανόνων και κριτηρίων χωροθέτησης.
- Επειδή, στο εθνικό δίκαιο, σε συνέχεια των προαναφερόμενων ρυθμίσεων του ενωσιακού δικαίου θεσπίστηκαν οι ακόλουθες διατάξεις: Στο άρθρο 4 του ν. 4951/2022 “Εκσυγχρονισμός της αδειοδοτικής διαδικασίας Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας – Β’ φάση, Αδειοδότηση παραγωγής και αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, πλαίσιο ανάπτυξης Πιλοτικών Θαλάσσιων Πλωτών Φωτοβολταϊκών Σταθμών και ειδικότερες διατάξεις για την ενέργεια και την προστασία του περιβάλλοντος” (Α’ 129), με τον ειδικότερο τίτλο “Στάδια αδειοδότησης σταθμών ΑΠΕ και Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού”, περιελήφθη παρ. 4, η οποία εξομοιώνει με σταθμούς παραγωγής ΑΠΕ και τους σταθμούς αποθήκευσης, ως προς τις εκτάσεις δυνητικής εγκατάστασής τους. Περαιτέρω, στην παρ. 7 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: “Σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ή/και σταθμοί αποθήκευσης, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται τα έργα δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, κατασκευής υποσταθμών, οδοποιίας, και εν γένει κάθε κατασκευής που αφορά στην υποδομή, εγκατάσταση και λειτουργία σταθμών ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ ή/και σταθμών αποθήκευσης, χαρακτηρίζονται ως δημόσιας ωφέλειας που εξυπηρετούν, εκτός των άλλων, τη δημόσια ασφάλεια και υγεία και έχουν θετικές επιδράσεις πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον, ανεξάρτητα από τον φορέα υλοποίησής τους. …” Στη συνέχεια, με το άρθρο 163 του ν. 5037/2023 (Α’ 78/28.3.2023) με τον τίτλο “Διαδικασίες απαλλοτρίωσης για αιολικούς σταθμούς – Προσθήκη παρ. 4α και τροποποίηση παρ. 7 άρ. 4 ν. 4951/2022”, το οποίο εντάσσεται στο Κεφάλαιο Ζ’ του νόμου αυτού με τον τίτλο “Λοιπές διατάξεις για την αγορά ενέργειας – Προσαρμογή αποζημίωσης σταθμών βιομάζας, βιοαερίου λόγω ενεργειακής κρίσης”, ορίστηκαν τα εξής: “1. Στο άρθρο 4 του ν. 4951/2022 (Α’ 129) προστίθεται παρ. 4α, σχετικά με το επιτρεπτό της εγκαταστάσεως σταθμών αποθήκευσης σε περιοχές όπου επιτρέπεται εγκατάσταση ΑΠΕ, με το ακόλουθο περιεχόμενο: ‘4α. Όπου κατά την κειμένη νομοθεσία και τον οικείο χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό προβλέπεται ως επιτρεπτή η εγκατάσταση σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, νοείται ότι επιτρέπεται και η εγκατάσταση σταθμών αποθήκευσης με σύστημα συσσωρευτών.’ 2. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 4 του ν. 4951/2022 …, προστίθενται τα γήπεδα ασφαλείας, …” Εξάλλου, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης δημοσιεύθηκε το αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (Β΄ 6983/19.12.2024), σύμφωνα με το οποίο η ανάπτυξη επαρκούς ισχύος και χωρητικότητας συστημάτων αποθήκευσης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ στο μείγμα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Οι σταθμοί αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, ως μεμονωμένοι (stand alone) σταθμοί αποθήκευσης, συμμετέχοντας στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, αναμένεται να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση του ποσοστού διείσδυσης της παραγωγής ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα, καθόσον αναμένεται να υποκαταστήσουν τη λειτουργία των συμβατικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας κατά τις ώρες αιχμής φορτίου, αφενός μεν, απορροφώντας ενέργεια παραγόμενη από ΑΠΕ που άλλως θα απορριπτόταν διότι δεν θα μπορούσε να εκχυθεί άμεσα προς κάλυψη της ζήτησης, αφετέρου δε, επιστρέφοντάς την στο σύστημα σε μεταγενέστερο χρόνο (βλ. στοιχείο 2.3.7 του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα). Όπως συνάγεται από τις ανωτέρω διατάξεις του εθνικού δικαίου συνάγεται ότι, η χωροθέτηση των σταθμών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας με το σύστημα των συσσωρευτών, η οποία προβλέφθηκε το πρώτον στον νόμο 4951/2022 και προωθείται με τον νόμο 5037/2023, ακολουθεί χωρικά και λειτουργικά τη χωροθέτηση των σταθμών ΑΠΕ, τόσο ως “συντοπιζόμενη δραστηριότητα” σε σχέση με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ενωσιακή νομοθεσία (βλ. ανωτέρω σκέψη 4), όσο και ως δραστηριότητα διασυνδεόμενη με το σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας με σκοπό την ομαλή και εξισορροπημένη ενσωμάτωση της ηλεκτρικής ενέργειας σε αυτό. Συνακολούθως, και η περιβαλλοντική αδειοδότηση των σταθμών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας ακολουθεί τα κριτήρια κατάταξης των έργων ΑΠΕ, όπως εκτίθεται αναλυτικά κατωτέρω (βλ. σκέψεις 6-8).
- Επειδή, στην εθνική έννομη τάξη, η περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων ρυθμίζεται από τον ν. 4014/2011 (Α΄ 209), στο άρθρο 1 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: “1. Τα έργα και οι δραστηριότητες του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, των οποίων η κατασκευή ή λειτουργία δύνανται να έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον, κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες (Α και Β) ανάλογα με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον. Η πρώτη κατηγορία (Α) περιλαμβάνει τα έργα και τις δραστηριότητες τα οποία ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και για τα οποία απαιτείται η διεξαγωγή Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) προκειμένου να επιβάλλονται ειδικοί όροι και περιορισμοί για την προστασία του περιβάλλοντος σχετικά με το συγκεκριμένο έργο ή δραστηριότητα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 2, 3 και 4 του παρόντος. Τα έργα και οι δραστηριότητες της κατηγορίας Α κατατάσσονται: α) σε αυτά που ενδέχεται να προκαλέσουν πολύ σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και αποτελούν την υποκατηγορία Α1 και β) σε αυτά που ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και αποτελούν την υποκατηγορία Α2. Η δεύτερη κατηγορία (Β) περιλαμβάνει έργα και δραστηριότητες τα οποία χαρακτηρίζονται από τοπικές και μη σημαντικές μόνο επιπτώσεις στο περιβάλλον και υπόκεινται σε γενικές προδιαγραφές, όρους και περιορισμούς που τίθενται για την προστασία του περιβάλλοντος, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 8. Η κατάταξη των έργων και δραστηριοτήτων γίνεται βάσει των σχετικών κριτηρίων του Παραρτήματος Ι.” Κατά το σύστημα του ν. 4014/2011, το οποίο εφαρμόζει την οδηγία ΕΠΕ και ακολουθεί το σύστημα των προγενέστερων περιβαλλοντικών νόμων 1650/1986 και 3010/2002, τα έργα της κατηγορίας Α αντιστοιχούν στα έργα του Παραρτήματος Ι της οδηγίας ΕΠΕ, ως προς τα οποία είναι υποχρεωτική και από το ενωσιακό δίκαιο η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Τα έργα της κατηγορίας Α υπόκεινται σε πλήρη εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία συνίσταται στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), στη διενέργεια διαβουλεύσεων με το κοινό και τις δημόσιες Αρχές, στην αξιολόγηση από την αρμόδια περιβαλλοντική Αρχή της ΜΠΕ και των αποτελεσμάτων της διαβούλευσης και τέλος, στη λήψη αιτιολογημένης απόφασης σχετικά με την αδειοδότηση ή μη του έργου υπό κατάλληλους για την προστασία του περιβάλλοντος όρους (άρθρα 3 και 4 του ν. 4014/2011). Τα έργα της κατηγορίας Β αντιστοιχούν στα έργα του Παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας ΕΠΕ, ως προς τα οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να αποφασίζουν για την αναγκαιότητα εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων είτε βάσει κατώτατων ορίων και κριτηρίων είτε κατά περίπτωση εξέτασης. Στην ελληνική έννομη τάξη εφαρμόζεται κατά κανόνα η χρήση κατώτατων ορίων ή κριτηρίων για την αξιολόγηση της αναγκαιότητας εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, τα οποία διαμορφώνονται βάσει των κριτηρίων επιλογής του Παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας ΕΠΕ, το οποίο έχει μεταφερθεί αυτούσιο ως Παράρτημα Ι του ν. 4014/2011. Ειδικότερα, στο Παράρτημα Ι του ν. 4014/2011 [όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 της κοινής απόφασης οικ. 5688/2018 του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης και του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (Β΄ 988/21.3.2018), εκδoθείσης σε συμμόρφωση με την οδηγία 2014/52/ΕΕ (ΕΕ L 124)] ορίζονται τα κριτήρια κατάταξης έργων σε περιβαλλοντική κατηγορία ως εξής: “1. Χαρακτηριστικά των έργων ή δραστηριοτήτων (εφεξής “έργων”) Τα χαρακτηριστικά των έργων πρέπει να εξετάζονται, ιδίως, ως προς τα εξής: α) το μέγεθος και τον σχεδιασμό του όλου έργου· β) τη σωρευτική δράση με άλλα υφιστάμενα και/ή εγκεκριμένα έργα· γ) … 3. Τύπος και χαρακτηριστικά των ενδεχόμενων επιπτώσεων. Οι ενδεχόμενες σημαντικές επιπτώσεις έργων στο περιβάλλον πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με τα κριτήρια που καθορίζονται στα σημεία 1 και 2 του παρόντος παραρτήματος, … λαμβάνοντας υπόψη: α) το μέγεθος και τη χωρική έκταση των επιπτώσεων … · ζ) τη σώρευση των επιπτώσεων με τις επιπτώσεις άλλων υφιστάμενων ή εγκεκριμένων έργων. …” Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 4014/2011: “Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, … τα δημόσια ή ιδιωτικά έργα και δραστηριότητες που υπόκεινται στις ρυθμίσεις του νόμου, κατατάσσονται στις κατηγορίες και υποκατηγορίες του άρθρου 1, καθώς και σε ομάδες κοινές για όλες τις κατηγορίες.” Εξάλλου, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4014/2011: “Σε περίπτωση που κάποιο έργο ή δραστηριότητα δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα κατάταξης των έργων και δραστηριοτήτων στις κατηγορίες, υποκατηγορίες και ομάδες του παρόντος, μπορεί να ακολουθεί την κατάταξη του πλησιέστερου συναφούς έργου ή δραστηριότητας με απόφαση του Γενικού Διευθυντή Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, κατόπιν αιτήσεως είτε του φορέα του έργου ή της δραστηριότητας είτε της αρμόδιας περιβαλλοντικής αρχής. Εάν δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός συναφούς έργου ή δραστηριότητας, η κατάταξη γίνεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.” Εφόσον, κατ’ εφαρμογή των ως άνω κριτηρίων κατάταξης, ορισμένα έργα υπαχθούν στην κατηγορία Β, δεν υπόκεινται στην προαναφερόμενη, επιφυλασσόμενη για τα έργα κατηγορίας Α, πλήρη μελέτη και διαδικασία εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Ειδικότερα, όσον αφορά στα έργα της κατηγορίας Β, στο άρθρο 8 του ν. 4014/2011 ορίζονται τα εξής: “1. Τα έργα ή δραστηριότητες κατηγορίας Β δεν ακολουθούν τη διαδικασία εκπόνησης ΜΠΕ αλλά υπόκεινται σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ). 2. Τα ανωτέρω έργα ή δραστηριότητες, αναλόγως του είδους τους, υπάγονται αυτοδικαίως σε ΠΠΔ, με ευθύνη της αρμόδιας υπηρεσίας που χορηγεί την άδεια λειτουργίας και κατόπιν σχετικής δήλωσης του μελετητή ή του φορέα του έργου ή της δραστηριότητας. Αν το έργο ή η δραστηριότητα δεν λαμβάνει άδεια λειτουργίας, τότε υπάγεται σε ΠΠΔ με ευθύνη της αρμόδιας υπηρεσίας περιβάλλοντος της Περιφέρειας. 3. Με αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, … καθορίζονται οι προβλεπόμενες ΠΠΔ, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού. 4. Οι ΠΠΔ αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των απαιτούμενων, κατά περίπτωση, αδειών που προβλέπονται για την κατασκευή, εγκατάσταση ή λειτουργία του εν λόγω έργου ή δραστηριότητας.” Από τις προεκτιθέμενες διατάξεις συνάγεται ότι η κατάταξη έργων και δραστηριοτήτων στην κατηγορία Β για τον λόγο ότι προκαλούν τοπικές και μη σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, συνεπάγεται ότι: α) τα οικεία έργα αδειοδοτούνται, σύμφωνα με το προμνησθέν άρθρο 8 του ν. 4014/2011, κατόπιν υπαγωγής σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ), δηλαδή χωρίς τη σύνταξη και αξιολόγηση μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία απαιτείται για τα έργα της Α΄ κατηγορίας [και δη με το περιεχόμενο που προδιαγράφουν η οδηγία 2011/92/ΕΕ ως ισχύει και ο ν. 4014/2011], και β) δεν προβλέπεται προηγούμενη διαβούλευση με το ενδιαφερόμενο κοινό, εν αντιθέσει προς τα έργα της Α΄ κατηγορίας (Α1 και Α2), στο πλαίσιο της αδειοδότησης των οποίων γίνεται διαβούλευση, εκφράζονται παρατηρήσεις επί της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή και αντιρρήσεις του κοινού για την πραγματοποίηση του έργου και διαφωτίζεται η περιβαλλοντική αρχή, προτού λάβει την τελική απόφαση χορήγησης της άδειας, εφ’ όλων των πτυχών του έργου (βλ. ΣτΕ 598/2023 σκ. 9). Όπως έχει κριθεί, η θέσπιση των ΠΠΔ σε κανονιστικό επίπεδο καθιστά πράγματι περιττή την παρεμβολή αυτοτελούς σταδίου περιβαλλοντικής αδειοδότησης κάθε έργου κατηγορίας Β χωριστά (ΣτΕ 1943/2017 7μ. σκ. 15). Εξάλλου, στο άρθρο 30 του ν. 4014/2011 με τίτλο “Μεταβατικές διατάξεις” ορίζονται τα εξής: “1. … 2. … 3. Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 3 του άρθρου 8 του παρόντος, για τα έργα και δραστηριότητες της κατηγορίας Β ακολουθούνται οι διαδικασίες της υποκατηγορίας Β4 της ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003 (Β’ 332/20.3.2003), ή άλλες διαδικασίες που τυχόν προβλέπονται σε ειδικότερες διατάξεις, όπως αυτές ισχύουν.” Στην ΚΥΑ δε αυτή ορίζονται τα εξής: “ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’ Διαδικασία Ε.Π.Ο. υποκατηγορίας 4 της Β κατηγορίας Άρθρο 11 Διαδικασία Ε.Π.Ο 1. Ο ενδιαφερόμενος φορέας ή ιδιώτης υποβάλλει αίτηση στην αρμόδια Υπηρεσία Περιβάλλοντος της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που συνοδεύεται από φάκελλο ο οποίος περιλαμβάνει Περιβαλλοντική Έκθεση σε τέσσερα (4) τουλάχιστον αντίγραφα. Η Περιβαλλοντική Έκθεση υποβάλλεται και σε ηλεκτρονική μορφή. Το περιεχόμενο της Περιβαλλοντικής Έκθεσης καθώς και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και στοιχεία που την τεκμηριώνουν καθορίζεται σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 4 του ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 10 εδ. β του άρθρου 2 του ν. 3010/2002. Στην περίπτωση έργων ή δραστηριοτήτων της υποκατηγορίας 3, για τα οποία θα ακολουθηθεί η διαδικασία του παρόντος άρθρου, η Περιβαλλοντική Έκθεση συνοδεύεται και από τη σχετική απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας όπως προβλέπεται στο άρθρο 9 (παρ. 2 εδ. β), μαζί με αντίγραφο του θεωρημένου χάρτη – τοπογραφικό από την αρμόδια υπηρεσία της παραγράφου 1 του άρθρου 9 της παρούσης, απ’ όπου εμφαίνεται η θέση του έργου ή της δραστηριότητας. 2. Η αρμόδια υπηρεσία Περιβάλλοντος της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, αφού εξετάσει τον φάκελο και διαπιστώσει ότι είναι πλήρης, τον διαβιβάζει εντός 10 ημερών στις τυχόν συναρμόδιες Noμαρχιακές Υπηρεσίες ή Φορείς και στις κατά τόπο αρμόδιες Εφορίες Αρχαιοτήτων, καθώς και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αν κριθεί αναγκαίο, σε Περιφερειακές Υπηρεσίες και κατά περίπτωση στους Οργανισμούς Αθήνας και Θεσσαλονίκης ή στους Οργανισμούς του άρθρου 3 του ν. 2508/1997, εφόσον αυτοί έχουν συσταθεί, προκειμένου να εκφράσουν γνώμη. Είναι δυνατόν, κατά την εξέταση του φακέλου και πριν τη διαβίβασή του για γνωμοδοτήσεις, η ως άνω αρμόδια υπηρεσία να απαιτήσει από τον ενδιαφερόμενο πρόσθετα στοιχεία και τεκμηριώσεις, αν αυτό κρίνεται αναγκαίο για την καλύτερη προστασία του περιβάλλοντος. 3. Εντός 15 ημερών από τη παραλαβή του φακέλου οι προαναφερόμενες υπηρεσίες και φορείς διαβιβάζουν τη γνώμη τους στην αρμόδια ως άνω υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. 4. Μετά την παραλαβή των ως άνω γνωμοδοτήσεων ή άλλως μετά την παρέλευση της προθεσμίας της παραγράφου 3 και ανεξάρτητα από το αν έχουν διαβιβασθεί ή όχι οι γνωμοδοτήσεις αυτές, εκδίδεται μέσα σε 15 ημέρες η απόφαση έγκρισης ή μη Περιβαλλοντικών Όρων από τον οικείο Νομάρχη μετά από εισήγηση της αρμόδιας υπηρεσίας Περιβάλλοντος της Ν.Α. όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 (παρ. 3) του ν. 1650/86 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 (παρ. 3) του ν. 3010/2002. 5. Η απόφαση έγκρισης ή μη Περιβαλλοντικών Όρων διαβιβάζεται στο οικείο Νομαρχιακό Συμβούλιο για να λάβει γνώση και να ενημερώσει τους πολίτες και τους φορείς εκπροσώπησής τους, σύμφωνα με το άρθρο 5 (παρ. 3) του ν. 1650/86 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3010/2002. 6. Η ως άνω αρμόδια υπηρεσία Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης διαβιβάζει αντίγραφο της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων στην αρμόδια κεντρική υπηρεσία Περιβάλλοντος του ΥΠΕΧΩΔΕ. Τέλος, οι Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις για την ένδικη κατηγορία έργων (σταθμοί αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας με χρήση συσσωρευτών) θεσπίστηκαν μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, με την ΥΠΕΝ/ΔΙΠΑ/103448/7298 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (B΄ 5628/10.10.2024) με θέμα “Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις για έργα Μεμονωμένων Σταθμών Ηλεκτροχημικής Αποθήκευσης Ηλεκτρικής Ενέργειας (Μπαταρίες) κατηγορίας Β”. Η εν λόγω υπουργική απόφαση αφορά τόσο σε αυτοτελείς σταθμούς όσο και σε σταθμούς συνδεόμενους με υφιστάμενα έργα ΑΠΕ. Το Άρθρο 7 “Μεταβατικές διατάξεις” ορίζει τα εξής: “1. Οι φάκελοι Περιβαλλοντικών Εκθέσεων, καθώς και αντίστοιχοι φάκελοι αιτημάτων για ανανέωση ή τροποποίηση ΑΕΠΟ που έχουν υποβληθεί πριν την έναρξη ισχύος της παρούσας και σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 30 του ν. 4014/2011 (Α’ 209), ολοκληρώνονται ως προς την αξιολόγησή τους και εκδίδονται αντίστοιχα οι ΑΕΠΟ και οι αποφάσεις ανανέωσης ή τροποποίησης ΑΕΠΟ, σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις, εκτός εάν ο Φορέας έργου ζητήσει την υπαγωγή του στις διατάξεις της παρούσας. 2. Έργα που διαθέτουν ΑΕΠΟ, υπάγονται σε ΠΠΔ, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρούσα, με δήλωση υπαγωγής σε ΠΠΔ που υποβάλλεται τουλάχιστον δύο (2) μήνες πριν τη λήξη της ΑΕΠΟ. Σε περιπτώσεις που κατά τη διάρκεια ισχύος της ΑΕΠΟ πρόκειται να υλοποιηθούν εργασίες επέκτασης, εκσυγχρονισμού ή τροποποίησης του έργου, η υπαγωγή σε ΠΠΔ γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας και ανεξαρτήτως του χρόνου λήξης της ΑΕΠΟ.”
- Επειδή, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. προοίμιο παρ. 30.Δ), το εγκριθέν έργο έχει καταταγεί στη 10η Ομάδα “Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και Μεμονωμένοι Σταθμοί Αποθήκευσης Ενέργειας” του Παραρτήματος Χ της ΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΙΠΑ/17185/1069/2022 (Β’ 841/24.2.2022) στον κωδικό α/α 10 “Μεμονωμένοι Σταθμοί ηλεκτροχημικής αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας (μπαταρίες)” και στην Κατηγορία Β, όπου κατατάσσονται τα έργα με τον ανωτέρω κωδικό όταν η μέγιστη ισχύς έγχυσης του σταθμού αποθήκευσης Ρ σε MW είναι μικρότερη ή ίση με 100MW (1<Ρ< ή ίσο 100MW, όπου Ρ: μέγιστη ισχύς έγχυσης του σταθμού αποθήκευσης σε MW). Η κατάταξη αυτή διατηρήθηκε και στη ΥΠΕΝ/ΔΙΠΑ/53510/3616/15.5.2023 νεότερη απόφαση του Υφυπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (Β’ 3327/19.5.2023), με την οποία τροποποιήθηκε η από 24.2.2022 όμοια απόφαση. Δεδομένου ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είχε εισέτι εκδοθεί η αναφερόμενη στη σκέψη 6, ΥΠΕΝ/ΔΙΠΑ/103448/7298 απόφαση (B΄ 5628/10.10.2024), με την οποία θεσπίστηκαν, το πρώτον, οι Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις για τα έργα Μεμονωμένων Σταθμών Ηλεκτροχημικής Αποθήκευσης Ηλεκτρικής Ενέργειας (Μπαταρίες) κατηγορίας Β, το ένδικο έργο αδειοδοτήθηκε περιβαλλοντικά κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων της ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003 (Β’ 332/20.3.2003), στις οποίες παραπέμπει η μεταβατική διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 30 του ν. 4014/2011, ως έργο της αντίστοιχης, τότε, κατηγορίας Β4. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη πράξη και από την Περιβαλλοντική Έκθεση που τη συνοδεύει, ο ένδικος Σταθμός Αποθήκευσης Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΣΑΗΕ) θα εγκατασταθεί στη θέση “ΜΑΛΛΙΑ Ι” της Τοπικής Κοινότητας Μεσοχωρίων, της Δημοτικής Ενότητας Στυρέων, του Δήμου Καρύστου της Περιφερειακής Ενότητας Εύβοιας, σε γήπεδο συνολικού εμβαδού 10.666,94 τ.μ., εκ των οποίων έκταση εμβαδού 9.709,96 τ.μ. πρόκειται να καταληφθεί για την τοποθέτηση εξοπλισμού, ενώ η υπόλοιπη έκταση εμβαδού 956,98 τ.μ. είναι δασική και έχει εξαιρεθεί από την εγκατάσταση εξοπλισμού. Υπογείως της δασικής έκτασης θα διέρχεται η εξωτερική γραμμή Μέσης Τάσης 33kV συνολικού μήκους 2.326μ. για τη διασύνδεση του έργου με τον υφιστάμενο Υποσταθμό “ΜΥΡΤΙΑ” 20/150kV. Για την εγκατάσταση της εν λόγω διασυνδετικής γραμμής θα απαιτηθεί η διάνοιξη καναλιών παραπλεύρως (επί του καταστρώματος) του υφιστάμενου οδικού δικτύου, βάθους 1,20μ. και πλάτους 1,30μ. Θετική γνωμοδότηση για τη διέλευση της διασυνδετικής γραμμής υπογείως δασικής έκτασης εξέδωσαν το Δασαρχείο Αλιβερίου (βλ. το 56618/5.2.2024 έγγραφο του Δασάρχη Αλιβερίου) και η Διεύθυνση Δασών Εύβοιας (βλ. το 22113/ 10.5.2024 έγγραφο της Προϊσταμένης της Δ/νσης Δασών Εύβοιας). Το γήπεδο εγκατάστασης του έργου βρίσκεται εκτός σχεδίου, εκτός ορίων οικισμού και εκτός ΖΟΕ (βλ. την 83/7.4.2023 βεβαίωση χρήσης γης της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Καρύστου) και απέχει 1.443 μ. από τον οικισμό των Μεσοχωρίων στα νότια, 2.065μ. από τον οικισμό του Αλμυροποτάμου στα δυτικά, 2.078μ. από τον οικισμό των Ραπταίων στα νοτιοδυτικά. Η περιοχή του έργου βρίσκεται εκτός προστατευόμενων οικότοπων Natura και σε απόσταση έξι έως εννέα χιλιομέτρων από Ζώνες Ειδικής Προστασίας, Ειδικές Ζώνες Διατήρησης, Καταφύγια Άγριας Ζωής και Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά, βρίσκεται δε εκτός αισθητικών δασών και ζωνών αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, όπως αναφέρεται και στις γνωμοδοτήσεις των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού. Από το γήπεδο διέρχεται ήδη εναέρια γραμμή μεταφοράς Μέσης Τάσης. Ο σταθμός αποθήκευσης βασίζεται τεχνολογικά σε στοιχεία συσσωρευτών (battery cells) τύπου LFP (LiFePO4 – φωσφορικό σίδηρο λιθίου – lithium iron phosphate). Ο σταθμός αποτελείται από 40 διαμερίσματα – κοντέινερ συσσωρευτών, 400 μετατροπείς (10 μετατροπείς ανά διαμέρισμα συσσωρευτών), 11 διαμερίσματα μετασχηματιστών, 80 πινακοστάσια χαμηλής τάσης, κατασκευή περίφραξης μήκους 485μ. και χώρο στάθμευσης δύο αυτοκινήτων. Έχει μέγιστη ισχύ έγχυσης 30 MW, μέγιστη ισχύ απορρόφησης 30 MW, εγκατεστημένη χωρητικότητα 81 MWh και εγγυημένη (ωφέλιμη) χωρητικότητα 60 Mwh. Η διάρκεια εκφόρτισης των συσσωρευτών ανέρχεται σε 2 ώρες στη μέγιστη ισχύ. Τα στοιχεία συσσωρευτών (battery cells) βρίσκονται τοποθετημένα σε κατάλληλα δομοστοιχεία (battery packs ή modules), τα οποία με τη σειρά τους είναι εγκατεστημένα σε κατάλληλα διαμορφωμένες καμπίνες συσσωρευτών (battery racks). Οι καμπίνες των συσσωρευτών και ο υποστηρικτικός εξοπλισμός τους εγκαθίστανται εντός προκατασκευασμένων οικίσκων – διαμερισμάτων τύπου κοντέινερ (εμπορευματοκιβώτιο), διαστάσεων 6,058 x 2,438 x 2,896 μ. (Μήκος χ Πλάτος χ Ύψος), τα δε κοντέινερ τοποθετούνται σε βάσεις με λεκάνη από μπετόν, αντίστοιχων διαστάσεων. Οι συσσωρευτές LFP αποτελούν, κατά το γενόμενα δεκτά, την κυρίαρχη τεχνολογία σε αντίστοιχες εφαρμογές καθώς παρουσιάζουν εξαιρετική ασφάλεια, μεγάλη θερμική σταθερότητα και διάρκεια ζωής. Στα κοντέινερ περιλαμβάνεται ο απαραίτητος εξοπλισμός για την προστασία των εργαζομένων και της εγκατάστασης, ο οποίος εμπεριέχει σύστημα κλιματισμού, φυσικό και τεχνητό σύστημα εξαερισμού, κανονικό φωτισμό, φωτισμό ασφαλείας και σύστημα πυρόσβεσης. Το σύστημα κλιματισμού και ο εξαερισμός διατηρούν σταθερή τη θερμοκρασία και το κατάλληλο ποσοστό υγρασίας εντός του διαμερίσματος, όπως ορίζονται από τον κατασκευαστή, οι εν λόγω δε λειτουργίες ελέγχονται από τη μονάδα διαχείρισης του εκάστοτε διαμερίσματος. Το σύστημα ανίχνευσης και κατάσβεσης πυρκαγιάς περιλαμβάνει αισθητήρες ώστε να γίνεται άμεσα αντιληπτή η ενδεχόμενη πυρκαγιά και η κατάσβεσή της να πραγματοποιείται σε αρκετά σύντομο χρονικό διάστημα, προτού εξαπλωθεί σε γειτονικά διαμερίσματα. Οι προκατασκευασμένοι οικίσκοι συσσωρευτών (battery containers) συνδέονται με τους μετατροπείς ισχύος (Power Conversion System ή PCS) μέσω 80 πινάκων διανομής συνεχούς ρεύματος (DC LV) και οι μετατροπείς συνδέονται με τους μετασχηματιστές (Μ/Σ) ανύψωσης τάσης. Οι Μ/Σ βρίσκονται εγκατεστημένοι εντός 11 προκατασκευασμένων οικίσκων μετασχηματιστή (Smart Transformer Station), εντός των οποίων εμπεριέχονται και βοηθητικοί μετασχηματιστές που χρησιμοποιούνται για τα βοηθητικά φορτία της εγκατάστασης και τα φορτία ελέγχου της μονάδας. Στη χωροθέτηση του εξοπλισμού τηρούνται οι απαραίτητες αποστάσεις μεταξύ των συστοιχιών αποθήκευσης και σε σχέση με τα όρια του γηπέδου εγκατάστασης. Λόγω της περιορισμένης επέμβασης του έργου στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, δεν αναμένονται σοβαρές επιπτώσεις στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον από την κατασκευή και τη λειτουργία του.
- Επειδή, η κατάταξη έργων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, όπως το επίμαχο, στην κατηγορία Β, ήτοι ως έργων που έχουν μόνον τοπικές και μη σημαντικές επιπτώσεις κατά τους ορισμούς του ν. 4014/2011, έγινε κατόπιν θεσπίσεως κατώτατων ορίων (κατωφλίων) για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των έργων της 10ης Ομάδας του πίνακα κατάταξης της οικείας υπουργικής απόφασης (βλ. σκέψη 6). Τα εν λόγω έργα ανήκουν εννοιολογικά στην ευρύτερη κατηγορία των έργων παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, τα οποία περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙ της οδηγίας ΕΠΕ (ενότητα 3, στοιχείο θ’ “Ενεργειακή Βιομηχανία”). Τα κατώτατα αυτά όρια, εξάλλου, είναι συμβατά με τα γενικώς θεσπιζόμενα όρια κατηγοριοποίησης των έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) και είναι σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, καθόσον καθορίστηκαν κατ’ εκτίμηση του μεγέθους των σταθμών αποθήκευσης, δηλαδή ενεργειακών έργων υποστηρικτικών ΑΠΕ που υπηρετούν, σε κάθε περίπτωση, κατά τα προαναφερόμενα, υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Ενόψει των ανωτέρω, ο κανονιστικός νομοθέτης, κρίνοντας ότι οι σταθμοί αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας με χρήση συσσωρευτών που είναι μικρότεροι ορισμένου μεγέθους, δεν έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και δεν απαιτούν την τήρηση της διαδικασίας προηγούμενης περιβαλλοντικής εκτίμησης των έργων κατηγορίας A, δεν υπερέβη το περιθώριο εκτίμησης που διαθέτει κατά το ενωσιακό δίκαιο. Το ένδικο έργο κατηγορίας Β, μάλιστα, ως εκ του χρόνου αδειοδότησής του, δεν υπήχθη σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις, αλλά αδειοδοτήθηκε αυτοτελώς, κατόπιν υποβολής σχετικής Περιβαλλοντικής Έκθεσης, η οποία περιείχε περιγραφή του έργου, των επιπτώσεών του στο περιβάλλον και των ενδεδειγμένων μέτρων προς αντιμετώπιση των επιπτώσεων αυτών. Δεν στοιχειοθετείται, επομένως, παραβίαση των αρχών της προφύλαξης και της πρόληψης, οι οποίες κατοχυρώνονται στο άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος και στο ενωσιακό δίκαιο, δεδομένου, μάλιστα, ότι οι επιστημονικές και τεχνικές πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον κύριο του έργου στην προκειμένη περίπτωση, αποτέλεσαν εν πολλοίς το περιεχόμενο των Πρότυπων Περιβαλλοντικών Δεσμεύσεων που εκδόθηκαν ακολούθως και ισχύουν ήδη, σε κανονιστικό επίπεδο, για όλα τα έργα που έχουν όμοια χαρακτηριστικά με το ένδικο (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1264/2005 σκ. 7). Πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθούν τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα.
- Επειδή, με την αίτηση, όπως αναπτύχθηκε με το από 14.5.2025 παραδεκτώς κατατεθέν υπόμνημα, προβάλλονται οι ακόλουθοι ειδικότεροι ισχυρισμοί: α) Για τους σταθμούς ηλεκτροχημικής αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι δεν είναι χαμηλής όχλησης, δεν υπάρχει πρόβλεψη σε χωροταξικό σχέδιο, ήτοι σε Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις ΑΠΕ, ούτε και σε θεσμοθετημένη Περιοχή Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων (ΠΟΑΠΔ), και συνεπώς δεν χωροθετείται νομίμως το έργο στη συγκεκριμένη θέση. Η αξιολόγηση της καταλληλότητας της συγκεκριμένης θέσης εγκατάστασης της ένδικης μονάδας έπρεπε να είχε προηγηθεί της έκδοσης της προσβαλλόμενης ΑΕΠΟ, ενόψει και των ακόλουθων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της ένδικης δραστηριότητας: Οι συσσωρευτές αποτελούνται από πιθανώς επικίνδυνα συστατικά, όπως ιόντα λιθίου που περιέχουν τοξικές χημικές ουσίες, οι μετασχηματιστές απαιτούν λιπαντικά έλαια για τη λειτουργία τους και περιέχουν PCB, παράγουν δε επικίνδυνα απόβλητα και σε περίπτωση διαρροής όλα τα παραπάνω εισχωρούν στο έδαφος και το νερό βλάπτοντας το οικοσύστημα και την υγεία των ανθρώπων. Οι πυρκαγιές από μπαταρίες ιόντων λιθίου είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες και δεν αντιμετωπίζονται με τις συμβατικές μεθόδους πυρόσβεσης. β) Εφόσον ήθελε θεωρηθεί ότι η χωροθέτηση της ένδικης δραστηριότητας σε συνάφεια με τα έργα ΑΠΕ συντελείται διά του άρθρου 163 του ν. 5037/2023, το οποίο τροποποίησε το άρθρο 4 του ν. 4951/2022 προσθέτοντας παρ. 4α και τροποποιώντας την παρ. 7 του άρθρου αυτού, οι διατάξεις του άρθρου αυτού είναι αντισυνταγματικές. Τούτο διότι τα κριτήρια της χωροθέτησης των ένδικων σταθμών με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, δεν περιλαμβάνονται στο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, το οποίο ερείδεται σε Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) και αναμένεται σύντομα να αναθεωρηθεί, ούτε και σε διάταξη νόμου που τροποποιεί το ως άνω Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο, όπως στην περίπτωση της χωροθέτησης μονάδων βιομάζας ως ανανεώσιμης πηγής ενέργειας (βλ. άρθρο 9 παρ. 4 του ν. 3851/2010, Α’ 85), σε κάθε δε περίπτωση οι εν προκειμένω αδειοδοτούμενοι συσσωρευτές δεν έχουν χωρική σχέση με έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. γ) Η νέα παρ. 4α του άρθρου 4 του ν. 4951/2022 που προστέθηκε με το άρθρο 163 παρ. 1 του ν. 5037/2023, επιτρέπει μόνο την προσθήκη μονάδων συσσωρευτών σε άλλες μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, και όχι τη χωροθέτηση αυτοτελών (stand alone) μονάδων, οι οποίες δεν συσχετίζονται με υφιστάμενα αιολικά ή φωτοβολταϊκά έργα ώστε να δύνανται να αδειοδοτούνται και αυτές εντός των ίδιων, δασικών εν προκειμένω εκτάσεων.
- Επειδή, κατά τα προαναφερόμενα (βλ. σκ 4 και 5), οι σταθμοί αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας χαρακτηρίζονται από το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο ως έργα υποστηρικτικά των έργων ΑΠΕ (αιολικών και φωτοβολταϊκών σταθμών), που εξυπηρετούν υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Επομένως, τα έργα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, μπορούν να διέπονται από τον χωροταξικό σχεδιασμό των έργων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (βλ. άρθρο 4 του ν. 4951/2022, άρθρο 163 του ν. 5037/2023), των οποίων αποτελούν, καταρχήν, αναγκαίο παρακολούθημα, χωρίς να απαιτείται η αναθεώρηση του ισχύοντος Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ (Β’ 2464/2008), όπως αβασίμως προβάλλεται. Η εγκατάσταση σταθμών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας σε περιοχές χωροθέτησης έργων ΑΠΕ είναι, άλλωστε, σύμφωνη και με τους στόχους και κατευθύνσεις του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (βλ. άρθρο 6 του ΓΠΧΣΑΑ, Α’ 128/2008), καθώς και, εν προκειμένω, του Αναθεωρημένου Περιφερειακού Χωροταξικού Πλαισίου της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας (βλ. άρθρα 1, 6 και 15 του ΠΧΠ Στερεάς Ελλάδας, ΑΑΠ 299/2018), για την ταχεία προώθηση της χρήσης ΑΠΕ, την περαιτέρω διείσδυση στην αγορά των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Τα παραπάνω, εξάλλου, ισχύουν αναφορικά με όλους τους σταθμούς αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, ανεξαρτήτως του βαθμού επιχειρησιακής τους σύνδεσης με υφιστάμενα έργα ΑΠΕ, ήτοι του χαρακτήρα τους ως συνοδών έργων ΑΠΕ ή stand alone μονάδων, εφόσον ο συσχετισμός με τα έργα ΑΠΕ είναι προεχόντως λειτουργικός και συνίσταται στη σύνδεση των σταθμών αποθήκευσης με υποσταθμό μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, προκειμένου, μέσω της σύνδεσης αυτής που ελαχιστοποιεί τις απώλειες, οι σταθμοί να απορροφούν και να αποθηκεύουν τη διακυμαινόμενη, περίσσεια ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές, να την επιστρέφουν δε στο σύστημα διασφαλίζοντας τη σταθερή παροχή ηλεκτρικής ενέργειας και την κάλυψη της αυξανόμενης ζήτησης στο δίκτυο. Ενόψει των ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη ότι ο αιτών Δήμος συνομολογεί τη γειτνίαση της επίμαχης εγκατάστασης με υφιστάμενους σταθμούς ΑΠΕ, οι ισχυρισμοί περί μη πραγματικής συνδέσεως των stand alone σταθμών αποθήκευσης με τα έργα ΑΠΕ, όπως προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ομοίως αβάσιμοι είναι και οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων των πρόσφατων νόμων 4951/2022 και 5037/2023 που επιτρέπουν τη χωροθέτηση των σταθμών αποθήκευσης στις περιοχές όπου χωροθετούνται έργα ΑΠΕ, υπό την αντίληψη ότι οι ιδιαιτερότητες της χωροθέτησης των σταθμών αυτών δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) που εκπονήθηκε σε σχέση με το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ. Και τούτο διότι οι σταθμοί αποθήκευσης αποτελούν δραστηριότητα παρακολουθηματική της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, η οποία έχει μελετηθεί από χωροταξική άποψη βάσει ΣΜΠΕ και ως εκ τούτου δεν χρήζουν αυτοτελούς μελέτης σε επίπεδο σχεδίου, βάσει χωριστής ΣΜΠΕ (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 618/2025).
- Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι ο καθορισμός Πρότυπων Περιβαλλοντικών Δεσμεύσεων (ΠΠΔ) κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 4014/2011 θα έπρεπε να προηγηθεί της αδειοδότησης των ένδικων σταθμών, προκειμένου να λάβει προσηκόντως υπόψη τις βασικές παραμέτρους λειτουργίας και τις επιπτώσεις των έργων αυτών, όπως την ανάγκη ανακύκλωσης των μπαταριών, τον κίνδυνο πυρκαγιάς σε περίπτωση έκθεσης των μπαταριών σε υψηλές θερμοκρασίες (όπως ομολογείται στις σελίδες 24-25 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης), ο οποίος δεν αντιμετωπίζεται επαρκώς με το περιγραφόμενο συμβατικό σύστημα κατάσβεσης, τις επιπτώσεις από τη λειτουργία του έργου στα ύδατα και στον υδροφόρο ορίζοντα της περιοχής εγκατάστασης σε περίπτωση αστοχίας και ατυχήματος (βλ. σελ. 35 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης) και τους τρόπους μετριασμού τους, οι ανωτέρω δε επιπτώσεις δεν αντιμετωπίζονται με επιστημονική επάρκεια και βεβαιότητα στην υποβληθείσα Περιβαλλοντική Έκθεση, όπως επιτάσσει το άρθρο 10 του ν. 1650/1986. Εξάλλου, η αδειοδότηση δραστηριοτήτων κατηγορίας Β χωρίς Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ), λόγω της υπέρβασης του χρονικού περιθωρίου των εννέα μηνών, που τίθεται από το άρθρο 8 του ν. 4014/2011 ως αποκλειστική προθεσμία για τη θέσπισή τους, συνιστά αυτοτελή πλημμέλεια της προσβαλλόμενης πράξης. Και τούτο διότι έχει ως συνέπεια την εφαρμογή ενός παρωχημένου νομοθετικού καθεστώτος περιβαλλοντικής αδειοδότησης, από το οποίο ελλείπουν, μεταξύ άλλων, οι διαδικαστικές εγγυήσεις του άρθρου 19 του ν. 4014/2011 περί ενημερώσεως του κοινού και περί δημοσιοποιήσεως της σχετικής περιβαλλοντικής έγκρισης στον ιστότοπο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και στον τοπικό τύπο.
- Επειδή, και οι ανωτέρω ισχυρισμοί περί εντάξεως του ένδικου έργου σε πλημμελές πλαίσιο περιβαλλοντικής αδειοδότησης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όπως έγινε δεκτό στη σκέψη 8, το ένδικο έργο κατατάσσεται στην κατηγορία Β ως έχον τοπικές και μη σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, δεδομένου δε ότι η κατάταξη αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, απαραδέκτως αμφισβητείται με τους ως άνω προβαλλόμενους ισχυρισμούς. Περαιτέρω, νομίμως το έργο υπήχθη στη διαδικασία περιβαλλοντικής αξιολόγησης βάσει της ισχύουσας κατά τον χρόνο της προσβαλλόμενης έγκρισης ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003, κατ’ εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 30 του ν. 4014/2011, καθόσον, κατά τον χρόνο εκείνο, δεν είχαν εισέτι τεθεί σε ισχύ οι Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ), με τις οποίες τυποποιείται η διαδικασία αδειοδότησης των έργων κατηγορίας Β, τούτο δε παρά την πάροδο της προθεσμίας των εννέα μηνών για την έκδοσή τους, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 4014/2011. Πράγματι, η προθεσμία για τη θέση σε ισχύ ΠΠΔ για συγκεκριμένη δραστηριότητα, η οποία πάντως δεν είναι αποκλειστική, πρέπει να θεωρηθεί ότι εκκινεί από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου που καθιστά δυνατή την άσκηση της δραστηριότητας στην οποία αναφέρονται οι ΠΠΔ, δηλαδή, εν προκειμένω, από τις 28.3.2023, οπότε δημοσιεύτηκε ο ν. 5037/2023. Υπό την αντίθετη εκδοχή, η αδειοδότηση των σταθμών αποθήκευσης θα έπρεπε οπωσδήποτε να αναμένει την έκδοση ΠΠΔ, τούτο δε θα αντέκειτο στον νομοθετικό σκοπό της άμεσης ενεργοποίησης μιας νέας δραστηριότητας, η οποία, έχοντας χαρακτήρα υποστηρικτικό των ΑΠΕ, κατατείνει στην προστασία του περιβάλλοντος, σε συμμόρφωση προς τις επιταγές του ενωσιακού δικαίου για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης και της κλιματικής αλλαγής, δηλαδή ζήτημα κατεπείγον (βλ. ανωτέρω σκέψη 4). Όσον αφορά δε στην τηρηθείσα διαδικασία, νομίμως υποβλήθηκε η προσβαλλόμενη πράξη εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων στις διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπονται από το άρθρο 11 παρ. 5 της ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003 (ανάρτηση στον ιστότοπο της Περιφέρειας) και από τα άρθρα 76 παρ. 1, 77 παρ. 1 και 78 παρ. 2 του ν. 4727/2020 (ανάρτηση στη ΔΙΑΥΓΕΙΑ). Περαιτέρω, όσον αφορά στην επάρκεια της περιβαλλοντικής μελέτης του έργου, νομίμως, πάντως, η Περιβαλλοντική Έκθεση που υποβλήθηκε από τον φορέα του έργου κατ’ εφαρμογή της ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003, δεν εξαντλείται στο ερωτηματολόγιο του Πίνακα 3 του άρθρου 16 της ΚΥΑ 69269/5387/1990, η συμπλήρωση του οποίου δεν θα ήταν, άλλωστε, αρκετή για την αδειοδότηση του έργου (βλ. ΣτΕ 1520/1993, επταμ. κ.ά.), αλλά έχει τη μορφή επιστημονικής μελέτης με σαφή λογική βάση και τεκμηρίωση των συμπερασμάτων της με αναφορά στα μέχρι τούδε γνωστά για τη δραστηριότητα επιστημονικά και τεχνολογικά δεδομένα. Ειδικότερα, η υποβληθείσα Περιβαλλοντική Έκθεση περιέχει τεχνική περιγραφή του έργου (κεφάλαια 1-2), καταγραφή της υφιστάμενης κατάστασης του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος της περιοχής εγκατάστασης (κεφάλαιο 3), επισήμανση των πιθανών επιπτώσεων του σταθμού στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον κατά τις φάσεις κατασκευής και λειτουργίας, καθώς και των προτεινόμενων μέτρων μετριασμού των επιπτώσεων αυτών (κεφάλαιο 4), παρέχει δε επαρκείς προβλέψεις για τα κρίσιμα εν προκειμένω περιβαλλοντικά ζητήματα τα οποία ο αιτών Δήμος θέτει με τον ως άνω λόγο ακυρώσεως. Ειδικότερα, στο κεφάλαιο 2.1.5 (σελ. 22) της Περιβαλλοντικής Έκθεσης διατυπώνεται η δέσμευση εκ μέρους του φορέα του έργου ότι στο τέλος λειτουργίας του σταθμού θα πραγματοποιηθεί ανακύκλωση του εξοπλισμού κατά τα προβλεπόμενα πρότυπα, η οποία λειτουργεί ως περιβαλλοντικός όρος, είναι δε και σύμφωνη με την ισχύουσα νομοθεσία. Ομοίως, στις σελίδες 8-9 του Πίνακα 3 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης αναφέρεται ότι θα εφαρμόζεται από τον φορέα πρόγραμμα διαχείρισης των αποβλήτων αλλά και έλεγχος αποφυγής ατυχηματικής ρύπανσης του εδάφους. Περαιτέρω, η επισήμανση του κινδύνου από την έκρηξη των μπαταριών σε περίπτωση έκθεσής τους σε υψηλές θερμοκρασίες και η πρόβλεψη για την εγκατάσταση συστήματος εξαερισμού και ελέγχου θερμοκρασίας, όπως προαναφέρθηκε, καθώς και συστήματος ανίχνευσης και κατάσβεσης πυρκαγιάς που περιλαμβάνει αισθητήρες, ώστε να γίνεται άμεσα αντιληπτή η ενδεχόμενη πυρκαγιά και η κατάσβεσή της να πραγματοποιείται σε αρκετά σύντομο χρονικό διάστημα προτού εξαπλωθεί σε γειτονικά διαμερίσματα (βλ. κεφάλαιο 2.1.1 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης), αποδεικνύει ότι μελετήθηκαν οι ιδιαιτερότητες του έργου κατά τον σχεδιασμό της πυροπροστασίας του έργου. Τέλος, σχετικά με τις πιθανές επιπτώσεις του έργου στα ύδατα, στον υδροφόρο ορίζοντα και στο προστατευόμενο υπόγειο υδατικό σύστημα, στην Περιβαλλοντική Έκθεση αναφέρεται ότι στην περιοχή εγκατάστασης δεν υφίστανται ρέματα, ενεργά σημεία υδροληψίας ή άλλα σημεία ύδατος και συνεπώς το έργο δεν σχετίζεται με τη χρήση υπόγειων ή επιφανειακών υδατικών πόρων κατά την κατασκευή και κατά τη λειτουργία του (βλ. κεφάλαιο 3.1 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης, σελ. 31), ούτε αναμένονται δυσμενείς συνέπειες στο υδάτινο περιβάλλον της περιοχής, οι όποιες δε πιθανές επιπτώσεις στους υδατικούς πόρους της περιοχής (βλ. κεφάλαια 4.1 και 4.2 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης) δύνανται να μετριαστούν μέσω της καλής διαχείρισης των υγρών αποβλήτων με τους τρόπους που περιγράφονται στη μελέτη (βλ. σελ. 38, 42 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης). Σε κάθε περίπτωση, στο κεφάλαιο 2.5 (σελ. 28-29) προβλέπεται ότι “εντός του γηπέδου του σταθμού θα πραγματοποιηθούν δειγματοληπτικές γεωτρήσεις για τον προσδιορισμό της στρωματογραφίας του υπεδάφους έδρασης, λήψη δειγμάτων για την εκτέλεση εργαστηριακών δοκιμών για τον προσδιορισμό των φυσικών και μηχανικών παραμέτρων των σχηματισμών και τον προσδιορισμό του βάθους συνάντησης των υπογείων υδάτων. Το εκτιμώμενο βάθος έκαστης δειγματοληπτικής γεώτρησης ανέρχεται στα 5μ. και η μέγιστη διάμετρος διάτρησης σε 5-6 εκατοστά. Μετά το πέρας των εργασιών θα αποκατασταθεί κάθε οπή γεώτρησης και θα επιχωθεί κάθε ερευνητικό φρέαρ που διανοίχθηκε.” Με τα παραπάνω δεδομένα, ενόψει των στοιχείων του φακέλου και του περιεχομένου της υποβληθείσας Περιβαλλοντικής Έκθεσης ο ως άνω λόγος ακυρώσεως, καθ’ ο μέρος πλήττει την πληρότητα και την επάρκεια της Περιβαλλοντικής Έκθεσης για την αξιολόγηση των επιπτώσεων του ένδικου έργου στο περιβάλλον, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
- Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, ότι η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ είναι μη νόμιμη και πρέπει να ακυρωθεί, διότι ερείδεται στην υποβληθείσα από την παρεμβαίνουσα εταιρεία Περιβαλλοντική Έκθεση, η οποία δεν πληροί τις προδιαγραφές της εφαρμοστέας εν προκειμένω νομοθεσίας (άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 1650/1986) για την τεκμηριωμένη αιτιολόγηση των απαντήσεων στα ερωτήματα του κεφαλαίου ΙΙ του Πίνακα 3 της ΚΥΑ 69269/5387/1990 (Β’ 678) ως προς τη διερεύνηση των συνθηκών και αναγκών της κρινόμενης δραστηριότητας, ούτε προτείνει επαρκείς και εφαρμόσιμους περιβαλλοντικούς όρους, πάσχει δε από ουσιώδεις πλημμέλειες, όπως είναι ιδίως: α) η έλλειψη τεχνικής περίληψης, η οποία προβλέπεται στο Παράρτημα 2, παρ. 2.1-2.6 της ΥΑ οικ. 170225/2014 (Β’ 135) και προβλεπόταν διαχρονικά στο άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 1650/1986 και στο άρθρο 3 του ν. 3010/2002, β) η παράλειψη εκτίμησης εναλλακτικών λύσεων, όπως ορίζεται στο Παράρτημα 2, παρ. 7.1-7.2.3 της ΥΑ οικ. 170225/2014, γ) η έλλειψη μνείας στα οικονομικά στοιχεία του έργου, δ) ο μη ακριβής προσδιορισμός των υγρών αποβλήτων που θα προκύψουν από το έργο, ε) η έλλειψη προγράμματος περιβαλλοντικής διαχείρισης και παρακολούθησης των επιπτώσεων του έργου, όπως είναι λ.χ. η δημιουργία σκόνης κατά τη φάση κατασκευής του έργου, και η μη πρόβλεψη μέτρων αντιμετώπισης του συνόλου των επιπτώσεων του έργου, όπως είναι στην εν λόγω περίπτωση, η πρόβλεψη για κυκλοφορία των βαρέων οχημάτων με χαμηλές ταχύτητες ή η διαβροχή του εδάφους και της οδοποιίας. Και ο λόγος αυτός ακυρώσεως, όπως προβάλλεται, είναι απορριπτέος, στο σύνολό του, προεχόντως διότι ερείδεται στην εσφαλμένη αντίληψη ότι εφαρμοστέα εν προκειμένω είναι η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης, η οποία προβλέπεται για έργα της κατηγορίας Α και θέτει αυξημένες προδιαγραφές για τη σύνταξη Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Όμως, όπως έγινε δεκτό ανωτέρω (βλ. σκέψη 8), το ένδικο έργο αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας κατατάσσεται στην κατηγορία Β, για την οποία θα αρκούσε η υπαγωγή σε ΠΠΔ, λαμβάνει, όμως, περιβαλλοντική έγκριση κατ’ εφαρμογή της ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003, η οποία απαιτεί τη σύνταξη Περιβαλλοντικής Έκθεσης με προδιαγραφές που έχουν στο σύνολό τους τηρηθεί, όπως έγινε δεκτό ανωτέρω (βλ, σκέψη 12), εφόσον μάλιστα στα κεφάλαια 4.1 και 4.2 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης περιλαμβάνεται πλήρης καταγραφή των επιπτώσεων που ενδέχεται να επιφέρει το έργο στο περιβάλλον κατά τις φάσεις κατασκευής και λειτουργίας του, καθώς και των προτεινόμενων μέτρων για την αντιμετώπισή τους. Σε κάθε περίπτωση, οι προβαλλόμενες ως ελλείψεις ή παραλείψεις υποβολής στοιχείων από τον φορέα του έργου δεν συνιστούν πλημμέλειες της μελέτης του έργου για τους ακόλουθους λόγους: α) Στο κεφάλαιο 2 της υποβληθείσας Περιβαλλοντικής Έκθεσης περιλαμβάνεται τεχνική περίληψη με συνοπτική παρουσίαση του έργου, στην οποία αναφέρονται το είδος και το μέγεθος του έργου, η γεωγραφική του θέση, η διοικητική του υπαγωγή, η κατάταξή του, ο φορέας και ο μελετητής του. β) Η εξέταση εναλλακτικών λύσεων ως προς την εγκατάσταση και λειτουργία του ένδικου έργου, η οποία σημειωτέον δεν επιχειρείται προκειμένου περί έργων της κατηγορίας Β, που υπάγονται κατά κανόνα, σε ΠΠΔ, νομίμως, εν προκειμένω, δεν αποτελεί αντικείμενο διεξοδικής έρευνας, δεδομένου ότι οι σταθμοί αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας χωροθετούνται, για λόγους λειτουργικούς αλλά και μείζονος περιβαλλοντικής προστασίας, ως παρακολούθημα εγκαταστάσεων ΑΠΕ, η επιλογή δε της συγκεκριμένης θέσης εγκατάστασής τους γίνεται με κριτήρια σαφή και συγκεκριμένα, όπως το διαθέσιμο ενεργειακό δυναμικό της Καρύστου, η οποία χαρακτηρίζεται ως “ενεργειακός κόμβος” (πρβλ. ΣτΕ 159/2024 σκ. 9), η συντομότερη διασύνδεση με το σύστημα, ήτοι με τον πλησιέστερο υποσταθμό μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η εν γένει ελαχιστοποίηση της επέμβασης στο φυσικό περιβάλλον και η εξυπηρέτηση από το υφιστάμενο οδικό δίκτυο. Όπως ειδικότερα αναφέρεται στην 56618/5.2.2024 γνωμοδότηση του Δασάρχη Αλιβερίου, “η οδοποιία πρόσβασης στο γήπεδο εγκατάστασης του σταθμού είναι στο σύνολό της υφιστάμενη. Για την προσέγγιση στον ΣΑΗΕ αξιοποιείται ο επαρχιακός δρόμος Λεπούρων-Καρύστου και στη συνέχεια στη διακλάδωση προς τον οικισμό των Ραπταίων ακολουθείται υφιστάμενος δρόμος που οδηγεί στη θέση του Υ/Σ “ΜΥΡΤΙΑ” και προσφέρει πρόσβαση στα υφιστάμενα Α/Π. Ο ίδιος δρόμος διέρχεται από τη θέση του υπό εξέταση γηπέδου εγκατάστασης”. γ) Δεν προβλέπεται από τη νομοθεσία που διέπει το έργο η υποχρέωση αναγραφής των οικονομικών στοιχείων του στην υποβαλλόμενη Περιβαλλοντική Έκθεση. δ) Όσον αφορά στη διαχείριση των υγρών αποβλήτων, στο κεφάλαιο 2.5 (σελ. 29) της Περιβαλλοντικής Έκθεσης αναφέρεται ότι “τα υγρά απόβλητα περιορίζονται σε αυτά που θα προέλθουν από το εργοτάξιο, το οποίο θα εγκατασταθεί στην περιοχή του έργου: ορυκτέλαια από τη συντήρηση των οχημάτων και μηχανημάτων εκσκαφής, πετρέλαιο ή βενζίνη για την κίνηση των οχημάτων και μηχανημάτων εκσκαφής, αστικά λύματα από την υγιεινή του προσωπικού που θα στελεχώνει το εργοτάξιο”. Περαιτέρω, στις σελίδες 36 και 39 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης προβλέπεται η υποχρέωση του φορέα να εφαρμόζει πρόγραμμα διαχείρισης των αποβλήτων και ελέγχου αποφυγής ατυχηματικής ρύπανσης του εδάφους, στον χώρο δε του έργου να έχει διαθέσιμα υλικά και διαδικασίες για τη συλλογή τυχόν διαρροών λαδιών προτού αυτά καταλήξουν σε υδατικούς αποδέκτες, ενώ στη σελίδα 42 προβλέπεται: “Κατά τις εργασίες συντήρησης ή αποκατάστασης του εξοπλισμού να υπάρχουν διαθέσιμα κατάλληλα απορροφητικά υλικά (π.χ. πριονίδι, άμμος) σε επαρκείς ποσότητες, ώστε σε περίπτωση ατυχήματος και διαρροής να επιτυγχάνεται συγκράτηση και ο περιορισμός διασποράς των διαρρεόντων υγρών αποβλήτων και λιπαντικών. Μετά τη χρήση τους τα απορροφητικά αυτά υλικά θα πρέπει να συλλέγονται και να υπόκεινται σε κατάλληλη διαχείριση βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας από πιστοποιημένο φορέα. Για τα υγρά απόβλητα από τη συντήρηση του εξοπλισμού του έργου θα εφαρμόζεται η κατάλληλη διαχείριση σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, ενώ για τα λύματα του χώρου υγιεινής του προσωπικού προβλέπεται η κατασκευή σηπτικού βόθρου.” Αντιστοίχως, για την προστασία των υδάτων, στο κεφάλαιο Β.Ι της προσβαλλόμενης πράξης (παρ. 18-21) προβλέπεται ότι κατά τη φάση κατασκευής του έργου, τα προκύπτοντα αστικά λύματα θα συλλέγονται και, μέσω κατάλληλα αδειοδοτημένων εταιρειών, θα μεταφέρονται για επεξεργασία και διάθεση σε νομίμως λειτουργούσα Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυμάτων, ότι τα υγρά πλύσης των μηχανημάτων θα διατίθενται σε ειδικά αδειοδοτημένες εταιρείες εφόσον περιέχουν συστατικά που απαιτούν ιδιαίτερη διαχείριση και ότι δεν θα πραγματοποιούνται εργασίες συντήρησης του μηχανολογικού εξοπλισμού στον χώρο εγκατάστασης του έργου, ενώ κατά τη φάση λειτουργίας προβλέπεται ότι τα αστικά λύματα θα διοχετεύονται είτε σε χημικές τουαλέτες είτε σε στεγανή δεξαμενή και στη συνέχεια θα διατίθενται σε νομίμως λειτουργούσα Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυμάτων (κεφάλαιο Β.ΙΙ παρ. 20 της προσβαλλόμενης πράξης). ε) Το έργο διαθέτει σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης και παρακολούθησης: Στη σελίδα 39 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης αναφέρεται ότι “ο φορέας διαθέτει πιστοποιημένο κατά ISO 14001:2015 Σύστημα Περιβαλλοντικής Διαχείρισης των εν λειτουργία έργων του, στο οποίο ενσωματώνονται τακτικοί και έκτακτοι έλεγχοι, διαδικασίες και έντυπα για την περιβαλλοντικά ορθή λειτουργία και συντήρηση των εγκαταστάσεων”. Ειδικώς όσον αφορά σε προβλέψεις για την αντιμετώπιση της σκόνης που ενδέχεται να προκληθεί κατά τη φάση κατασκευής του έργου, στη σελίδα 38 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης αναφέρεται ότι “αναμένεται περιορισμένη χρονικά εκπομπή σκόνης ως αποτέλεσμα των χωματουργικών εργασιών και της διακίνησης και εναπόθεσης των διάφορων υλικών, και σε πολύ μικρότερο βαθμό από τα καύσιμα των διάφορων μηχανημάτων και οχημάτων που θα χρησιμοποιηθούν για την πραγματοποίηση του έργου”, η οποία θα αντιμετωπιστεί με διαβροχή των ζωνών εργασίας, σε περίπτωση δε ισχυρών ανέμων ή περιόδων ξηρασίας, θα διαβρέχονται και τα εκχώματα που θα προκύψουν μέχρι να χρησιμοποιηθούν προς επανεπίχωση. Ενόψει τούτων, ο ως άνω λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
- Επειδή, περαιτέρω προβάλλεται ότι αποτελεί ουσιώδη πλημμέλεια της τηρηθείσας διαδικασίας η μη υποβολή γνωμοδότησης από το Τμήμα Χωρικού Σχεδιασμού της Δ/νσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Περιφερειακής Ενότητας Εύβοιας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, ως καθ’ ύλην αρμόδια αρχή. Αντίθετα, όμως, με τα προβαλλόμενα, η τηρηθείσα εν προκειμένω διαδικασία δεν καθίσταται πλημμελής εκ της παραλείψεως υποβολής γνωμοδότησης από το Τμήμα Χωρικού Σχεδιασμού της Δ/νσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Περιφερειακής Ενότητας Εύβοιας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, το οποίο είναι αρμόδιο για τη μελέτη και ανάπτυξη της χωροταξικής κατανομής των δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται στο πλαίσιο της Π.Ε. Εύβοιας σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 περ. α’ του π.δ. 148/2010 “Οργανισμός Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας” (Α’ 241). Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως αν ο Οργανισμός της Περιφέρειας έχει εξουσιοδότηση να θεσπίσει ουσιώδεις τύπους της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης, πάντως, ούτε στην ανωτέρω διάταξη του Οργανισμού της Περιφέρειας, αλλά ούτε και στο άρθρο 11 της ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003, προβλέπεται η υποβολή γνωμοδότησης από το Τμήμα Χωρικού Σχεδιασμού της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας στο πλαίσιο της διαδικασίας χορήγησης περιβαλλοντικής έγκρισης έργου κατηγορίας Β από τον Αντιπεριφερειάρχη Περιβάλλοντος, και δη ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας. Πρέπει, επομένως, και ο λόγος αυτός να απορριφθεί.
- Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ είναι μη νόμιμη και πρέπει να ακυρωθεί διότι, κατά παραβίαση της εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας, παραλείφθηκε η εκτίμηση της συνεργιστικής δράσης του έργου με άλλα έργα στην ίδια περιοχή, όπως με τον αιολικό σταθμό Μαυρομιχάλη-Μυρτιά Μεσοχωρίων, ο οποίος αποτελείται από εννέα ανεμογεννήτριες και είναι ήδη σε λειτουργία. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του (δεδομένου ότι δεν παρέχονται συγκεκριμένα στοιχεία για το μέγεθος και τη δυναμικότητα του υφιστάμενου έργου ΑΠΕ, ούτε και για την απόστασή του από τον ένδικο σταθμό), είναι απορριπτέος, διότι η εξέταση της συνεργιστικής δράσης του σταθμού αποθήκευσης με υφιστάμενα ή σχεδιαζόμενα έργα παραγωγής ΑΠΕ, καθώς και τις παρακολουθηματικές αυτών μονάδες αποθήκευσης, εφόσον αυτή απαιτείται, δύναται πάντως να γίνει λυσιτελώς στο στάδιο της αδειοδότησης μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, καθόσον ως προς αυτές ο σταθμός αποθήκευσης δρα υποστηρικτικά, και όχι στο στάδιο της αδειοδότησης της αποθήκευσης, με την οποία συμπληρώνεται και ολοκληρώνεται η χωροθέτηση των έργων παραγωγής από ΑΠΕ.
- Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ πάσχει από έλλειψη τεκμηρίωσης ως προς την αναγκαιότητα και την εν γένει αναλογικότητα της θυσίας δασικής βλάστησης, καθόσον παραλείφθηκε η εξέταση της δυνατότητας χωροθέτησης σε μη δασική έκταση κατά τη διατύπωση των θετικών για το έργο γνωμοδοτήσεων από τις αρμόδιες δασικές αρχές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 του ν. 998/1979 [όπως τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 49 του ν. 4951/2022 (ως προς τα έργα ΑΠΕ) και στη συνέχεια με το άρθρο 215 του ν. 5037/2023 (ως προς τις εν γένει επιτρεπτές επεμβάσεις σε δάση και δασικές εκτάσεις)], καθώς και σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 3α του ν. 998/1979 [όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 218 παρ. 2 του ν. 5037/2023]. Σύμφωνα, όμως, με τα γενόμενα δεκτά ανωτέρω, θεμιτώς, κατά το Σύνταγμα, επιτρέπεται η χωροθέτηση σταθμού αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας εντός δασικής έκτασης, ως εγκατάστασης παρακολουθηματικής των έργων ΑΠΕ που βρίσκονται ήδη εγκατεστημένα εντός της ευρύτερης περιοχής. Επί του επιτρεπτού δε της χωροθέτησης του ένδικου σταθμού αποθήκευσης γνωμοδότησαν θετικά τόσο το Δασαρχείο Αλιβερίου, όσο και η Διεύθυνση Δασών Εύβοιας της Επιθεώρησης Εφαρμογής Δασικής Πολιτικής Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, και δη κατά ρητή επίκληση των όρων της εφαρμοστέας νομοθεσίας, κατόπιν δε λήψεως υπόψη: α) της κατάληψης σχετικά μικρής δασικής έκτασης, χωρίς αξιόλογη βλάστηση (βλ. σελ. 30 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης) σε σύγκριση με τη συνολική έκταση του γηπέδου εγκατάστασης (956,98 τ.μ. δασικής έκτασης εντός γηπέδου εγκατάστασης συνολικού εμβαδού 10.666,94 τ.μ.), β) της περιορισμένης επέμβασης στη δασική έκταση λόγω της υπόγειας διέλευσης της διασυνδετικής γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, παραπλεύρως υφιστάμενων οδών προσπέλασης (βλ. και τα οριζόμενα στο άρθρο 53 παρ. 3α του ν. 998/1979, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 218 παρ. 2 του ν. 5037/2023), γ) της τήρησης αποστάσεων άνω των έξι χιλιομέτρων από προστατευόμενες ζώνες και από το Καταφύγιο Άγριας Ζωής “Αργυρό-Προφήτης Ηλίας-Παναγιά”. Περαιτέρω, με τις ανωτέρω γνωμοδοτήσεις τέθηκαν ειδικοί προστατευτικοί όροι της καταλαμβανόμενης δασικής έκτασης, με σκοπό την ελάχιστη δυνατή θυσία δασικής βλάστησης, τον εν γένει περιορισμό των επιπτώσεων του έργου στο δασικό οικοσύστημα, σε συμφωνία με την αρχή της αναλογικότητας, την αποκατάσταση του εδάφους και της δασικής βλάστησης μέσω αναδάσωσης, καθώς και την επαναφορά του χώρου στην προτέρα κατάσταση σύμφωνα με φυτοτεχνική μελέτη, με την προσβαλλόμενη δε πράξη επιβάλλεται η τήρηση των ειδικών αυτών όρων που τέθηκαν με τις γνωμοδοτήσεις (παρ. Γ4 της προσβαλλόμενης πράξης). Οι εν λόγω γνωμοδοτήσεις ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν κατά τη σύνταξη της από Ιουνίου 2024 Περιβαλλοντικής Έκθεσης που συνοδεύει την προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ, οι προταθέντες δε με τις γνωμοδοτήσεις ειδικοί περιβαλλοντικοί όροι αποτέλεσαν τμήμα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης με την κρινόμενη αίτηση πράξης. Εξάλλου, αβασίμως προβάλλεται ότι συνιστά πλημμέλεια της προσβαλλόμενης ΑΕΠΟ η παράλειψη προηγούμενης έκδοσης άδειας επέμβασης σε δασική έκταση σύμφωνα με το άρθρο 45 παρ. 4 του ν. 998/1979 όπως ισχύει, διότι η έκδοση αυτοτελούς πράξης έγκρισης επέμβασης, η οποία ενσωματώνεται στη συνέχεια στην περιβαλλοντική άδεια, δεν απαιτείται, πάντως, στις περιπτώσεις που δεν πρόκειται για τη συνήθη διαδικασία των άρθρων 3, 4 και 8 του ν. 4014/2011.
- Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ είναι μη νόμιμη διότι δεν θέτει επαρκείς όρους προστασίας από τον υψηλό κίνδυνο πυρκαγιάς που ενέχει η λειτουργία του έργου ως εκ της εφαρμοζόμενης τεχνολογίας ιόντων λιθίου, τα οποία δύνανται να προκαλέσουν ανάφλεξη λόγω κατασκευαστικών ή σχεδιαστικών ελαττωμάτων ή και λόγω μη φυσιολογικής ή ακατάλληλης χρήσης τους. Περαιτέρω προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι πυρκαγιές συσσωρευτών είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνες, οι δε Πυροσβεστικές Υπηρεσίες είναι ανέτοιμες να τις αντιμετωπίσουν εφόσον δεν υφίστανται ειδικά σχέδια δράσης και ειδικώς εκπαιδευμένο προσωπικό. Για την τεκμηρίωση των ως άνω ισχυρισμών προσκομίζονται επιστημονικά και δημοσιογραφικά δεδομένα για πυρκαγιές και ατυχήματα που προκλήθηκαν διεθνώς από παρόμοια έργα, καθώς και επιστολή-έκθεση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Τρίπολης για τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης περίπτωσης, οι οποίες, κατά τα αναφερόμενα στην έκθεση, δεν έχουν μελετηθεί και δεν έχουν αντιμετωπιστεί με τη θέσπιση ειδικού νομοθετικού πλαισίου που να προβλέπει σαφή σχεδιασμό της ένδικης δραστηριότητας και ειδική εκπαίδευση του πυροσβεστικού προσωπικού. Όπως, όμως, προκύπτει από την υποβληθείσα Περιβαλλοντική Έκθεση, οι τεχνικές ιδιαιτερότητες των συσσωρευτών ως προς την πυροπροστασία έχουν μελετηθεί ειδικώς στο πλαίσιο έγκρισης του ένδικου έργου και έχουν προβλεφθεί κατάλληλα μέτρα πρόληψης και προστασίας με την προσβαλλόμενη πράξη, τα οποία ερείδονται στα σύγχρονα διεθνή επιστημονικά δεδομένα. Ειδικότερα προβλέπεται ότι, αν και οι πιθανότητες εμφάνισης κατάστασης ατυχήματος είναι εξαιρετικά μικρές, ο εξοπλισμός διαθέτει τα κατάλληλα μέσα πυροπροστασίας και τον σχεδιασμό ώστε το φαινόμενο να περιορίζεται στον οικίσκο από το οποίο ξεκινάει ενδεχόμενη πυρκαγιά, χωρίς να εξαπλώνεται στις λοιπές συνιστώσες του σταθμού. Επιπροσθέτως, καθένας από τους οικίσκους συσσωρευτών θα περιλαμβάνει σύστημα κλιματισμού και εξαερισμού, καθώς και σύστημα ανίχνευσης πυρκαγιάς (αισθητήρες), που θα ενεργοποιεί αυτόματα το σύστημα πυρόσβεσης (βλ. κεφάλαιο 2.1.1 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης). Περαιτέρω, ο φορέας του έργου υποχρεούται, βάσει ρητού όρου της προσβαλλόμενης πράξης, να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη πυρκαγιάς και την αποφυγή μετάδοσής της σε παρακείμενες περιοχές, κατόπιν σχετικής έγκρισης της αρμόδιας Πυροσβεστικής Υπηρεσίας (βλ. κεφάλαιο Β.ΙΙ. παρ. 1 της προσβαλλόμενης πράξης). Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η εγκατάσταση συστήματος αντικεραυνικής προστασίας, η άφεση δρόμου πλάτους τουλάχιστον 5μ. για την πρόσβαση των πυροσβεστικών οχημάτων με φωτισμό έκτακτης ανάγκης, η απουσία εύφλεκτης βλάστησης στην αυλή εγκατάστασης, η άφεση απόστασης τουλάχιστον 30μ. μεταξύ των οικίσκων και των χώρων αποθήκευσης εύφλεκτων υλικών, η ανάρτηση σε κάθε οικίσκο και στην κεντρική αίθουσα ελέγχου Δελτίου Δεδομένων Ασφάλειας για όλες τις επικίνδυνες ουσίες, η ύπαρξη συστημάτων πυρανίχνευσης και πυρόσβεσης σε όλους τους οικίσκους, η απαγόρευση χρήσης διηλεκτρικών ελαίων και η εγκατάσταση των μετασχηματιστών εντός κατάλληλης λεκάνης ασφαλείας. Στον χώρο του έργου θα πρέπει να είναι διαθέσιμο εγχειρίδιο του κατασκευαστή για την αντιμετώπιση πυρκαγιάς, όπως και εγχειρίδια λειτουργίας και συντήρησης, απόκρισης έκτακτης ανάγκης και αντιμετώπισης πυρκαγιάς σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα (βλ. κεφάλαιο Β.ΙΙ της προσβαλλόμενης πράξης). Τα ως άνω προβλεπόμενα μέτρα προστασίας ταυτίζονται με τα προβλεπόμενα σχετικώς στις μετέπειτα εκδοθείσες Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) για σταθμούς αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας [βλ. Παράρτημα Β(ΣΤ) της ΥΠΕΝ/ΔΙΠΑ/103448/7298/25.9.2024 υπουργικής απόφασης (Β΄5628)]. Τέλος, στην προσβαλλόμενη πράξη προβλέπεται ότι, πριν από τη λειτουργία του έργου, θα πρέπει να εκπονηθεί μελέτη πυροπροστασίας και να εγκριθούν τα συστήματα πυρόσβεσης από την Πυροσβεστική Υπηρεσία. Κατά συνέπεια, και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
- Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και κατόπιν απορρίψεως όλων των προβαλλόμενων λόγων ακυρώσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να γίνει δεκτή η παρέμβαση.
Πρόεδρος: Χ. Ντουχάνης
Εισηγήτρια: Θ. Ζιάμου
Συναφής η απόφαση ΣτΕ 7μ. 35/2026.
Δείτε παρακάτω το κείμενο της ως άνω αποφάσεως.
ΣτΕ 35/2026 7μ.
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται καταβολή παραβόλου, ζητείται η ακύρωση της ΑΠ οικ.212394/23.9.2024 απόφασης του Αντιπεριφερειάρχη Περιβάλλοντος, Χωρικού Σχεδιασμού και Μεταφορών, με θέμα: “Έγκριση Περιβαλλοντικών Όρων του έργου ‘Σταθμός Αποθήκευσης Ηλεκτρικής Ενέργειας με χρήση Συσσωρευτών (μπαταριών) μέγιστης ισχύος έγχυσης 25MW’ στη θέση ΚΑΡΥΣΤΟΣ, ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΛΥΒΙΩΝ, ΔΕ ΚΑΡΥΣΤΟΥ, ΔΗΜΟΥ ΚΑΡΥΣΤΟΥ, ΠΕ ΕΥΒΟΙΑΣ’ της εταιρείας …”.
- Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ασκείται με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς από τον Δήμο Καρύστου, στη διοικητική περιφέρεια του οποίου εγκαθίσταται το ένδικο έργο.
- Επειδή, με προφανές έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς παρεμβαίνει στην παρούσα δίκη η εταιρεία …, ως φορέας του ένδικου έργου, κατόπιν της υποβολής παραίτησης στο ακροατήριο από την αναγραφόμενη στο δικόγραφο ως υπ’ αριθμ. 2 παρεμβαίνουσα εταιρεία.
- Επειδή, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2577 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου για την επιτάχυνση της ανάπτυξης ανανεώσιμης ενέργειας (L 335/29.12.2022, εφεξής: Κανονισμός), ο οποίος έχει ισχύ, κατά το άρθρο 10 αυτού, από την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εισάγει, σε άμεση εφαρμογή, το τεκμήριο ότι τα έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η σύνδεσή τους με το δίκτυο, το ίδιο το σχετικό δίκτυο και τα πάγια στοιχεία αποθήκευσης ενέργειας εξυπηρετούν τη δημόσια υγεία και ασφάλεια και είναι υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος για τους σκοπούς της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της Ένωσης, εκτός εάν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι τα εν λόγω έργα έχουν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον, οι οποίες δεν μπορούν να μετριαστούν ή να αντισταθμιστούν. Η εφαρμογή του τεκμηρίου συνεπάγεται την υποχρέωση των κρατών μελών να δίνουν προτεραιότητα στις διαδικασίες αδειοδότησης σταθμών παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας και ανάπτυξης της συναφούς υποδομής δικτύου, καθώς και να επιταχύνουν τις διαδικασίες αυτές (βλ. άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 2). Περαιτέρω, ο Κανονισμός αναγνωρίζει την επείγουσα ανάγκη για ενίσχυση της ενεργειακής μετάβασης και για μετριασμό των επιπτώσεων της ενεργειακής κρίσης που προκλήθηκε από τον επιθετικό πόλεμο της Ρωσικής Ομοσπονδίας κατά της Ουκρανίας. Περαιτέρω, με τον Κανονισμό αναγνωρίζεται ότι οι σταθμοί παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας είναι καίριας σημασίας για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και της ρύπανσης, τη μείωση των τιμών της ενέργειας, τη μείωση της εξάρτησης της Ένωσης από τα ορυκτά καύσιμα και τη διασφάλιση της ασφάλειας εφοδιασμού της Ένωσης. Σύμφωνα με τον Κανονισμό, προτεραιότητα πρέπει να δίνεται και στην ανανέωση των υφιστάμενων σταθμών παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας ούτως ώστε να μειώνεται η ανάγκη ορισμού νέων θέσεων για έργα ανανεώσιμης ενέργειας. Στις περιπτώσεις ανανέωσης ενός σταθμού παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας ή αναβάθμισης μιας σχετικής υποδομής δικτύου που είναι απαραίτητη για την ενσωμάτωση της ανανεώσιμης ενέργειας στο σύστημα ηλεκτροδότησης, οι διαδικασίες εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων θα πρέπει να περιορίζονται στην εκτίμηση των σημαντικών δυνητικών επιπτώσεων που απορρέουν από την αλλαγή ή την επέκταση σε σύγκριση με το αρχικό έργο (βλ. προοίμιο, παράγραφοι 1, 4, 6, 8, 9, 13 και 14). Εξάλλου, ο Κανονισμός θέτει ως στόχο την επιτάχυνση της διαδικασίας αδειοδότησης έργων ανανεώσιμης ενέργειας και έργων υποδομής δικτύου, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και έργα αποθήκευσης ενέργειας και δικτύου που είναι απαραίτητα για την ενσωμάτωση της ανανεώσιμης ενέργειας στο σύστημα ηλεκτροδότησης (βλ. άρθρο 6 του Κανονισμού). Εναρμονιζόμενη με τον Κανονισμό, η οδηγία 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018 για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (L 328/21.12.2018), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία (ΕΕ) 2023/2413 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Οκτωβρίου 2023 (ΕΕ L της 31.10.2023), θεσπίζει ένα κοινό σύνολο κανόνων για τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και περιλαμβάνει ταχείες διαδικασίες αδειοδότησης για έργα ανανεώσιμης ενέργειας, αποσκοπώντας στην αύξηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές με σκοπό την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, την προστασία του περιβάλλοντος και τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της ΕΕ, συμβάλλοντας δε, παράλληλα, στην τεχνολογική και βιομηχανική υπεροχή της ΕΕ, στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στην προώθηση της ανάπτυξης ακόμη και στις αγροτικές και απομονωμένες περιοχές. Με την οδηγία 2023/2413 προστέθηκε άρθρο 15ε στην οδηγία 2018/2001, το οποίο, θεσπίζοντας ρυθμίσεις απλούστευσης της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων ΑΠΕ ή και απαλλαγής τους από αυτήν, εξομοιώνει με έργα ΑΠΕ τα έργα αποθήκευσης που είναι αναγκαία για την ενσωμάτωση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας. Από το σύνολο των προαναφερόμενων διατάξεων του ενωσιακού δικαίου συνάγεται ότι η ανάπτυξη των έργων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας προωθείται ως αναπόσπαστο τμήμα των έργων ΑΠΕ, διότι θεωρείται ότι τα έργα αυτά είναι απαραίτητα για την ενσωμάτωση της παραγόμενης από ΑΠΕ ενέργειας στο σύστημα και ότι ως εκ τούτου υπηρετούν, στον ίδιο βαθμό με τα έργα παραγωγής, την ασφάλεια του εφοδιασμού, των έλεγχο των τιμών και γενικότερα την επίτευξη των στόχων για την ανανεώσιμη ενέργεια και για το κλίμα. Τα έργα αποθήκευσης χαρακτηρίζονται ως “συντοπιζόμενα” έργα υποδομής δικτύου (βλ. άρθρο 16 της οδηγίας 2018/2001 όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2023/2413), καθόσον, για λόγους λειτουργικούς, περιορισμού των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αλλά και απλοποίησης των σχετικών διαδικασιών, προωθείται η συνένωσή τους στους ίδιους χώρους με τα έργα ΑΠΕ, κατόπιν εφαρμογής των ίδιων κανόνων και κριτηρίων χωροθέτησης.
- Επειδή, στο εθνικό δίκαιο, σε συνέχεια των προαναφερόμενων ρυθμίσεων του ενωσιακού δικαίου θεσπίστηκαν οι ακόλουθες διατάξεις: Στο άρθρο 4 του ν. 4951/2022 “Εκσυγχρονισμός της αδειοδοτικής διαδικασίας Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας – Β’ φάση, Αδειοδότηση παραγωγής και αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, πλαίσιο ανάπτυξης Πιλοτικών Θαλάσσιων Πλωτών Φωτοβολταϊκών Σταθμών και ειδικότερες διατάξεις για την ενέργεια και την προστασία του περιβάλλοντος” (Α’ 129), με τον ειδικότερο τίτλο “Στάδια αδειοδότησης σταθμών ΑΠΕ και Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού”, περιελήφθη παρ. 4, η οποία εξομοιώνει με σταθμούς παραγωγής ΑΠΕ και τους σταθμούς αποθήκευσης, ως προς τις εκτάσεις δυνητικής εγκατάστασής τους. Περαιτέρω στην παρ. 7 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι “Σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ή/και σταθμοί αποθήκευσης, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται τα έργα δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, κατασκευής υποσταθμών, οδοποιίας, και εν γένει κάθε κατασκευής που αφορά στην υποδομή, εγκατάσταση και λειτουργία σταθμών ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ ή/και σταθμών αποθήκευσης, χαρακτηρίζονται ως δημόσιας ωφέλειας που εξυπηρετούν, εκτός των άλλων, τη δημόσια ασφάλεια και υγεία και έχουν θετικές επιδράσεις πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον, ανεξάρτητα από τον φορέα υλοποίησής τους. …” Στη συνέχεια, με το άρθρο 163 του ν. 5037/2023 (Α’ 78/28.3.2023) με τον τίτλο “Διαδικασίες απαλλοτρίωσης για αιολικούς σταθμούς – Προσθήκη παρ. 4α και τροποποίηση παρ. 7 άρ. 4 ν. 4951/2022”, το οποίο εντάσσεται στο Κεφάλαιο Ζ’ του νόμου αυτού με τον τίτλο “Λοιπές διατάξεις για την αγορά ενέργειας – Προσαρμογή αποζημίωσης σταθμών βιομάζας, βιοαερίου λόγω ενεργειακής κρίσης”, ορίστηκαν τα εξής: “1. Στο άρθρο 4 του ν. 4951/2022 (Α’ 129) προστίθεται παρ. 4α, σχετικά με το επιτρεπτό της εγκαταστάσεως σταθμών αποθήκευσης σε περιοχές όπου επιτρέπεται εγκατάσταση ΑΠΕ, με το ακόλουθο περιεχόμενο: ‘4α. Όπου κατά την κειμένη νομοθεσία και τον οικείο χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό προβλέπεται ως επιτρεπτή η εγκατάσταση σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, νοείται ότι επιτρέπεται και η εγκατάσταση σταθμών αποθήκευσης με σύστημα συσσωρευτών.’ 2. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 4 του ν. 4951/2022 …, προστίθενται τα γήπεδα ασφαλείας, …” Εξάλλου, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης δημοσιεύθηκε το αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (Β΄ 6983/19.12.2024), σύμφωνα με το οποίο η ανάπτυξη επαρκούς ισχύος και χωρητικότητας συστημάτων αποθήκευσης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ στο μείγμα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Οι σταθμοί αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, ως μεμονωμένοι (stand alone) σταθμοί αποθήκευσης, συμμετέχοντας στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, αναμένεται να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση του ποσοστού διείσδυσης της παραγωγής ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα, καθόσον αναμένεται να υποκαταστήσουν τη λειτουργία των συμβατικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας κατά τις ώρες αιχμής φορτίου, αφενός μεν, απορροφώντας ενέργεια παραγόμενη από ΑΠΕ που άλλως θα απορριπτόταν διότι δεν θα μπορούσε να εκχυθεί άμεσα προς κάλυψη της ζήτησης, αφετέρου δε, επιστρέφοντάς την στο σύστημα σε μεταγενέστερο χρόνο (βλ. στοιχείο 2.3.7 του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα). Όπως συνάγεται από τις ανωτέρω διατάξεις του εθνικού δικαίου, η χωροθέτηση των σταθμών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας με το σύστημα των συσσωρευτών, η οποία προβλέφθηκε το πρώτον στον νόμο 4951/2022 και προωθείται με τον νόμο 5037/2023, ακολουθεί χωρικά και λειτουργικά τη χωροθέτηση των σταθμών ΑΠΕ, τόσο ως “συντοπιζόμενη δραστηριότητα” σε σχέση με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ενωσιακή νομοθεσία (βλ. ανωτέρω σκέψη 4), όσο και ως δραστηριότητα διασυνδεόμενη με το σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας με σκοπό την ομαλή και εξισορροπημένη ενσωμάτωση της ηλεκτρικής ενέργειας σε αυτό. Συνακολούθως, και η περιβαλλοντική αδειοδότηση των σταθμών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας ακολουθεί τα κριτήρια κατάταξης των έργων ΑΠΕ, όπως εκτίθεται αναλυτικά κατωτέρω (βλ. σκέψεις 6-8).
- Επειδή, στην εθνική έννομη τάξη, η περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων ρυθμίζεται από τον ν. 4014/2011 (Α΄ 209), στο άρθρο 1 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: “1. Τα έργα και οι δραστηριότητες του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, των οποίων η κατασκευή ή λειτουργία δύνανται να έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον, κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες (Α και Β) ανάλογα με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον. Η πρώτη κατηγορία (Α) περιλαμβάνει τα έργα και τις δραστηριότητες τα οποία ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και για τα οποία απαιτείται η διεξαγωγή Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) προκειμένου να επιβάλλονται ειδικοί όροι και περιορισμοί για την προστασία του περιβάλλοντος σχετικά με το συγκεκριμένο έργο ή δραστηριότητα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 2, 3 και 4 του παρόντος. Τα έργα και οι δραστηριότητες της κατηγορίας Α κατατάσσονται: α) σε αυτά που ενδέχεται να προκαλέσουν πολύ σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και αποτελούν την υποκατηγορία Α1, και β) σε αυτά που ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και αποτελούν την υποκατηγορία Α2. Η δεύτερη κατηγορία (Β) περιλαμβάνει έργα και δραστηριότητες τα οποία χαρακτηρίζονται από τοπικές και μη σημαντικές μόνο επιπτώσεις στο περιβάλλον και υπόκεινται σε γενικές προδιαγραφές, όρους και περιορισμούς που τίθενται για την προστασία του περιβάλλοντος, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 8. Η κατάταξη των έργων και δραστηριοτήτων γίνεται βάσει των σχετικών κριτηρίων του Παραρτήματος Ι.” Κατά το σύστημα του ν. 4014/2011, το οποίο εφαρμόζει την οδηγία ΕΠΕ και ακολουθεί το σύστημα των προγενέστερων περιβαλλοντικών νόμων 1650/1986 και 3010/2002, τα έργα της κατηγορίας Α αντιστοιχούν στα έργα του Παραρτήματος Ι της οδηγίας ΕΠΕ, ως προς τα οποία είναι υποχρεωτική και από το ενωσιακό δίκαιο η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Τα έργα της κατηγορίας Α υπόκεινται σε πλήρη εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία συνίσταται στην εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), στη διενέργεια διαβουλεύσεων με το κοινό και τις δημόσιες Αρχές, στην αξιολόγηση από την αρμόδια περιβαλλοντική Αρχή της ΜΠΕ και των αποτελεσμάτων της διαβούλευσης και τέλος, στη λήψη αιτιολογημένης απόφασης σχετικά με την αδειοδότηση ή μη του έργου υπό κατάλληλους για την προστασία του περιβάλλοντος όρους (άρθρα 3 και 4 του ν. 4014/2011). Τα έργα της κατηγορίας Β αντιστοιχούν στα έργα του Παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας ΕΠΕ, ως προς τα οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να αποφασίζουν για την αναγκαιότητα εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων είτε βάσει κατώτατων ορίων και κριτηρίων είτε κατά περίπτωση εξέτασης. Στην ελληνική έννομη τάξη εφαρμόζεται κατά κανόνα η χρήση κατώτατων ορίων ή κριτηρίων για την αξιολόγηση της αναγκαιότητας εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, τα οποία διαμορφώνονται βάσει των κριτηρίων επιλογής του Παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας ΕΠΕ, το οποίο έχει μεταφερθεί αυτούσιο ως Παράρτημα Ι του ν. 4014/2011. Ειδικότερα, στο Παράρτημα Ι του ν. 4014/2011 [όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 της κοινής απόφασης οικ. 5688/2018 του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης και του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (Β΄ 988/21.3.2018), εκδoθείσης σε συμμόρφωση με την οδηγία 2014/52/ΕΕ (ΕΕ L 124)], ορίζονται τα κριτήρια κατάταξης έργων σε περιβαλλοντική κατηγορία ως εξής: “1. Χαρακτηριστικά των έργων ή δραστηριοτήτων (εφεξής ‘έργων’) Τα χαρακτηριστικά των έργων πρέπει να εξετάζονται, ιδίως, ως προς τα εξής: α) το μέγεθος και τον σχεδιασμό του όλου έργου· β) τη σωρευτική δράση με άλλα υφιστάμενα και/ή εγκεκριμένα έργα· γ) … 3. Τύπος και χαρακτηριστικά των ενδεχόμενων επιπτώσεων. Οι ενδεχόμενες σημαντικές επιπτώσεις έργων στο περιβάλλον πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με τα κριτήρια που καθορίζονται στα σημεία 1 και 2 του παρόντος παραρτήματος, … λαμβάνοντας υπόψη: α) το μέγεθος και τη χωρική έκταση των επιπτώσεων … · ζ) τη σώρευση των επιπτώσεων με τις επιπτώσεις άλλων υφιστάμενων ή εγκεκριμένων έργων. …” Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 4014/2011: “Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, … τα δημόσια ή ιδιωτικά έργα και δραστηριότητες που υπόκεινται στις ρυθμίσεις του νόμου, κατατάσσονται στις κατηγορίες και υποκατηγορίες του άρθρου 1, καθώς και σε ομάδες κοινές για όλες τις κατηγορίες.” Εξάλλου, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4014/2011: “Σε περίπτωση που κάποιο έργο ή δραστηριότητα δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα κατάταξης των έργων και δραστηριοτήτων στις κατηγορίες, υποκατηγορίες και ομάδες του παρόντος, μπορεί να ακολουθεί την κατάταξη του πλησιέστερου συναφούς έργου ή δραστηριότητας με απόφαση του Γενικού Διευθυντή Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, κατόπιν αιτήσεως είτε του φορέα του έργου ή της δραστηριότητας είτε της αρμόδιας περιβαλλοντικής αρχής. Εάν δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός συναφούς έργου ή δραστηριότητας, η κατάταξη γίνεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.” Εφόσον, κατ’ εφαρμογή των ως άνω κριτηρίων κατάταξης, ορισμένα έργα υπαχθούν στην κατηγορία Β, δεν υπόκεινται στην προαναφερόμενη, επιφυλασσόμενη για τα έργα κατηγορίας Α, πλήρη μελέτη και διαδικασία εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Ειδικότερα, όσον αφορά στα έργα της κατηγορίας Β, στο άρθρο 8 του ν. 4014/2011 ορίζονται τα εξής: “1. Τα έργα ή δραστηριότητες κατηγορίας Β δεν ακολουθούν τη διαδικασία εκπόνησης ΜΠΕ αλλά υπόκεινται σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ). 2. Τα ανωτέρω έργα ή δραστηριότητες, αναλόγως του είδους τους, υπάγονται αυτοδικαίως σε ΠΠΔ, με ευθύνη της αρμόδιας υπηρεσίας που χορηγεί την άδεια λειτουργίας και κατόπιν σχετικής δήλωσης του μελετητή ή του φορέα του έργου ή της δραστηριότητας. Αν το έργο ή η δραστηριότητα δεν λαμβάνει άδεια λειτουργίας, τότε υπάγεται σε ΠΠΔ με ευθύνη της αρμόδιας υπηρεσίας περιβάλλοντος της Περιφέρειας. 3. Με αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, … καθορίζονται οι προβλεπόμενες ΠΠΔ, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού. 4. Οι ΠΠΔ αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των απαιτούμενων, κατά περίπτωση, αδειών που προβλέπονται για την κατασκευή, εγκατάσταση ή λειτουργία του εν λόγω έργου ή δραστηριότητας.” Από τις προεκτιθέμενες διατάξεις συνάγεται ότι η κατάταξη έργων και δραστηριοτήτων στην κατηγορία Β, για τον λόγο ότι προκαλούν τοπικές και μη σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, συνεπάγεται ότι: α) τα οικεία έργα αδειοδοτούνται, σύμφωνα με το προμνησθέν άρθρο 8 του ν. 4014/2011, κατόπιν υπαγωγής σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ), δηλαδή χωρίς τη σύνταξη και αξιολόγηση μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία απαιτείται για τα έργα της Α΄ κατηγορίας [και δη με το περιεχόμενο που προδιαγράφουν η οδηγία 2011/92/ΕΕ ως ισχύει και ο ν. 4014/2011], και β) δεν προβλέπεται προηγούμενη διαβούλευση με το ενδιαφερόμενο κοινό, εν αντιθέσει προς τα έργα της Α΄ κατηγορίας (Α1 και Α2), στο πλαίσιο της αδειοδότησης των οποίων γίνεται διαβούλευση, εκφράζονται παρατηρήσεις επί της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή και αντιρρήσεις του κοινού για την πραγματοποίηση του έργου και διαφωτίζεται η περιβαλλοντική αρχή, προτού λάβει την τελική απόφαση χορήγησης της άδειας, εφ’ όλων των πτυχών του έργου (βλ. ΣτΕ 598/2023 σκ. 9). Όπως έχει κριθεί, η θέσπιση των ΠΠΔ σε κανονιστικό επίπεδο καθιστά πράγματι περιττή την παρεμβολή αυτοτελούς σταδίου περιβαλλοντικής αδειοδότησης κάθε έργου κατηγορίας Β χωριστά (ΣτΕ 1943/2017 7μ. σκ. 15). Εξάλλου, στο άρθρο 30 του ν. 4014/2011 με τίτλο “Μεταβατικές διατάξεις” ορίζονται τα εξής: “1. … 2. … 3. Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 3 του άρθρου 8 του παρόντος, για τα έργα και δραστηριότητες της κατηγορίας Β ακολουθούνται οι διαδικασίες της υποκατηγορίας Β4 της ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003 (Β’ 332/20.3.2003), ή άλλες διαδικασίες που τυχόν προβλέπονται σε ειδικότερες διατάξεις, όπως αυτές ισχύουν.” Στην ΚΥΑ δε αυτή ορίζονται τα εξής: “ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’ Διαδικασία Ε.Π.Ο. υποκατηγορίας 4 της Β κατηγορίας Άρθρο 11 Διαδικασία Ε.Π.Ο 1. Ο ενδιαφερόμενος φορέας ή ιδιώτης υποβάλλει αίτηση στην αρμόδια Υπηρεσία Περιβάλλοντος της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που συνοδεύεται από φάκελλο ο οποίος περιλαμβάνει Περιβαλλοντική Έκθεση σε τέσσερα (4) τουλάχιστον αντίγραφα. Η Περιβαλλοντική Έκθεση υποβάλλεται και σε ηλεκτρονική μορφή. Το περιεχόμενο της Περιβαλλοντικής Έκθεσης καθώς και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και στοιχεία που την τεκμηριώνουν καθορίζεται σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 4 του ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 10 εδ. β του άρθρου 2 του ν. 3010/2002. Στην περίπτωση έργων ή δραστηριοτήτων της υποκατηγορίας 3, για τα οποία θα ακολουθηθεί η διαδικασία του παρόντος άρθρου, η Περιβαλλοντική Έκθεση συνοδεύεται και από τη σχετική απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας όπως προβλέπεται στο άρθρο 9 (παρ. 2 εδ. β), μαζί με αντίγραφο του θεωρημένου χάρτη-τοπογραφικό από την αρμόδια υπηρεσία της παραγράφου 1 του άρθρου 9 της παρούσης, απ’ όπου εμφαίνεται η θέση του έργου ή της δραστηριότητας. 2. Η αρμόδια υπηρεσία Περιβάλλοντος της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης αφού εξετάσει τον φάκελο και διαπιστώσει ότι είναι πλήρης τον διαβιβάζει εντός 10 ημερών στις τυχόν συναρμόδιες Noμαρχιακές Υπηρεσίες ή Φορείς και στις κατά τόπο αρμόδιες Εφορίες Αρχαιοτήτων, καθώς και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αν κριθεί αναγκαίο, σε Περιφερειακές Υπηρεσίες και κατά περίπτωση στους Οργανισμούς Αθήνας και Θεσσαλονίκης ή στους Οργανισμούς του άρθρου 3 του ν. 2508/1997, εφόσον αυτοί έχουν συσταθεί, προκειμένου να εκφράσουν γνώμη. Είναι δυνατόν, κατά την εξέταση του φακέλου και πριν τη διαβίβασή του για γνωμοδοτήσεις, η ως άνω αρμόδια υπηρεσία να απαιτήσει από τον ενδιαφερόμενο πρόσθετα στοιχεία και τεκμηριώσεις, αν αυτό κρίνεται αναγκαίο για την καλύτερη προστασία του περιβάλλοντος. 3. Εντός 15 ημερών από τη παραλαβή του φακέλου οι προαναφερόμενες υπηρεσίες και φορείς διαβιβάζουν τη γνώμη τους στην αρμόδια ως άνω υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. 4. Μετά την παραλαβή των ως άνω γνωμοδοτήσεων ή άλλως μετά την παρέλευση της προθεσμίας της παραγράφου 3 και ανεξάρτητα από το αν έχουν διαβιβασθεί ή όχι οι γνωμοδοτήσεις αυτές, εκδίδεται μέσα σε 15 ημέρες η απόφαση έγκρισης ή μη Περιβαλλοντικών Όρων από τον οικείο Nομάρχη μετά από εισήγηση της αρμόδιας υπηρεσίας Περιβάλλοντος της Ν.Α. όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 (παρ. 3) του ν. 1650/86 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 (παρ. 3) του ν. 3010/2002. 5. Η απόφαση έγκρισης ή μη Περιβαλλοντικών Όρων διαβιβάζεται στο οικείο Νομαρχιακό Συμβούλιο για να λάβει γνώση και να ενημερώσει τους πολίτες και τους φορείς εκπροσώπησής τους, σύμφωνα με το άρθρο 5 (παρ. 3) του ν. 1650/86 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3010/2002. 6. Η ως άνω αρμόδια υπηρεσία Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης διαβιβάζει αντίγραφο της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων στην αρμόδια κεντρική υπηρεσία Περιβάλλοντος του ΥΠΕΧΩΔΕ. Τέλος, οι Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις για την ένδικη κατηγορία έργων (σταθμοί αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας με χρήση συσσωρευτών) θεσπίστηκαν μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, με την ΥΠΕΝ/ΔΙΠΑ/ 103448/7298 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (B΄ 5628/10.10.2024) με θέμα “Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις για έργα Μεμονωμένων Σταθμών Ηλεκτροχημικής Αποθήκευσης Ηλεκτρικής Ενέργειας (Μπαταρίες) κατηγορίας Β”. Η εν λόγω υπουργική απόφαση αφορά τόσο σε αυτοτελείς σταθμούς όσο και σε σταθμούς συνδεόμενους με υφιστάμενα έργα ΑΠΕ. Το Άρθρο 7 “Μεταβατικές διατάξεις” ορίζει τα εξής: “1. Οι φάκελοι Περιβαλλοντικών Εκθέσεων, καθώς και αντίστοιχοι φάκελοι αιτημάτων για ανανέωση ή τροποποίηση ΑΕΠΟ που έχουν υποβληθεί πριν την έναρξη ισχύος της παρούσας και σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 30 του ν. 4014/2011 (Α’ 209), ολοκληρώνονται ως προς την αξιολόγησή τους και εκδίδονται αντίστοιχα οι ΑΕΠΟ και οι αποφάσεις ανανέωσης ή τροποποίησης ΑΕΠΟ, σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις, εκτός εάν ο Φορέας έργου ζητήσει την υπαγωγή του στις διατάξεις της παρούσας. 2. Έργα που διαθέτουν ΑΕΠΟ, υπάγονται σε ΠΠΔ, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρούσα, με δήλωση υπαγωγής σε ΠΠΔ που υποβάλλεται τουλάχιστον δύο (2) μήνες πριν τη λήξη της ΑΕΠΟ. Σε περιπτώσεις που κατά τη διάρκεια ισχύος της ΑΕΠΟ πρόκειται να υλοποιηθούν εργασίες επέκτασης, εκσυγχρονισμού ή τροποποίησης του έργου, η υπαγωγή σε ΠΠΔ γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας και ανεξαρτήτως του χρόνου λήξης της ΑΕΠΟ.”
- Επειδή, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. προοίμιο παρ. 31.Δ), το εγκριθέν έργο έχει καταταγεί στη 10η Ομάδα “Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και Μεμονωμένοι Σταθμοί Αποθήκευσης Ενέργειας” του Παραρτήματος Χ της ΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΙΠΑ/17185/1069/2022 (Β’ 841/24.2.2022) στον κωδικό α/α 10 “Μεμονωμένοι Σταθμοί ηλεκτροχημικής αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας (μπαταρίες)” και στην Κατηγορία Β, όπου κατατάσσονται τα έργα με τον ανωτέρω κωδικό όταν η μέγιστη ισχύς έγχυσης του σταθμού αποθήκευσης Ρ σε MW είναι μικρότερη ή ίση με 100MW (1<Ρ< ή ίσο 100MW, όπου Ρ: μέγιστη ισχύς έγχυσης του σταθμού αποθήκευσης σε MW). Η κατάταξη αυτή διατηρήθηκε και στη ΥΠΕΝ/ΔΙΠΑ/53510/3616/15.5.2023 νεότερη απόφαση του Υφυπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (Β’ 3327/19.5.2023), με την οποία τροποποιήθηκε η από 24.2.2022 όμοια απόφαση. Δεδομένου ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είχε εισέτι εκδοθεί η αναφερόμενη στη σκέψη 6, ΥΠΕΝ/ΔΙΠΑ/103448/7298 απόφαση (B΄ 5628/10.10.2024), με την οποία θεσπίστηκαν, το πρώτον, οι Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις για τα έργα Μεμονωμένων Σταθμών Ηλεκτροχημικής Αποθήκευσης Ηλεκτρικής Ενέργειας (Μπαταρίες) κατηγορίας Β, το ένδικο έργο αδειοδοτήθηκε περιβαλλοντικά κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της ΚΥΑ 11014/703/Φ104/ 2003 (Β’ 332/20.3.2003), στις οποίες παραπέμπει η μεταβατική διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 30 του ν. 4014/2011, ως έργο της αντίστοιχης, τότε, κατηγορίας Β4. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη πράξη και από την Περιβαλλοντική Έκθεση που τη συνοδεύει, ο ένδικος Σταθμός Αποθήκευσης Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΣΑΗΕ) θα εγκατασταθεί στη θέση “Κάρυστος”, επί δημόσιας δασικής εκτάσεως 59,04 στρεμμάτων, σε απόσταση 3,8 χλμ βορειοδυτικά της Καρύστου Εύβοιας και σε ευθεία απόσταση 2,3 χλμ. από τον πλησιέστερο οικισμό “Χωνί”. Σύμφωνα με την 703/25.7.2023 βεβαίωση χρήσεων γης της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Καρύστου, η θέση του έργου βρίσκεται εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως, εκτός οικισμού, εκτός ΓΠΣ, ΣΧΟΑΑΠ. Ο σταθμός αποθήκευσης βασίζεται τεχνολογικά σε στοιχεία συσσωρευτών (battery cells) τύπου LFP (LiFePO4 – φωσφορικό σίδηρο λιθίου – lithium iron phosphate), ονομαστικής χωρητικότητας battery pack 320 Ah και ονομαστικής τάσης 51,2V. Η ονομαστική ισχύς του Σταθμού θα είναι 26,8MW, η μεγίστη ισχύ έγχυσης 25MW, διάρκειας 2 ωρών και η μέγιστη ισχύ απορρόφησης 25MW. Η εγκατεστημένη χωρητικότητα είναι 53,6MWh και η εγγυημένη (ωφέλιμη) χωρητικότητα είναι 50MWh. Τα στοιχεία συσσωρευτών (battery cells) βρίσκονται τοποθετημένα σε κατάλληλα δομοστοιχεία (battery packs ή modules), τα οποία με τη σειρά τους είναι εγκατεστημένα σε κατάλληλα διαμορφωμένες καμπίνες συσσωρευτών (battery racks). Οι καμπίνες των συσσωρευτών και ο υποστηρικτικός εξοπλισμός τους εγκαθίστανται εντός προκατασκευασμένων οικίσκων τύπου κοντέινερ (εμπορευματοκιβώτιο), διαστάσεων 6.058 x 2.438 x 2.896 mm (ΜχΠχΥ) και βάρους ίσου ή μικρότερου των 30 τόνων. Οι προκατασκευασμένοι οικίσκοι συσσωρευτών (battery containers) συνδέονται με τους μετατροπείς ισχύος (Power Conversion System ή PCS) μέσω του πίνακα διανομής συνεχούς ρεύματος (DC LV). Συγκεκριμένα, οι μετατροπείς σειράς τοποθετούνται, περίπου ανά πέντε, σε κατάλληλες ράγες στο πάνω μέρος των ερμαρίων πινάκων DC. Το κάθε ερμάριο πίνακα DC έχει διαστάσεις 2.040 x 975χ 1.415 (ΜχΠχΥ) ενώ ο κάθε μετατροπέας έχει διαστάσεις 875 x 365 χ 820 mm (ΜχΠχΥ). Οι μετατροπείς συνδέονται με τους μετασχηματιστές (Μ/Σ) ανύψωσης τάσης. Οι Μ/Σ βρίσκονται εγκατεστημένοι εντός προκατασκευασμένων οικίσκων μετασχηματιστή (Smart Transformer Station), οι οποίοι περιλαμβάνουν επίσης τους πίνακες χαμηλής τάσης (ΧΤ) και τα πεδία μέσης τάσης (ΜΤ). Οι οικίσκοι Μ/Σ είναι τύπου κοντέινερ, διαστάσεων 6.058 x 2.438 x 2.896 mm (ΜχΠχΥ). Η εγκατάστασή τους θα γίνει σε βάθος 20cm, σε προκατασκευασμένες βάσεις από οπλισμένο σκυρόδεμα επί συνολικής εκτάσεως 1,5 στρ., οι οποίες θα εξέχουν του εδάφους κατά 35m, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος εισροής υδάτων σε ενδεχόμενη πλημμύρα του γηπέδου εγκατάστασης. Τα στοιχεία του έργου θα βρίσκονται κοντά και η ηλεκτρική συνδεσμολογία τους θα γίνεται με μικρού μήκους καλωδιώσεις. Για τις ανάγκες λειτουργίας του σταθμού απαιτείται η εγκατάσταση 26 περίπου οικίσκων εμβαδού περίπου 15 τ.μ., καθένας εκ των οποίων θα περιλαμβάνει 126 καμπίνες συσσωρευτών, μονάδα ελέγχου καμπίνας συσσωρευτών, σύστημα διαχείρισης και εποπτείας, σύστημα περιβαλλοντικού ελέγχου, σύστημα πυρόσβεσης, πίνακες χαμηλής τάσης συνεχούς ρεύματος με διακοπτικό εξοπλισμό. Κάθε καμπίνα, με τον εξοπλισμό ελέγχου των συσσωρευτών, θα περιλαμβάνει δομοστοιχεία, κάθε δε δομοστοιχείο θα περιλαμβάνει 16 συσσωρευτές. Από τους οικίσκους μετασχηματιστή αναχωρούν τα υπόγεια καλώδια ισχύος Μέσης Τάσης τα οποία καταλήγουν συγκεντρωτικά στον κεντρικό οικίσκο ελέγχου συνολικής επιφάνειας 40 τ.μ. Προβλέπεται και η χωριστή εγκατάσταση οικίσκου γραφείου και προσωπικού συνολικής επιφάνειας 20 τ.μ. Ο σταθμός αποθήκευσης θα συνδεθεί στο Εθνικό Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΜΗΕ) μέσω του υφιστάμενου υποσταθμού ανύψωσης τάσης 33/150 KV. Ειδικότερα, το ηλεκτρικό δίκτυο μέσης τάσης της διασύνδεσης θα αναχωρεί υπογείως από τον κεντρικό οικίσκο ελέγχου του σταθμού με όδευση παράλληλη με τις τοπικές οδούς και θα έχει μήκος περίπου 2,3 χλμ. Για την προστασία της εγκατάστασης θα κατασκευαστεί περίφραξη μέγιστου συνολικού ύψους 2,5μ, με συρματόπλεγμα ύψους 2μ και πάνω από αυτό αγκαθωτό σύρμα διαμέτρου 3mm και ύψους 0,5μ. Λόγω της περιορισμένης επέμβασης του έργου στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, δεν αναμένονται, όπως έγινε δεκτό, σοβαρές επιπτώσεις στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον από την κατασκευή και τη λειτουργία του.
- Επειδή, η κατάταξη έργων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, όπως το επίμαχο, στην κατηγορία Β, ήτοι ως έργων που έχουν μόνον τοπικές και μη σημαντικές επιπτώσεις κατά τους ορισμούς του ν. 4014/2011, έγινε κατόπιν θεσπίσεως κατώτατων ορίων (κατωφλίων) για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των έργων της 10ης Ομάδας του πίνακα κατάταξης της οικείας υπουργικής απόφασης (βλ. σκέψη 6). Τα εν λόγω έργα ανήκουν εννοιολογικά στην ευρύτερη κατηγορία των έργων παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, τα οποία περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙ της οδηγίας ΕΠΕ (ενότητα 3, στοιχείο θ’ “Ενεργειακή Βιομηχανία”). β) Τα κατώτατα αυτά όρια, εξάλλου, είναι συμβατά με τα γενικώς θεσπιζόμενα όρια κατηγοριοποίησης των έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) και είναι σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, καθόσον καθορίστηκαν κατ’ εκτίμηση του μεγέθους των σταθμών αποθήκευσης, δηλαδή ενεργειακών έργων υποστηρικτικών ΑΠΕ που υπηρετούν, σε κάθε περίπτωση κατά τα προαναφερόμενα, υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Ενόψει των ανωτέρω, ο κανονιστικός νομοθέτης, κρίνοντας ότι οι σταθμοί αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας με χρήση συσσωρευτών, που είναι μικρότεροι ορισμένου μεγέθους, δεν έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και δεν απαιτούν την τήρηση της διαδικασίας προηγούμενης περιβαλλοντικής εκτίμησης των έργων κατηγορίας A, δεν υπερέβη το περιθώριο εκτίμησης που διαθέτει κατά το ενωσιακό δίκαιο. Το ένδικο έργο κατηγορίας Β, μάλιστα, ως εκ του χρόνου αδειοδότησής του, δεν υπήχθη σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις, αλλά αδειοδοτήθηκε αυτοτελώς κατ’ εφαρμογή των προαναφερομένων μεταβατικών διατάξεων, κατόπιν υποβολής σχετικής Περιβαλλοντικής Έκθεσης, η οποία περιείχε περιγραφή του έργου, των επιπτώσεών του στο περιβάλλον και των ενδεδειγμένων μέτρων προς αντιμετώπιση των επιπτώσεων αυτών. Δεν στοιχειοθετείται, επομένως, παραβίαση των αρχών της προφύλαξης και της πρόληψης, οι οποίες κατοχυρώνονται στο άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος και στο ενωσιακό δίκαιο, δεδομένου, μάλιστα, ότι οι επιστημονικές και τεχνικές πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον κύριο του έργου στην προκειμένη περίπτωση, αποτέλεσαν εν πολλοίς το περιεχόμενο των Πρότυπων Περιβαλλοντικών Δεσμεύσεων που εκδόθηκαν ακολούθως και ισχύουν ήδη, σε κανονιστικό επίπεδο, για όλα τα έργα που έχουν όμοια χαρακτηριστικά με το ένδικο (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1264/2005 σκ. 7). Πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθούν τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα.
- Επειδή, με την αίτηση, όπως αναπτύχθηκε με το από 14.5.2025 παραδεκτώς κατατεθέν υπόμνημα, προβάλλονται οι ακόλουθοι ειδικότεροι ισχυρισμοί: α) Για τους σταθμούς ηλεκτροχημικής αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι δεν είναι χαμηλής όχλησης, δεν υπάρχει πρόβλεψη σε χωροταξικό σχέδιο, ήτοι σε Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις ΑΠΕ, ούτε και σε θεσμοθετημένη Περιοχή Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων (ΠΟΑΠΔ), και συνεπώς δεν χωροθετείται νομίμως το έργο στη συγκεκριμένη θέση. Η αξιολόγηση της καταλληλότητας της συγκεκριμένης θέσης εγκατάστασης της ένδικης μονάδας έπρεπε να είχε προηγηθεί της έκδοσης της προσβαλλόμενης ΑΕΠΟ, ενόψει και των ακόλουθων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της ένδικης δραστηριότητας: Οι συσσωρευτές αποτελούνται από πιθανώς επικίνδυνα συστατικά, όπως ιόντα λιθίου που περιέχουν τοξικές χημικές ουσίες, οι μετασχηματιστές απαιτούν λιπαντικά έλαια για τη λειτουργία τους και περιέχουν PCB, παράγουν δε επικίνδυνα απόβλητα και σε περίπτωση διαρροής όλα τα παραπάνω εισχωρούν στο έδαφος και το νερό βλάπτοντας το οικοσύστημα και την υγεία των ανθρώπων. Οι πυρκαγιές από μπαταρίες ιόντων λιθίου είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες και δεν αντιμετωπίζονται με τις συμβατικές μεθόδους πυρόσβεσης. β) Εφόσον ήθελε θεωρηθεί ότι η χωροθέτηση της ένδικης δραστηριότητας σε συνάφεια με τα έργα ΑΠΕ συντελείται διά του άρθρου 163 του ν. 5037/2023, το οποίο τροποποίησε το άρθρο 4 του ν. 4951/2022 προσθέτοντας παρ. 4α και τροποποιώντας την παρ. 7 του άρθρου αυτού, οι διατάξεις του άρθρου αυτού είναι αντισυνταγματικές. Τούτο διότι τα κριτήρια της χωροθέτησης των ένδικων σταθμών με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, δεν περιλαμβάνονται στο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, το οποίο ερείδεται σε Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) και αναμένεται σύντομα να αναθεωρηθεί, ούτε και σε διάταξη νόμου που τροποποιεί το ως άνω Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο, όπως στην περίπτωση της χωροθέτησης μονάδων βιομάζας ως ανανεώσιμης πηγής ενέργειας (βλ. άρθρο 9 παρ. 4 του ν. 3851/2010, Α’ 85), σε κάθε δε περίπτωση οι εν προκειμένω αδειοδοτούμενοι συσσωρευτές δεν έχουν χωρική σχέση με έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. γ) Η νέα παρ. 4α του άρθρου 4 του ν. 4951/2022 που προστέθηκε με το άρθρο 163 παρ. 1 του ν. 5037/2023, επιτρέπει μόνο την προσθήκη μονάδων συσσωρευτών σε άλλες μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, και όχι τη χωροθέτηση αυτοτελών (stand alone) μονάδων, οι οποίες δεν συσχετίζονται με υφιστάμενα αιολικά ή φωτοβολταϊκά έργα ώστε να δύνανται να αδειοδοτούνται και αυτές εντός των ίδιων, δασικών εν προκειμένω εκτάσεων.
- Επειδή, κατά τα προαναφερόμενα (βλ. σκέψεις 4 και 5), οι σταθμοί αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας αντιμετωπίζονται από το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο ως έργα υποστηρικτικά των έργων ΑΠΕ (αιολικών και φωτοβολταϊκών σταθμών), που εξυπηρετούν υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Επομένως, τα έργα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, μπορούν να διέπονται από τον χωροταξικό σχεδιασμό των έργων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (βλ. άρθρο 4 του ν. 4951/2022, άρθρο 163 του ν. 5037/2023), των οποίων αποτελούν, καταρχήν, αναγκαίο παρακολούθημα, χωρίς να απαιτείται η αναθεώρηση του ισχύοντος Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ (Β’ 2464/2008), όπως αβασίμως προβάλλεται. Η εγκατάσταση σταθμών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας σε περιοχές χωροθέτησης έργων ΑΠΕ είναι, άλλωστε, σύμφωνη και με τους στόχους και κατευθύνσεις του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (βλ. άρθρο 6 του ΓΠΧΣΑΑ, Α’ 128/2008), καθώς και, εν προκειμένω, του Αναθεωρημένου Περιφερειακού Χωροταξικού Πλαισίου της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας (βλ. άρθρα 1, 6 και 15 του ΠΧΠ Στερεάς Ελλάδας, ΑΑΠ 299/2018), για την ταχεία προώθηση της χρήσης ΑΠΕ, την περαιτέρω διείσδυση στην αγορά των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Τα παραπάνω, εξάλλου, ισχύουν αναφορικά με όλους τους σταθμούς αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, ανεξαρτήτως του βαθμού επιχειρησιακής τους σύνδεσης με υφιστάμενα έργα ΑΠΕ, ήτοι του χαρακτήρα τους ως συνοδών έργων ΑΠΕ ή stand alone μονάδων, εφόσον ο συσχετισμός με τα έργα ΑΠΕ είναι προεχόντως λειτουργικός και συνίσταται στη σύνδεση των σταθμών αποθήκευσης με υποσταθμό μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, προκειμένου, μέσω της σύνδεσης αυτής που ελαχιστοποιεί τις απώλειες, οι σταθμοί να απορροφούν και να αποθηκεύουν τη διακυμαινόμενη, περίσσεια ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές, να την επιστρέφουν δε στο σύστημα διασφαλίζοντας τη σταθερή παροχή ηλεκτρικής ενέργειας και την κάλυψη της αυξανόμενης ζήτησης στο δίκτυο. Ενόψει των ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη ότι ο αιτών Δήμος συνομολογεί τη γειτνίαση της επίμαχης εγκατάστασης με υφιστάμενους σταθμούς ΑΠΕ, οι ισχυρισμοί περί μη πραγματικής συνδέσεως των stand alone σταθμών αποθήκευσης με τα έργα ΑΠΕ, όπως προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ομοίως αβάσιμοι είναι και οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων των πρόσφατων νόμων 4951/2022 και 5037/2023 που επιτρέπουν τη χωροθέτηση των σταθμών αποθήκευσης στις περιοχές όπου χωροθετούνται έργα ΑΠΕ, υπό την αντίληψη ότι οι ιδιαιτερότητες της χωροθέτησης των σταθμών αυτών δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) που εκπονήθηκε σε σχέση με το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ. Και τούτο διότι οι σταθμοί αποθήκευσης αποτελούν δραστηριότητα παρακολουθηματική της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, η οποία έχει μελετηθεί από χωροταξική άποψη βάσει ΣΜΠΕ και ως εκ τούτου δεν χρήζουν αυτοτελούς μελέτης σε επίπεδο σχεδίου, βάσει χωριστής ΣΜΠΕ (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 618/2025).
- Επειδή, προβάλλεται ότι ο καθορισμός Πρότυπων Περιβαλλοντικών Δεσμεύσεων (ΠΠΔ) κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 4014/2011 θα έπρεπε να προηγηθεί της αδειοδότησης των ένδικων σταθμών, προκειμένου να λάβει προσηκόντως υπόψη τις επιπτώσεις και τις βασικές παραμέτρους λειτουργίας των έργων αυτών, όπως την ανάγκη ανακύκλωσης των μπαταριών, τον κίνδυνο πυρκαγιάς σε περίπτωση έκθεσης των μπαταριών σε υψηλές θερμοκρασίες (όπως ομολογείται στη σελίδα 34 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης), τις επιπτώσεις από τη λειτουργία του έργου στα ύδατα και στον υδροφόρο ορίζοντα της περιοχής εγκατάστασης (η οποία ανήκει στις περιοχές που προορίζονται για την άντληση ύδατος για ανθρώπινη κατανάλωση), και τους τρόπους μετριασμού τους, την ένταξη της περιοχής του έργου σε προστατευόμενο υπόγειο υδατικό σύστημα, την παραγωγή αποβλήτων από τα καύσιμα και τα λιπαντικά έλαια του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού (όπως ομολογείται στη σελίδα 67 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης) κ.ο.κ., οι ανωτέρω δε επιπτώσεις δεν αντιμετωπίζονται με επιστημονική επάρκεια και βεβαιότητα στην υποβληθείσα Περιβαλλοντική Έκθεση, όπως επιτάσσει το άρθρο 10 του ν. 1650/1986. Εξάλλου, η αδειοδότηση δραστηριοτήτων κατηγορίας Β χωρίς Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ), λόγω της υπέρβασης του χρονικού περιθωρίου των εννέα μηνών, που τίθεται από το άρθρο 8 του ν. 4014/2011 ως αποκλειστική προθεσμία για τη θέσπισή τους, συνιστά αυτοτελή πλημμέλεια της προσβαλλόμενης πράξης. Και τούτο διότι έχει ως συνέπεια την εφαρμογή ενός παρωχημένου νομοθετικού καθεστώτος περιβαλλοντικής αδειοδότησης, από το οποίο ελλείπουν, μεταξύ άλλων, οι διαδικαστικές εγγυήσεις του άρθρου 19 του ν. 4014/2011 περί ενημερώσεως του κοινού και περί δημοσιοποιήσεως της σχετικής περιβαλλοντικής έγκρισης στον ιστότοπο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και στον τοπικό τύπο.
- Επειδή, και οι ανωτέρω ισχυρισμοί περί εντάξεως του ένδικου έργου σε πλημμελές πλαίσιο περιβαλλοντικής αδειοδότησης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όπως έγινε δεκτό στη σκέψη 8, το ένδικο έργο κατατάσσεται στην κατηγορία Β ως έχον τοπικές και μη σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, δεδομένου δε ότι η κατάταξη αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, απαραδέκτως αμφισβητείται με τους ως άνω προβαλλόμενους ισχυρισμούς. Περαιτέρω, νομίμως το έργο υπήχθη στη διαδικασία περιβαλλοντικής αξιολόγησης βάσει της ισχύουσας κατά τον χρόνο της προσβαλλόμενης έγκρισης ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003, κατ’ εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 30 του ν. 4014/2011, καθόσον, κατά τον χρόνο εκείνο, δεν είχαν εισέτι τεθεί σε ισχύ οι Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ), με τις οποίες τυποποιείται η διαδικασία αδειοδότησης, τούτο δε παρά την πάροδο της προθεσμίας των εννέα μηνών για την έκδοσή τους, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 4014/2011. Πράγματι, η προθεσμία για τη θέση σε ισχύ ΠΠΔ για συγκεκριμένη δραστηριότητα, η οποία πάντως δεν είναι αποκλειστική, πρέπει να θεωρηθεί ότι εκκινεί από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου που καθιστά δυνατή την άσκηση της δραστηριότητας στην οποία αναφέρονται οι ΠΠΔ, δηλαδή, εν προκειμένω, από τις 28.3.2023, οπότε δημοσιεύτηκε ο ν. 5037/2023. Υπό την αντίθετη εκδοχή, η αδειοδότηση των σταθμών αποθήκευσης θα έπρεπε οπωσδήποτε να αναμένει την έκδοση ΠΠΔ, τούτο δε θα αντέκειτο στον νομοθετικό σκοπό της άμεσης ενεργοποίησης μιας νέας δραστηριότητας, η οποία, έχοντας χαρακτήρα υποστηρικτικό των ΑΠΕ, κατατείνει στην προστασία του περιβάλλοντος, σε συμμόρφωση προς τις επιταγές του ενωσιακού δικαίου για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης και της κλιματικής αλλαγής, δηλαδή ζήτημα κατεπείγον (βλ. ανωτέρω σκέψη 4). Όσον αφορά δε στην τηρηθείσα διαδικασία, νομίμως υποβλήθηκε η προσβαλλόμενη πράξη εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων στις διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπονται από το άρθρο 11 παρ. 5 της ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003 (ανάρτηση στον ιστότοπο της Περιφέρειας) και από τα άρθρα 76 παρ. 1, 77 παρ. 1 και 78 παρ. 2 του ν. 4727/2020 (ανάρτηση στη ΔΙΑΥΓΕΙΑ), Περαιτέρω, όσον αφορά στην επάρκεια της περιβαλλοντικής μελέτης του έργου, νομίμως, πάντως, η Περιβαλλοντική Έκθεση που υποβλήθηκε από τον φορέα του έργου κατ’ εφαρμογή της ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003, δεν εξαντλείται στο ερωτηματολόγιο του Πίνακα 3 του άρθρου 16 της ΚΥΑ 69269/5387/1990, συμπλήρωση του οποίου δεν θα ήταν, άλλωστε, αρκετή για την αδειοδότηση του έργου (βλ. ΣτΕ 1520/1993 επταμ. κ.ά.), αλλά έχει τη μορφή επιστημονικής μελέτης με σαφή λογική βάση και τεκμηρίωση των συμπερασμάτων της με αναφορά στα μέχρι τούδε γνωστά για τη δραστηριότητα επιστημονικά και τεχνολογικά δεδομένα. Ειδικότερα, η υποβληθείσα Περιβαλλοντική Έκθεση περιέχει τεχνική περιγραφή του έργου (κεφάλαια 1-4), καταγραφή της υφιστάμενης κατάστασης του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος της περιοχής εγκατάστασης (κεφάλαια 5-6), επισήμανση των πιθανών επιπτώσεων του σταθμού στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον και των προτεινόμενων μέτρων μετριασμού των επιπτώσεων αυτών (κεφάλαιο 7), παρέχει δε επαρκείς προβλέψεις για τα κρίσιμα εν προκειμένω περιβαλλοντικά ζητήματα, τα οποία ο αιτών Δήμος θέτει με τον ως άνω λόγο ακυρώσεως. Ειδικότερα, η διαδικασία και οι προδιαγραφές της εφαρμοστέας εναλλακτικής ανακύκλωσης των στερεών αποβλήτων με βάση την ευρωπαΐκή (οδηγία 2006/66/ΕΚ) και την εθνική νομοθεσία (ΚΥΑ 41624.2057.Ε103.2010, Β’ 1625 και ΚΥΑ 39200/2015, Β’ 2057), περιγράφεται στις σελίδες 74-75 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης, όπου δηλώνεται ρητά ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε απόρριψη ή εναπόθεση των αποβλήτων στο περιβάλλον ή η διάθεσή τους σε χώρους υγειονομικής ταφής αποβλήτων ή η αποτέφρωσή τους. Προβλέπεται ακόμη ότι από την κανονική λειτουργία του έργου δεν θα παράγονται υγρά απόβλητα, τυχόν δε υγρά απόβλητα που θα προκύψουν κατά τη συντήρηση του εξοπλισμού, θα συλλέγονται σε ειδικά δοχεία και θα οδηγούνται προς ειδική διαχείριση από διαπιστευμένους φορείς, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Ομοίως, κατά τη φάση κατασκευής, τα χρησιμοποιούμενα ορυκτέλαια υπάγονται σε διαχείριση σύμφωνα με το ευρωπαϊκό (οδηγίες 75/349/ΕΟΚ και 87/101/ΕΟΚ) και το εθνικό δίκαιο (ΚΥΑ 71560/3053/1985, Β’ 665 και ΚΥΑ 98012/2001/1995, Β’ 40/1996), σε περίπτωση δε διαρροής πετρελαιοειδών λαμβάνεται μέριμνα για την αποφυγή εκτεταμένου εμποτισμού του εδάφους με τη χρήση απορροφητικών υλικών (βλ. σελ. 70-71 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης). Περαιτέρω, η επισήμανση του κινδύνου από την έκρηξη των μπαταριών σε περίπτωση έκθεσής τους σε υψηλές θερμοκρασίες αποδεικνύει ότι μελετήθηκαν όλες οι ιδιαιτερότητες του έργου κατά τον σχεδιασμό της πυροπροστασίας του και προβλέφθηκε σύστημα εξαερισμού και ελέγχου θερμοκρασίας, ο εξοπλισμός δε του σταθμού υπήχθη σε δοκιμή σύμφωνα με τα υψηλότερα διεθνή πρότυπα για την αξιολόγηση της θερμικής διαφυγής, της σύστασης αερίου, της ανάφλεξης, της εξάπλωσης της πυρκαγιάς, της αναζωπύρωσης και της αποτελεσματικότητας των συστημάτων πυροπροστασίας (βλ. σελ. 76-77 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης). Τέλος, σχετικά με τις πιθανές επιπτώσεις του έργου στα ύδατα, στον υδροφόρο ορίζοντα και στο προστατευόμενο υπόγειο υδατικό σύστημα, στην Περιβαλλοντική Έκθεση γίνεται δεκτό ότι: α) το έργο εναρμονίζεται πλήρως με τη 2η Αναθεώρηση του Σχεδίου Διαχείρισης των Λεκανών Απορροής Ποταμών του Υδατικού Διαμερίσματος Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας (EL 07) [Α’ 74/20.5.2025], διότι δεν σχετίζεται με τη χρήση υπόγειων ή επιφανειακών υδατικών πόρων τόσο κατά την κατασκευή όσο και κατά τη λειτουργία του, ούτε και με την παραγωγή υγρών αποβλήτων, β) το έργο δεν βρίσκεται εντός ορίων περιοχής που έχει οριστεί ως “Ζώνη Δυνητικά Υψηλού Κινδύνου Πλημμύρας” από το Εγκεκριμένο Σχέδιο Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας του Υδατικού Διαμερίσματος Στερεάς Ελλάδας (EL 07) [Β’ 2682/2018], η πλησιέστερη δε Ζώνη εντοπίζεται σε απόσταση 200μ από την περιοχή του έργου, γ) στα όρια της ευρύτερης περιοχής εγκατάστασης του έργου δεν υφίσταται κανένα σημείο ύδατος (πηγή ή φρέαρ) ούτε και κλάδος υδρογραφικού δικτύου, δ) δεδομένου ότι η περιοχή του έργου αναπτύσσεται σε γεωλογικούς σχηματισμούς ασήμαντης υπόγειας υδροφορίας και υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρηθούν όλες οι προβλεπόμενες προδιαγραφές ασφαλείας, δεν αναμένεται καμία δυσμενής συνέπεια στο υδάτινο περιβάλλον της περιοχής, ενώ η θέση εγκατάστασης του σταθμού δεν σχετίζεται με περιοχές λιμναζόντων υδάτων ή τεναγών, και ε) οι όποιες πιθανές επιπτώσεις στους υδατικούς πόρους της περιοχής δύνανται να μετριαστούν μέσω της καλής διαχείρισης των υγρών αποβλήτων με τους τρόπους που περιγράφονται στη μελέτη (βλ. σελ. 46-50 και 66-68 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης). Με τα παραπάνω δεδομένα, ο ως άνω λόγος ακυρώσεως, καθ’ ο μέρος πλήττει την πληρότητα και την επάρκεια της Περιβαλλοντικής Έκθεσης για την αξιολόγηση των επιπτώσεων του ένδικου έργου στο περιβάλλον, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
- Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, ότι η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ είναι μη νόμιμη και πρέπει να ακυρωθεί, διότι ερείδεται στην υποβληθείσα από την παρεμβαίνουσα εταιρεία Περιβαλλοντική Έκθεση, η οποία πάσχει από ουσιώδεις πλημμέλειες, όπως είναι ιδίως: α) η έλλειψη τεχνικής περίληψης, η οποία προβλέπεται στο Παράρτημα 2, παρ. 2.1-2.6 της ΥΑ οικ. 170225/2014 (Β’ 135) και προβλεπόταν διαχρονικά στο άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 1650/1986 και στο άρθρο 3 του ν. 3010/2002, β) η παράλειψη εκτίμησης εναλλακτικών λύσεων, όπως ορίζεται στο Παράρτημα 2, παρ. 7.1-7.2.3 της ΥΑ οικ. 170225/2014, γ) η παράλειψη προσδιορισμού της γεωγραφικής θέσης των συνοδών έργων οδοποιίας καθώς και των συνοδών έργων διασύνδεσης με το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας, όπως ορίζεται στο Παράρτημα 2, παρ. 1.3.1, 1.3.3 της ΥΑ οικ. 170225/2014, δ) η έλλειψη μνείας στα οικονομικά στοιχεία του έργου, ε) η εν γένει ανεπαρκής τήρηση των προδιαγραφών του Πίνακα 3 της ΚΥΑ 69269/5387/90 (Β’ 678/1990) για τις συνθήκες και τις ανάγκες της κρινόμενης δραστηριότητας καθώς και για τη θέσπιση επαρκών και εφαρμόσιμων περιβαλλοντικών όρων. Και ο λόγος αυτός ακυρώσεως, όπως προβάλλεται, είναι απορριπτέος, στο σύνολό του, προεχόντως διότι ερείδεται στην εσφαλμένη αντίληψη ότι εφαρμοστέα εν προκειμένω είναι η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης κατόπιν υποβολής γνωμοδοτήσεων από τις αρμόδιες αρχές και αξιολόγησης των αποτελεσμάτων της διαβούλευσης με το κοινό, η οποία προβλέπεται για έργα της κατηγορίας Α και θέτει αυξημένες προδιαγραφές για τη σύνταξη Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Όπως, όμως, έγινε δεκτό ανωτέρω (βλ. σκέψη 8), το ένδικο έργο αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας κατατάσσεται στην κατηγορία Β, για την οποία θα αρκούσε η υπαγωγή σε ΠΠΔ, λαμβάνει, όμως, περιβαλλοντική έγκριση κατ’ εφαρμογή της ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003, η οποία απαιτεί τη σύνταξη Περιβαλλοντικής Έκθεσης με προδιαγραφές που έχουν στο σύνολό τους τηρηθεί, όπως έγινε δεκτό ανωτέρω (βλ. σκέψη 12). Σε κάθε δε περίπτωση, οι προβαλλόμενες ως ελλείψεις ή παραλείψεις υποβολής στοιχείων από τον φορέα του έργου δεν συνιστούν πλημμέλειες της μελέτης του έργου για τους ακόλουθους λόγους: α) Στο Κεφάλαιο 2 της εν λόγω Περιβαλλοντικής Έκθεσης περιλαμβάνεται τεχνική περίληψη με συνοπτική παρουσίαση του έργου. (βλ. σελ. 11-13). β) Η εξέταση εναλλακτικών λύσεων ως προς την εγκατάσταση και λειτουργία του ένδικου έργου, η οποία, σημειωτέον, δεν επιχειρείται προκειμένου περί έργων της κατηγορίας Β που υπάγονται κατά κανόνα σε ΠΠΔ, νομίμως, εν προκειμένω, δεν αποτελεί αντικείμενο διεξοδικής έρευνας, δεδομένου ότι οι σταθμοί αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας χωροθετούνται, για λόγους λειτουργικούς αλλά και μείζονος περιβαλλοντικής προστασίας, ως παρακολούθημα εγκαταστάσεων ΑΠΕ, η επιλογή δε της συγκεκριμένης θέσης εγκατάστασής τους γίνεται με κριτήρια σαφή και συγκεκριμένα, όπως το διαθέσιμο ενεργειακό δυναμικό της Καρύστου, η οποία χαρακτηρίζεται ως “ενεργειακός κόμβος” (πρβλ. ΣτΕ 159/2024 σκ. 9), η συντομότερη διασύνδεση με το σύστημα, ήτοι με τον πλησιέστερο υποσταθμό μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η εξυπηρέτηση από το υφιστάμενο οδικό δίκτυο και η εν γένει ελαχιστοποίηση της επέμβασης στο φυσικό περιβάλλον. γ) Στην Περιβαλλοντική Έκθεση δεν προβλέπεται η κατασκευή συνοδών έργων, στη δε 375461/20.7.2023 γνωμοδότηση του Δασαρχείου Αλιβερίου αναφέρεται ρητώς ότι: “Δεν προβλέπεται η κατασκευή νέων οδών και το έργο θα εξυπηρετηθεί από το υφιστάμενο οδικό δίκτυο χωρίς ουδεμία νέα επέμβαση”. Στην προσβαλλόμενη δε ΑΕΠΟ τέθηκε ρητός όρος ότι: “Δεν θα κατασκευαστούν συνοδά έργα (π.χ. διάνοιξη ή βελτίωση οδοποιίας, ενάεριες γραμμές διασύνδεσης με το δίκτυο κ.ά.) που να περιλαμβάνονται στους πίνακες της ΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΙΠΑ/17185/1069/2022 (Β’ 841) όπως ισχύει. δ) Δεν προβλέπεται από τη νομοθεσία που διέπει το έργο η υποχρέωση αναγραφής των οικονομικών στοιχείων του στην υποβαλλόμενη Περιβαλλοντική Έκθεση. ε) Δεν διαπιστώνεται ανεπαρκής τήρηση των προδιαγραφών του Πίνακα 3 της ΚΥΑ 69269/5387/90 για την κατασκευή και λειτουργία του ένδικου έργου, καθώς και για τη θέσπιση επαρκών και εφαρμόσιμων περιβαλλοντικών όρων.
- Επειδή, περαιτέρω προβάλλεται ότι αποτελεί ουσιώδη πλημμέλεια της τηρηθείσας διαδικασίας η μη υποβολή γνωμοδότησης από το Τμήμα Χωρικού Σχεδιασμού της Δ/νσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Περιφερειακής Ενότητας Εύβοιας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, ως καθ’ ύλην αρμόδια αρχή. Αντίθετα, όμως, με τα προβαλλόμενα, η τηρηθείσα εν προκειμένω διαδικασία δεν καθίσταται πλημμελής εκ της παραλείψεως υποβολής γνωμοδότησης από το Τμήμα Χωρικού Σχεδιασμού της Δ/νσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Περιφερειακής Ενότητας Εύβοιας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, το οποίο είναι αρμόδιο για τη μελέτη και ανάπτυξη της χωροταξικής κατανομής των δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται στο πλαίσιο της Π.Ε. Εύβοιας σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 περ. α’ του π.δ. 148/2010 “Οργανισμός Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας” (Α’ 241). Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως αν ο Οργανισμός της Περιφέρειας έχει εξουσιοδότηση να θεσπίσει ουσιώδεις τύπους της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης, πάντως, ούτε στην ανωτέρω διάταξη του Οργανισμού της Περιφέρειας, αλλά ούτε και στο άρθρο 11 της ΚΥΑ 11014/703/Φ104/2003, προβλέπεται η υποβολή γνωμοδότησης από το Τμήμα Χωρικού Σχεδιασμού της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας στο πλαίσιο της διαδικασίας χορήγησης περιβαλλοντικής έγκρισης έργου κατηγορίας Β από τον Αντιπεριφερειάρχη Περιβάλλοντος, και δη ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας. Πρέπει, επομένως, και ο λόγος αυτός να απορριφθεί.
- Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ είναι μη νόμιμη και πρέπει να ακυρωθεί διότι, κατά παραβίαση της εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας, παραλείφθηκε η εκτίμηση της συνεργιστικής δράσης του έργου με άλλα έργα στην ίδια περιοχή, όπως με τέσσερις αιολικούς σταθμούς σε λειτουργία και πάνω από οκτώ με άδεια παραγωγής, αλλά και με σχεδιαζόμενο σταθμό αποθήκευσης ισχύος 50MW σε απόσταση 1,5 χλμ βορειοδυτικά του ένδικου. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του (δεδομένου ότι δεν προβάλλεται σε ποιο στάδιο αδειοδότησης βρίσκεται ο όμορος σταθμός ούτε παρέχονται ακριβή στοιχεία για τα υφιστάμενα έργα ΑΠΕ), είναι απορριπτέος, διότι η εξέταση της συνεργιστικής δράσης του σταθμού αποθήκευσης με υφιστάμενα ή σχεδιαζόμενα έργα παραγωγής ΑΠΕ, καθώς και με τις παρακολουθηματικές αυτών μονάδες αποθήκευσης, εφόσον αυτή απαιτείται, δύναται, πάντως, να γίνει λυσιτελώς στο στάδιο της αδειοδότησης μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, καθόσον ως προς αυτές ο σταθμός αποθήκευσης δρα υποστηρικτικά, και όχι στο στάδιο της αδειοδότησης της αποθήκευσης, με την οποία συμπληρώνεται και ολοκληρώνεται η χωροθέτηση των έργων παραγωγής από ΑΠΕ.
- Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ πάσχει από έλλειψη τεκμηρίωσης ως προς την αναγκαιότητα και την εν γένει αναλογικότητα της θυσίας δασικής βλάστησης, καθόσον παραλείφθηκε η εξέταση της δυνατότητας χωροθέτησης σε μη δασική έκταση κατά τη διατύπωση των θετικών για το έργο γνωμοδοτήσεων από τις αρμόδιες δασικές αρχές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 του ν. 998/1979 [όπως τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 49 του ν. 4951/2022 (ως προς τα έργα ΑΠΕ) και στη συνέχεια με το άρθρο 215 του ν. 5037/2023 (ως προς τις εν γένει επιτρεπτές επεμβάσεις σε δάση και δασικές εκτάσεις)], καθώς και σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 3α του ν. 998/1979 [όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 218 παρ. 2 του ν. 5037/2023]. Σύμφωνα όμως με τα γενόμενα δεκτά ανωτέρω, θεμιτώς, κατά το Σύνταγμα, επιτρέπεται η χωροθέτηση σταθμού αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας εντός δασικής έκτασης, ως εγκατάστασης παρακολουθηματικής των έργων ΑΠΕ που βρίσκονται ήδη εγκατεστημένα εντός της ευρύτερης περιοχής. Επί του επιτρεπτού δε της χωροθέτησης του ένδικου σταθμού αποθήκευσης γνωμοδότησαν θετικά τόσο το Δασαρχείο Αλιβερίου (βλ. τη 375461/20.7.2023 γνωμοδότηση του Δασάρχη Αλιβερίου), όσο και η Διεύθυνση Δασών Εύβοιας της Επιθεώρησης Εφαρμογής Δασικής Πολιτικής Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (βλ. 403244/2.8.2023 γνωμοδότηση της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Δασών Εύβοιας), και δη κατά ρητή επίκληση των όρων της εφαρμοστέας νομοθεσίας, ήτοι των άρθρων 45 και 53 παρ. 3α του ν. 998/1979 όπως ισχύουν, και αφού ελήφθη υπόψη η μικρή έκταση κατάληψης σε σύγκριση με τη συνολική έκταση του γηπέδου εγκατάστασης (1,5 στρέμμα από 59 περίπου στρέμματα δασικής έκτασης). Εξάλλου, με τις ανωτέρω γνωμοδοτήσεις τέθηκαν ειδικοί προστατευτικοί όροι της καταλαμβανόμενης δασικής έκτασης, καθώς και του ευρισκόμενου εντός αυτής Καταφυγίου Άγριας Ζωής (Β’ 700/25.7.1980), με σκοπό την ελάχιστη δυνατή θυσία δασικής βλάστησης και τον εν γένει περιορισμό των επιπτώσεων του έργου στο δασικό οικοσύστημα, σε συμφωνία με την αρχή της αναλογικότητας. Οι εν λόγω γνωμοδοτήσεις ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν κατά τη σύνταξη της από Ιουλίου 2024 Περιβαλλοντικής Έκθεσης που συνοδεύει την προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ, οι προταθέντες δε με τις γνωμοδοτήσεις ειδικοί περιβαλλοντικοί όροι αποτέλεσαν τμήμα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης με την κρινόμενη αίτηση πράξης. Εξάλλου, αβασίμως προβάλλεται ότι συνιστά πλημμέλεια της προσβαλλόμενης ΑΕΠΟ η παράλειψη προηγούμενης έκδοσης άδειας επέμβασης σε δασική έκταση σύμφωνα με το άρθρο 45 παρ. 4 του ν. 998/1979 όπως ισχύει, διότι η έκδοση αυτοτελούς πράξης έγκρισης επέμβασης, η οποία ενσωματώνεται στη συνέχεια στην περιβαλλοντική άδεια, δεν απαιτείται, πάντως, στις περιπτώσεις που δεν πρόκειται για τη συνήθη διαδικασία των άρθρων 3, 4 και 8 του ν. 4014/2011.
- Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ είναι μη νόμιμη διότι δεν θέτει επαρκείς όρους προστασίας από τον υψηλό κίνδυνο πυρκαγιάς που ενέχει η λειτουργία του έργου ως εκ της εφαρμοζόμενης τεχνολογίας ιόντων λιθίου, τα οποία δύνανται να προκαλέσουν ανάφλεξη λόγω κατασκευαστικών ή σχεδιαστικών ελαττωμάτων ή και λόγω μη φυσιολογικής ή ακατάλληλης χρήσης τους. Περαιτέρω προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι πυρκαγιές συσσωρευτών είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνες, οι δε Πυροσβεστικές Υπηρεσίες είναι ανέτοιμες να τις αντιμετωπίσουν εφόσον δεν υφίστανται ειδικά σχέδια δράσης και ειδικώς εκπαιδευμένο προσωπικό. Για την τεκμηρίωση των ως άνω ισχυρισμών προσκομίζονται επιστημονικά και δημοσιογραφικά δεδομένα για πυρκαγιές και ατυχήματα που προκλήθηκαν διεθνώς από παρόμοια έργα, καθώς και επιστολή-έκθεση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Τρίπολης για τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης περίπτωσης, οι οποίες, κατά τα αναφερόμενα στην έκθεση, δεν έχουν μελετηθεί και δεν έχουν αντιμετωπιστεί με τη θέσπιση ειδικού νομοθετικού πλαισίου που να προβλέπει σαφή σχεδιασμό της ένδικης δραστηριότητας και ειδική εκπαίδευση του πυροσβεστικού προσωπικού. Όπως, όμως, προκύπτει από την υποβληθείσα Περιβαλλοντική Έκθεση, οι τεχνικές ιδιαιτερότητες των συσσωρευτών ως προς την πυροπροστασία έχουν μελετηθεί ειδικώς στο πλαίσιο έγκρισης του ένδικου έργου και έχουν προβλεφθεί κατάλληλα μέτρα πρόληψης και προστασίας με την προσβαλλόμενη πράξη, τα οποία ερείδονται στα σύγχρονα διεθνή επιστημονικά δεδομένα. Ειδικότερα προβλέπεται ότι, αν και οι πιθανότητες εμφάνισης μιας κατάστασης ατυχήματος είναι εξαιρετικά μικρές, ο εξοπλισμός διαθέτει τα κατάλληλα μέσα πυροπροστασίας και τον σχεδιασμό ώστε το φαινόμενο να περιορίζεται στον οικίσκο από το οποίο ξεκινάει ενδεχόμενη πυρκαγιά, χωρίς να εξαπλώνεται στις λοιπές συνιστώσες του σταθμού. Επιπροσθέτως, καθένας από τους οικίσκους συσσωρευτών θα περιλαμβάνει σύστημα πυρόσβεσης με μονάδα εξαερισμού, πίνακα ελέγχου πυρκαγιάς και πίνακα πυρόσβεσης, πυροσβεστήρα, καθώς και σειρήνες και λαμπτήρες συναγερμού πυρκαγιάς και απελευθέρωσης αερίων (βλ. σελ. 23-24 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης). Συνολικά το σύστημα έχει δοκιμαστεί ως προς τη θερμική διαφυγή, τη σύσταση αερίου, την ανάφλεξη, την εξάπλωση της πυρκαγιάς, την αναζωπύρωση και την αποτελεσματικότητα των συστημάτων πυροπροστασίας (βλ. σελ. 76 της Περιβαλλοντικής Έκθεσης). Εξάλλου, στην Περιβαλλοντική Έκθεση (σελ. 34) αναφέρονται τα εξής: “Οι πυρκαγιές συσσωρευτών παρουσιάζουν ιδιαιτερότητες ως προς τη συμπεριφορά τους κατά την καύση και την κατάσβεση. Ως υλικό κατάσβεσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί το νερό ή το διοξείδιο του άνθρακα. Οι πυροσβέστες πρέπει να διαθέτουν αυτόνομες συσκευές αναπνοής κατά την επιχείριση κατάσβεσης. Οι ιδιαίτεροι κίνδυνοι που ελλοχεύουν είναι η βίαιη εκτόνωση αερίων και η πιθανή έκρηξη των στοιχείων των μπαταριών όταν εκτεθούν σε υψηλές θερμοκρασίες. Τα προϊόντα της καύσης των συσσωρευτών είναι το CO, το CO2 και οι ατμοί οξειδίου του λιθίου.” Περαιτέρω, ο φορέας του έργου υποχρεούται, βάσει ρητού όρου της προσβαλλόμενης πράξης αλλά και της 375461/20.7.2023 γνωμοδότησης του Δασαρχείου Αλιβερίου, να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη πυρκαγιάς και την αποφυγή μετάδοσής της σε παρακείμενες περιοχές, κατόπιν σχετικής έγκρισης της αρμόδιας Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η εγκατάσταση συστήματος αντικεραυνικής προστασίας, η άφεση δρόμου πλάτους τουλάχιστον 5μ για την πρόσβαση των πυροσβεστικών οχημάτων με φωτισμό έκτακτης ανάγκης, η απουσία εύφλεκτης βλάστησης στην αυλή εγκατάστασης, η άφεση απόστασης τουλάχιστον 30μ μεταξύ των οικίσκων και των χώρων αποθήκευσης εύφλεκτων υλικών, η ανάρτηση σε κάθε οικίσκο και στην κεντρική αίθουσα ελέγχου Δελτίου Δεδομένων Ασφάλειας για όλες τις επικίνδυνες ουσίες, η ύπαρξη συστημάτων πυρανίχνευσης και πυρόσβεσης σε όλους τους οικίσκους, η απαγόρευση χρήσης διηλεκτρικών ελαίων και η εγκατάσταση των μετασχηματιστών εντός κατάλληλης λεκάνης ασφαλείας. Στον χώρο του έργου θα πρέπει να είναι διαθέσιμο εγχειρίδιο του κατασκευαστή για την αντιμετώπιση πυρκαγιάς, όπως και εγχειρίδια λειτουργίας και συντήρησης, απόκρισης έκτακτης ανάγκης και αντιμετώπισης πυρκαγιάς σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα. Τα ως άνω προβλεπόμενα μέτρα προστασίας ταυτίζονται με τα προβλεπόμενα σχετικώς στις μετέπειτα εκδοθείσες Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) για σταθμούς αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας [βλ. Παράρτημα Β(ΣΤ) της ΥΠΕΝ/ΔΙΠΑ/103448/7298/25.9.2024 υπουργικής απόφασης (Β΄5628)]. Τέλος, στην προσβαλλόμενη πράξη προβλέπεται ότι, πριν από τη λειτουργία του έργου, θα πρέπει να εκπονηθεί μελέτη πυροπροστασίας και να εγκριθούν τα συστήματα πυρόσβεσης από την Πυροσβεστική Υπηρεσία. Κατά συνέπεια, και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
- Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και κατόπιν απορρίψεως όλων των προβαλλόμενων λόγων ακυρώσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η παρέμβαση, καθ’ ο μέρος ασκείται από την πρώτη αναφερόμενη στο δικόγραφο εταιρεία, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 3.
Πρόεδρος: Χ. Ντουχάνης
Εισηγητής: Θ. Ζιάμου






