ΣτΕ 1714/2024 Μη νόμιμη απόρριψη αιτήματος επέκτασης λατομικού χώρου σε ιδιωτικές δασικές εκτάσεις]
Περίληψη
– Μεταξύ των, κατά τις διατάξεις του δασικού νόμου, επιτρεπτών επεμβάσεων αποτελεί η εκμετάλλευση διά της εξορύξεως λατομείων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων, η έγκριση χώρων για την «εναπόθεση στείρων» και η «διάνοιξη οδών προσπέλασης» για την εξυπηρέτηση των υφιστάμενων λατομικών δραστηριοτήτων ή την πρόσβαση σε αυτές. Οι εν λόγω επεμβάσεις αποτελούν εξαιρετικό μέτρο και επιτρέπονται υπό τους όρους που εγγυάται η διαγραφόμενη στην παρ. 2 του άρθρου 52 διαδικασία σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 του ν. 998/1979. Δεν αποκλείεται η επέκταση των ορίων ήδη παραχωρημένης προς εκμετάλλευση λατομικής δημόσιας δασικής εκτάσεως με την προσθήκη εντός αυτής όμορων ή και συνεχόμενων ιδιωτικού χαρακτήρα δασικών εκτάσεων για την εξυπηρέτηση της λατομικής δραστηριότητας στην οποία περιλαμβάνεται και η εναπόθεση στείρων υλικών, που προέρχονται από τη διαδικασία εξόρυξης. Οι εκτάσεις αυτές πρέπει να έχουν χωρική συνέχεια με την αρχικώς παραχωρηθείσα έκταση, η οποία δεν απαιτείται να είναι άμεση ως προς όλη την έκταση αυτή, αλλά μπορεί να αποτελείται και από πλείονα επιμέρους τεμάχια συνεχόμενα μεταξύ τους, ορισμένα, τουλάχιστον, όμως, οφό τα οποία εφάπτονται με την αρχικώς παραχωρηθείσα έκταση.
Οι κατ’ εξαίρεση, επιτρεπτές από τη δασική νομοθεσία επεμβάσεις υπόκεινται στους περιορισμούς της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, που προβλέπει ορισμένη διοικητική διαδικασία, με την οποία παρέχεται στα αρμόδια όργανα η δυνατότητα να εκτιμούν εκ των προτέρων τις αναμενόμενες συνέπειες για το περιβάλλον από σχεδιαζόμενα έργα ή δραστηριότητες και, ενόψει των συνεπειών αυτών, της φύσεως και της σημασίας των τυχόν θιγομένων οικοσυστημάτων ή μεμονωμένων στοιχείων, του χαρακτήρα και του σκοπού του συγκεκριμένου έργου ή δραστηριότητας και των υφισταμένων μέσων αποτροπής, άρσης ή μείωσης της πιθανολογουμένης βλάβης του περιβάλλοντος, να κρίνουν εάν και με ποιους όρους μπορεί να πραγματοποιηθεί το έργο ή η δραστηριότητα, ώστε να μην παραβιάζονται οι αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και της προληπτικής δράσης στον τομέα του περιβάλλοντος. Ουσιώδες στοιχείο της διαδικασίας αυτής αποτελεί η εκπόνηση και η υποβολή μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ενώ η σχετική διαδικασία ολοκληρώνεται με την έκδοση της πράξης έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων, υπό τους οποίους και μόνον είναι επιτρεπτή, από την άποψη της νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος, η κατασκευή του έργου ή η ανάπτυξη της δραστηριότητας, για τα οποία πρόκειται, στη συγκεκριμένη θέση. Η ίδια διαδικασία (της εκπόνησης και υποβολής περιβαλλοντικής μελέτης και εισήγησης της δασικής αρχής επ’ αυτής ακολουθείται και όταν ζητείται η τροποποίηση της αρχικής έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, εφόσον από την τροποποίηση δύναται, κατά την αιτιολογημένη κρίση της διοικήσεως, να επέλθουν ουσιώδεις διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις επιπτώσεις του έργου στο περιβάλλον, ή παρατηρούνται ουσιώδεις μεταβολές των δεδομένων επί των οποίων στηρίχθηκε η αρχική έγκριση περιβαλλοντικών όρων.
Εν προκειμένω, το αίτημα της περιβαλλοντικής αδειοδότησης της απόθεσης στείρων σε όμορη δασική έκταση αφορά σε δραστηριότητα που είναι αναγκαία για την εκμετάλλευση κοιτάσματος, που βρίσκεται εντός δασικής έκτασης, όπου και το υφιστάμενο ήδη λατομείο και δεν αποτελεί «ιδιαίτερη επέμβαση», κατά την έννοια του νόμου και της σχετικής εγκυκλίου διαταγής του ΥΠΕΝ, σύμφωνα με την οποία «η επέμβαση για τη λατομική δραστηριότητα εγκρίνεται στα πλαίσια μίας ολοκληρωμένης επέμβασης στο λατομικό χώρο, εντάσσοντας και τη δυνατότητα του προτεινόμενού χώρου εναπόθεσης στείρων ή καταλοίπων υλικών, όπως σχετικώς προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 52 του ν. 998/1979 ως ισχύει, καθόσον δεν είναι δυνατή η εναπόθεσή τους ως ιδιαίτερη επέμβαση», δηλαδή δραστηριότητα, που μπορεί να αναπτυχθεί οπουδήποτε, μη συνδεόμενη άρρηκτα με το χώρο της ανεύρεσης κοιτάσματος. Τη συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης αναγνωρίζει και η Διοίκηση, η οποία δέχεται ότι η τροποποιητική ΜΠΕ μελετά τους χώρους απόθεσης κατά τρόπο ενιαίο με την υφιστάμενη εξορυκτική δραστηριότητα.
Η Διοίκηση δεν διατύπωσε, ως ώφειλε, βεβαία κρίση επί του ζητήματος εάν, κατά τη δασική νομοθεσία επιτρέπεται η επέμβαση σε δασικού χαρακτήρα ιδιωτική έκταση, πέραν της ήδη μισθωμένης προς λατομική εκμετάλλευση δημόσιας εκτάσεως, για την εξυπηρέτηση του λειτουργούντος λατομείου, με σκοπό την επέκταση του λατομικού χώρου για την εναπόθεση στείρων. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου εξαιτίας των αντιφατικών εκτιμήσεων και γνωμοδοτήσεων των αρμοδίων αρχών δεν αποσαφηνίστηκε εάν εν προκειμένω η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία προσκομίστηκε για την αιτηθείσα τροποποίηση της ΑΕΠΟ, αντιμετωπίζει το νέο χώρο, ο οποίος πλέον προέρχεται από την ήδη μισθωμένη προς λατομική εκμετάλλευση δημόσια έκταση και την ιδιωτική έκταση (όμορη ή μη), ως ενιαία λατομική έκταση. Τέλος, η Διοίκηση, με την κατά τα ανωτέρω μη νόμιμη αιτιολογία του αδιευκρίνιστου νομικού καθεστώτος, δεν προέβη σε αξιολόγηση της επίμαχης τροποποιημένης μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων και σε έρευνα αν εξυπηρετείται, εν προκειμένω, ή όχι, το δημόσιο συμφέρον από την εξόρυξη λευκού δολομιτικού μαρμάρου και την εγκατάσταση του συνοδευτικού της εξόρυξης έργου, ήτοι της εγκατάστασης διαχείρισης εξορυκτικών αποβλήτων σε γειτονικές εκτάσεις, ιδιοκτησίας της αιτούσας. Η εμμονή της Διοικήσεως «στην διατυπωθείσα με την προσβαλλόμενη πράξη κρίση της» με την γενική και αόριστη επίκληση της αρχής της^τρολήψεως, είναι, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, αναιτιολόγητη.
Πρόεδρος: Μ. Γκορτζολίδου
Εισηγητής: Θ. Κανελλοπούλου