ΣΤΕ 3237/2017 [ΜΗ ΝΟΜΙΜΗ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗ ΑΡΣΗ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗΣ ΕΝΙΑΙΑΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ]
Περίληψη
-Με την αίτηση αναιρέσεως προβάλλεται ότι το δικάσαν δικαστήριο εσφαλμένα ακύρωσε μερικώς την άρνηση της Διοίκησης να άρει την επίδικη απαλλοτρίωση, διότι, κατά τα κριθέντα η αναγνώριση της δυνατότητας τμηματικής συντέλεσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ενιαίας ιδιοκτησίας, με συνέπεια την τμηματική άρση της απαλλοτρίωσης, μόνο, δηλαδή, κατά το μέρος που αυτή δεν έχει συντελεσθεί, δεν εναρμονίζεται με την συνταγματική επιταγή της χωροταξικής και πολεοδομικής αναδιάρθρωσης της Χώρας.
-Ο ισχυρισμός του Δημοσίου είναι βάσιμος, διότι κατά τα κριθέντα με τις ΣτΕ 6034/2008 Ολομ. και 4452/2010 αποφάσεις του Δικαστηρίου δεν είναι επιτρεπτή η τμηματική άρση της απαλλοτρίωσης ενιαίας ιδιοκτησίας. Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς και είναι βάσιμος.
Πρόεδρος: Χ. Σακελλαροπούλου
Εισηγητής: Χρ. Παπανικολάου
Βασικές σκέψεις
1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά το νόμο η καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 8169/2013 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή προσφυγή των αναιρεσιβλήτων και ακυρώθηκε η άρνηση της Διοίκησης να άρει ρυμοτομική απαλλοτρίωση που είχε επιβληθεί με το π.δ. της 4.1.1979 (Δ΄45) σε ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων ευρισκόμενη στο Ο.Τ. 115 του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Γαλατσίου, στη θέση “Άνω Μενιδιάτικα”.
2. Επειδή, στο άρθρο 53 παρ. 3 και 4 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) η ισχύς του οποίου, κατά το άρθρο 70 του ίδιου νόμου, αρχίζει την 1.1.2011, ορίζονται τα εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ, εκτός αν προσβάλλονται αποφάσεις που εκδίδονται επί προσφυγών ουσίας, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της […]». Όπως έχει ήδη κριθεί, οι παραπάνω διατάξεις έχουν εφαρμογή στις αιτήσεις αναιρέσεως που ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος τους (1.1.2011), ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (ΣτΕ 2177/2011 7μ.). Σύμφωνα δε με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (παρ. 3), η αίτηση αναιρέσεως ασκείται πλέον παραδεκτώς μόνον όταν προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία (ερμηνεία) είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του αναιρετικού αγομένης διαφοράς, είτε ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της υπόθεσης, έρχεται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή, πάντως, μη ανατραπείσα νομολογία επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων ενός τουλάχιστον από τα τρία ανώτατα δικαστήρια (ΣτΕ, ΑΠ, Ελ.Σ.) ή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι αποφάσεις προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς, το δε νομικό ζήτημα που κρίθηκε με αυτές θα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων διαφορών (ΣτΕ 2705/2016, 430/2015, 2301/2011 7μ. κ.ά.). Εξάλλου, οι ανωτέρω όροι σχετικά με την προβολή ισχυρισμών κατά το άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 πρέπει να συντρέχουν και προκειμένου περί διαφορών που δεν έχουν άμεσο χρηματικό αντικείμενο, για τις οποίες επίσης θεσπίζεται ο κανόνας του κατ’ αρχήν απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως (ΣτΕ 3986/2015), παρόμοιες δε διαφορές είναι και οι αναφυόμενες από την άρνηση άρσης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης (ΣτΕ 3986/2015).
3. Επειδή, όπως κρίνεται παγίως, ο καθορισμός ακινήτων ως κοινόχρηστων χώρων με πράξη έγκρισης, αναθεώρησης, τροποποίησης ή επέκτασης ρυμοτομικού σχεδίου ή, εφόσον πρόκειται για πολεοδόμηση κατά το σύστημα του ν. 1337/1983, με την έγκριση πολεοδομικής μελέτης, ισοδυναμεί με κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των χώρων αυτών (ΣτΕ 603, 604/2008 Ολ., 4089/2014, 1608/2014, 4452/2010 κ.ά.). Εξάλλου, όπως επίσης έχει κριθεί, από τις διατάξεις του άρθρου 11 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2882/2001 (Α΄ 17), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν προβλέπεται αυτοδίκαιη ανάκληση των ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων μετά την άπρακτη πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος από την κήρυξή τους. Και αυτές, όμως, οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, εφόσον μετά την κήρυξή τους διατηρούνται χωρίς να πραγματοποιείται η συντέλεσή τους σύμφωνα με τον νόμο επί μακρό χρονικό διάστημα, το οποίο, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, υπερβαίνει τα κατά την κρίση του αρμόδιου δικαστηρίου εύλογα όρια, αποτελούν νομικό και οικονομικό βάρος της ιδιοκτησίας, το οποίο είναι αντίθετο προς την απορρέουσα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστασία της. Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές, όπως και στις περιπτώσεις ρυμοτομικού βάρους, το οποίο συνεπάγεται ο χαρακτηρισμός ακινήτου ως χώρου κοινωφελών χρήσεων, ανακύπτει υποχρέωση της Διοίκησης να άρει την αναγκαστική απαλλοτρίωση ή το ρυμοτομικό βάρος, η υποχρέωση δε αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι για την άρση απαιτείται η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, για την οποία ο νόμος προβλέπει την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων, διότι η τροποποίηση με σκοπό την άρση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή άλλου ρυμοτομικού βάρους είναι υποχρεωτική για τη Διοίκηση (ΣτΕ 4089/2014, 4858/2012, 293/2012 κ.ά.). Τέλος, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 604/2008 Ολομ., 4452/2010), η αναγνώριση της δυνατότητας τμηματικής συντέλεσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ενιαίας ιδιοκτησίας, με συνέπεια την τμηματική άρση της απαλλοτρίωσης, μόνο, δηλαδή, κατά το μέρος που αυτή δεν έχει συντελεσθεί, πέραν του γεγονότος ότι θα συνεπαγόταν την απόδοση στον ιδιοκτήτη μέρους της ενιαίας ιδιοκτησίας του, ενδεχομένως αμελητέας πλέον αξίας, και του ότι η απόδοση αυτή θα ήταν, άλλωστε, δυσχερής ή και αδύνατη, αφού δεν είναι, κατά κανόνα, δυνατόν να εξατομικευθεί το συγκεκριμένο τμήμα της απαλλοτριωθείσης ιδιοκτησίας, ως προς το οποίο αίρεται η απαλλοτρίωση, με συνέπεια να μην καταβληθεί, τελικώς, στον ιδιοκτήτη παρά μερική αποζημίωση κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, δεν εναρμονίζεται ούτε με την συνταγματική επιταγή της χωροταξικής και πολεοδομικής αναδιάρθρωσης της Χώρας, αφού, και αν ακόμη το τμήμα της ενιαίας ιδιοκτησίας, ως προς το οποίο αίρεται η απαλλοτρίωση, μπορούσε να εντοπισθεί και να αποδοθεί, αυτό και μόνο, στον ιδιοκτήτη, η μερική άρση θα συνεπαγόταν την απόδοση στον ιδιοκτήτη και την δυνατότητα κατάληψης από αυτόν ενός ή περισσότερων διάσπαρτων τμημάτων κοινοχρήστου χώρου, ο οποίος, όμως, οφείλει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος, να είναι, κατ’ αρχήν, ενιαίος και αδιάσπαστος, χωρίς να παρεμβάλλονται επί μέρους χώροι άλλων προορισμών και χρήσεων.
4. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Με το π.δ. της 4.1.1979 τροποποιήθηκε και επεκτάθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης του Γαλατσίου Αττικής στη θέση “Άνω Μενιδιάτικα”. Έκταση 1139,03 τ.μ., ανήκουσα σε ευρύτερη έκταση ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων, ρυμοτομήθηκε για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων. Για τμήμα της ως άνω έκτασης, εμβαδού 423,95 τ.μ., εκδόθηκε η 10/1989 πράξη τακτοποίησης, προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αττικής. Οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι κατά την αναιρεσιβαλλομένη αγνοούσαν την ύπαρξη της πράξης αυτής, ζήτησαν από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, με την από 5.9.2008 αίτηση, την άρση της δέσμευσης που είχε επιβληθεί επί του συνόλου της εκτάσεως των 1139,03 τ.μ. λόγω της παρόδου μακρού χρόνου, πέραν του ευλόγου, χωρίς τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης. Η αίτησή τους αυτή απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 14326/2008 πράξη της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Βορείου Τομέα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών – Πειραιώς. Στη συνέχεια, οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών επιδιώκοντας την ακύρωση της άρνησης της Διοίκησης να άρει τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση επί της εκτάσεως των 1139,03 τ.μ. Με δικόγραφο προσθέτων λόγων περιόρισαν το ως άνω αίτημά τους σε τμήμα της ως άνω έκτασης, εμβαδού 715,08 τ.μ., δηλαδή, ως προς το τμήμα, το οποίο δεν είχε περιληφθεί στην 10/1989 πράξη τακτοποίησης, προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αττικής. Το δικάσαν δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή των αναιρεσιβλήτων, όπως το αίτημα αυτής είχε περιοριστεί, και ακύρωσε την άρνηση της Διοίκησης να άρει τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση που είχε επιβληθεί στην ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων, έκτασης 715.08 τ.μ.
5. Επειδή, με την αίτηση αναιρέσεως προβάλλεται ότι το δικάσαν δικαστήριο εσφαλμένα ακύρωσε μερικώς την άρνηση της Διοίκησης να άρει την απαλλοτρίωση, ήτοι μόνο κατά το τμήμα των 715,08 τ.μ., διότι, κατά τα κριθέντα με την ΣτΕ 604/2008 Ολομ., η αναγνώριση της δυνατότητας τμηματικής συντέλεσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ενιαίας ιδιοκτησίας, με συνέπεια την τμηματική άρση της απαλλοτρίωσης, μόνο, δηλαδή, κατά το μέρος που αυτή δεν έχει συντελεσθεί, δεν εναρμονίζεται με την συνταγματική επιταγή της χωροταξικής και πολεοδομικής αναδιάρθρωσης της Χώρας. Προβάλλεται ακόμη ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκείται παραδεκτώς από την άποψη των οριζομένων στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010, διότι η ως άνω κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου έρχεται σε αντίθεση προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 604/2008 Ολομ.).
6. Επειδή, ο ως άνω ισχυρισμός του Δημοσίου είναι βάσιμος, διότι κατά τα κριθέντα με τις ΣτΕ 6034/2008 Ολομ. και 4452/2010 αποφάσεις του Δικαστηρίου δεν είναι επιτρεπτή η τμηματική άρση της απαλλοτρίωσης ενιαίας ιδιοκτησίας. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς και είναι βάσιμος.
7. Επειδή, κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η 8169/2013 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η δε υπόθεση να παραπεμφθεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών για νέα νόμιμη κρίση.






