ΣΤΕ 3095/2017 [ΝΟΜΙΜΗ ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΛΗΨΗ ΜΕΤΡΩΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΛΣΟΥΣ ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΥ]
Περίληψη
-Ενόψει των διαπιστώσεων της αρμόδιας Διεύθυνσης Δασών Αθηνών, μετά από αυτοψία στο άλσος Παγκρατίου, περί μη υπάρξεως ανάγκης συμπληρώσεως της αναδάσωσης, νομίμως απορρίφθηκαν σιωπηρώς οι αντίθετοι ισχυρισμοί των αιτουσών περί αποψιλώσεως της δενδρώδους και θαμνώδους βλαστήσεως και υποβαθμίσεως του Άλσους, καθώς και το σχετικό αίτημά τους να προβεί η Διοίκηση στην έκδοση νέας πράξεως αναδάσωσης του Άλσους για τις αποψιλωθείσες εκτάσεις και στην πραγματοποίηση αυτής με ίδια μέσα, πρέπει δε, συνεπώς, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατά το αντίστοιχο μέρος η υπό κρίση αίτηση ακυρώσεως.
-Κατά το μέρος που με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η ακύρωση της αρνήσεως της Διοικήσεως να εκδώσει πράξη κατεδάφισης – απομάκρυνσης των αυθαιρέτων που υπάρχουν εντός του Άλσους Παγκρατίου και να επιβάλλει την αντίστοιχη ειδική αποζημίωση του άρθρου 114 παρ. 58 του ν. 1892/1990, η αίτηση ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι, πέραν των αναφερομένων αορίστως στην από 23.9.2008 αίτηση προς την Διοίκηση περί υπάρξεως κάποιων κατασκευών εντός του Άλσους, δεν προσδιορίζονται σε αυτήν με ακρίβεια οι, κατά τις αιτούσες, αυθαίρετες κατασκευές ούτε διατυπώνεται αίτημα για κατεδάφισή τους, ως εκ τούτου δε, δεν υφίσταται σχετική παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας της Διοικήσεως.
-Η εν προκειμένω, σιωπηρά απόρριψη από την Διοίκηση του περιεχομένου στην αίτηση προς την Διοίκηση ισχυρισμού για την ανάκληση της υπ’ αριθμ. 108424/1934 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας «Περί κηρύξεως ως αναδασωτέας της περιοχής του Λεκανοπεδίου Αττικής» δεν συνιστά παράλειψη οφειλομένης κατά το αντίστοιχο μέρος πρέπει, προεχόντως, για τον λόγο αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
-Στη από 23.9.2008 αίτηση των αιτουσών δεν αναφέρεται ότι η Διοίκηση. Εκτός άλλων υποχρεώσεών της, οφείλει να προβεί στη χαρτογράφηση του Άλσους ούτε στο αιτητικό της εν λόγω αίτησης διατυπώνεται αίτημα χαρτογράφησης του χώρου. Δεν συνέτρεξε, συνεπώς, παράλειψη της Διοίκησης να ικανοποιήσει σχετικό αίτημα των αιτουσών, η δε υπό κρίση αίτηση, κατά το αντίστοιχο μέρος στρέφεται κατά ανυπάρκτου παραλείψεως της Διοικήσεως και πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ανεξαρτήτως, όμως, τούτου, το Άλσος Παγκρατίου ως κοινόχρηστο άλσος εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου των Αθηνών, εξομοιώνεται, κατά τα προεκτεθέντα, με τα δασικά οικοσυστήματα και απολαύει της ιδιαίτερης προστασίας που θεσπίζεται στο Σύνταγμα και στο νόμο για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις. Πρόκειται, συνεπώς, για αυστηρώς οριοθετημένο και προστατευόμενο χώρο και ως, εκ τούτου, θα ήταν αλυσιτελής η υποβολή αιτήματος για χαρτογράφησή του.
Πρόεδρος: Γ. Παπαγεωργίου
Εισηγητής: Π. Καρλή
Βασικές σκέψεις
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της παραλείψεως οφειλομένης νομίμου ενεργείας της Διοίκησης -εκδηλωθείσης διά της παρόδου απράκτου τριμήνου από της επιδόσεως, στις 6.11.2008, της από 23.9.2008 αιτήσεως των αιτουσών προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής (ήδη Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής)- α) να λάβουν κάθε κατασταλτικό και προληπτικό μέτρο προστασίας και διαφυλάξεως του δασικού και αναδασωτέου χαρακτήρα του Άλσους Παγκρατίου, β) να εκδώσουν πράξεις κατεδάφισης – απομάκρυνσης των αυθαίρετων κατασκευών εντός του Άλσους, γ) να ανακαλέσουν την υπ’ αριθμ. 108424/13.9.1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ Β΄ 133/16.10.1934), δ) να εκδώσουν πράξεις αναδάσωσης των αποψιλωμένων τμημάτων του Άλσους σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 42 του ν. 998/1979 και να πραγματοποιήσει την αναδάσωση αυτή, ε) να εκδώσουν πράξη επιβολής ειδικής αποζημίωσης του άρθρου 114 παρ. 5 του ν. 1892/1990 και στ) να χαρτογραφήσουν το Άλσος.
3. Επειδή, η παρέμβαση του Δήμου Αθηναίων δεν είναι εξεταστέα, εφόσον ο παρεμβαίνων Δήμος παραιτήθηκε με έγγραφη δήλωση (Π.6698/9-12-2015) της πληρεξούσιας δικηγόρου με πάγια αντιμισθία του εν λόγω Δήμου, η οποία υπογράφει το δικόγραφο της παρεμβάσεως.
4. Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως η περίπτωση η΄ της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 3 του ν. 3659/2008 (Α΄ 77), ο οποίος ίσχυσε, κατά το άρθρο 82 του νόμου αυτού, από 8.6.2008, ορίζεται ότι: «Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών διοικητικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν: α) …, β) …, η) το χαρακτηρισμό κτισμάτων ή κατασκευών ως αυθαιρέτων, ανεξαρτήτως της νομοθεσίας κατ’ εφαρμογή της οποίας έγινε ο χαρακτηρισμός, και την εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση. Επίσης, την αυθαίρετη μεταβολή χρήσης και την επιβολή προστίμων αυθαιρέτων». Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 47 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), ο οποίος, κατά το άρθρο 70 αυτού, ίσχυσε από 1.1.2011, καταλαμβάνει όμως η διάταξη αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 50 του ίδιου νόμου, και τις εκκρεμείς υποθέσεις, προστέθηκε, πλην άλλων, περίπτωση ιδ´ στην παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977, ως εξής: «ιδ) το χαρακτηρισμό εκτάσεων κατά το άρθρο 14 του ν. 998/1979 (ΦΕΚ 289 Α΄) και την κήρυξη εκτάσεων ως αναδασωτέων κατά τα άρθρα 38 και 41 του ίδιου νόμου, … ». Εξ άλλου, στο άρθρο 5 του αυτού ν. 702/1977, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222) ορίζεται ότι: «Με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 5Α, σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των διοικητικών εφετείων που εκδίδονται κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου επί αιτήσεως ακυρώσεως ή τριτανακοπής …». Περαιτέρω, στο άρθρο 5Α του ν. 702/1977, το οποίο είχε προστεθεί με το άρθρο 3 του ανωτέρω ν. 2944/2001 και αντικαταστάθηκε στη συνέχεια, αρχικώς με την παρ. 6 του άρθρου 49 του ν. 3659/2008 και ακολούθως με την παρ. 3 του άρθρου 47 του ν. 3900/2010, ορίζεται ότι: «Οι αποφάσεις των διοικητικών εφετείων που εκδίδονται επί των διαφορών των περιπτώσεων α΄, β΄, γ΄, δ΄, ε΄, ια΄ και ιγ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου δεν υπόκεινται σε έφεση … ».
5. Επειδή, η υπό κρίση διαφορά, κατά το μέρος που ζητείται η ακύρωση της παραλείψεως της Διοικήσεως να κινήσει τη διαδικασία αναδάσωσης της επίδικης έκτασης του Άλσους Παγκρατίου, η οποία εκκρεμούσε κατά την έναρξη ισχύος του ν. 3900/2010, ανήκει, ήδη, στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη της περ. ιδ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977, όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την προσθήκη της περίπτωσης αυτής με την παρ. 1 του άρθρου 47 του ν. 3900/2010, και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις (βλ. ΣτΕ 272/2014, 5392/2012 7μ.). Επίσης, και κατά το μέρος που ζητείται η ακύρωση της παραλείψεως της Διοικήσεως να «εκδώσει πράξεις κατεδάφισης – απομάκρυνσης των αυθαίρετων κατασκευών» εντός του Άλσους Παγκρατίου και να εκδώσει πράξη επιβολής ειδικής αποζημίωσης του άρθρου 114 παρ. 5 του ν. 1892/1990 ανήκει, κατ’ εφαρμογή της περ. η΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977, όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της περίπτωσης αυτής με το άρθρο 49 παρ. 3 του ν. 3659/2008, στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου (βλ. ΣτΕ 4524/2014, 4294, 393/2014, 3733/2013). Συντρέχει, όμως, κατά το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 1968/1991 (Α΄ 150), νόμιμη περίπτωση να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το Συμβούλιο της Επικρατείας για λόγους οικονομίας της δίκης, εν όψει του ότι για τις εν λόγω διαφορές προβλέπεται η άσκηση εφέσεως ενώπιόν του (βλ. Σ.τ.Ε. 735/2008 Ολομ.).
6. Επειδή, περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση κατά το μέρος που ζητείται η ακύρωση της παραλείψεως της Διοικήσεως να προβεί στην χαρτογράφηση του Άλσους Παγκρατίου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 27 του ν. 2664/1998 (Α΄ 275), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, το οποίο προβλέπει την κατάρτιση δασικών χαρτών από τις Διευθύνσεις Δασών των Περιφερειών, προκαλεί ακυρωτική διαφορά που ανήκει στην αρμοδιότητα του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1978/2002, βλ. ήδη άρθρο 19 παρ. 4 του ν. 3889/2010, Α΄ 182, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 4164/2013, Α΄ 156, με το οποίο ορίζεται ότι: «Κατά των πράξεων κύρωσης των δασικών χαρτών επιτρέπεται η άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας»).
7. Επειδή, από τα άρθρα 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις υπάγονται ως φυσικά αγαθά σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς προς διατήρηση της μορφής τους και της κατά προορισμό χρήσης τους, στο αυτό δε προστατευτικό καθεστώς υπάγονται και οι εκτάσεις που κηρύσσονται ως αναδασωτέες. Στις τελευταίες εξ άλλου αυτές εκτάσεις, ανεξαρτήτως αν είναι ιδιωτικές ή δημόσιες, απαγορεύονται επεμβάσεις πριν από την πραγματοποίηση του σκοπού της αναδάσωσης και την ανάκτηση της δασικής μορφής της έκτασης, ανεξαρτήτως αν η πράξη κήρυξης της αναδάσωσης έχει εκδοθεί πριν ή μετά την ισχύ του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 2778/1988 Ολομ., 5390-2/2012 7μ. κ.ά.). Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 38 παρ.1 και 42 παρ. 1 και 2 του ν.998/1979 (Α΄ 289) η κήρυξη ως αναδασωτέας περιοχής εκ πυρκαγιάς ή άλλως πως καταστραφέντος δάσους ή δασικής εκτάσεως και η απαγόρευση της διαθέσεως αυτής για άλλο σκοπό δεν απόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Διοικήσεως, αλλά είναι υποχρεωτική, η οικεία δε δασική υπηρεσία είναι, περαιτέρω, υποχρεωμένη να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 42 του ν. 998/1979 για την αποκατάσταση του δασικού χαρακτήρα της εκτάσεως επί τη βάσει μελέτης καταρτιζομένης από αυτήν. Όταν πρόκειται περί αναδασώσεως ιδιωτικών δασών ή διακατεχομένων δημοσίων δασών η αναδάσωση γίνεται επί τη βάσει μελέτης εγκρινομένης από την δασική υπηρεσία, με μέριμνα και δαπάνη των διακατόχων ή ιδιοκτητών. Η μελέτη πρέπει να περιλαμβάνει και τα επιβαλλόμενα μέτρα για την απρόσκοπτη αναγέννηση της βλαστήσεως (βλ. ΣτΕ 4279/2013 σκ. 17, 467/2001 σκ. 11 κ.ά.). Εξάλλου, τα άλση και πάρκα που βρίσκονται σε κοινόχρηστο χώρο εντός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου αποτελούν μέρος του φυσικού κεφαλαίου και εξομοιώνονται με τα δασικά οικοσυστήματα υπαγόμενα στην ιδιαίτερη προστασία που θεσπίζεται για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις με το άρθρο 24 του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 677/2010 σκ. 10, 1562/2011 σκ. 10 κ.ά.). Άλλωστε, το άρθρο 3 παρ. 5 του ν. 998/1979, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3208/2003 (Α΄ 303) ορίζει ρητώς ότι: «4. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και τα εντός των πόλεων και των οικιστικών περιοχών πάρκα και άλση …», το δε άρθρο 4 παρ. 2 περ. α΄ του ίδιου νόμου ότι: «2. Από της απόψεως της θέσεως των δασών και δασικών εκτάσεων εν σχέσει προς τους χώρους ανθρωπίνης εγκαταστάσεως και δραστηριότητος, διακρίνονται: α) Πάρκα και άλση εντός των πόλεων ή των οικιστικών περιοχών …», ενώ το άρθρο 49 παρ.1 του αυτού ν. 998/1979 ορίζει ότι: “1. Τα εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή πολεοδομικής ζώνης ή εντός οικιστικής περιοχής υφιστάμενα πάρκα ή άλση και δενδροστοιχίαι, υπό την επιφύλαξιν των εν άρθρ. 48 παρ.1 και 52 παρ.1 προβλεπομένων, δεν δύνανται να μεταβάλουν προορισμόν ή χρήσιν. 2…”.
8. Επειδή, περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 71 του ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 46 του
ν. 2145/1993 (Α΄ 88), «Εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος … την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος … ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση … και με χρηματική ποινή …», κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου « … Η δασική αρχή διατάσσει και, εν αρνήσει του υποχρέου, εκτελεί άνευ ετέρας διατυπώσεως την κατεδάφισιν των κτισμάτων». Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 114 του ν. 1892/ 1990 «Απαγορεύεται η ανέγερση οικοδομών, κτισμάτων και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων εντός δημοσίων ή ιδιωτικών δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαϊά …» και κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 2880/2001 (Α΄ 9), «Ανεγερθείσες ή ανεγειρόμενες οικοδομές, κτίσματα και πάσης φύσεως εγκαταστάσεις στις ανωτέρω εκτάσεις κατεδαφίζονται υποχρεωτικά …». Τέλος, κατά την παράγραφο 5 του άρθρου αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 45 του ν. 2145/1993 και τροποποιήθηκε, ακολούθως, με το άρθρο 19 παρ. 8 του ν. 3208/2003 (Α΄ 303), «Από της κλητεύσεως και μέχρι την κατεδάφιση ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος υποχρεούνται, εις ολόκληρον έκαστος, στην καταβολή ειδικής αποζημιώσεως που επιβάλλεται με πρωτόκολλα του οικείου δασάρχη …».
9. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Όπως βεβαιώνεται στο υπ’ αριθμ. 263/27.1.2015 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, το Άλσος Παγκρατίου, έκτασης περίπου 25 στρεμμάτων, ευρίσκεται εντός του εγκεκριμένου Ρυμοτομικού Σχεδίου του Δήμου Αθηναίων ως κοινόχρηστος χώρος πρασίνου. Η έκταση αυτή κηρύχθηκε δασωτέα κατά τις διατάξεις του νόμου Β.Ψ.Μ. (ΦΕΚ Α΄ 93/17.4.1900) με το από 18.4.1902 βασιλικό διάταγμα (ΦΕΚ Α΄ 79). Εξάλλου, η ίδια έκταση κηρύχθηκε αναδασωτέα με την υπ’ αριθμ. 108424/1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας «Περί κηρύξεως ως αναδασωτέας της περιοχής του Λεκανοπεδίου Αττικής» (ΦΕΚ Β΄ 133). Ακολούθως, με την υπ’ αριθμ. 9231/1936 απόφαση του ίδιου Υπουργού, παραχωρήθηκε στο Δήμο Αθηναίων ως αναδασωτέα έκταση, με σκοπό τη συμπλήρωση της αναδάσωσης, τον εξωραϊσμό, τη φύλαξή της και τον μετασχηματισμό της σε πάρκο. Σύμφωνα δε με το ανωτέρω υπ’ αριθμ. 263/27.1.2015 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Αθηνών, το Άλσος Παγκρατίου ανήκει κατά πλήρες δικαίωμα στο Δημόσιο. Οι αιτούσες, οι οποίες φέρονται ως κάτοικοι της περιοχής Παγκρατίου και, ειδικότερα ως διαμένουσες εγγύς της περιοχής του Άλσους, με την από 23.9.2008 αίτησή τους, που επιδόθηκε με δικαστικό επιμελητή στη Διεύθυνση Δασών και στον Γενικό Γραμματέα της (τότε) Περιφέρειας Αττικής (και ήδη Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής) στις 6.11.2008, ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ότι: «… το ανωτέρω Άλσος έχει σε μεγάλη έκταση αποψιλωθεί από τη δενδρώδη βλάστηση εξαιτίας φυσικής καταρρεύσεως των δέντρων, μη φυτεύσεως νέων αλλά και συνεπεία άλλων βλαπτικών παρεμβάσεων του Δήμου Αθηναίων ή τρίτων με την ανοχή του Δήμου (κατασκευή παιδικού κινηματογράφου, συρρίκνωση της παιδικής χαράς), με συνέπεια την αδυναμία αναγεννήσεως της βλαστήσεως, την βαθμιαία απώλεια του χαρακτήρος του ως δασικού οικοσυστήματος και τον υποβιβασμό του σε απλό κοινόχρηστο χώρο. Ειδικότερα, κατά την περίοδο 1982-2008 έχουν κοπεί ή καταρρεύσει περί τα 60 μεγάλα δέντρα, χωρίς να έχουν αντικατασταθεί, επιφάνειες κατ’ ευφημισμόν τιτλοφορούμενες από τον Δήμο Αθηναίων ως “παιδική χαρά”, “παιδικός κινηματογράφος” έχουν χαλικοστρωθεί, ενώ έχουν καλυφθεί με σκυρόδεμα όλοι οι δρομίσκοι. Γενικώς δε το έδαφος έχει συμπιεσθεί σε βαθμό που αποκλείει την αναγέννηση της βλαστήσεως. Ως εάν δεν αρκούσαν τα ανωτέρω, ο Δήμος Αθηναίων, κατ’ έκδηλον περιφρόνηση της δασικής νομοθεσίας και των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του Δημοσίου, αποφάσισε δια της υπ’ αριθμ. 1008/9.6.2008 πράξεως του Δημοτικού Συμβουλίου και “ενέκρινε” την “τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως των Αθηνών στο Άλσος Παγκρατίου … με: 1. Καθορισμό χώρου υπαίθριου Θεάτρου – Κινηματογράφου. 2. Αναδιάταξη των οικοδομήσιμων χώρων και καθορισμό περιγραμμάτων για χώρους υποστήριξης του Θεάτρου – κινηματογράφου, αναψυκτήριο και χώρους υγιεινής” … 5. Από την ερμηνεία των ως άνω διατάξεων [που παρατίθενται στην αίτηση] συνάγονται τα εξής: α) Η κήρυξη εκτάσεως ως αναδασωτέας … καθώς και η απαγόρευση κάθε χρήσεως η οποία θα παρεμπόδιζε την αναδάσωση, δεν αφήνεται στη διακριτική εξουσία της Διοικήσεως αλλά είναι υποχρεωτική … β) Τα προαναφερθέντα … ισχύουν και επί των διακατεχομένων δημοσίων δασικών εκτάσεων … γ) της … υποχρεώσεως προς αναδάσωση … παρέπεται ότι επιβάλλεται η θέσπιση ρυθμίσεων, οι οποίες να διευκολύνουν το έργο της αναδάσωσης …, λαμβανομένου πάντως υπόψιν ότι επί ιδιωτικών αναδασωτέων εκτάσεων αρχικός υπόχρεος είναι ο ιδιοκτήτης τους, ο οποίος, αν παραμελεί τις υποχρεώσεις του … οφείλει να ανέχεται την πραγματοποίησή τους από το Κράτος. δ) Στα πλαίσια των ρυθμίσεων αυτών εντάσσονται οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις του ν. 998/1979. Ειδικότερα: … από το σύνολο των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι επί ιδιωτικών ή διακατεχόμενων εκτάσεων που κηρύχθηκαν αναδασωτέες είτε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος είτε και προ της θεσπίσεως αυτού … η Διοίκηση έχει την ευχέρεια … είτε να εποπτεύει τις εκτελούμενες … από τους ιδιοκτήτες τους ή διακατόχους ενέργειες αναδασώσεως, είτε να διενεργήσει η ίδια σε αυτές τις εργασίες της αναδασώσεως, τις οποίες παραμελεί ο ιδιοκτήτης ή ο διακάτοχος … ε) Κατ’ ακολουθίαν τούτων συνάγεται ότι το Δημόσιο, στην περίπτωση αδρανείας ή αρνήσεως του διακατόχου, επωμιζόμενο αποκλειστικά το βάρος του έργου της αναδασώσεως, δεν είναι απαραίτητο πριν την ανάληψή του – δεδομένου ότι δεν πρόκειται για άσκηση διακριτικής ευχέρειας αλλά δεσμίας αρμοδιότητας – να απευθύνει σχετικό ερώτημα στους ιδιοκτήτες ή διακατόχους προκειμένου να λάβει τη συναίνεση ή συγκατάθεσή τους για την εκτέλεση των σχετικών εργασιών. Η διαπίστωση της παραλείψεως των ιδιοκτητών ή διακατόχων να εκτελέσουν το έργο της κηρυχθείσης αναδασώσεως … αποτελεί … αντικειμενικό γεγονός, το οποίο μπορεί να συνάγεται … με βάση διάφορα αντικειμενικά δεδομένα, όπως για παράδειγμα από την πάροδο ευλόγου χρόνου – ήσσονος, πάντως, του έτους, … από την κήρυξη της αναδασώσεως … 6. Τούτων δοθέντων, ήτοι (α) ότι το εν θέματι Άλσος έχει κηρυχθεί αναδασωτέα έκτασις και (β) ότι ο Δήμος Αθηναίων, δυνάμενος να θεωρηθεί “διακάτοχος” κατά την έννοια του νόμου και πάντως ως παραλαβών το Άλσος με αποκλειστικό σκοπό την αναδάσωσή του, όχι μόνο δεν έχει πραγματοποιήσει την αναδάσωση εντός ενός έτους από του έτους 1934, αλλά έχει προβεί, προβαίνει συστηματικώς και σκοπεύει να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες για την οριστική αποβολή της δασικής μορφής και του δασικού χαρακτήρος του Άλσους, ανακύπτει δέσμια υποχρέωση της Διοικήσεως να ενεργήσει αμέσως ως ακολούθως: Δια ταύτα Αιτούμεθα … Να εκδώσετε πράξιν αναδασώσεως και να πραγματοποιήσετε την αναδάσωση του εν θέματι Άλσους κατά τις περί αυτής διατάξεις. Να λάβετε το εκ των περιστάσεων προσήκον … κατασταλτικόν μέτρον προστασίας, να ανακαλέσετε την υπ’ αριθμ. 108424/13.9.1934 απόφασιν του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ 133/16.10.1934) και να παραλάβετε το Άλσος εις την κατοχήν του ιδιοκτήτου του Ελληνικού Δημοσίου, αποβαλλομένου εκ της διακατοχής αυτού του Δήμου Αθηναίων. Να επιβάλετε τα προβλεπόμενα διοικητικά πρόστιμα στον Δήμο Αθηναίων και να καταμηνύσετε τους κατά καιρούς εκπροσώπους αυτού δια τα τελεσθέντα αδικήματα …». Η αίτηση αυτή έμεινε αναπάντητη από τη Διοίκηση. Ακολούθως δε, και συγκεκριμένα στις 19.2.2009, ήτοι εντός του εξηκονθημέρου από την παρέλευση του τριμήνου από την επίδοση προς την Διοίκηση (6.11.2008) της ανωτέρω αιτήσεως οι αιτούσες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση, στην οποία, αφού επαναλαμβάνουν το κείμενο της ανωτέρω αιτήσεώς τους προς τη Διοίκηση, ζητούν να ακυρωθεί η τεκμαιρομένη, λόγω της παρόδου απράκτου τριμήνου από την άσκησή της, σιωπηρή απόρριψη αυτής και η εντεύθεν στοιχειοθετουμένη παράλειψη της οφειλομένης ενέργειας της Διοικήσεως: α) να λάβει κάθε κατασταλτικό και προληπτικό μέτρο προστασίας και διαφυλάξεως του δασικού και αναδασωτέου χαρακτήρα του Άλσους Παγκρατίου, β) να εκδώσει πράξεις κατεδάφισης – απομάκρυνσης των αυθαίρετων κατασκευών εντός του Άλσους, γ) να ανακαλέσει την υπ’ αριθμ. 108424/13.9.1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ Β΄ 133), δ) να εκδώσει πράξεις αναδάσωσης των αποψιλωμένων τμημάτων του Άλσους σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 42 του ν. 998/1979 και να πραγματοποιήσει την αναδάσωση αυτή, ε) να εκδώσει πράξη επιβολής ειδικής αποζημίωσης του άρθρου 114 παρ. 5 του ν. 1892/1990 και στ) να χαρτογραφήσει το Άλσος.
10. Επειδή, στο προαναφερθέν υπ’ αριθμ. 263/29.1.2015 έγγραφο των απόψεων της Διεύθυνσης Δασών Αθηνών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής προς το Δικαστήριο βεβαιώνεται ότι: «η Υπηρεσία … μετά από αυτοψία που διενεργήθηκε στις 15.1.2015 διαπίστωσε ότι κατά το παρελθόν στον χώρο που σήμερα υφίσταται γήπεδο καλαθοσφαίρισης υπήρχε από τις 15.10.1976 θέατρο σύμφωνα με το πρακτικό της Επιτροπής, η οποία συγκροτήθηκε με την υπ’ αριθμ. 63235/4386/16.9.1974 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (διακρίνεται ίχνος κτίσματος στις Α/Φ 17807-17808 λήψης 1937 και στον Ο/Φ 04760-42000/5 έτους 1945). Επιπλέον, κατά την επιτόπια αυτοψία διαπιστώθηκε η ύπαρξη των παρακάτω: α) παιδικής χαράς που υφίσταται από τις 30.4.1975 σύμφωνα με το ανωτέρω πρακτικό, β) αποθήκης εργαλείων, υλικών και μηχανολογικού εξοπλισμού και γ) δημοσίου WC. Οι υπάρχοντες πεζόδρομοι, μονοπάτια που διακρίνονται από τις Α/Φ 17807-17808 λήψης 1937, εξυπηρετούν την διαχείριση και προστασία του άλσους ενώ δεν διαπιστώθηκε η ανάγκη συμπλήρωσης της αναδάσωσης παρά μόνο ο εξωραϊσμός και η συντήρηση της υπάρχουσας βλάστησης αποτελούμενης από πεύκα, κυπαρίσσια, πυράκανθους και μουριές». Ενόψει των ανωτέρω διαπιστώσεων της αρμόδιας Διεύθυνσης Δασών Αθηνών, μετά από αυτοψία στο άλσος Παγκρατίου, περί μη υπάρξεως ανάγκης συμπληρώσεως της αναδάσωσης, νομίμως απορρίφθηκαν σιωπηρώς οι αντίθετοι ισχυρισμοί των αιτουσών περί αποψιλώσεως της δενδρώδους και θαμνώδους βλαστήσεως και υποβαθμίσεως του Άλσους, καθώς και το σχετικό αίτημά τους να προβεί η Διοίκηση στην έκδοση νέας πράξεως αναδάσωσης του Άλσους για τις αποψιλωθείσες εκτάσεις και στην πραγματοποίηση αυτής με ίδια μέσα, πρέπει δε, συνεπώς, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατά το αντίστοιχο μέρος υπό κρίση αίτηση ακυρώσεως.
11. Επειδή, εξάλλου, κατά το μέρος που με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η ακύρωση της αρνήσεως της Διοικήσεως να εκδώσει πράξη κατεδάφισης – απομάκρυνσης των αυθαιρέτων που υπάρχουν εντός του Άλσους Παγκρατίου και να επιβάλει την αντίστοιχη ειδική αποζημίωση του άρθρου 114 παρ. 5 του ν. 1892/1990, η αίτηση ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι, πέραν των αναφερομένων αορίστως στην από 23.9.2008 αίτηση προς την Διοίκηση περί υπάρξεως κάποιων κατασκευών εντός του Άλσους, δεν προσδιορίζονται σε αυτήν με ακρίβεια οι, κατά τις αιτούσες, αυθαίρετες κατασκευές ούτε διατυπώνεται αίτημα για κατεδάφισή τους, ως εκ τούτου δε, δεν υφίσταται σχετική παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας της Διοικήσεως.
12. Επειδή, όπως έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 5390/2012 σκ. 6, 4131/2010 σκ. 4, 3170/2008, 1384/2003, 2004/2002 σκ. 7 κ.ά.), η σιωπηρή απόρριψη εκ μέρους της Διοικήσεως αιτήματος ανακλήσεως διοικητικής πράξεως δεν συνιστά παράλειψη οφειλομένης νόμιμης ενεργείας, κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 4 του π.δ/τος 18/1989. Συνεπώς, η εν προκειμένω, σιωπηρά απόρριψη από την Διοίκηση του περιεχομένου στην αίτηση προς την Διοίκηση ισχυρισμού για την ανάκληση της υπ’ αριθμ. 108424/1934 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας “Περί κηρύξεως ως αναδασωτέας της περιοχής του Λεκανοπεδίου Αττικής” (ΦΕΚ Β΄ 133) δεν συνιστά παράλειψη οφειλομένης νομίμου ενεργείας και, ως εκ τούτου, η υπό κρίση αίτηση ακυρώσεως κατά το αντίστοιχο μέρος πρέπει, προεχόντως, για τον λόγο αυτό, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
13. Επειδή, στην από 23.9.2008 αίτηση των αιτουσών δεν αναφέρεται ότι η Διοίκηση, εκτός άλλων υποχρεώσεών της, οφείλει να προβεί στη χαρτογράφηση του Άλσους ούτε στο αιτητικό της εν λόγω αίτησης διατυπώνεται αίτημα χαρτογράφησης του χώρου. Δεν συνέτρεξε, ως εκ τούτου, παράλειψη της Διοίκησης να ικανοποιήσει σχετικό αίτημα των αιτουσών, η δε υπό κρίση αίτηση, κατά το αντίστοιχο μέρος, στρέφεται κατά ανυπάρκτου παραλείψεως της Διοίκησης και πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ανεξαρτήτως, όμως, τούτου, το Άλσος Παγκρατίου ως κοινόχρηστο άλσος εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου των Αθηνών, εξομοιώνεται, κατά τα προεκτεθέντα, με τα δασικά οικοσυστήματα και απολαύει της ιδιαίτερης προστασίας που θεσπίζεται στο Σύνταγμα και στο νόμο για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις. Πρόκειται, συνεπώς, για αυστηρώς οριοθετημένο και προστατευόμενο χώρο και ως, εκ τούτου, θα ήταν αλυσιτελής η υποβολή αιτήματος για χαρτογράφησή του.
14. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.






