ΣτΕ 1953/2017 [Παράλειψη νόμιμης οφειλόμενης ενέργειας λόγω μη διαβίβασης αίτησης για άρση ρυμοτομικού βάρους στο αρμόδιο όργανο]
Περίληψη
-Αίτηση για την άρση ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως επιτρεπτώς υποβάλλεται όχι μόνον στον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ήδη Περιβάλλοντος και Ενέργειας) αλλά και σε κάθε όργανο της κρατικής διοικήσεως, κεντρικής ή περιφερειακής ή της τοπικής αυτό διοικήσεως, στο οποίο έχουν ανατεθεί αποφασιστικού χαρακτήρα αρμοδιότητες σε θέματα εγκρίσεως και τροποποιήσεως πολεοδομικών σχεδίων ή, έστω, γνωμοδοτικού χαρακτήρα αρμοδιότητα στο πλαίσιο της διαδικασίας της σχετικής πολεο δομικής ρυθμίσεως. Εάν δε η αρχή, στην οποία υποβάλλεται το αίτημα δεν έχει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά το Σύνταγμα και το νόμο, αρμοδιότητα τροποποιήσεως του πολεο δομικού σχεδίου, οφείλει να διαβιβάσει περαιτέρω τη σχετική αίτηση στο κατά περίπτωση αρμόδιο όργανο, πλην δεν συντελείται σιωπηρή άρνηση της αρχής αυτής να άρει την απαλλοτρίωση με την πάροδο άπρακτου τριμήνου από την υποβολή της αιτήσεως αλλά παράλειψη διαβιβάσεως της αιτήσεως παραδεκτώς προσβαλλόμενη με αίτηση ακυρώσεως.
-Ο Δήμος Κυθήρων μη νομίμως απεβλήθη από τη δίκη ενώπιον του πρωτοδικείου, διότι, σε κάθε περίπτωση, είχε τουλάχιστον γνωμοδοτικού χαρακτήρα αρμοδιότητα στη διαδικασία τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου και συνεπώς, η αίτηση περί άρσεως του ρυμοτομικού βάρους μπορούσε να υποβληθεί και στον Δήμο, ο οποίος όφειλε να διαβιβάσει, περαιτέρω, τη σχετική αίτηση στο αρμόδιο όργανο, με αποτέλεσμα η εν λόγω παράλειψή του να είναι, σε κάθε περίπτωση, ακυρωτέα.
-Το πρωτοδικείο έπρεπε να λάβει υπόψη ότι ναι μεν ο Δήμος δεν είχε αρμοδιότητα να άρει το επίδικο ρυμοτομικό βάρος, όφειλε όμως να διαβιβάσει την αίτηση αυτή στο αρμόδιο για την άρση του όργανο της Διοίκησης και συνεπώς, να εξετάσει εάν συνέτρεχε, εν προκειμένω, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθούν, δε, οι 5005/2013 και 3339/2011 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά. Παρέλκει, δε, ως αλυσιτελής η εξέταση του ετέρου προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως. Εξάλλου, η παρούσα υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό της μέρος, πρέπει να παραπεμφθεί στο εκδόν την αναιρεσιβαλλό μ εν η απόφαση δικαστήριο για νέα κρίση.
Πρόεδρος: Αθ. Ράντος
Εισηγητής: Ι. Θεοδωρικάκου
Βασικές Σκέψεις
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 5005/2013 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε μετά την 3339/2011 εν μέρει οριστική και εν μέρει προδικαστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε προσφυγή των αιτούντων με αίτημα: α) την ακύρωση της σιωπηρής άρνησης της Διοίκησης, που εκδηλώθηκε με την πάροδο απράκτου τριμήνου από την υποβολή της υπ’ αρ. 4671/15.9.2008 αίτησής τους προς το Δήμο Κυθήρων να άρει το μη συντελεσθέν ρυμοτομικό βάρος, που επιβλήθηκε, με την 431616/25/18.3.1991 απόφαση του Νομάρχη Πειραιά (Δ΄ 185), με την οποία αναθεωρήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού Διακοφτίου Κοινότητας Φριλιγκιάνικων της νήσου των Κυθήρων (ήδη Δημοτικού Διαμερίσματος Φριλιγκιάνικων Δήμου Κυθήρων), σε οικόπεδο, του οποίου φέρονται ως ιδιοκτήτες, έκτασης 2796,20 τ.μ., κείμενο στον οικισμό Διακόφτι, Κοινοτικού Διαμερίσματος Φριλιγκιάνικων, και, μεταξύ άλλων, χαρακτηρίσθηκε το εν λόγω ακίνητο ως χώρος κοινοτικής αγοράς και στάθμευσης και β) τη βεβαίωση της υποχρεωτικώς επελθούσας άρσης της ως άνω απαλλοτρίωσης λόγω παρόδου ευλόγου χρόνου από την επιβολή της.
3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση, καθ’ ο μέρος στρέφεται αυτοτελώς κατά της 3339/2011 εν μέρει οριστικής και εν μέρει προδικαστικής απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), οι προδικαστικές αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων δεν υπόκεινται σε αίτηση αναιρέσεως ούτε κατά τις οριστικές διατάξεις τους. Οι αποφάσεις αυτές θεωρείται ότι συμπροσβάλλονται με τις οριστικές αποφάσεις (βλ. ΣτΕ 1623/2016 επταμ., ΣτΕ 2764/2014, 2175/2012, 1079/2009 κ.ά.).
4. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση νομίμως συζητείται παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 7016γ/2016 έκθεση επιδόσεως δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς και από την 96/2016 έκθεση επιδόσεως επιμελήτριας δικαστηρίων του Ειρηνοδικείου Κυθήρων, που ευρίσκονται στον φάκελο της υποθέσεως, αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως και της πράξεως του Προέδρου του Τμήματος περί ορισμού εισηγητή και δικασίμου, κοινοποιήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσίβλητους.
5. Επειδή, στο άρθρο 53 παρ. 3 και 4 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) η ισχύς του οποίου, κατά το άρθρο 70 του ίδιου νόμου, αρχίζει την 1.1.2011, ορίζονται τα εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ, εκτός αν προσβάλλονται αποφάσεις που εκδίδονται επί προσφυγών ουσίας, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της […]». Κατά τα ήδη κριθέντα, οι ως άνω διατάξεις έχουν εφαρμογή επί των αιτήσεων αναίρεσης που ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος τους (1.1.2011), ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, για το παραδεκτό δε της άσκησης αίτησης αναίρεσης, υπό την ισχύ του ν. 3900/2010, απαιτείται η συνδρομή τόσο του ελάχιστου χρηματικού ορίου της διαφοράς όσο και των προϋποθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκε κατά τα ανωτέρω (ΣτΕ 3986/2015 κ.ά.). Επομένως, επί διαφοράς με χρηματικό αντικείμενο που υπερβαίνει το ποσό των 40.000 ευρώ, η αίτηση αναίρεσης ασκείται πλέον παραδεκτώς μόνον όταν προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία ερμηνεία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του αναιρετικού αγόμενης διαφοράς, είτε ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της υπόθεσης, έρχεται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή, πάντως, μη ανατραπείσα νομολογία επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (ΣτΕ, Α.Π., Ελ.Σ.) ή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 430/2015, 4231/2014 κ.ά.). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι αποφάσεις προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς, το δε υπ’ αυτών κριθέν νομικό ζήτημα θα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων αχθεισών διαφορών (ΣτΕ 430/2015, 2301/2011 7μ. κ.ά.). Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται παραδεκτώς μόνο με το εισαγωγικό δικόγραφο και όχι με δικόγραφο προσθέτων λόγων ή υπόμνημα (ΣτΕ 2403/2016, 849/2015 κ.ά., πρβλ. Ολομ. ΣτΕ 800/2015). Εξάλλου, οι ανωτέρω όροι σχετικά με την προβολή ισχυρισμών κατά το άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 πρέπει να συντρέχουν και προκειμένου περί διαφορών που δεν έχουν άμεσο χρηματικό αντικείμενο, για τις οποίες επίσης θεσπίζεται ο κανόνας του κατ’ αρχήν απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης (ΣτΕ 3025/2015, πρβλ. ΣτΕ 4245/2012 7μ., 90/2012,4246/2011 κ.ά.), παρόμοιες δε διαφορές είναι και οι αναφυόμενες από την άρνηση άρσης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή βάρους (ΣτΕ 3986/2015, 3025/2015).
6. Eπειδή, εν προκειμένω, η κρινόμενη αίτηση, η οποία δεν έχει άμεσο χρηματικό αντικείμενο, κατατέθηκε στη Γραμματεία του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά στις 26.5.2014 και, επομένως, διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010. Περαιτέρω, με το δικόγραφο, προβάλλεται, μεταξύ άλλων, ο ισχυρισμός ότι οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις έρχονται σε αντίθεση προς την ΣτΕ 2955/2011, με την οποία κρίθηκε ότι αίτηση για την άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης επιτρεπτώς υποβάλλεται όχι μόνο στον Υπουργό Περιβάλλοντος αλλά και σε κάθε όργανο της Κρατικής Διοίκησης ή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στο οποίο έχουν ανατεθεί αποφασιστικού χαρακτήρα αρμοδιότητες σε θέματα έγκρισης και τροποποίησης πολεοδομικών σχεδίων ή έστω και γνωμοδοτικού χαρακτήρα αρμοδιότητα στο πλαίσιο της σχετικής διαδικασίας, στην περίπτωση δε που η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα δεν έχει αρμοδιότητα τροποποιήσεως του σχεδίου, οφείλει να διαβιβάσει περαιτέρω την σχετική αίτηση στο αρμόδιο όργανο και συνεπώς, στην αντίθετη περίπτωση, συντελείται παράλειψη διαβίβασης, η οποία είναι ακυρωτέα.
7. Επειδή, όπως έχει κριθεί, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 11 του Κ.Α.Α.Α., του άρθρου 10 του ν. 3044/2002 (Α΄ 197), του άρθρου 4 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999, Α΄ 45), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 3230/2004 (Α΄ 44) και ακολούθως με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3242/2004 (Α΄ 102), καθώς και των άρθρων 63 και 65 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97), συνάγεται ότι αίτηση για την άρση ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως επιτρεπτώς υποβάλλεται όχι μόνον στον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ήδη Περιβάλλοντος και Ενέργειας) αλλά και σε κάθε όργανο της κρατικής διοικήσεως, κεντρικής ή περιφερειακής ή της τοπικής αυτοδιοικήσεως, στο οποίο έχουν ανατεθεί αποφασιστικού χαρακτήρα αρμοδιότητες σε θέματα εγκρίσεως και τροποποιήσεως πολεοδομικών σχεδίων ή, έστω, γνωμοδοτικού χαρακτήρα αρμοδιότητα στο πλαίσιο της διαδικασίας της σχετικής πολεοδομικής ρυθμίσεως. Εάν δε η αρχή, στην οποία υποβάλλεται το αίτημα, δεν έχει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά το Σύνταγμα και το νόμο, αρμοδιότητα τροποποιήσεως του πολεοδομικού σχεδίου, οφείλει να διαβιβάσει περαιτέρω τη σχετική αίτηση στο κατά περίπτωση αρμόδιο όργανο, πλην δεν συντελείται σιωπηρή άρνηση της αρχής αυτής να άρει την απαλλοτρίωση με την πάροδο άπρακτου τριμήνου από την υποβολή της αιτήσεως αλλά παράλειψη διαβιβάσεως της αιτήσεως παραδεκτώς προσβαλλόμενη με αίτηση ακυρώσεως (πρβλ. ΣτΕ 4569/2009 7μ., ΣτΕ 1806/2016, 800/2016, 2101/2012, 2955/2011 κ.ά.).
8. Επειδή, εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 154 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (π.δ. 14.7.1999, Δ΄ 580) προκύπτει ότι στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης Α΄ βαθμού έχουν ανατεθεί αρμοδιότητες γνωμοδοτικού χαρακτήρα σε θέματα έγκρισης ή τροποποίησης ρυμοτομικού σχεδίου, καθώς και η πρωτοβουλία να κινήσουν τη σχετική διαδικασία με ίδια πρόταση (βλ. ΣτΕ 800/2016 κ.ά.).
9. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Οι αιτούντες, δυνάμει των υπ’ αριθ. 3476/2.8.2007 και 3477/2.8.2007 δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας, της συμβολαιογράφου Κυθήρων Στέλλας Καϊδετσή, φέρονται ως κύριοι σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, κειμένου στον οικισμό Διακόφτι, Κοινοτικού Διαμερίσματος Φριλιγκιάνικων-Κυθήρων, εκτάσεως 2796,20 τ.μ. Με την 431616/257/18.3.1991 (Δ΄ 185/18.4.1991) απόφαση του Νομάρχη Πειραιά, με την οποία ενεκρίθη η αναθεώρηση του ρυμοτομικού σχεδίου του οικισμού Διακόφτι της Κοινότητας Φριλιγκιάνικων της νήσου των Κυθήρων και, ειδικότερα, ορίστηκαν οι χρήσεις γης και οι όροι και περιορισμοί δόμησης των οικοπέδων και των χώρων ειδικών χρήσεων του οικισμού, μεταξύ άλλων, αφορίσθηκε το ανωτέρω οικόπεδο των αιτούντων ως χώρος κοινοτικής αγοράς και στάθμευσης, με επιτρεπόμενες εκεί χρήσεις «α. καταστήματα, ταβέρνες, αναψυκτήρια, β. ιατρείο, γ. πάρκινγκ, χώροι στάθμευσης». Με την υπ’ αριθ. 4671/15.9.2008 αίτησή τους προς τον Δήμο Κυθήρων, οι αιτούντες ζήτησαν την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου προς το σκοπό της άρσης του επιβληθέντος στο οικόπεδό τους ρυμοτομικού βάρους, από την επιβολή του οποίου είχαν παρέλθει σχεδόν 18 έτη, χωρίς η Διοίκηση να έχει προβεί στις απαιτούμενες για τη συντέλεση του σχετικού βάρους ενέργειες, διάστημα, δηλαδή, το οποίο κατά τους ειδικότερους ισχυρισμούς τους υπερέβαινε το συνταγματικώς ανεκτό όριο δεσμεύσεως της ιδιοκτησίας τους. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε σιωπηρώς, δια της παρόδου απράκτου τριμήνου από της υποβολής της στον ως άνω Δήμο. Κατά της εν λόγω σιωπηρής άρνησης της Διοίκησης οι αιτούντες άσκησαν προσφυγή ζητώντας την ακύρωσή της, καθώς και τη βεβαίωση της υποχρεωτικώς επελθούσας άρσης του εν λόγω βάρους λόγω παρόδου ευλόγου χρόνο από την επιβολή του. Επί της εν λόγω προσφυγής που στρεφόταν κατά της Ν.Α. Αθηνών-Πειραιά και του Δήμου Κυθήρων, εκδόθηκε αρχικά η προδικαστική 3339/2011 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία απεβλήθη ο καθ’ ου Δήμος από τη δίκη με την αιτιολογία ότι δεν είναι κύριος διάδικος ούτε άσκησε παρέμβαση, καθ’ ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 65 παρ. 1, 114 παρ. 2 και 126 παρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), σε συνδυασμό με το άρθρο 11 παρ. 4 του ν. 2882/2001. Με την ίδια απόφαση αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης για τη συμπλήρωση στοιχείων του διοικητικού φακέλου, προκειμένου το δικαστήριο να διαπιστώσει ποιά είναι η αρμόδια αρχή για την ανάκληση του επίδικου ρυμοτομικού βάρους. Μετά τη συμπλήρωση των εν λόγω στοιχείων, εκδόθηκε η 5005/2013 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία, αφενός κρίθηκε ότι δεν συντελέσθηκε σιωπηρή άρνηση για άρση του επίδικου βάρους, καθ’ όσον, εν προκειμένω, τη σχετική αρμοδιότητα έχει το Ελληνικό Δημόσιο και όχι η καθ’ ου η προσφυγή Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση (ήδη Περιφέρεια Αττικής), διότι η επίδικη τροποποίηση δεν μπορεί να θεωρηθεί εντοπισμένη λόγω των ευρύτερων συνεπειών της και της θέσης του επίδικου οικοπέδου στο λιμάνι της νήσου των Κυθήρων, αφετέρου, ότι, εν προκειμένω, δεν μπορεί να γίνει λόγος για υποχρέωση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (ήδη Περιφέρειας) να διαβιβάσει περαιτέρω προς το αρμόδιο κρατικό όργανο την αίτηση των προσφευγόντων, δεδομένου ότι η εν λόγω αίτηση είχε κατατεθεί στο Δήμο Κυθήρων. Με το σκεπτικό αυτό απερρίφθη η προσφυγή των ήδη αιτούντων ως απαραδέκτως στρεφόμενη κατά της Περιφέρειας Αττικής, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησής της.
10. Επειδή, ήδη με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι σε αντίθεση προς τα κριθέντα με την 2955/2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις αφενός μεν, αρχικά, απεβλήθη ο Δήμος Κυθήρων από τη δίκη (με την 3339/2011 προδικαστική απόφαση), αφετέρου δε, κρίθηκε ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για υποχρέωση της Νομαρχίας (νυν Περιφέρειας) να διαβιβάσει περαιτέρω προς το αρμόδιο όργανο, την από 15.9.2008 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων για άρση του επίδικου ρυμοτομικού βάρους, δεδομένου ότι η εν λόγω αίτηση είχε κατατεθεί στον Δήμο Κυθήρων και όχι στην καθ’ ου η προσφυγή Νομαρχία, ενώ, περαιτέρω, απέρριψε την προσφυγή ως απαραδέκτως στρεφόμενη κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (ήδη Περιφέρειας), ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης αυτής (με την 5005/2013 οριστική απόφαση). Ειδικότερα, κατά τα προβαλλόμενα, ο Δήμος Κυθήρων μη νομίμως απεβλήθη από τη δίκη ενώπιον του πρωτοδικείου, διότι, σε κάθε περίπτωση, είχε τουλάχιστον γνωμοδοτικού χαρακτήρα αρμοδιότητα στη διαδικασία τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου και συνεπώς, η αίτηση περί άρσεως του ρυμοτομικού βάρους μπορούσε να υποβληθεί και στον Δήμο, ο οποίος όφειλε να διαβιβάσει, περαιτέρω, τη σχετική αίτηση στο αρμόδιο όργανο, με αποτέλεσμα η εν λόγω παράλειψή του να είναι, σε κάθε περίπτωση, ακυρωτέα. Πράγματι με την προαναφερθείσα απόφαση του ΣτΕ κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι αίτηση για την άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης επιτρεπτώς υποβάλλεται όχι μόνο στον Υπουργό Περιβάλλοντος αλλά και σε κάθε όργανο της Κρατικής Διοίκησης ή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στο οποίο έχουν ανατεθεί αποφασιστικού χαρακτήρα αρμοδιότητες σε θέματα έγκρισης και τροποποίησης πολεοδομικών σχεδίων ή έστω και γνωμοδοτικού χαρακτήρα αρμοδιότητα στο πλαίσιο της σχετικής διαδικασίας, στην περίπτωση δε που η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα δεν έχει αρμοδιότητα τροποποιήσεως του σχεδίου, οφείλει να διαβιβάσει περαιτέρω την σχετική αίτηση στο αρμόδιο όργανο και συνεπώς, στην αντίθετη περίπτωση, συντελείται παράλειψη διαβίβασης, η οποία είναι ακυρωτέα.
11. Επειδή, με τα ανωτέρω δεδομένα, η ανωτέρω κρίση των αναιρεσιβαλλόμενων αποφάσεων έρχεται σε αντίθεση προς την 2955/2011 απόφαση του ΣτΕ, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από τους αναιρεσείοντες και ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς. Περαιτέρω, ο λόγος αυτός, κατά τα προεκτεθέντα, είναι και βάσιμος, καθ’ όσον το πρωτοδικείο έπρεπε να λάβει υπόψη ότι ναι μεν ο Δήμος δεν είχε αρμοδιότητα να άρει το επίδικο ρυμοτομικό βάρος, όφειλε όμως να διαβιβάσει την αίτηση αυτή στο αρμόδιο για την άρση του όργανο της Διοίκησης και συνεπώς, να εξετάσει εάν συνέτρεχε, εν προκειμένω, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθούν, δε, οι 5005/2013 και 3339/2011 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά. Παρέλκει, δε, ως αλυσιτελής η εξέταση του ετέρου προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως. Εξάλλου, η παρούσα υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό της μέρος, πρέπει να παραπεμφθεί στο εκδόν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο για νέα κρίση.






