ΣτΕ 1952/2017 [Νόμιμη ανασύνταξη πράξης εφαρμογής]
Περίληψη
-Το εφετείο λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό της υπόθεσης και ιδίως το περιεχόμενο της πράξης εφαρμογής, όπως διαμορφώθηκε τελικά, απέρριψέ τους λόγους ακυρώσεως περί παραβιάσεως των αρχών της αναλογικότητας, της χρηστής διοίκησης και της ισότητας. Συγκεκριμένα, αφού έλαβε υπόψη ότι το οικόπεδο που αποδόθηκε στους εκκαλούντες είναι διαμπερές, ότι η πρόσοψή του μειώθηκε μόνο 7,30 μ. από την αρχική και ότι η οφειλόμενη εισφορά σε γη που ανερχόταν σε 608,10 τ.μ. μειώθηκε σε 569,31 τ.μ., απέρριψέ τον ισχυρισμό ότι η ιδιοκτησία τους επιβαρύνθηκε υπέρμετρα. Επίσης έκρινε ότι τα όρια αρτιότητας που προβλέπονται εν προκειμένω για το συγκεκριμένο οικόπεδο υπερκαλύπτονται με τη ρύθμιση της προσβαλλόμενης πράξης, απέρριψέ δε τον ισχυρισμό ότι με το σχήμα που έχει το οικόπεδο είναι δυσχερής η σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας, διότι δεν συνδέεται με την οικοδομησιμότητα του οικοπέδου. Με τα δεδομένα αυτά, το εφετείο ορθά έκρινε ότι δεν συντρέχει υπέρμετρη επιβάρυνση της ιδιοκτησίας των εκκαλούντων έναντι της ιδιοκτησίας της δεύτερης εφεσίβλητης, καθώς και ότι η επίδικη τακτοποίηση δεν έγινε καθ’υπέρβαση των ορίων διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το ως άνω ιστορικό, με νόμιμη και επαρκή αιτιολογία η Διοίκηση στάθμισε τα εκατέρωθεν συμφέροντα των εμπλεκόμενων μερών, κατά τα λοιπά δε η ουσιαστική κρίση των οργάνου της είναι ανέλεγκτη ως τεχνική κρίση.
Πρόεδρος: Αθ. Ράντος
Εισηγητής: Ι. Θεοδωρικάκου
Βασικές Σκέψεις
2. Επειδή, με την έφεση αυτή ζητείται η εξαφάνιση της 228/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την εκκαλουμένη απόφαση απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως των εκκαλούντων κατά: α) της 3064/461/07 αποφάσεως του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής περί «Ανασυντάξεως της με αριθμ. 1ης πράξης εφαρμογής του εγκεκριμένου σχεδίου της Π.Ε. 1 του Δήμου Ν. Μάκρης (Ν. Αττικής) σε τμήματα των Ο.Τ. Γ. 112, Ο.Τ.Γ. 244 και Ο.Τ.Β. 262» και β) της σιωπηρής απορρίψεως από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής της από 4.4.2007 προσφυγής που άσκησαν οι εκκαλούντες κατά της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης, σύμφωνα με το άρθρο. 18 παρ. 12 και 13 του ν. 2218/1994 (Α΄ 90), όπως η παρ. 13 αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 2839/2000 (Α΄ 196). Mε την ίδια απόφαση έγινε δεκτή η παρέμβαση της δεύτερης εφεσίβλητης.
3. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 και 3 περ. θ΄ του ν. 3852/2010 (Α΄ 87), σε συνδυασμό με το άρθρο 283 παρ. 2 του ίδιου νόμου, μετά την κατάργηση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, η παρούσα δίκη με το προαναφερθέν αντικείμενο νομίμως συνεχίζεται αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση από την Περιφέρεια Αττικής, ως αρμόδια για την κύρωση πράξεων εφαρμογής (άρθρο 186 παρ. ΙΙ περ. ΣΤ υποπερ. 40 ν. 3852/2010).
4. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου και τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους προκύπτουν τα εξής: Με το από 15.12.1986 π.δ. (Δ΄ 43) εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη των πολεοδομικών ενοτήτων περιοχής δεύτερης κατοικίας της Κοινότητας Νέας Μάκρης του νομού Αττικής. Οι εκκαλούντες και η δεύτερη εφεσίβλητη φέρονται ως ιδιοκτήτες οικοπέδων εντός του Ο.Τ. 112 της 1ης Πολεοδομικής Ενότητας (Π.Ε.), οι μεν πρώτοι οικοπέδου, αρχικής εκτάσεως 2652 τ.μ., με πρόσωπο περίπου 29 μ. επί της Λ. Μαραθώνος και η εν λόγω εφεσίβλητη οικοπέδου, αρχικής εκτάσεως 1278, 55 τ.μ., με πρόσωπο 13 μ. επί της Λ. Μαραθώνος. Σύμφωνα με την εν λόγω πολεοδομική μελέτη το τελευταίο αυτό οικόπεδο, φερόμενο ως ιδιοκτησία της δεύτερης εφεσίβλητης, ρυμοτομήθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του (κατά 856,19 τ.μ.) για τη διάνοιξη οδού ανάμεσα στα Ο.Τ. 111 και 112. Το απομένον τμήμα του οικοπέδου ήταν μεν άρτιο κατά παρέκκλιση ως προς το εμβαδόν (422,36 τ.μ.) και το πρόσωπο (5 μ.), αλλά μη άρτιο ως προς το σχήμα του. Ακολούθως, καταρτίστηκε και αναρτήθηκε πράξη εφαρμογής της εν λόγω πολεοδομικής μελέτης, σύμφωνα με την οποία θα απεδίδετο στη δεύτερη εφεσίβλητη ιδιοκτησία με κωδικό αριθμό κτηματογράφησης 017837, στο ίδιο Ο.Τ., χωρίς όμως πρόσωπο στη λεωφόρο Μαραθώνος, ενώ στους εκκαλούντες θα απεδίδετο οικόπεδο με κωδικό αριθμό 017838 και πρόσωπο στη λεωφόρο Μαραθώνος 29 μ. περίπου. Μετά από ένσταση της δεύτερης εφεσίβλητης στο στάδιο της δεύτερης ανάρτησης ακολούθησε νέα πράξη, σύμφωνα με την οποία θα απεδίδετο σε αυτήν ένα οικόπεδο 904,55 τ.μ., με πρόσωπο 15 μ. στη λεωφόρο Μαραθώνος εντός του ιδίου Ο.Τ. και δεύτερο οικόπεδο 262,356 τ.μ. στο παρακείμενο Ο.Τ. 114. Πράξη εφαρμογής με αυτό το περιεχόμενο αναρτήθηκε τον Μάιο 1999 (τρίτη ανάρτηση). Με την ίδια πράξη προβλέφθηκε ως προς το οικόπεδο των εκκαλούντων με κωδικό αριθμό 017838 μείωση του προσώπου του επί της λεωφόρου Μαραθώνος κατά περίπου 10 μ. Ωστόσο, κατόπιν αποδοχής ενστάσεως των εκκαλούντων (υπ’ αριθμ. πρωτ. 6780/1233/8-5-2002), οι οποίοι απέκτησαν την προαναφερθείσα ιδιοκτησία τους το έτος 2000, η εν λόγω πράξη εφαρμογής κυρώθηκε με την 4322/802/16.12.2002 απόφαση του βοηθού Νομάρχη της Ν.Α. Ανατολικής Αττικής με διαφοροποιημένο περιεχόμενο σε σχέση με την αναρτηθείσα πράξη. Ειδικότερα, στη δεύτερη εφεσίβλητη αποδόθηκαν τελικά ένα νέο οικόπεδο, εκτάσεως 482,18 τ.μ., χωρίς πρόσωπο στη λεωφόρο Μαραθώνος, εντός του Ο.Τ. 112, και ένα άλλο οικόπεδο 684,72 τ.μ., με πρόσωπο στη λεωφόρο αυτή αλλά στο Ο.Τ. 244, ενώ στους εκκαλούντες αποδόθηκε ένα οικόπεδο εντός του Ο.Τ. 112, εκτάσεως 2000 τ.μ. περίπου, με πρόσωπο στη λεωφόρο Μαραθώνος 29 μ. (ιδιοκτησία με κωδικό αριθμό 017838). Κατά της εν λόγω απόφασης του βοηθού Νομάρχη με την οποία κυρώθηκε η πράξη εφαρμογής, η δεύτερη εφεσίβλητη άσκησε προσφυγή ενώπιον του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής (ΓΓΠΑ), η οποία έγινε δεκτή, με αποτέλεσμα την ακύρωση της εν λόγω απόφασης ως προς τις ιδιοκτησίες αυτής και των εκκαλούντων. Και τούτο με την αιτιολογία ότι η δεύτερη εφεσίβλητη δεν είχε λάβει γνώση της προαναφερθείσας ένστασης των εκκαλούντων και της νέας πράξης εφαρμογής, η οποία δεν γνωστοποιήθηκε σ’ αυτήν ούτε αναρτήθηκε όπως διαμορφώθηκε τελικά κατ’ αποδοχήν της εν λόγω ένστασης, με αποτέλεσμα να μην παρασχεθεί σε αυτή η δυνατότητα να ασκήσει εκ νέου ένσταση. Εξάλλου, επειδή η εν λόγω ακυρωθείσα απόφαση του βοηθού Νομάρχη είχε ήδη μεταγραφεί στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο Σπάτων, η Διεύθυνση Πολεοδομίας κοινοποίησε σε αυτό την ως άνω ακυρωτική απόφαση του ΓΓΠΑ, προκειμένου η μεταγεγραμμένη πράξη εφαρμογής να μην περιλαμβάνει τις επίδικες ιδιοκτησίες. Ακολούθως, η δεύτερη εφεσίβλητη υπέβαλε προς τον Νομάρχη Ανατολικής Αττικής την από 20.6.2003 εξώδικη δήλωση-ένσταση, με την οποία ζήτησε να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες για την υλοποίηση της προαναφερθείσας απόφασης του ΓΓΠΑ, χωρίς να λάβει σχετική απάντηση. Επί αιτήσεως ακυρώσεως της δεύτερης εφεσίβλητης κατά της εν λόγω σιωπηρής πράξης εκδόθηκε η 1370/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκε η παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας του Νομάρχη της Ν.Α. Ανατολικής Αττικής να αποφανθεί επί της ως άνω εξώδικης δήλωσης-ένστασης της εφεσίβλητης. Με την ίδια απόφαση αναπέμφθηκε η υπόθεση προς τη Διοίκηση προκειμένου ο Νομάρχης να αποφανθεί επί της ενστάσεως και να ολοκληρώσει τη διαδικασία εφαρμογής του πολεοδομικού σχεδιασμού στην περιοχή. Σε συμμόρφωση προς την τελευταία αυτή απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, η Διεύθυνση Χωροταξίας-Πολεοδομίας Νοτίου Τομέα Ν.Α. Ανατολικής Αττικής προέβη στη σύνταξη νέας πράξης εφαρμογής, μεταξύ άλλων, ως προς τις ως άνω επίδικες ιδιοκτησίες. Κατά της αναρτηθείσας αρχικά πράξης, που προέβλεπε, μεταξύ άλλων, την απόδοση στη δεύτερη εφεσίβλητη οικοπέδου εντός του Ο.Τ. 112, εμβαδού 904,55 τ.μ., με πρόσωπο 15 μ. επί της λεωφόρου Μαραθώνος και στους εκκαλούντες οικοπέδου εντός του ιδίου Ο.Τ., εμβαδού 2044 τ.μ., με πρόσωπο επί της ιδίας λεωφόρου 20 μ., ασκήθηκε από τους τελευταίους η 1589/6.2.2006 ένσταση, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή. Ακολούθησε η ανάρτηση της ανασυνταχθείσας πράξης εφαρμογής, η οποία προέβλεπε την απόδοση προς τους εκκαλούντες οικοπέδου 2050,17 τ.μ., με πρόσωπο επί της Λ. Μαραθώνος 21,6 μ., εντός του Ο.Τ. 112 και προς τη δεύτερη εφεσίβλητη οικοπέδου 898,29 τ.μ., με πρόσωπο 13 μ., εντός του ιδίου Ο.Τ., καθώς και ενός άλλου οικοπέδου 203,02 τ.μ. εντός του Ο.Τ. 244. Οι εκκαλούντες υπέβαλαν νέα ένσταση υποστηρίζοντας ότι η εν λόγω ρύθμιση ευνοεί την ιδιοκτησία της δεύτερης εφεσίβλητης σε βάρος της δικής τους, διότι το οικόπεδο που αποδίδεται σε αυτήν εντός του Ο.Τ. 112 έχει σχήμα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο και το 55% της έκτασής του βρίσκεται εντός της ζώνης Δ1 (που προβλέπει εμπορική χρήση), ενώ η δική τους ιδιοκτησία μετασχηματίζεται σε πολύγωνο οικόπεδο σχήματος γάμμα, με μειωμένο πρόσωπο επί της Λ. Μαραθώνος σε σύγκριση με την προηγούμενη λύση που είχε επιλεγεί, το οποίο μόνο σε ποσοστό 40% εντάσσεται στη ζώνη Δ1. Επίσης προέβαλαν ότι είναι εξ αδιαιρέτου κύριοι του εν λόγω οικοπέδου, η μείωση δε του προσώπου του επί της Λ. Μαραθώνος καθιστά δύσκολη την αξιοποίησή του (σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας). Μετά από απόρριψη της εν λόγω ένστασης των εκκαλούντων εκδόθηκε η 3064/461/5.3.2007 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής με την οποία επικυρώθηκε η ανασυνταχθείσα πράξη εφαρμογής του εγκεκριμένου σχεδίου της Π.Ε. 1 του Δήμου Ν. Μάκρης Ν. Αττικής σε τμήματα των Ο.Τ. 112, 244 και 262, στην οποία (πράξη) περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι προαναφερθείσες τελευταίες ρυθμίσεις ως προς τα επίδικα ακίνητα. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης του Νομάρχη οι εκκαλούντες άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής (υπ’ αρ.πρωτ. 14161/5.4.2007). Την ίδια ημέρα άσκησαν και αίτηση ακυρώσεως τόσο κατά της ως άνω απόφασης του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής όσο και κατά της ρητής ή σιωπηρής απορρίψεως της ανωτέρω προσφυγής τους. Με την 228/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε η εν λόγω αίτηση. Ήδη με την κρινόμενη έφεση ζητείται η εξαφάνιση της τελευταίας αυτής απόφασης.
5. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση προβάλλεται, κατ’αρχήν, ότι το εφετείο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, έκρινε ότι η επιλεγείσα με την 3064/461/2007 απόφαση του Νομάρχη Ανατ. Αττικής ρύθμιση ήταν επιβεβλημένη για τη Διοίκηση σε συμμόρφωση προς την 1370/2004 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο, μεταξύ άλλων, έκρινε ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος και του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989, η Διοίκηση είχε υποχρέωση, σε συμμόρφωση προς την 1370/2004 απόφαση, να ανασυντάξει την επίδικη πράξη εφαρμογής κατά το μέρος που αφορούσε τους ήδη εκκαλούντες και τη δεύτερη εφεσίβλητη, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για πράξη η οποία δεν υπόκειται σε ανάκληση. Ωστόσο, το εφετείο δεν εξέφερε κρίση ως προς το εάν η επιλεγείσα με την επίδικη απόφαση του Νομάρχη ρύθμιση ήταν επιβεβλημένη για τη Διοίκηση σε συμμόρφωση προς την ως άνω δικαστική απόφαση ούτε, εξάλλου, η τελευταία περιελάμβανε κάποια κρίση ως προς το περιεχόμενο της νέας πράξης εφαρμογής. Ως εκ τούτου, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απορριπτέος ως προβαλλόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.
6. Επειδή, εν συνεχεία, προβάλλεται ότι το εφετείο μη νομίμως παρέλειψε να απαντήσει επί του ισχυρισμού των εκκαλούντων για την αντίθεση της επίδικης πράξης εφαρμογής στο άρθρο 12 παρ. 7 περ. ε΄ του ν. 1337/1983 (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο), καθώς και περί ανεπαρκούς αιτιολογίας της εν λόγω πράξης. Κατά τα ειδικότερα προβαλλόμενα με την κρινόμενη έφεση, το εφετείο, ορθώς κρίνοντας, θα έπρεπε να δεχθεί ότι κατά την ανασύνταξη της πράξης εφαρμογής η Διοίκηση όφειλε να διατηρήσει το περιεχόμενο της ακυρωθείσας για τυπικό λόγο προγενέστερης πράξης της (δηλ. της 4322/802/2002 απόφασης του βοηθού Νομάρχη) και όχι να προβεί σε νέα ρύθμιση, καθώς δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 12 παρ. 7 περ. ε΄ του ν. 1337/1983 για την ανάκληση πράξης εφαρμογής, δηλαδή δεν διαπιστώθηκε πλάνη περί τα πράγματα ή εσφαλμένη ερμηνεία διατάξεων που να αιτιολογούν, πόσω μάλλον, να επιβάλλουν την επιλογή άλλης ρύθμισης. Συναφώς, οι εκκαλούντες προβάλλουν ότι, σε κάθε περίπτωση, η Διοίκηση όφειλε να αιτιολογήσει πλήρως και επαρκώς τη μεταστροφή των απόψεών της.
7. Επειδή, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το εφετείο απορρίπτοντας τον αντίστοιχο λόγο ακυρώσεως, απάντησε επί του ισχυρισμού των ήδη εκκαλούντων περί αντιθέσεως της επίδικης πράξης εφαρμογής στο άρθρο 12 παρ. 7 περ. ε΄ του ν. 1337/1983, ως ίσχυε, με τη σκέψη ότι η Διοίκηση ήταν υποχρεωμένη να ανασυντάξει την εν λόγω πράξη σε συμμόρφωση προς την 1370/2004 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, κατά τα ήδη αναφερθέντα στη σκέψη 4, ανεξαρτήτως εάν του εάν αυτή υπέκειτο σε ανάκληση κατά τους όρους και προϋποθέσεις της εν λόγω διάταξης. Ως εκ τούτου, ο περί του αντιθέτου λόγος εφέσεως είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.
8. Επειδή, περαιτέρω, με την εν λόγω διάταξη του άρθρου 12 παρ. 7 περ. ε΄ του ν. 1337/1983 (Α΄ 33), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 3212/2003 (Α΄ 308) προβλέπονται οι προϋποθέσεις για την ανάκληση κυρωθείσας πράξης εφαρμογής. Ωστόσο, εν προκειμένω, η αρχικά κυρωθείσα πράξης εφαρμογής είχε ακυρωθεί με απόφαση του ΓΓΠ μετά από προσφυγή νομιμότητας της δεύτερης εφεσίβλητης και συγκεκριμένα, διότι δεν είχε τηρηθεί η διαδικασία κοινοποίησης της 4322/802/2002 απόφασης του βοηθού Νομάρχη ούτε αυτή αναρτήθηκε όπως διαμορφώθηκε τελικά, ώστε να έχει τη δυνατότητα η εν λόγω εφεσίβλητη να ασκήσει ένσταση. Συνεπώς, μετά την ακύρωση της παράλειψης του Νομάρχη να απαντήσει επί της εξώδικης δηλώσεως-ενστάσεως της δεύτερης εφεσίβλητης με την 1370/2004 δικαστική απόφαση και την επαναφορά της υπόθεσης ενώπιον της Διοίκησης, η εν λόγω κυρωτική απόφαση της πράξης εφαρμογής δεν υφίστατο. Περαιτέρω, δε, δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της προαναφερθείσας διάταξης του ν. 1337/1983, που έχει ως σκοπό να απαγορεύεται κατ’αρχήν η ανάκληση της πράξης εφαρμογής μετά την οριστικοποίησή της, λόγω μεταβολής των απόψεων της Διοίκησης, για λόγους ασφάλειας δικαίου. Στην επίδικη περίπτωση η Διοίκηση, όπως όφειλε, προέβη σε ανασύνταξη της διοικητικά ακυρωθείσας πράξης εφαρμογής σε συμμόρφωση προς δικαστική απόφαση με την οποία είχε ακυρωθεί η παράλειψη του Νομάρχη να αποφανθεί επί της προαναφερθείσας ενστάσεως και να προβεί σε διόρθωση-τροποποποίηση της πράξης εφαρμογής, κατ’εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος, του άρθρου 50 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 και του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 702/1977. Ως εκ τούτου, ορθά έκρινε το εφετείο απορρίπτοντας τον ειδικότερο ισχυρισμό των εκκαλούντων περί συνδρομής περιπτώσεως εφαρμογής, στην προκείμενη περίπτωση, του άρθρου 12 του ν. 1337/1983, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως προς τις προϋποθέσεις έκδοσης της νέας πράξης εφαρμογής, διότι ήταν νομικά αβάσιμος.
9. Επειδή, εξάλλου, αβασίμως προβάλλεται ότι υπήρχε δέσμευση της Διοίκησης από το περιεχόμενο της αρχικής πράξης εφαρμογής κατά την ανασύνταξη αυτής και τούτο διότι από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, εν προκειμένω, η Διοίκηση δεν προέβη σε ανασύνταξη της πράξης εφαρμογής προκειμένου να διορθώσει μόνο κάποιο τυπικό νομικό ελάττωμα αυτής αλλά μετά από ουσιαστική εξέταση της ένστασης της δεύτερης εφεσίβλητης, σε αντίθεση με τα όσα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες. Συνεπώς, ορθά το εφετείο απέρριψε σιωπηρά τον εν λόγω επιμέρους ισχυρισμό, οποίος δεν ήταν ουσιώδης.
10. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι το εφετείο εσφαλμένα απέρριψε λόγο ακυρώσεως περί παράβασης της αρχής της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης με την επίδικη πράξη εφαρμογής, θεωρώντας αφενός ότι η μείωση της πρόσοψης του ακινήτου των εκκαλούντων κατά 7,30 μ. δεν συνιστά υπέρμετρη και αναιτιολόγητη επιβάρυνση της ιδιοκτησίας τους έναντι της ιδιοκτησίας της δεύτερης εφεσίβλητης, αφετέρου ότι εφόσον πληρούνται με την προσβαλλόμενη ρύθμιση οι πολεοδομικοί κανόνες αρτιότητας για την εν λόγω ιδιοκτησία δεν υφίσταται λόγος αξιολόγησης των λοιπών παραγόντων που επιδρούν επί της αξίας του ακινήτου (σχήμα, δυνατότητα εκμετάλλευσης κλπ.). Συναφώς, προβάλλεται ότι με την προσβαλλόμενη πράξη παραβιάστηκε κατάφωρα και η αρχή της ισότητας, σε αντίθεση με τα όσα κρίθηκαν από το εφετείο, καθώς και ότι η εκκαλουμένη απόφαση είναι κατά τούτο πλημμελώς αιτιολογημένη.
11. Επειδή, κατά τα παγίως κριθέντα, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 12 του ν. 1337/1983, ο θεσμός της τακτοποίησης οικοπέδων κατά την εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης υπαγορεύεται τόσο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, όσο και από λόγους αναγόμενους στην προστασία της ακίνητης ιδιοκτησίας, αποσκοπεί δε στην αρτιοποίηση των μη αρτίων οικοπέδων αλλά και στον πλήρη, κατά το δυνατόν, ορθογωνισμό και ευθυγράμμιση των πλευρών τους, ώστε να καταστεί δυνατή η ανέγερση σε αυτά αρτίων οικοδομών. Κατά τη διενέργεια της τακτοποίησης παρέχεται στη Διοίκηση ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τον τρόπο πραγματοποίησης της, και ειδικότερα συγχωρείται η μεταβολή του σχήματος, της θέσης και του μεγέθους των τακτοποιούμενων οικοπέδων, ώστε να γίνεται εφικτή η πληρέστερη οικοδομική τους εκμετάλλευση, σε συνάρτηση και με τις πολεοδομικές ανάγκες της περιοχής. Η ουσιαστική δε εκτίμηση των αρμόδιων οργάνων για τον προσφορότερο τρόπο τακτοποίησης δεν είναι ελεγκτή από τον ακυρωτικό δικαστή, ως κρίση τεχνικής φύσεως. Πρέπει όμως η κρίση αυτή να αιτιολογείται προσηκόντως, με την αναφορά των πραγματικών δεδομένων και των λόγων, εν όψει των οποίων κατέστη αναγκαίος ο προκριθείς τρόπος πραγματοποίησης της τακτοποίησης, όταν μάλιστα κατά την προηγηθείσα διοικητική διαδικασία είχαν προβληθεί συγκεκριμένοι ισχυρισμοί από τους θιγομένους ιδιοκτήτες. Πάντως δε, κατά την άσκηση της διακριτικής της εξουσίας, η Διοίκηση δεν μπορεί να επιλέξει λύση, η οποία θα συνεπάγεται την υπέρμετρη επιβάρυνση μιας ιδιοκτησίας προς όφελος άλλης χωρίς αποχρώντα λόγο και πρέπει να επιδιώκει, εντός των επιτρεπομένων ορίων, των καθοριζομένων από τις ειδικότερες συνθήκες κάθε περίπτωσης, την ανταλλαγή ισομεγέθων και ισάξιων τμημάτων μεταξύ των τακτοποιουμένων οικοπέδων (βλ. ΣτΕ 4290/2015, 1497/2015, 4290/2015, 4053/1999, 4797/1997, 1529/1997, 5396/1995, 3153/1992, 3721/1989, 2883/1989, 3587/1985, πρβλ. ΣτΕ 2045/2012 κ.ά.). Εξάλλου, κατά την έννοια ίδιων διατάξεων, με την πράξη εφαρμογής επιτρέπεται να προβλέπεται τακτοποίηση όχι μόνον προκειμένου να αποκτήσουν τις απαιτούμενες διαστάσεις και να καταστούν οικοδομήσιμα οικόπεδα που δεν είναι άρτια κατά τις διαστάσεις τους, αλλά και των άρτιων οικοπέδων προκειμένου να αποκτήσουν την κατάλληλη από πολεοδομική άποψη μορφή για την οικοδόμησή τους (βλ. ΣτΕ 1497/2015, 4290/2015, 2471/2009).
12. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν ιστορικό, όταν η διαδικασία εκ νέου εκκρεμής ενώπιον της Διοίκησης μετά την 1370/2004 ακυρωτική απόφαση του εφετείου, μετά από διαδοχικές αναρτήσεις πράξεων εφαρμογής και ενστάσεων απόθηκαν τελικά στους μεν εκκαλούντες οικόπεδο 2050,17 τ.μ., με πρόσωπο επί της Λ. Μαραθώνος 21,6 μ., εντός του Ο.Τ. 112, στη δε δεύτερη εφεσίβλητη ένα οικόπεδο 898,29 τ.μ., με πρόσωπο 13 μ. στη Λ.Μαραθώνος (εντός της ζώνης Δ1 κατά 40%), εντός του ιδίου Ο.Τ., καθώς και ένα άλλο οικόπεδο 203,02 τ.μ. εντός του Ο.Τ. 244. Το εφετείο λαμβάνοντας υπόψη το ως άνω ιστορικό και ιδίως το περιεχόμενο της πράξης εφαρμογής, όπως διαμορφώθηκε τελικά, απέρριψε τους λόγους ακυρώσεως περί παραβιάσεως των αρχών της αναλογικότητας, της χρηστής διοίκησης και της ισότητας. Συγκεκριμένα, αφού έλαβε υπόψη ότι το οικόπεδο που αποδόθηκε στους εκκαλούντες είναι διαμπερές, ότι η πρόσοψή του μειώθηκε μόνο 7,30 μ. από την αρχική και ότι η οφειλόμενη εισφορά σε γη, που ανερχόταν σε 608,10 τ.μ., μειώθηκε σε 569,31 τ.μ., απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η ιδιοκτησία τους επιβαρύνθηκε υπέρμετρα. Επίσης έκρινε ότι τα όρια αρτιότητας που προβλέπονται εν προκειμένω για το συγκεκριμένο οικόπεδο (ελάχιστο πρόσωπο 15 μ. και ελάχιστο εμβαδό 700 τ.μ.) υπερκαλύπτονται με τη ρύθμιση της προσβαλλόμενης πράξης, απέρριψε δε τον ισχυρισμό ότι με το σχήμα που έχει το οικόπεδο είναι δυσχερής η σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας, διότι δεν συνδέεται με την οικοδομησιμότητα του οικοπέδου. Με τα δεδομένα αυτά, το εφετείο ορθά έκρινε ότι δεν συντρέχει υπέρμετρη επιβάρυνση της ιδιοκτησίας των εκκαλούντων έναντι της ιδιοκτησίας της δεύτερης εφεσίβλητης, καθώς και ότι η επίδικη τακτοποίηση δεν έγινε καθ’ υπέρβαση των ορίων διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το ως άνω ιστορικό, με νόμιμη και επαρκή αιτιολογία η Διοίκηση στάθμισε τα εκατέρωθεν συμφέροντα των εμπλεκόμενων μερών. Κατά τα λοιπά δε η ουσιαστική κρίση των οργάνων της είναι ανέλεγκτη ως τεχνική κρίση. Ως εκ τούτου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος έφεσης με τους επιμέρους ισχυρισμούς του.
13. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει ν’απορριφθεί η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της.






