ΣτΕ 1597/2017* [Παραδεκτή και βάσιμη έφεση λόγω κακής συγκρότησης Δ.Ε.Ε.ΔΑ.]
Περίληψη
– Η κρίση του δικάσαντος εφετείου περί του επιτρεπτού της συμμετοχής δικαστικού λειτουργού στις επιτροπές των άρθρων 10 παρ. 3 και 14 του ν. 998/1979 και συγκεκριμένα στην ανωτέρω Δευτεροβάθμια Επιτροπή δεν είναι νόμιμη. Η κρινόμενη έφεση πρέπει, κατά το μέρος που πλήσσει την κρίση της εκκαλουμένης για τη νομιμότητα της απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Θεσσαλονίκης να γίνει δεκτή.
Μετά την κατά το ως άνω μέρος εξαφάνιση της εκκαλουμένης (ήτοι, κατά το μέρος που αφορά στο κύρος της 3/23.6.2010 απόφασης της εν λόγω Δευτεροβάθμιας Επιτροπής), το Δικαστήριο χωρεί στην εξέταση της αιτήσεως ακυρώσεως και κρίνει ότι η αίτηση αυτή πρέπει για τον ανωτέρω λόγο που ανάγεται στη συγκρότηση της Επιτροπής αυτής, βασίμως προβαλλόμενο, να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί δε η ως άνω απόφαση της ενλόγω Δευτεροβάθμιας Επιτροπής, καθ’ ο μέρος προσεβλήθη με την αίτηση ακυρώσεως.
Συναφής η απόφαση ΣτΕ 1598/2017.
Πρόεδρος: Γ. Παπαγεωργίου
Εισηγητής: Χρ. Παπανικολάου
Βασικές Σκέψεις
2. Επειδή, με την έφεση αυτή ζητείται η εξαφάνιση της 2894/2014 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως του εκκαλούντος κατά της: α) 5195/9.10.2002 πράξης του Δασάρχη Πολυγύρου, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο τμήμα μείζονος εκτάσεως, εμβαδού 176,57 τ.μ., στη θέση “Λαγονήσι” του Δημοτικού Διαμερίσματος Αγίου Νικολάου Δήμου Σιθωνίας νομού Χαλκιδικής, χαρακτηρίστηκε ως δάσος, β) της 62/11.6.2003 απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων νομού Χαλκιδικής, με την οποία απορρίφθηκαν αντιρρήσεις του εκκαλούντος κατά της ανωτέρω πράξης και γ) της 3/23.6.2010 απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος αυτής με το οποίο δεν έγινε δεκτή προσφυγή του εκκαλούντος κατά της ανωτέρω απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής.
3. Επειδή, με την παράγραφο 2 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213/17.12.2010) προστέθηκε στην παράγραφο 1 του άρθρου 58 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) το ακόλουθο εδάφιο: «Η έφεση επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 70 του εν λόγω ν. 3900/2010 «Η ισχύς του παρόντος αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2011 εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο εκκαλών βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της έφεσής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, οι οποίοι περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο για καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υπόθεσης, έρχονται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία, επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων, ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (Σ.τ.Ε., Α.Π., Ελ.Σ) ή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Στην τελευταία περίπτωση, οι αποφάσεις, προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση της εκκαλουμένης, πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς και το κριθέν με αυτές νομικό ζήτημα θα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων διαφορών. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται παραδεκτώς μόνο με το εισαγωγικό της έφεσης δικόγραφο και όχι με δικόγραφο προσθέτων λόγων ή υπόμνημα (ΣτΕ 800/2015 Ολομ., 3995/2015, 91/2016). Εξάλλου, η ανωτέρω ρύθμιση εν όψει του περιεχομένου της και του σκοπού, στον οποίο αποβλέπει, δεν αντίκειται στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), (ΣτΕ 850/2016, 91/2016 κ.ά.).
4. Επειδή, οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 89 του Συντάγματος, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την αναθεώρηση του 2001 (Ψήφισμα της 6.4.2001) ορίζουν ότι: «1. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα. 2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από το νόμο. Νόμος προβλέπει την αντικατάσταση δικαστικών λειτουργών από άλλα πρόσωπα σε συμβούλια ή επιτροπές που συγκροτούνται ή σε έργα που ανατίθενται με δήλωση βούλησης ιδιώτη, εν ζωή ή αιτία θανάτου, εκτός από τις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου. 3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς. Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, όπως νόμος ορίζει. Περαιτέρω, στο άρθρο 118 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Η ισχύς των αναθεωρημένων διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 89 αρχίζει με τη θέση σε ισχύ του εκτελεστικού νόμου και πάντως από 1-1-2002».
5. Επειδή, με τις 3036, 3037/2015 αποφάσεις της επταμελούς συνθέσεως του Ε΄ Τμήματος του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι οι επιτροπές του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 998/1979, δεν συνιστούν συμβούλια ή επιτροπές ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 89 παρ. 2 του Συντάγματος, δεδομένου ότι η αρμοδιότητά τους, όπως ορίζεται στη διάταξη αυτή του ν. 998/1979 (Α΄ 289) και στο άρθρο 14 του ίδιου νόμου, δεν έχει ως αντικείμενο την άσκηση οικονομικού ή δημοσιονομικού ελέγχου ούτε συνάπτεται με θέματα οικονομικού ή δημοσιονομικού χαρακτήρα. Εξάλλου, οι επιτροπές αυτές δεν έχουν δικαιοδοτικό χαρακτήρα, διότι αποφαίνονται επί ενδικοφανών προσφυγών κατά διοικητικών πράξεων με βάση τη διαγραφόμενη στο νόμο διοικητική διαδικασία που δεν έχει στοιχεία, τα οποία προσιδιάζουν σε εκτέλεση δικαιοδοτικού έργου και σε άσκηση αρμοδιότητας δικαιοδοτικού οργάνου, όπως η δημοσιότητα των συνεδριάσεων και η υποχρέωση εξασφάλισης της κατ’ αντιμωλία συζήτησης. Συνεπώς, η συγκρότηση των παραπάνω επιτροπών με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού δεν είναι νόμιμη, διότι είναι αντίθετη προς τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις.
6. Επειδή, από την εκκαλουμένη και από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι με την 5195/9.10.2002 πράξη του ο Δασάρχης Πολυγύρου, εκτός άλλων, χαρακτήρισε: τις εκτάσεις με στοιχεία Β,Γ,Ν,Μ,Ι,Β (176,57 τ.μ.) και Α,Η,Ο,Ξ,Δ,Ε,Α (83,08 τ.μ.), όπως αυτές απεικονίζονται σε συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα, που ευρίσκονται στη θέση “Λαγονήσι” του Δημοτικού Διαμερίσματος Αγίου Νικολάου του Δήμου Σιθωνίας Ν. Χαλκιδικής,ως δασικές εκτάσεις της παρ. 2 του άρθρου 3 και κατηγορίας των παρ 1ε΄ και 2β του άρθρου 4 του ν. 998/1979. Κατά της πράξης αυτής ο εκκαλών άσκησε τις υπ’ αριθ. 5066/11.12.2002 αντιρρήσεις του ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων του νομού Χαλκιδικής. Η Επιτροπή αυτή, με πρόεδρο δικαστικό λειτουργό, απέρριψε, με την 62/11.6.2003 απόφασή της, τις ανωτέρω αντιρρήσεις, κατά της απόφασης δε αυτής ο εκκαλών άσκησε την από 30.3.2004 προσφυγή του ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η Επιτροπή αυτή, η οποία συνήλθε με πρόεδρο δικαστικό λειτουργό, με την 3/23.6.2010 απόφασή της, δέχθηκε την προσφυγή, κατά το μέρος που αφορά την έκταση με στοιχεία Α,Η,Ο,Ξ,Δ,Ε,Α (83,08 τ.μ.) και, τροποποιώντας την προσβληθείσα απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής, έκρινε ότι η έκταση αυτή είναι μη δασική, ενώ ως προς την έκταση με στοιχεία Β,Γ,Ν,Μ,Ι,Β (176,57 τ.μ.) έκρινε ότι είναι δασική. Ο εκκαλών άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά της 5195/9.10.2002 πράξης του Δασάρχη Πολυγύρου, της 62/11.6.2003 απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Χαλκιδικής και της 3/23.6.2010 απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Θεσσαλονίκης. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αιτήσεως ακυρώσεως, την τελευταία αυτή απόφαση ο εκκαλών την προσέβαλε μόνο κατά το μέρος αυτής, με το οποίο κρίθηκε, κατά μερική απόρριψη της προσφυγής του κατά της απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής, ότι η έκταση με στοιχεία Β,Γ,Ν,Μ,Ι,Β (176,57 τ.μ.) είναι δασική. Η αίτηση ακυρώσεως απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη ως απαράδεκτη μεν, καθ’ ό μέρος στρεφόταν κατά της ως άνω πράξης του Δασάρχη Πολυγύρου και της απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Χαλκιδικής, ως αβάσιμη δε καθ’ ό μέρος στρεφόταν κατά (του προσβληθέντος ως άνω μέρους) της απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Θεσσαλονίκης.
7. Επειδή, με την αίτηση ακυρώσεως ο εκκαλών είχε προβάλει κατά της νομιμότητα της, εν μέρει κατά τα άνω προβληθείσης, 3/23.6.2010 απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Θεσσαλονίκης, μεταξύ άλλων, ότι η Δευτεροβάθμια Επιτροπή δεν συγκροτήθηκε νόμιμα, διότι συμμετείχε σε αυτήν, ως πρόεδρος, δικαστικός λειτουργός, κατά παράβαση των οριζομένων στις διατάξεις των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 89 του Συντάγματος. Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη, με το σκεπτικό ότι η ενώπιον των επιτροπών αυτών διαδικασία «προσιδιάζει σε διαδικασία που τηρείται για το δικαιοδοτικό έργο» και, συνεπώς, ήταν επιτρεπτή η συμμετοχή δικαστικού λειτουργού κατά τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, καθώς και ότι απαραδέκτως προβλήθηκε το πρώτον με την αίτηση ακυρώσεως από τον εκκαλούντα, ο οποίος είχε παραστεί ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής. Με την ήδη κρινόμενη έφεση προβάλλεται ότι το δικάσαν εφετείο έσφαλε κατά την ανωτέρω κρίση του, διότι η συμμετοχή δικαστικού λειτουργού στη σύνθεση της ως άνω Δευτεροβάθμιας Επιτροπής αντίκειται στο άρθρο 89 του Συντάγματος, και ότι, για τον λόγο αυτό, ο οποίος ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, οι προσβληθείσες πράξεις έπρεπε να ακυρωθούν. Προβάλλεται δε ότι επί του συγκεκριμένου ζητήματος δεν υπάρχει νομολογία του Δικαστηρίου πλην της 99/2015 απόφασης του Ε΄ Τμήματος Δικαστηρίου, με την οποία το ζήτημα αυτό παραπέμφθηκε στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος. Όμως, μετά την άσκηση της εφέσεως, στις 30.4.2015, εκδόθηκαν οι 3036, 3037/2015 αποφάσεις της επταμελούς συνθέσεως του Ε΄ Τμήματος, με τις οποίες κρίθηκε ότι η συγκρότηση των επιτροπών του άρθρου 14 του ν. 998/1979 με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού δεν είναι νόμιμη, διότι είναι αντίθετη προς τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις.
8. Επειδή, ο ανωτέρω ισχυρισμός του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010 περί άρσεως του απαραδέκτου της εφέσεως, όπως προβάλλεται, είναι βάσιμος, εφόσον κατά τον χρόνο άσκησης της εφέσεως δεν υπήρχε οριστική απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία είχε επιλυθεί το τιθέμενο στην κρινόμενη υπόθεση ζήτημα της νομιμότητας της συμμετοχής δικαστικών λειτουργών στις επιτροπές των άρθρων 10 παρ. 3 και 14 του ν. 998/1979. Περαιτέρω, ο αντίστοιχος λόγος εφέσεως που πλήσσει τη σκέψη της εκκαλουμένης για τη νομιμότητα της συγκρότησης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής, είναι βάσιμος, διότι, κατά τα κριθέντα με τις αποφάσεις 3036, 3037/2015 αποφάσεις της επταμελούς συνθέσεως του Ε΄ Τμήματος, η συγκρότηση των επιτροπών των άρθρων 10 παρ. 3 και του ν. 998/1979 με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού δεν είναι νόμιμη, διότι είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 89 του Συντάγματος, το ζήτημα δε αυτό, ως ζήτημα αναγόμενο στη νομιμότητα της συγκρότησης συλλογικού οργάνου, από την άποψη της συνταγματικότητας των διατάξεων που προβλέπουν τη συγκρότηση αυτής, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια ανεξαρτήτως αν προβλήθηκε ενώπιόν τους ή ενώπιον της Διοικήσεως (πρβλ. ΣτΕ 3718/2003 7μ., 3503/2009 Ολομ.). Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η ως άνω κρίση του δικάσαντος εφετείου περί του επιτρεπτού της συμμετοχής δικαστικού λειτουργού στις επιτροπές των άρθρων 10 παρ. 3 και 14 του ν. 998/1979 του ν. 998/1979 και, συγκεκριμένα, στην ανωτέρω Δευτεροβάθμια Επιτροπή, δεν είναι νόμιμη. Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση πρέπει, κατά το μέρος που πλήσσει την κρίση της εκκαλουμένης για τη νομιμότητα της 3/23.6.2010 απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Θεσσαλονίκης, να γίνει δεκτή και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά στο κύρος της εν λόγω απόφασης της ως άνω Δευτεροβάθμιας Επιτροπής.
9. Επειδή, μετά την κατά το ως άνω μέρος εξαφάνιση της εκκαλουμένης (ήτοι, κατά το μέρος που αφορά στο κύρος της 3/23.6.2010 απόφασης της εν λόγω Δευτεροβάθμιας Επιτροπής), το Δικαστήριο χωρεί στην εξέταση της αιτήσεως ακυρώσεως, κατά το μέρος τούτο, συμφώνως προς το άρθρο 64 του π.δ. 18/1989, και κρίνει ότι η αίτηση αυτή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 3/23.6.2010 απόφασης της ανωτέρω Δευτεροβάθμιας Επιτροπής, πρέπει, για τον ανωτέρω λόγο που ανάγεται στη συγκρότηση της Επιτροπής αυτής, βασίμως προβαλλόμενο, να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί δε η ως άνω απόφαση της εν λόγω Δευτεροβάθμιας Επιτροπής, καθ’ ό μέρος προσεβλήθη με την αίτηση ακυρώσεως.
10. Επειδή, το δικαστήριο, εκτιμώντας, κατά το άρθρο 39 παρ.1 του π.δ.18/1989, τις περιστάσεις, κρίνει ότι πρέπει να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.






