ΣτΕ 915/2017 [Νόμιμη πράξη αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησίας]
Περίληψη
-Με την πράξη τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως λόγω ρυμοτομίας δεν ενεργείται ατομικώς αναγνώριση δικαιούχων ή υπόχρεων αποζημιώσεως αλλά προσδιορίζεται βάσει τεχνικών στοιχείων η αναλογία της συμμετοχής κάθε μίας ιδιοκτησίας στην καταβλητέα αποζημίωση, η δε περαιτέρω, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αναγνώριση των δικαιούχων και υποχρεών αποζημιώσεως ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως, ζητήματα ιδιωτικού δικαίου, όπως ζητήματα κυριότητας, παραγραφής ή μη της αξιώσεως αποζημίωσης ή παραιτήσεως από αυτήν, δεν συνιστούν λόγο προσβολής της πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημιώσεως. Ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως, εφόσον προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως κοινόχρηστοι χώροι και η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη, ρητής ή συναγομένης εμμέσως από ενέργειές του, ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση διατηρηθείσα επί μακρό χρόνο κατ’ ανοχή του ιδιοκτήτη. Για τη μετάθεση συνεπώς της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διαθέσεως του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να υπάρχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κοίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια.
-Ο λόγος εφέσεως, σύμφωνα με τον οποίο μη νομίμως ελήφθη υπόψη, έγγραφο του Δήμου Αθηναίων, ο οποίος δεν είχε το χαρακτήρα διάδικης διοικητικής αρχής, είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι, πάντως, ο Δήμος Αθηναίων, κατά του οποίου στράφηκαν, μεταξύ άλλων, οι εφεσίβλητοι με την αίτηση ακυρώσεως, είναι η διοικητική αρχή που, αφενός, συνέταξε την πράξη εφαρμογής που κυρώθηκε με την προσβληθείσα με την αίτηση ακυρώσεως νομαρχιακή απόφαση και, αφετέρου, η αρχή ενώπιον της οποίας υποβλήθηκε η κατά της πράξης εφαρμογής ένσταση των εφεσιβλήτων, το δε Διοικητικό Εφετείο, ο Πρόεδρος του οποίου, άλλωστε, παράγγειλε την επίδοση της αιτήσεως ακυρώσεως και στον συντάξαντα την πράξη εφαρμογής Δήμο Αθηναίων, είχε τη νόμιμη δυνατότητα να ζητήσει από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου την αποστολή οποιωνδήποτε κρίσιμων στοιχείων για τη διάγνωση της υπόθεσης, ώστε αυτά να ληφθούν υπόψη κατά την εκδίκαση της αιτήσεως ακυρώσεως. Πρέπει, επομένως, ο λόγος εφέσεως αυτός να απορριφθεί.
-Η ακύρωση με την εκκαλούμενη απόφαση της απόφασης του Νομάρχη Αθηνών με την οποία είχε κυρωθεί πράξη αναλογισμού πράξη αναλογισμού, για τον λόγο ότι δεν προέκυπτε από την κυρωτική της πράξης αναλογισμού απόφαση ούτε από τα στοιχεία του φακέλου αν το ρυμοτομηθέν ακίνητο δεν είχε πράγματι καταστεί κοινόχρηστο πριν ρυμοτομηθεί και αν οφειλόταν πράγματι αποζημίωση για τη ρυμοτόμησή του, δεν αιτιολογείται νομίμως. Τούτο δε, διότι οι εφεσίβλητοι δεν είχαν αμφισβητήσει την, καταρχήν, υποχρέωση αποζημίωσης των ιδιοκτησιών που αποτελούσαν το ρυμοτομηθέν ακίνητο, η οποία, όιλλωστε, αποτελεί τον κανόνα επί ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων, ούτε είχαν ισχυρισθεί με την ένσταση ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της, κατ’ εξαίρεση, μη οφειλής αποζημίωσης ούτε, τέλος, είχαν προβάλει λόγο ακυρώσεως με αυτό το περιεχόμενο, η δε εξέταση του ζητήματος αυτού αυτεπαγγέλτως από το διοικητικό εφετείο, η οποία οδήγησε σε ακύρωση της προσβληθείσης νομαρχιακής αποφάσεως, δεν ήταν νόμιμη.
-Με την αίτηση ακυρώσεως προβάλλεται ότι μη νομίμως εκδόθηκε η κυρωτική της πράξης αναλογισμού προσβαλλόμενη νομαρχιακή απόφαση σε βάρος των εφεσιβλήτων – αιτούντων, διότι οι ίδιοι απέκτησαν την ωφελούμενη από τον επίμαχο κοινόχρηστο χώρο ιδιοκτησία τους μετά τη δημιουργία του, με αποτέλεσμα αυτοί να επωμίζονται για δεύτερη φορά το τίμημα της πολεοδομικής ωφέλειας, που έχει ήδη ενσωματωθεί στην τιμή απόκτησης των ακινήτων τους. Ο λόγος είναι απορριπτέος, διότι κρίσιμο στοιχείο για το περιεχόμενο και τη νομιμότητα της πράξης αναλογισμού είναι η ταυτότητα των ωφελουμένων και βαρυνομένων με την υποχρέωση αποζημίωσης ιδιοκτησιών καθ’ εαυτών και όχι η ταυτότητα των επιμέρους ιδιοκτητών της καθεμίας από αυτές και, επομένως, ο επιμερισμός του βάρους που φέρει κάθε ιδιοκτησία κατ’ εφαρμογή της πράξης αναλογισμού μεταξύ των ιδιοκτητών είναι ζήτημα που δεν αφορά το τεχνικό μέρος της πράξης, οι δε διαφορές που ανακύπτουν σχετικώς υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
-Με την αίτηση προβάλλεται ότι, μετά την πάροδο μακρού χρόνου από την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής και τη δημιουργία του κοινόχρηστου χώρου, το δικαίωμα αναλογισμού της σχετικής αποζημίωσής έχει υποκύιρει σε παραγραφή. Ο λόγος αυτός, η αποδοχή του οποίου θα είχε ως συνέπεια να μην αποζημιωθούν οι ιδιοκτήτες των ρυμοτομηθέντων για δημόσια ωφέλεια ακινήτων κατά παράβαση του άρθρου 17 του Συντάγματος, είναι απορριπτέος προεχόντως διότι η κατάρτιση και, περαιτέρω, η κύρωση της πράξης αναλογισμού αποζημιώσεων αποτελεί δημοσίου δικαίου δικαίωμα μη υποκείμενο σε παραγραφή. Είναι, τέλος, για τον ίδιο λόγο, απορριπτέος ο ισχυρισμός ότι η κύρωση της επίμαχης πράξης αναλογισμού συνιστά, υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες, καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, απαγορευμένη από το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα, το οποίο διέπει την άσκηση ιδιωτικών δικαιωμάτων και δεν έχει πεδίο εφαρμογής στο δημόσιο δίκαιο.
Πρόεδρος: Ν. Ρόζος
Εισηγητής: Χρ. Ντουχάνης
Βασικές Σκέψεις
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 9.10.2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων των αιτούντων, ζητείται η ακύρωση του από 18.7.2002 προεδρικού διατάγματος (Δ΄ 642), με το οποίο εγκρίθηκε πολεοδομική μελέτη δεύτερης κατοικίας στην περιοχή «Λάσση» του Δήμου Αργοστολίου του Ν. Κεφαλληνίας.
3. Επειδή, στη δίκη παρεμβαίνει παραδεκτώς υπέρ του κύρους του προσβαλλομένου διατάγματος το σωματείο με την επωνυμία «Πολιτιστικός Εξωραϊστικός Ιδιοκτησιακός Σύλλογος Η Λάσση», το οποίο, κατά το προσκομιζόμενο καταστατικό του, έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, τη μέριμνα για την ορθή οικιστική ανάπτυξη της περιοχής.
4. Επειδή, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αιτούντων στο ακροατήριο, το τρίτο αιτούν σωματείο με την επωνυμία «Σύλλογος Κατοίκων και Επιχειρηματιών Λάσσης Κεφαλονιάς» υπέβαλε παραίτηση από την αίτηση ακυρώσεως. Ως προς το σωματείο αυτό, επομένως, η δίκη πρέπει να κηρυχθεί ως κατηργημένη σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8).
5. Επειδή, η παρούσα δίκη δεν μπορεί να θεωρηθεί κατηργημένη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 λόγω της εκδόσεως του από 10.10.2014 νεοτέρου πρ. δ/τος (ΑΑΠ 334), με το οποίο επιχειρήθηκε εξ υπαρχής πολεοδομική διαρρύθμιση της περιοχής (πρβλ. ΣτΕ 2268/1996 Ολομ.), κατά τρόπο που συνιστά λήξη της ισχύος του προσβαλλομένου διατάγματος. Τούτο δε, διότι το εν λόγω νεότερο διάταγμα, κατά του οποίου οι αιτούντες έχουν ασκήσει αυτοτελή αίτηση ακυρώσεως, εκδόθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της συζητήσεως της υποθέσεως.
6. Επειδή, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 116, 117 και 118 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (π.δ. της 14.7.1999, Δ΄580), που αποδίδουν το περιεχόμενο των άρθρων 1 και 2 του ν. 2242/1994 «Πολεοδόμηση περιοχών δεύτερης κατοικίας σε Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου…» (Α΄ 162) και των άρθρων 4 και 5 του πρ. δ/τος της 16.8.1985 «Πολεοδόμηση περιοχών δεύτερης κατοικίας μέσα στις Ζ.Ο.Ε. …» (Δ΄ 416), για την πολεοδόμηση περιοχών που περιλαμβάνονται σε ήδη εγκεκριμένη Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ) και ορίζονται σ’ αυτήν ως περιοχές δεύτερης κατοικίας, απαιτείται η προηγούμενη εκπόνηση και έγκριση Σχεδίου Ανάπτυξης Περιοχών δεύτερης κατοικίας (Σ.Χ.Α.Π.), εν συνεχεία δε εγκρίνεται η οικεία πολεοδομική μελέτη κατά τους ορισμούς του άρθρου 44 παρ. 1 του Κ.Β.Π.Ν. (άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 1337/1983, Α΄ 33). Η έγκριση της πολεοδομικής μελέτης έχει τις συνέπειες εγκρίσεως σχεδίου πόλεως κατά τις διατάξεις του ν. δ/τος της 17.7.1923 (Α΄ 228). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 4 του Κ.Β.Π.Ν., το Σ.Χ.Α.Π. καλύπτει τουλάχιστον την περιφέρεια του ΟΤΑ, στον οποίο ευρίσκεται η περιοχή δεύτερης κατοικίας και των ΟΤΑ που ευρίσκονται σε λειτουργική εξάρτηση με αυτόν. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 1, 44 παρ. 1 και 154 του Κ.Β.Π.Ν., η έγκριση της εν λόγω πολεοδομικής μελέτης γίνεται με τη διαδικασία και τις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 3 του ν. δ/τος της 17.7.1923.
7. Επειδή, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, με το από 3.12.1985 πρ. δ/μα (Δ΄ 2/1986) εγκρίθηκε στην εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών προ του 1923 περιοχή του Δήμου Αργοστολίου και των γειτονικών προς αυτόν (τότε) Κοινοτήτων, Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου. Εντός της Ζ.Ο.Ε. περιελήφθη περιοχή 8Δ, η οποία χαρακτηρίσθηκε ως περιοχή παραθεριστικής κατοικίας με το από 15.9.1989 πρ. δ/μα (Δ΄ 629), τροποποιητικό του διατάγματος αρχικού καθορισμού της Ζ.Ο.Ε. Ακολούθησε η έκδοση της 87150/4925/20.8.1996 απόφασης της Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (Δ΄ 1074), με την οποία εγκρίθηκε το Σ.Χ.Α.Π. της τελευταίας αυτής περιοχής, μνημονευόμενης ρητώς σ’ αυτό ως «περιοχή Λάσση». Η εγκριτική του Σ.Χ.Α.Π. υπουργική απόφαση τροποποιήθηκε στη συνέχεια με την 32692/4563/8.12.2000 όμοια απόφαση (Δ΄ 960), αίτηση ακυρώσεως των αιτούντων κατά της οποίας απορρίφθηκε με την 4046/2006 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.
8. Επειδή, εξάλλου, η προαναφερόμενη 87150/ 4925/ 20.8.1996 απόφαση της Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με την οποία εγκρίθηκε το αρχικό Σ.Χ.Α.Π. της υποπεριοχής 8Δ («Λάσση») της ως άνω Ζ.Ο.Ε., στις παρ. 1 και 2 περιελάμβανε τις εξής ρυθμίσεις «1. Κατά την εκπόνηση της πολεοδομικής μελέτης Β΄ κατοικίας ως κατευθύνσεις λαμβάνονται υπόψη: α. Οι ανάγκες για χώρους αναψυχής στην περιοχή Αργοστολίου. β. Η γειτνίαση της περιοχής με τις τουριστικές ζώνες υψηλής στάθμης τουρισμού με ξενοδοχειακό δυναμικό πολλών κλινών Α΄ κατηγορίας. γ. Η υπάρχουσα κατάσταση και η αναπτυξιακή διάσταση του ευρύτερου χώρου λόγω του άξονα διασύνδεσης του αεροδρομίου με την πρωτεύουσα του νομού. δ. Η διατήρηση του χαρακτήρα της περιοχής με την αναβάθμιση και την προστασία του περιβάλλοντος λαμβάνοντας υπόψη τη δυνατότητα της περιοχής (φυσική καταλληλότητα) και τη συμβατότητα των χρήσεων (γειτνίαση με τουριστική Ζώνη). 2. Η πολεοδόμηση θα πρέπει να γίνει σύμφωνα με τις γενικές κατευθύνσεις της μελέτης ΣΧΑΠ και με κατευθυντήριο στόχο την προστασία της περιοχής θεσπίζοντας: α. Μέσο συντελεστή δόμησης τρία δέκατα (0.3). β. Υψηλές αρτιότητες. γ. Διατήρηση μεγάλων χώρων πρασίνου και αναψυχής. δ. Προστασία των δασικών εκτάσεων που εμπεριέχονται στην περιοχή μελέτης. ε. Προστασία των ακτών. στ. Δημιουργία χώρων στάθμευσης και μεγάλο δίκτυο πεζοδρόμων, πρόβλεψη κυκλοφοριακής μελέτης που να περιορίζει την διαμπερή κυκλοφορία αυτοκινήτων διαμέσου της περιοχής. ζ. Χρήση αμιγούς κατοικίας και όσο το δυνατόν μικρότερη παρεμβολή άλλων λειτουργιών που προκαλούν οπτική και λειτουργική ρύπανση. η. Πρόβλεψη μεταφοράς του δρόμου που οδηγεί στο αεροδρόμιο, μαζί με την απομάκρυνση των ασυμβίβαστων χρήσεων που υπάρχουν σήμερα μέσα στην περιοχή μελέτης, έξω από την περιοχή παραθεριστικής κατοικίας. θ. Την εξασφάλιση μέγιστης πυκνότητας 10,6 ατ/στρ (netto). Για τον υπολογισμό της πυκνότητας λαμβάνεται στο σταθερότυπο 30 τ.μ. δομήσιμης επιφάνειας ανά άτομο, σύμφωνα με την σημερινή εικόνα οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης του οικισμού. ι. Την ανάπτυξη της περιοχής με ικανοποιητικούς όρους δόμησης όπως τα παραπάνω αναλυτικά αναφέρονται στην μελέτη Σχεδίου Ανάπτυξης Παραθεριστικής κατοικίας περιοχής Λάσση δήμου Αργοστολίου και κοινοτήτων Δουγάτων, Διλινάτων, Τρωϊανάτων, Φαρακλάτων, Σβορωνάτων, της Δ/νσης Χωροταξίας». Με βάση το εν λόγω Σ.Χ.Α.Π. καταρτίσθηκε σχέδιο πολεοδομικής μελέτης, το οποίο απεστάλη προς επεξεργασία στο Συμβούλιο της Επικρατείας, εκδόθηκε δε επί του σχεδίου αυτού το 455/1999 πρακτικό επεξεργασίας. Με το πρακτικό αυτό κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 2242/1994, ο νομοθέτης επεδίωξε την προγραμματισμένη ίδρυση και ανάπτυξη οικισμών δεύτερης κατοικίας και την αποφυγή της ρυμουλκήσεως του πολεοδομικού σχεδιασμού από de facto διαμορφωθείσες καταστάσεις, καθώς επίσης και την πρόληψη της περαιτέρω αυθαίρετης και, συνεπώς, άναρχης δόμησης. Κρίθηκε, περαιτέρω, ότι σε αντίθεση με τους εν λόγω στόχους του νομοθέτη, κατά την κατάρτιση του υποβληθέντος προς επεξεργασία σχεδίου διατάγματος, είχαν συνεκτιμηθεί παράγοντες όπως το πραγματικό μέγεθος των οικοπέδων, το υφιστάμενο καθεστώς δόμησης και ο ήδη πραγματοποιημένος συντελεστής, καθώς και οι ήδη υπάρχουσες χρήσεις γης και ότι, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, προέκυπτε ότι τόσο ο πολεοδομικός σχεδιασμός όσο και ο πολεοδομικός κανονισμός της περιοχής είχαν μη νομίμως επηρεασθεί από την ήδη διαμορφωμένη πολεοδομική κατάσταση. Επισημάνθηκε, εξάλλου, η διαφοροποίηση μεταξύ ορισμένων από τις προβλέψεις του ΣΧΑΠ και των αντίστοιχων ρυθμίσεων του σχεδίου διατάγματος, ιδίως ως προς την πρόβλεψη από την πολεοδομική μελέτη χρήσεων γενικής κατοικίας παρά την πρόβλεψη στο Σ.Χ.Α.Π. χρήσεων αμιγούς κατοικίας. Ενόψει τούτων, το σχέδιο εκείνο κρίθηκε μη νόμιμο. Η εγκριτική του Σ.Χ.Α.Π. υπουργική απόφαση τροποποιήθηκε στη συνέχεια με την 32692/4563/8.12.2000 όμοια απόφαση, με την οποία αντικαταστάθηκαν οι ανωτέρω παρ. 1 και 2 της 87150/4925/20.8-17.9.1996 αποφάσεως της Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Οι νέες ρυθμίσεις δεν περιέλαβαν εκείνες των παρ. 1β και 1γ του αντικατασταθέντος Σ.Χ.Α.Π., οι οποίες όριζαν, μεταξύ άλλων, ότι κατά την εκπόνηση της πολεοδομικής μελέτης θα ληφθεί υπόψη η ήδη διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση, ορίσθηκε δε ότι κατά την εκπόνηση της πολεοδομικής μελέτης πρέπει να ληφθούν υπόψη, πλην άλλων, η προγραμματισμένη ίδρυση και ανάπτυξη της περιοχής με τρόπο που να διατηρεί, προστατεύει και αναβαθμίζει το φυσικό περιβάλλον με στόχο τη δημιουργία περιοχής β΄ κατοικίας με παραθεριστικό χαρακτήρα. Περαιτέρω, το τροποποιημένο Σ.Χ.Α.Π. προέβη στην απαλοιφή της πρόβλεψης περί χρήσεων αμιγούς κατοικίας, την οποία περιείχε το αρχικό. Κατόπιν τούτου, το σχέδιο υποβλήθηκε και πάλι στο Συμβούλιο της Επικρατείας προς επεξεργασία και εκδόθηκε το 40/2002 πρακτικό επεξεργασίας, με το οποίο αυτό κρίθηκε νόμιμο, τέλος δε, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο από 18.7.2002 πρ. δ/μα (Δ΄ 642), με το οποίο εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη της περιοχής δεύτερης κατοικίας της περιοχής «Λάσση» του Δήμου Αργοστολίου του Ν. Κεφαλληνίας.
9. Επειδή, προβάλλεται ότι το προσβαλλόμενο διάταγμα, δεν παρίσταται, ενόψει των ανωτέρω, ως προϊόν εξειδικεύσεως του προηγηθέντος Σ.Χ.Α.Π., σύμφωνα με το σύστημα που καθιερώνει ο νόμος, αλλά, αντιθέτως, στηρίζεται σε Σ.Χ.Α.Π., το οποίο τροποποιήθηκε προκειμένου να εναρμονισθεί με το σχέδιο πολεοδομικής μελέτης, το οποίο είχε κριθεί ως μη νόμιμο από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ακριβώς για το λόγο ότι, μεταξύ άλλων, ερχόταν σε αντίθεση με το τότε ισχύον Σ.Χ.Α.Π. Εφόσον, όμως, το προηγηθέν του προσβαλλομένου διατάγματος τελικό Σ.Χ.Α.Π. νομίμως προβαίνει, κατά το σύστημα του νόμου, στον καθορισμό των επιθυμητών προγραμματικών μεγεθών ανάπτυξης και στη θέσπιση των συναφών προς αυτά ρυθμίσεων, το κύρος του δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι η Διοίκηση είχε επιχειρήσει, κατά το παρελθόν, να θεσπίσει πολεοδομική μελέτη καθ’ υπέρβαση του τότε ισχύοντος Σ.Χ.Α.Π., ούτε κωλύεται η Διοίκηση να προκρίνει τελικώς τις ρυθμίσεις της μη νόμιμης, κατά το στάδιο εκείνο, πολεοδομικής μελέτης, υπό την προϋπόθεση, όμως, της νόμιμης ένταξής τους στο προσήκον επίπεδο σχεδιασμού, δηλαδή, το Σ.Χ.Α.Π., και της περαιτέρω εξειδίκευσής τους στη μέλλουσα να εκδοθεί πολεοδομική μελέτη (πρβλ. ΣτΕ 4550/2005 επταμ. προκειμένου περί Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων, υποκειμένων, κατά το νόμο σε αναθεώρηση εφόσον ανακύψει παρόμοια ανάγκη κατά το στάδιο της επακολουθούσης πολεοδομικής μελέτης). Πρέπει, κατόπιν τούτων, ο σχετικός λόγος ακυρώσεως να απορριφθεί.
10. Επειδή, με το δικόγραφο προσθέτων λόγων προβάλλεται, ότι, κατά παράβαση των αρχών της αμεροληψίας, που διέπουν και τη συμμετοχή των μελών των Δημοτικών Συμβουλίων κατά τη συζήτηση θεμάτων που τα αφορούν, μετέσχαν στις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου Αργοστολίου κατά τις οποίες ελήφθησαν οι αποφάσεις 184, 255/1997 και 118/2001, και εψήφισαν υπέρ της απορρίψεως υποβληθεισών ενστάσεων τα μέλη του Δ.Σ. Σπ. Α. Πεφάνης και Γεωργ. Δ. Σιμάτος, που, όπως προέκυψε από διενεργηθέντα από τους αιτούντες εκ των υστέρων έλεγχο στο οικείο υποθηκοφυλακείο, ήσαν κύριοι ακινήτων στην πολεοδομούμενη περιοχή. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως, διότι ο σχετικός ισχυρισμός, που συνδέεται με την εξέταση πραγματικού, αναγόμενου τόσο στην ύπαρξη της ιδιοκτησίας, της οποίας γίνεται επίκληση, όσο και της ταυτοποιήσεως του φερομένου ως ιδιοκτήτη με τον συμμετασχόντα στη συζήτηση Δημοτικό Σύμβουλο, δεν προβλήθηκε ούτε κατά τη συζήτηση του θέματος στο Δ.Σ. ούτε και μεταγενεστέρως, με ένσταση ή με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δημοτικού οργάνου ή της Διοικήσεως, ώστε να επιβεβαιωθεί η πραγματική του βάση. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, εν προκειμένω, η διαδικασία πολεοδομήσεως της περιοχής δεν κινήθηκε με πρωτοβουλία του Δήμου, η δε γνωμοδότηση ζητήθηκε από τη Διοίκηση και, πάντως, η πολεοδόμηση της περιοχής, που, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, είναι επωφελής για τα φερόμενα ως ανήκοντα στους εν λόγω Δημοτικούς Συμβούλους ακίνητα, είχε ήδη αποφασισθεί με τη διαδοχική έγκριση της Ζ.Ο.Ε. και του Σ.Χ.Α.Π. της περιοχής, δηλαδή με διαδικασίες που δεν προβάλλεται ότι έλαβαν χώρα με τη συμμετοχή των ως άνω Δημοτικών Συμβούλων (βλ. ΣτΕ 4446/2011). Κατά την ειδικότερη, εξάλλου, γνώμη του Παρέδρου Χρ. Ντουχάνη, η γνωμοδότηση του Δημοτικού Συμβουλίου σε πράξεις πολεοδόμησης ορισμένης περιοχής προβλέπεται ακριβώς διότι το εν λόγω συλλογικό όργανο συγκροτείται από πρόσωπα, τα οποία έχουν άμεση σχέση με την περιοχή, η σχέση δε αυτή μπορεί να συνίσταται στην ύπαρξη κατοικίας, περιουσίας, επαγγελματικών συμφερόντων κ.λπ. στην περιοχή αυτή. Η αναγνώριση κωλύματος των δημοτικών συμβούλων για τη συμμετοχή τους στις γνωμοδοτικές συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου ενόψει εγκρίσεως πολεοδομικής μελέτης λόγω της στενής, υπό την ανωτέρω έννοια, σχέσης τους με την περιοχή, επεκτεινόμενη, μάλιστα, κατά το άρθρο 7 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, και στις περιπτώσεις στενής σχέσης με την ίδια περιοχή των συζύγων, τέκνων, γονέων και συγγενών τους μέχρι τετάρτου βαθμού, θα απέκλειε τη συμμετοχή μεγάλου αριθμού δημοτικών συμβούλων ή και του συνόλου τους στην οικεία γνωμοδοτική διαδικασία και θα αντιστρατευόταν το σκοπό για τον οποίο η νομοθεσία παγίως προβλέπει τη γνωμοδότηση των δημοτικών συμβουλίων ως ουσιώδη τύπο της οικείας διαδικασίας, δηλαδή να διαφωτίζεται το αποφασιστικό όργανο από πρόσωπα που έχουν στενή σχέση με την περιοχή και γνωρίζουν εκ του σύνεγγυς τα χαρακτηριστικά της. Παρόμοιο κώλυμα μπορεί, κατά τη γνώμη αυτή, να στοιχειοθετηθεί μόνο σε περίπτωση όλως εντοπισμένης τροποποίησης, επέκτασης ή ένταξης ακινήτων σε ρυμοτομικό σχέδιο ή εφόσον ορισμένη πολεοδομική ρύθμιση, αν και περιλαμβάνεται σε ευρύτερη δέσμη ρυθμίσεων, εμφανίζεται ως εξαιρετική και δυσδικαιολόγητη ενόψει των συνθηκών κάθε περίπτωσης κατά τρόπο ώστε να ευνοεί συγκεκριμένη ιδιοκτησία, το σχετικό δε βάρος αποδείξεως έχει ο επικαλούμενος την ύπαρξη κωλύματος. Επομένως, ο προκείμενος λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο δεν προβάλλονται συγκεκριμένοι, από την άποψη αυτή, πραγματικοί ισχυρισμοί, πρέπει, και κατά τη γνώμη αυτή, να απορριφθεί.
11. Επειδή, προβάλλεται, ότι κατά παράβαση των ορισμών του άρθρου 117 παρ. 5 και του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 118 του Κ.Β.Π.Ν., η εγκριθείσα με το προσβαλλόμενο διάταγμα πολεοδομική μελέτη δεν αναφέρεται στο σύνολο, αλλά σε τμήμα της περιοχής της μελέτης, το οποίο, μάλιστα, δεν αποτελεί πολεοδομική ενότητα, με συνέπεια, πλην της τυπικής πλημμέλειας, να υφίσταται και ουσιαστική, αφού το πολεοδομηθέν τμήμα, μη διαθέτοντας επαρκείς, κατά τους αιτούντες, κοινόχρηστους χώρους ούτε στοιχειώδη κοινωνική υποδομή, δεν εξασφαλίζει την ενδεδειγμένη πολεοδομική οργάνωση της περιοχής. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, κατά τα επόμενα εδάφια της αυτής παρ. 3 του άρθρου 118 του Κ.Β.Π.Ν., επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, η έγκριση της μελέτης και για τμήμα ενότητας, μετά σύνταξη, πάντως, πολεοδομικής προμελέτης για ολόκληρη την ενότητα. Στην προκειμένη δε περίπτωση, όπως, άλλωστε, προκύπτει από το προοίμιο του προσβαλλόμενου διατάγματος, με την υπ’ αριθμ. 20878/ 4508/10.8.1999 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., είχε εγκριθεί πολεοδομική προμελέτη για ολόκληρη την πολεοδομική ενότητα, όπως αυτή είχε προσδιορισθεί με το εγκριτικό της Ζ.Ο.Ε. προεδρικό διάταγμα και την εγκριτική του Σ.Χ.Α.Π. υπουργική απόφαση (περιοχή 8Δ). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η επίμαχη περιοχή διατήρησε, και μετά την εξαίρεση των δασικών τμημάτων που είχαν περιληφθεί στην πολεοδομική μελέτη αρχικώς, το ποσοστό 40% κοινοχρήστων χώρων, που προβλέπεται από το Σ.Χ.Α.Π., η δε κοινωνική υποδομή είναι, κατά τα αυτά στοιχεία, η προσήκουσα για περιοχή δεύτερης κατοικίας (αναψυχής), όπου, από την φύση της, η διαμονή και η εν γένει διαβίωση γίνεται για περιορισμένο χρονικό διάστημα και με μειωμένες κοινωνικές ανάγκες (κοινωφελείς εξυπηρετήσεις), σε σχέση με τις περιοχές κύριας κατοικίας (βλ. ΣτΕ 4443/2011). Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος ισχυρισμός.
12. Επειδή, συναφώς, προβάλλεται ότι δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη η κατ’ εξαίρεση επιλογή πολεοδομήσεως τμήματος πολεοδομικής ενότητας, αφού δεν βεβαιώνεται η κατά την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 118 του Κ.Β.Π.Ν. συνδρομή περιπτώσεως καθυστερήσεως συντάξεως κτηματολογικού διαγράμματος για ολόκληρη την πολεοδομική ενότητα. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, κατά τα προκύπτοντα από τα στοιχεία του φακέλου, είχε αρχικώς προωθηθεί η έγκριση πολεοδομικής μελέτης για ολόκληρη την περιοχή δεύτερης κατοικίας, η δε ανάγκη εγκρίσεως πολεοδομικής προμελέτης και πολεοδομήσεως τμήματος μόνον της πολεοδομικής ενότητος ανέκυψε μετά την εμφάνιση του προβλήματος των υφισταμένων στην περιοχή δασικών εκτάσεων, η οποία κατέστησε, κατά τα στοιχεία του φακέλου, υποχρεωτική την λεπτομερειακή ανασύνταξη του κτηματολογικού διαγράμματος, για την προσαρμογή του στα νέα δεδομένα. Η εντεύθεν δε καθυστέρηση ανασυντάξεως του διαγράμματος και η ανάγκη ταχείας προωθήσεως της υπόλοιπης διαδικασίας συνιστούν, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, λόγο που δικαιολογεί την προσφυγή στην εξαιρετική αυτή διαδικασία (βλ. ΣτΕ 4443/2011).
13. Επειδή, εξάλλου, οι αμέσως προαναφερόμενοι λόγοι ακυρώσεως, σύμφωνα με τους οποίους η προσβαλλόμενη πολεοδομική ρύθμιση είναι ατελής και αποσπασματική, διότι δεν αναφέρεται στο σύνολο, αλλά σε τμήμα της περιοχής της μελέτης, το οποίο, μάλιστα, δεν αποτελεί πολεοδομική ενότητα, προβάλλονται περαιτέρω και υπό την έννοια ότι το προσβαλλόμενο διάταγμα πάσχει και διότι στηρίζεται σε Σ.Χ.Α.Π., που και το ίδιο επιχειρεί το σχεδιασμό με την ίδια αποσπασματικότητα. Προβάλλεται, ειδικότερα, ότι, κατά παράβαση του νόμου, το εν λόγω Σ.Χ.Α.Π. δεν περιλαμβάνει εντός των ορίων του όλη την περιοχή του Δήμου Αργοστολίου, καθώς και την περιοχή των πέντε Κοινοτήτων, οι οποίες ευρίσκονται σε λειτουργική εξάρτηση από τον ως άνω Δήμο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως διότι, όπως συνάγεται από τις οικείες μελέτες εγκρίσεως και τροποποιήσεως του Σ.Χ.Α.Π. αλλά και από το κείμενο της εγκριτικής του Σ.Χ.Α.Π. υπουργικής αποφάσεως (βλ. λ.χ. αριθ. 2 στοιχ. ι αυτής), στη μελέτη του Σ.Χ.Α.Π. περιλαμβάνονται και συνεκτιμώνται ειδικώς και λεπτομερώς τα δεδομένα των περιοχών όλων των ανωτέρω Ο.Τ.Α. Διάφορο είναι, βεβαίως, το γεγονός ότι οι επί μέρους προβλέψεις του Σ.Χ.Α.Π. αναφέρονται κυρίως στην περιοχή της Λάσσης, τούτο δε είναι νόμιμο εφ’ όσον, κατά τα ήδη εκτεθέντα, σκοπός του Σ.Χ.Α.Π. είναι η εν συνεχεία, βάσει αυτού, οργανωμένη πολεοδόμηση, με την έγκριση πολεοδομικής μελέτης, μόνον της περιοχής που προορίζεται για δεύτερη κατοικία (βλ. ΣτΕ 4446/2011).
14. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω ότι, παρά τους ορισμούς του άρθρου 3 του ν.δ/τος της 17.7.1923, δεν τηρήθηκε, στην προκειμένη περίπτωση, ο ουσιώδης τύπος της αναρτήσεως της υπό έγκριση πολεοδομικής μελέτης, είτε κατά το πρώτο, είτε και κατά το δεύτερο στάδιο αυτής, και μάλιστα παρά το γεγονός ότι μεταξύ των δύο αυτών σταδίων μεσολάβησαν πολλές και ουσιώδεις, κατά τους αιτούντες, μεταβολές της μελέτης. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως πρέπει, ως προς μεν το πρώτο στάδιο της μελέτης να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, τηρήθηκαν, κατά το στάδιο αυτό, οι νόμιμες διατυπώσεις δημοσιότητας (βλ. και τις υπ’ αριθμ. 184 και 255/1997 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου Αργοστολίου), υποβλήθηκαν δε και πολλές ενστάσεις ενδιαφερομένων (βλ. πίνακα ενστάσεων που επισυνάπτεται στην από 22.6.1998 εισήγηση της Διεύθυνσης Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, κατά το πρώτο στάδιο της μελέτης είχε εξετασθεί η πολεοδόμηση εκτάσεως συνολικού εμβαδού 772 περίπου στρεμμάτων. Κατόπιν, όμως, παρατηρήσεων του Υπουργείου Γεωργίας για το δασικό χαρακτήρα ορισμένων τμημάτων της περιοχής και προκειμένου να μη καθυστερήσει η έγκριση της μελέτης από την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου ζητήματος, αποφασίσθηκε η εξαίρεση όλων των ανωτέρω τμημάτων από τον πολεοδομικό σχεδιασμό, χωρίς άλλες επεμβάσεις στη μελέτη, και η προώθηση της πολεοδομήσεως της υπόλοιπης εκτάσεως, εμβαδού 480 στρεμμάτων. Η διαδικασία αυτή θεωρήθηκε νόμιμη από το Συμβούλιο της Επικρατείας κατά την επεξεργασία του οικείου σχεδίου προεδρικού διατάγματος (Π.Ε. 40/2002) και, τελικώς, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο διάταγμα προσυπογραφόμενο και από τον Υπουργό Γεωργίας, μετά από έλεγχο και βεβαίωση των αρμοδίων υπηρεσιών ότι δεν εντάχθηκαν στην πολεοδομούμενη περιοχή δασικές εκτάσεις. Με τα δεδομένα αυτά, και εφ’ όσον δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι, πλην της εν λόγω εξαιρέσεως των δασικών εκτάσεων, επήλθε οποιαδήποτε μεταβολή στο τελικώς πολεοδομηθέν τμήμα της εκτάσεως (βλ. ιδίως το υπ’ αριθμ. 88/25.5.2001 έγγραφο της Διευθύνσεως Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.), και μάλιστα ουσιώδης και βλαπτική για τους αιτούντες, σε σχέση με το πρώτο στάδιο της μελέτης, δεν ήταν αναγκαία η εκ νέου τήρηση των διαδικασιών δημοσιότητας για την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης (βλ. ΣτΕ 4446/2011). Ο ισχυρισμός, εξάλλου, των αιτούντων ότι η εξαίρεση από την πολεοδόμηση των δασικών εκτάσεων έχει ως συνέπεια «οι ιδιοκτήτες που συνορεύουν με τις εκτάσεις αυτές» να συνορεύουν με εκτάσεις εκτός σχεδίου, προβαλλόμενος, μάλιστα, χωρίς αναφορά στη βλάβη που οι ίδιοι υφίστανται από αυτό, δεν είναι, από την άποψη αυτή, κρίσιμος. Η βλαπτικότητα, τέλος, των μεταβολών της αρχικής πολεοδομικής μελέτης έναντι αυτής που θεσμοθετήθηκε τελικώς με το προσβαλλόμενο διάταγμα, η οποία θα επέβαλλε, κατά τους αιτούντες, την εκ νέου τήρηση των προβλεπομένων διατυπώσεων δημοσιότητας, δεν μπορεί να συναρτάται με το περιεχόμενο της, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, καταρτισθείσης προμελέτης. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
15. Επειδή, προβάλλεται περαιτέρω, ότι, μετά την εμφάνιση του ζητήματος της υπάρξεως δασικών εκτάσεων, η Διοίκηση, κατά την έκδοση της πολεοδομικής προμελέτης, έπρεπε, εν όψει και των συνταγματικών επιταγών για την προστασία των δασικών εκτάσεων, να προβεί στην εξαίρεση των περιοχών αυτών από τα όρια της πολεοδομούμενης περιοχής, τροποποιώντας το περίγραμμά της. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, διότι στην τελικώς πολεοδομηθείσα με το προσβαλλόμενο διάταγμα έκταση δεν περιλαμβάνονται, πάντως, κατά τα ήδη εκτεθέντα, δασικές εκτάσεις, ώστε να τίθεται θέμα παραβιάσεως της συνταγματικής προστασίας τους.
16. Επειδή, περαιτέρω, προβάλλονται, ειδικώς ως προς το δεύτερο αιτούντα, τα εξής: «Συγκεκριμένα, το οικόπεδο του 2ου από μας, που εντάσσεται στο Ο.Τ. 96, παρά τις προηγούμενες προβλέψεις καταλήγει να δίνει ως πρόσθετη εισφορά σε γη τμήμα του που ήταν εκτός σχεδίου στην Α΄ φάση, στο για πρώτη φορά εντασσόμενο (μετά την αρχική ανάρτηση) στην προμελέτη και Β΄ φάση Ο.Τ. 99. Έτσι, αφενός ζημιώνεται κατά το τμήμα αυτό, αφετέρου η ιδιοκτησία του δεν συνορεύει πλέον με εκτός σχεδίου περιοχή εντός ΖΟΕ, που είχε αρτιότητα 8 στρ., αλλά με ενταγμένα οικόπεδα με αρτιότητα ενός (1) στρέμματος, με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται ουσιωδώς η όμορη ιδιοκτησία του (αν και δίνει πρόσθετη εισφορά σε γη)». Κατόπιν τούτου, ο δεύτερος αιτών προβάλλει ότι μη νομίμως δεν έλαβαν εκ νέου χώρα οι διατυπώσεις δημοσιότητας της πολεοδομικής μελέτης μετά την τροποποίησή της έναντι του αρχικού σχεδίου, η οποία είναι βλαπτική για την ιδιοκτησία του. Όπως, όμως, προκύπτει από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου, η διαφοροποίηση μεταξύ της τελικώς πολεοδομηθείσης εκτάσεως και αυτής, η οποία είχε επιχειρηθεί να πολεοδομηθεί κατά το αρχικό στάδιο, εξαντλείται, κατά την κρίση της Διοίκησης, στην εξαίρεση των δασικού χαρακτήρα εκτάσεων από την πολεοδομηθείσα με την προσβαλλόμενη πράξη έκταση. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο αιτών, προκειμένου να κλονίσει τη σχετική κρίση της Διοίκησης, και ανεξαρτήτως του παραδεκτού του συγκεκριμένου λόγου ακυρώσεως από πλευράς συνδρομής των προϋποθέσεων της ομοδικίας κατά την προβολή του, όφειλε να αποδείξει την πραγματική βάση του προβαλλομένου λόγου ακυρώσεως, στην οποία, άλλωστε, στηρίζεται και το έννομο συμφέρον προβολής του, και, συγκεκριμένα ότι το ακίνητό του εμπίπτει στο Ο.Τ. 96 της πολεοδομικής μελέτης «παρά τις προηγούμενες προβλέψεις», παρ’ ότι, δηλαδή, δεν είχε συμπεριληφθεί στην ανάρτηση, για το σκοπό δε αυτό όφειλε να προσκομίσει τα οικεία διαγράμματα και των δύο σταδίων με εμφαινόμενη την ιδιοκτησία του επ’ αυτών, ώστε να προκύπτει η μεταβολή ως προς την ιδιοκτησία του μεταξύ της αρχικώς επιχειρηθείσης και της τελικώς εγκριθείσης πολεοδομήσεως. Ο αιτών, όμως, δεν προσκομίζει τα στοιχεία αυτά και, κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος και ως αναπόδεικτος.
17. Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα σε προηγούμενη σκέψη, οι αιτούντες άσκησαν αίτηση ακυρώσεως κατά της τροποποιητικής του ως άνω Σ.Χ.Α.Π. 32692/4563/8.12.2000 υπουργικής απόφασης. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την 4046/2006 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως απαράδεκτη λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων της ομοδικίας και ελλείψεως εννόμου συμφέροντος. Προσφυγή του δευτέρου αιτούντος ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έγινε δεκτή με την από 10.6.2010 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (αρ. 3127/08, Τρίτσης κατά Ελλάδας), το οποίο αποφάνθηκε ότι με την ως άνω απόρριψη της αιτήσεως ακυρώσεως είχε λάβει χώρα παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Ενόψει τούτου, οι λόγοι ακυρώσεως κατά του προσβαλλομένου διατάγματος, οι οποίοι οδηγούν σε εξέταση του κύρους της ως άνω ανεπιτυχώς προσβληθείσης τροποποιήσεως του Σ.Χ.Α.Π., προβάλλονται, σε κάθε περίπτωση, παραδεκτώς (πρβλ. ΣτΕ 713/2014).
18. Επειδή, προβάλλεται ότι το Σ.Χ.Α.Π., όπως τροποποιήθηκε με την ως άνω 32692/4563/8.12.2000 υπουργική απόφαση, εκδόθηκε μη νομίμως για το λόγο ότι δεν καταρτίσθηκε, πριν από την έκδοσή του, η ειδική και τεκμηριωμένη μελέτη του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2242/1994 με αναφορά σε συγκεκριμένες παραμέτρους σχετικές με τον οικιστικό ιστό, τις προοπτικές δημογραφικής εξέλιξης, την ισορροπία χρήσεων γης κ.λπ. Όπως, όμως, προκύπτει από το 46826/616/22.2.2002 έγγραφο του Διευθυντή Χωροταξίας του ΥΠΕΧΩΔΕ προς τη Διεύθυνση Νομοθετικού του ίδιου Υπουργείου, η τροποποίηση του Σ.Χ.Α.Π. είναι προϊόν ειδικής «Μελέτης Τροποποίησης ΣΧΑΠ Ν. Κεφαλληνίας. Περιοχή Λάσση», το πρώτο κεφάλαιο, μάλιστα, της οποίας είναι αφιερωμένο στη γενική παρουσίαση του ν. Κεφαλληνίας, και η οποία αναφέρεται, κατά το ίδιο έγγραφο, στο γενικότερο ρόλο της Λάσσης και της προς πολεοδόμηση περιοχής με καταγραφή των εξελίξεων του πληθυσμού και του οικιστικού δικτύου, προσδιορισμό των αναγκών σε δεύτερη κατοικία, διασύνδεση της προς πολεοδόμηση έκτασης με τις παραγωγικές δραστηριότητες της ευρύτερης περιοχής, εκτίμηση της επάρκειας των δικτύων και φυσικών πόρων, καθώς και των επιπτώσεων της πολεοδόμησης στο περιβάλλον κ.λπ. Πρέπει, επομένως, ο σχετικός λόγος ακυρώσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.
19. Επειδή, περαιτέρω, πρέπει, επίσης, να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο λόγος ακυρώσεως, σύμφωνα με τον οποίο η ως άνω τροποποίηση του Σ.Χ.Α.Π., και συνακόλουθα το προσβαλλόμενο διάταγμα, δεν είναι νόμιμα διότι το Κεντρικό Συμβούλιο Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος κατά τη συνεδρίαση κατά την οποία εξέδωσε τη γνωμοδότησή του δεν ήταν νομίμως συντεθειμένο, αφού απουσίαζαν δύο μέλη του, χωρίς να προκύπτει ότι είχαν κληθεί να μετάσχουν στη συνεδρίαση αυτή. Όπως, όμως, προκύπτει από το προαναφερόμενο 46826/616/22.2.2002 έγγραφο του Διευθυντή Χωροταξίας του ΥΠΕΧΩΔΕ, για τις συνεδριάσεις του Κ.Σ.Χ.Ο.Π. είχαν ορισθεί, αφενός, τακτές ημέρες και ώρες με το 1671/5/24.1.2000 έγγραφο της Προέδρου του, με συνέπεια να μην απαιτείται πρόσκληση των μελών του εν λόγω συλλογικού οργάνου να μετάσχουν σε κάθε συνεδρίαση (ΣτΕ 4528/2009 επταμ. κ.ά.), αφετέρου δε, εν προκειμένω, πάντως, είχαν απευθυνθεί προσκλήσεις προς όλα τα μέλη, τακτικά και αναπληρωματικά (18411/157/10.7.2000 και 26151/215/9.10.2000), και για τις συγκεκριμένες συνεδριάσεις, κατά τις οποίες ελήφθησαν οι 186/2000 και 264/2000 γνωμοδοτήσεις του Κ.Σ.Χ.Ο.Π. Ο ίδιος λόγος είναι ωσαύτως απορριπτέος και κατά το μέρος που προβάλλεται ευθέως κατά του προσβαλλομένου διατάγματος, ως προς το οποίο προβάλλεται ότι εκδόθηκε βάσει μη νόμιμης γνωμοδότησης του Κ.Σ.Χ.Ο.Π. Προβάλλεται, ειδικότερα, ότι κατά τη συνεδρίαση του εν λόγω συλλογικού οργάνου, κατά την οποία ελήφθη η μνημονευόμενη στο προοίμιο του διατάγματος 68/2001 γνωμοδότησή του, δεν μετείχαν όλα τα μέλη του, χωρίς να προκύπτει ότι αυτά είχαν κληθεί. Όπως, όμως, βεβαιώνεται στο 8100/18.2.2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Νομοθετικού Έργου του ΥΠΕΧΩΔΕ προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, αφενός, μεν, είχαν γνωστοποιηθεί, κατά τα ανωτέρω, οι τακτές ημέρες και ώρες συνεδριάσεων του Κ.Σ.Χ.Ο.Π. στα μέλη του με το προαναφερόμενο έγγραφο της Προέδρου του συλλογικού οργάνου, αφετέρου δε είχε, πάντως, απευθυνθεί σ’ αυτά η 5761/61/5.3.2001 πρόσκληση ειδικώς δια τη συνεδρίαση, κατά την οποία ελήφθη η ως άνω γνωμοδότηση. Κατά συνέπεια, και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
20. Επειδή, το προσβαλλόμενο προεδρικό διάταγμα εκδόθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, αφού καταρτίσθηκε το αρχικό Σ.Χ.Α.Π., πολεοδομική προμελέτη και αρχικό σχέδιο πολεοδομικής μελέτης, υποβλήθηκαν πολλές ενστάσεις, ορισμένες από τις οποίες έγιναν δεκτές, το σχέδιο πολεοδομικής μελέτης υποβλήθηκε προς επεξεργασία στο Συμβούλιο της Επικρατείας και κρίθηκε μη νόμιμο, τροποποιήθηκε το Σ.Χ.Α.Π., και καταρτίσθηκε νέο σχέδιο πολεοδομικής μελέτης βάσει του τροποποιημένου Σ.Χ.Α.Π., από το οποίο εξαιρέθηκαν οι δασικές εκτάσεις. Ενόψει τούτων, οι λόγοι ακυρώσεως, σύμφωνα με τους οποίους το προσβαλλόμενο διάταγμα είναι μη νόμιμο, διότι, μεταξύ άλλων, χαρακτηρίζεται από «ασυμφωνία μεταξύ των μεγεθών που καθορίζει: το τροποποιημένο ΣΧΑΠ της περιοχής…, η προμελέτη και η πολεοδομική μελέτη Α΄ και Β΄ φάσης», και διότι «το περιεχόμενο των μελετών διαφέρει από τα όρια, τα μεγέθη και τις κατευθύνσεις του τροποποιημένου ΣΧΑΠ…», είναι απορριπτέοι ως αόριστοι. Περαιτέρω, σειρά λόγων ακυρώσεως των αιτούντων, με τους οποίους προβάλλονται συγκεκριμένες αναντιστοιχίες μεταξύ του τελικώς εγκριθέντος σχεδίου και του προηγηθέντος Σ.Χ.Α.Π., όπως ότι «το Ο.Τ. … με τον αριθμό 3 και ο γειτονικός κοινόχρηστος χώρος, που βρίσκονται ανατολικά της οδού ‘‘Γύρος Λάσσης’’ είναι εκτός των ορίων του ΣΧΑΠ» είναι απορριπτέοι διότι δεν προβάλλεται και, πάντως, δεν αποδεικνύεται ότι οι εν λόγω πλημμέλειες, είτε είχαν ήδη εμφιλοχωρήσει κατά το στάδιο του αρχικού σχεδίου της πολεοδομικής μελέτης και είχαν αποτελέσει αντικείμενο ενστάσεως από τους αιτούντες (πρβλ. ΣτΕ 3183, 4493/2009, 1434, 3562/2008, 3591/2007, 2086/2006), θιγομένους από τις πλημμέλειες αυτές κατά συγκεκριμένο τρόπο, είτε ότι δεν είχαν ανακύψει κατά το αρχικό στάδιο και παρουσιάσθηκαν μετά την, κατά τα προαναφερόμενα, εξαίρεση των δασικών εκτάσεων από την πολεοδόμηση και την επανακατάρτιση του σχεδίου, οπότε οι αιτούντες στερήθηκαν της δυνατότητας να ασκήσουν ενστάσεις κατ’ αυτών, πάντοτε υπό την επιπρόσθετη προϋπόθεση ότι από τις πλημμέλειες αυτές βλάπτονται οι ίδιοι.
21. Επειδή, προβάλλεται ότι η προαναφερόμενη πολεοδομική προμελέτη, παρά τα ανωτέρω, ότι δηλαδή, έχουν τελικώς εξαιρεθεί της πολεοδομήσεως οι δασικές εκτάσεις, «συνεχίζει παράνομα να περιλαμβάνει τις δασικές εκτάσεις που βρίσκονται ως θύλακες στην περιοχή ή στα όριά της, ως κοινοχρήστους χώρους και να τους προσμετρά στο απαιτούμενο … εμβαδόν κοινοχρήστων», αλλά και ως δομήσιμα οικοδομικά τετράγωνα. Οι λόγοι αυτοί, ανεξαρτήτως ότι δεν ευρίσκουν έρεισμα στα στοιχεία του φακέλου και ότι προβάλλονται, άλλωστε, ως πλημμέλειες της πολεοδομικής προμελέτης και όχι του προσβαλλομένου διατάγματος, είναι, πάντως, απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι.
22. Επειδή, προβάλλονται διάφοροι λόγοι ακυρώσεως σχετικοί με το εμβαδόν της πολεοδομούμενης έκτασης. Προβάλλεται, ειδικότερα ότι «η σύμβαση της πολεοδομικής μελέτης» προέβλεπε έκταση 849 στρ., από το εμβαδόν δε αυτό «απέχουν πολύ» οι υπολογισμοί της υπηρεσίας ότι η πολεοδομούμενη έκταση έχει μικρότερο εμβαδόν. Πέραν, όμως, του ότι η έκταση των 849 στρ., κατά τους αιτούντες, έχει πράγματι μειωθεί ιδίως διότι έχουν αφαιρεθεί οι δασικές εκτάσεις, οι λόγοι αυτοί προβάλλονται, πάντως, αορίστως, αφού δεν εξειδικεύεται η επίπτωση που έχει το ακριβές εμβαδόν της έκτασης στη νομιμότητα του προσβαλλομένου διατάγματος.
23. Επειδή, οι αιτούντες αμφισβητούν τη νομιμότητα του προσβαλλομένου διατάγματος και από την άποψη της επάρκειας των κοινοχρήστων χώρων και της συμβατότητάς του, κατά τούτο, με τις σχετικές προβλέψεις του Σ.Χ.Α.Π. Το τελευταίο, όμως, περιορίζεται να ορίσει ως κατεύθυνση για την πολεοδομική μελέτη την «εξασφάλιση υψηλών ποσοστών πρασίνου και αναψυχής», τούτο δε ίσχυε τόσο υπό την αρχική του εκδοχή όσο και μετά την προαναφερόμενη τροποποίησή του. Υπό τα δεδομένα αυτά, και εφόσον οι κοινόχρηστοι χώροι εξακολουθούν και μετά την αφαίρεση των δασικών εκτάσεων να ανέρχονται σε ποσοστό 40% (βλ. ΣτΕ 4446/2011), οι υπολογισμοί δε αυτοί, οι οποίοι έχουν, κατ’ ανάγκη, τεχνικό χαρακτήρα και αποτυπώνονται και στις γνωμοδοτήσεις του Κ.Σ.Χ.Ο.Π. που προηγήθηκαν της τροποποίησης του Σ.Χ.Α.Π., δεν ανατρέπονται από τους υπολογισμούς των αιτούντων, οι σχετικοί λόγοι ακυρώσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέοι και οι λόγοι με τους οποίους αμφισβητούνται οι υπολογισμοί της Διοίκησης ως προς τη χωρητικότητα της οικιστικής γης, που στηρίχθηκαν στην εφαρμογή αριθμητικού τύπου και διενεργήθηκαν στο πλαίσιο της μελετώμενης τροποποίησης του Σ.Χ.Α.Π., το οποίο, κατά τα προαναφερόμενα, περιορίσθηκε τελικώς να θέσει και ως προς το ζήτημα αυτό κατευθύνσεις, χωρίς, άλλωστε οι αιτούντες να τεκμηριώνουν την υπέρβαση των κατευθύνσεων αυτών με τους υποθετικούς υπολογισμούς τους και τη «μακροσκοπική μέτρηση της προμελέτης», την οποία επικαλούνται.
24. Επειδή, προβάλλεται ότι το προσβαλλόμενο διάταγμα δεν αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς από πλευράς συνδρομής των ουσιαστικών πολεοδομικών κριτηρίων που είναι, κατά νόμο, ληπτέα υπόψη για την έκδοσή του, όπως είναι «οι όροι προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, διαφύλαξης της αγροτικής γης, ισορροπίας των χρήσεων, μορφολογίας και αισθητικής των ακτών, τα ανώτατα όρια ανάπτυξης (κορεσμού) και η κομβική ανάπτυξη των παράλιων οικισμών». Ο λόγος είναι εν μέρει απορριπτέος ως απαράδεκτος και, μάλιστα, ως αόριστος, αφού δεν προσάπτονται συγκεκριμένες πλημμέλειες ως προς τα ζητήματα αυτά ούτε προβάλλεται ότι οι αιτούντες είχαν προβάλει τις πλημμέλειες αυτές με ένστασή τους μετά την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας του αρχικού σχεδίου (πρβλ. ΣτΕ 3183, 4493/2009, 1434, 3562/2008, 3591/2007, 2086/2006), εν μέρει δε ως αβάσιμος, διότι ορισμένα από τα ζητήματα αυτά αντιμετωπίσθηκαν, πάντως, από το Κ.Σ.Χ.Ο.Π. κατά τη γνωμοδοτική διαδικασία που προηγήθηκε της τροποποίησης του Σ.Χ.Α.Π. Για τους ίδιους λόγους είναι απορριπτέοι και οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους είτε αμφισβητείται κατά τρόπο αόριστο η νομιμότητα και η επάρκεια της αιτιολογίας του προσβαλλομένου διατάγματος από διάφορες απόψεις, όπως είναι η μη διασφάλιση περιοχών «με αξιοσημείωτη χλωρίδα» ή «φυσικό ανάγλυφο», χωρίς, μάλιστα, να προβάλλεται ότι ασκήθηκαν ενστάσεις από τους αιτούντες ως προς τα ζητήματα αυτά, είτε πλήσσονται διάφορες επιμέρους ρυθμίσεις, όπως η έλλειψη δρόμου από την πλευρά της θάλασσας στα οικοδομικά τετράγωνα 28 και 28α, ως προς τις οποίες δεν προβάλλεται, άλλωστε, ότι θίγουν ειδικώς τους αιτούντες.
25. Επειδή, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 4446/2011 κ.ά.), λόγοι ακυρώσεως κατά του προσβαλλομένου διατάγματος, σύμφωνα με τους οποίους η επιχειρούμενη πολεοδόμηση αιτιολογείται πλημμελώς από την άποψη ότι δεν αντιμετωπίζεται η ανεπάρκεια του υφισταμένου οδικού δικτύου με κίνδυνο δημιουργίας κυκλοφοριακών προβλημάτων, η δε πρόταση χαρακτηρισμού ως αρτηρίας του υφισταμένου κεντρικού οδικού άξονα αεροδρομίου – Αργοστολίου δεν συνάδει με τον παραθεριστικό χαρακτήρα της περιοχής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και τούτο, διότι από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου προκύπτει ότι τόσο κατά τη διαδικασία εκπόνησης της προσβαλλόμενης πολεοδομικής μελέτης όσο και από τη μελέτη τροποποίησης του Σ.Χ.Α.Π. εξετάσθηκαν με επάρκεια τόσο το ζήτημα της κυκλοφοριακής οργάνωσης της περιοχής με διαπλάτυνση του υφισταμένου κεντρικού οδικού άξονα, διάνοιξη συλλεκτήριας περιφερειακής οδού και διαπλάτυνση άλλων υφισταμένων οδών, όσο και το ζήτημα της οργάνωσης συστήματος χώρων στάθμευσης.
26. Επειδή, προβάλλεται ότι η τροποποίηση του Σ.Χ.Α.Π., στην οποία στηρίζεται το προσβαλλόμενο διάταγμα είναι η ίδια μη νόμιμη, διότι επιδεινώνει τις χρήσεις γης της περιοχής σε σχέση με το αρχικό Σ.Χ.Α.Π., και ότι, κατά συνέπεια, το προσβαλλόμενο διάταγμα, στηριζόμενο στο μη νόμιμο, από την άποψη αυτή, τροποποιημένο Σ.Χ.Α.Π., είναι και το ίδιο μη νόμιμο. Προβάλλεται, ειδικότερα, ότι, ενώ η προαναφερόμενη 87150/4925/20.8.1996 απόφαση της Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με την οποία είχε εγκριθεί το αρχικό Σ.Χ.Α.Π., προέβλεπε «χρήση αμιγούς κατοικίας και όσο το δυνατόν μικρότερη παρεμβολή άλλων λειτουργιών…», ο περιορισμός αυτός απαλείφθηκε με την 32692/4563/8.12.2000 όμοια τροποποιητική απόφαση. Αυτό είχε ως συνέπεια, κατά τους αιτούντες, να επιτραπούν χρήσεις γενικής κατοικίας με την προσβαλλόμενη πράξη, τούτο δε κατά παράβαση του συνταγματικού (άρθρο 24 παρ. 2) κανόνα της απαγόρευσης επιδείνωσης των χρήσεων γης. Η προσβαλλόμενη πράξη, όμως, είναι η πρώτη με την οποία πολεοδομείται η περιοχή, με αποτέλεσμα να μην είναι νοητή η επιδείνωση των χρήσεων, η οποία δεν μπορεί προδήλως να νοηθεί σε σχέση με τις επιτρεπόμενες ενόσω η έκταση βρισκόταν εκτός σχεδίου και, μάλιστα, εντός Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου, αποσκοπούσης, κατά την έννοια του νόμου, στην ανάσχεση της οικιστικής εξάπλωσης προκειμένου να διευκολύνεται ο, τυχόν, μελλοντικός πολεοδομικός της σχεδιασμός. Ανεξαρτήτως αυτού, η επιβάρυνση των χρήσεων δεν είναι άνευ άλλου τινός μη επιτρεπτή, οφείλει, όμως, εφόσον κρίνεται αναγκαία, να αποτελεί προϊόν μελέτης, η οποία πρέπει να καταρτίζεται κατά τους κανόνες της επιστήμης, βάσει νομίμων πολεοδομικών κριτηρίων, η σχετική δε κρίση της Διοίκησης υπόκειται, από την άποψη αυτή, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο (πρβλ. ΣτΕ 123/2007 Ολομ.), εν προκειμένω δε, ο καθορισμός των χρήσεων κατά τον τελικώς επιλεγέντα τρόπο, ο οποίος, άλλωστε, δεν συνιστά επιδείνωση των επιτρεπομένων χρήσεων, προέκυψε κατόπιν ειδικής μελέτης τροποποίησης του Σ.Χ.Α.Π. και αφού τηρήθηκε η νόμιμη γνωμοδοτική διαδικασία. Πρέπει, επομένως, να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου λόγοι ακυρώσεως των αιτούντων.
27. Επειδή, είναι απαράδεκτοι στο σύνολό τους οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους οι αιτούντες αμφισβητούν ευθέως την ουσιαστική εκτίμηση της Διοίκησης ως προς επιμέρους κρίσιμα για την πολεοδόμηση της περιοχής θέματα (πρόσβαση σε θρησκευτικά ορόσημα, δικτύωση πεζοδρόμων, συγκεκριμένοι όροι δόμησης κ.λπ.).
28. Επειδή, προβάλλεται ότι παρά το νόμο επιχειρείται πολεοδόμηση της περιοχής χωρίς προηγουμένως να έχουν καθορισθεί οι οριογραμμές του αιγιαλού. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου, πάντως, ότι δεν αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση της πολεοδόμησης παράκτιας περιοχής ο προηγούμενος καθορισμός των ορίων του αιγιαλού (ΣτΕ 4446/2011).
29. Επειδή, με το άρθρο 6 του ν. 880/1979 (Α΄ 58), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο ν. 3010/2002 (Α΄ 91), προβλέπεται η οριοθέτηση των υδατορεμάτων, δηλαδή, κατά την διατύπωση του νόμου, των μη πλεύσιμων ποταμών, χειμάρρων, ρεμάτων και ρυακιών που ευρίσκονται εντός ή εκτός ρυμοτομικού σχεδίου ή εντός οικισμών που δεν έχουν ρυμοτομικό σχέδιο. Ειδικότερα, κατά την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου αυτού, «… Η οριοθέτηση συνίσταται στον καθορισμό και επικύρωση των πολυγωνικών γραμμών εκατέρωθεν της βαθιάς γραμμής του υδατορέματος, οι οποίες περιβάλλουν τις γραμμές πλημμύρας, τις όχθες, καθώς και τα φυσικά ή τεχνητά στοιχεία, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του υδατορέματος. Ο κατά τα ανωτέρω καθορισμός μπορεί να γίνεται και σε τμήματα μόνο των υδατορεμάτων. Στην περίπτωση αυτή η τεχνική έκθεση … συνοδεύεται από υδρολογικά, υδραυλικά και περιβαλλοντικά στοιχεία ή μελέτες για το συνολικό μήκος του υδατορέματος». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, δεν συνιστά υδατόρεμα που χρειάζεται οριοθέτηση κάθε διαφορά αναγλύφου του εδάφους ή συνήθης πτύχωση αυτού ή μισγάγγεια, όπου κατ’ ανάγκη παροδικώς απορρέουν όμβρια ύδατα από τις υψηλότερα κείμενες περιοχές, αλλά μόνον περιοχές με συνεχή ή περιοδική ροή ομβρίων ή άλλων υδάτων και ιδιαίτερα υδρολογικά, υδραυλικά και περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, που τους προσδίδουν, κατά την περί τούτου αιτιολογημένη και με βάση επιστημονικά κριτήρια εκφερόμενη κρίση της Διοικήσεως, τα χαρακτηριστικά υδατορέματος (ΣτΕ 4446/2011, 4443/2011 κ.ά.).
30. Επειδή, με το ως άνω δικόγραφο προσθέτων λόγων προβάλλεται, ως λόγος ακυρώσεως ότι, παρά τον νόμο εχώρησε η πολεοδόμηση της περιοχής χωρίς να έχουν οριοθετηθεί, κατά το ως άνω άρθρο 6 του ν. 880/1979, τα διαρρέοντα την περιοχή υδατορέματα. Ως προς την πραγματική βάση του λόγου αυτού ακυρώσεως, οι αιτούντες επικαλούνται ότι αυτή αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων στοιχείων, από την εκ των υστέρων ανάθεση, με την υπ’ αριθ. 52/2008 απόφαση του Δ.Σ. Αργοστολίου, της εκπονήσεως μελέτης, υπό τον τίτλο «Μελέτη πλημμυρικών ροών στην πολεοδομούμενη περιοχή της Λάσσης». Με τις 4443/2011 και 4446/2011 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες εκδόθηκαν επί αιτήσεων ακυρώσεως άλλων αιτούντων κατά του προσβαλλομένου διατάγματος, κρίθηκε ότι όπως προέκυπτε από τα στοιχεία του φακέλου, το ζήτημα της τυχόν υπάρξεως υδατορεμάτων στην περιοχή είχε εξετασθεί κατ’ επανάληψη ειδικώς από την Διοίκηση, βεβαιωνόταν δε ρητώς η μη ύπαρξή τους και η διάχυτη απορροή των ομβρίων της περιοχής (βλ. μελέτη τροποποίησης ΣΧΑΠ έτους 2000, σελ. 51, το υπ’ αριθ. πρωτ. 2128/19-1-2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. προς τους κατοίκους της περιοχής και τα υπ’ αριθ. πρωτ. 974/20-3-2007 και 4007/1-10-2007 έγγραφα του Τμήματος Τοπογραφικής της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Ν. Κεφαλληνίας προς την ως άνω Διεύθυνση). Εξ άλλου, κατά τις εν λόγω αποφάσεις, στην ίδια την κατά τα ανωτέρω συνταγείσα μελέτη πλημμυρικών ροών ρητώς βεβαιωνόταν ότι «Οι πτυχώσεις του εδάφους στην παράκτια περιοχή διαμορφώνουν βαθιές γραμμές με περιορισμένη έκταση απορροής προς την θάλασσα. Οι βαθιές γραμμές δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν μισγάγγειες και πολύ περισσότερο ρέματα…». Με τα δεδομένα αυτά, ο σχετικός λόγος ακυρώσεως απορρίφθηκε με τις εν λόγω αποφάσεις ως αβάσιμος, εφ’ όσον η Διοίκηση ειδικώς και κατ’ επανάληψη είχε προβεί στην εξέταση του ζητήματος και είχε καταλήξει αιτιολογημένα σε κρίση περί μη υπάρξεως υδατορεμάτων στην περιοχή, με την πρόσθετη σκέψη ότι η περαιτέρω αμφισβήτηση της πραγματικής αυτής διαπίστωσης της Διοίκησης δεν αποτελεί αντικείμενο ακυρωτικού ελέγχου.
31. Επειδή, μετά την έκδοση του προσβαλλομένου διατάγματος εκδόθηκε η 4528/4528/10.3.2009 πράξη του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Ιονίων Νήσων (Δ΄ 127), με την οποία οριοθετήθηκαν τα υδατορέματα στην πολεοδομούμενη περιοχή της Λάσσης. Περαιτέρω, με το από 10.10.2014 πρ. δ/μα (ΑΑΠ 334), το οποίο εκδόθηκε μετά τη συζήτηση της παρούσας υπόθεσης, εγκρίθηκε το πολεοδομικό σχέδιο της περιοχής δεύτερης κατοικίας «Λάσση», τροποποιήθηκε το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της ίδιας περιοχής, το οποίο είχε εγκριθεί με το προσβαλλόμενο διάταγμα, με τη μετατόπιση οικοδομικών και ρυμοτομικών γραμμών και την έγκριση πεζοδρόμων, καταργήθηκε το προσβαλλόμενο διάταγμα κατά το μέρος που αφορά δύο οικοδομικά τετράγωνα (3 και 35) και μέρος ενός κοινοχρήστου χώρου (35 Α) (άρθρο 2 από 10.10.2014 πρ. δ/τος) και επικυρώθηκε ο καθορισμός οριογραμμών τμημάτων των ρεμάτων που διέρχονται από την περιοχή της έγκρισης (επέκτασης) και τροποποίησης του σχεδίου (άρθρο 1 του διατάγματος αυτού), τέλος δε καταργήθηκε (άρθρο 7) η ως άνω 4528/4528/10.3.2009 πράξη του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, με την οποία είχαν καθορισθεί και από το όργανο αυτό οι εν λόγω οριογραμμές. Όπως, εξάλλου, προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου (βλ., ιδίως, από 12.6.2009 εισήγηση της Διεύθυνσης Πολεοδομικού Σχεδιασμού προς το Κεντρικό Συμβούλιο Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος), η περιοχή της Λάσσης διαρρέεται από 7 υδατορέματα, εκ των οποίων τέσσερα και εν μέρει ένα ακόμη διαρρέουν την περιοχή επέκτασης του σχεδίου, και δύο και εν μέρει ένα ακόμη διαρρέουν την ήδη πολεοδομηθείσα περιοχή.
32. Επειδή, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, κλονίζεται η αιτιολογία του προσβαλλομένου διατάγματος ως προς την ανυπαρξία ρεμάτων στο τμήμα της περιοχής της Λάσσης, η οποία πολεοδομήθηκε με αυτό. Ενόψει τούτου, και προκειμένου να κριθεί η λυσιτέλεια του σχετικού λόγου ακυρώσεως, το Τμήμα κρίνει ότι πρέπει να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης προκειμένου να διευκρινισθεί από τη Διοίκηση εντός τριών μηνών από την προς αυτήν κοινοποίηση της παρούσας απόφασης αν η οριοθέτηση των διαρρεόντων την περιοχή του προσβαλλομένου διατάγματος ρεμάτων με το νεότερο και ήδη ισχύον όμοιο θα επηρέαζε την πολεοδομική διευθέτηση της περιοχής, όπως αυτή ίσχυε κατ’ εφαρμογή του προσβαλλομένου διατάγματος. Πρέπει, εξάλλου, να ορισθεί νέα δικάσιμος η 4η Οκτωβρίου 2017.
33. Επειδή, η παρούσα απόφαση πρέπει να κοινοποιηθεί στους διαδίκους, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 5 του π.δ. 18/1989.






