ΣτΕ 418/2017 [Παράνομο πρωτόκολλο επιβολής ειδικής αποζημίωσης για αυθαίρετο σε δασική έκταση]
Περίληψη
-Το δικαστήριο που δικάζει προσφυγή [ήδη αίτηση ακυρώσεως] κατά πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης δεν επιτρέπεται να εξετάσει πλημμέλειες της πράξης κατεδάφισης, οι οποίες εξετάσθηκαν από το δικαστήριο που επελήφθη της αίτησης ακυρώσεως κατά της πράξης κατεδάφισης ή θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο παραδεκτώς προβαλλομένου λόγου ακυρώσεως κατά της πράξης αυτής. Ωστόσο, σύμφωνα με παλαιότερη νομολογία, η οποία υφίστατο κατά το χρόνο που απεστάλη στον εφεσίβλητο πρόσκληση του Δασάρχη Πεντέλης για την οικειοθελή κατεδάφιση της αυθαίρετης κατασκευής και εκδόθηκε εν συνεχεία η διαταγή κατεδάφισης του κτίσματος από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, η έλλειψη της ιδιότητας του κυρίου, νομέα, κατόχου ή εργολάβου στο μνημονευόμενο στην πράξη κατεδάφισης πρόσωπο δεν επηρέαζε το κύρος της πράξης κατεδάφισης ούτε εν μέρει, λόγω του πραγματοπαγούς χαρακτήρα της πράξης αυτής και επομένως ο εφεσίβλητος δεν είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει δικαστικά την πράξη κατεδάφισης.
-Ενόψει τούτων, νομίμως το δικάσαν εξέτασε εν προκειμένω την ύπαρξη ή μη νομικού δεσμού του εφεσιβλήτου με το κατεδαφιστέο κτίσμα και ορθώς έκρινε περαιτέρω, με βάση τα προσκομισθέντα στοιχεία και ιδίως τη δικαστική απόφαση με την οποία απαλλάχθηκε ο εφεσίβλητος από την ποινική κατηγορία που του αποδόθηκε για την αυθαίρετη ανέγερση του κτίσματος, ότι το επίδικο πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης ήταν ακυρωτέο, ο προαναφερθείς δε λόγος εφέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δικάσαν έπρεπε να απορρίψει ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό του εφεσιβλήτου που αφορούσε την έλλειψη νομικού δεσμού με την αυθαίρετη κατασκευή, πρέπει να απορριφθεί.
Πρόεδρος: Κ. Σακελλαροπούλου
Εισηγητής: Δ. Βασιλειάδης
Βασικές Σκέψεις
2. Επειδή, με την έφεση αυτή ζητείται η εξαφάνιση της 1516/2013 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως του εφεσιβλήτου και ακυρώθηκε το 6161/31.8.2009 πρωτόκολλο επιβολής ειδικής αποζημίωσης του Δασάρχη Πεντέλης. Με το ως άνω πρωτόκολλο επιβλήθηκε σε βάρος του εφεσιβλήτου ειδική αποζημίωση 2.571,06 ευρώ για τη διατήρηση αυθαιρέτου κτίσματος εμβαδού 12 τ.μ. σε δημόσια δασική έκταση στη θέση «Αγ. Γεώργιος» στην περιφέρεια του Δήμου Κρωπίας.
3. Επειδή, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση αν και δεν παρέστη ο εφεσίβλητος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό που υπάρχει στον φάκελο, στον δικηγόρο που παρέστη ως πληρεξούσιος του εφεσιβλήτου στον πρώτο βαθμό επιδόθηκαν αντίγραφα της υπό κρίσης έφεσης και της πράξης της Προέδρου του Τμήματος, με την οποία ορίσθηκαν δικάσιμος και εισηγητής της υπόθεσης.
4. Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως η περίπτωση η΄ της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 3 του ν. 3659/2008 (Α΄ 77) και ισχύει, κατά το άρθρο 82 του νόμου αυτού, από 8.6.2008, ορίζεται ότι «Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν: α) […] η) το χαρακτηρισμό κτισμάτων ή κατασκευών ως αυθαιρέτων, ανεξαρτήτως της νομοθεσίας κατ’ εφαρμογή της οποίας έγινε ο χαρακτηρισμός, και την εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση. Επίσης, την αυθαίρετη μεταβολή χρήσης και την επιβολή προστίμων αυθαιρέτων». Εξάλλου, στο άρθρο 5 του αυτού ν. 702/1977, όπως η παρ. 1 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222) ορίζεται ότι «Με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 5Α, σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των διοικητικών εφετείων που εκδίδονται κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου επί αιτήσεως ακυρώσεως ή τριτανακοπής […]». Περαιτέρω, αρχικώς με το άρθρο 49 παρ. 6 του ν. 3659/2008 και εν συνεχεία με το άρθρο 47 παρ. 3 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) αντικαταστάθηκε το άρθρο 5Α του ν. 702/1977, το οποίο είχε προστεθεί με το άρθρο 3 του ανωτέρω ν. 2944/2001, ως εξής: «Οι αποφάσεις των διοικητικών εφετείων που εκδίδονται επί των διαφορών των περιπτώσεων α΄, β΄, γ΄, δ΄, ε΄, ια΄ και ιγ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου δεν υπόκεινται σε έφεση. Εξαιρούνται και υπόκεινται σε έφεση οι διαφορές που αφορούν […]». Κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 περ. η΄ του ν. 702/1977, όπως τροποποιήθηκε με το προαναφερθέν άρθρο 49 παρ. 3 του ν. 3659/2008, που προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του τελευταίου αυτού νόμου, οι διαφορές από πρωτόκολλα επιβολής ειδικής αποζημίωσης για τη διατήρηση αυθαιρέτων κατασκευών σε εκτάσεις δασικού χαρακτήρα, τα οποία εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 114 παρ. 5 του ν. 1892/1990, υπάγονται στην ακυρωτική αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου (ΣτΕ 393/2014). Εξάλλου, η κατ’ εφαρμογή της διάταξης αυτής καθιδρυόμενη ως άνω αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου εξακολουθεί και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4055/2012 (Α΄ 51/12.3.2012) στις 2.4.2012 (βλ. άρθρα 110 παρ. 14 και 113), στο άρθρο 66 παρ. 1 του οποίου προβλέπεται ότι οι διαφορές που προκύπτουν από την έκδοση διοικητικών πράξεων, οι οποίες αφορούν την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, εκδικάζονται ως διαφορές ουσίας από τα κατά τόπον αρμόδια διοικητικά πρωτοδικεία, δοθέντος ότι στην περ. β΄ της παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 66 ορίζεται ότι η παρ. 1 δεν έχει εφαρμογή, πλην άλλων, στις διαφορές των περιπτώσεων η΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977 (βλ. ΣτΕ 393/2014, 3733/2013). Με τα δεδομένα αυτά, νομίμως η κρινόμενη υπόθεση εισάγεται, κατ’ έφεση, ενώπιον του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 702/1977 και το άρθρο 5 περ. α΄ του π.δ. 361/2001 (Α΄ 244), εφόσον η αίτηση ακυρώσεως [«προσφυγή»] του εφεσιβλήτου κατά του 6161/31.8.2009 πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης του Δασάρχη Πεντέλης κατατέθηκε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών στις 30.10.2009 (πρβλ. ΣτΕ 393/2014, 3733/2013).
5. Επειδή, η κρινόμενη έφεση ασκείται με έννομο συμφέρον και εμπροθέσμως.
6. Επειδή, με την παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) προστέθηκε στην παρ. 1 του άρθρου 58 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) το ακόλουθο εδάφιο: «Η έφεση επιτρέπεται, μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου». Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ως ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων με το δικόγραφο της έφεσης απαιτείται επί ποινή απαραδέκτου αυτής, νοούνται εκείνοι που αναφέρονται με τρόπο συγκεκριμένο σε κριθέν νομικό ζήτημα, αναγόμενο στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν από την εκκαλούμενη απόφαση, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της υπόθεσης, όχι δε οι αναφερόμενοι απλώς στην ορθή ή μη υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σε εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου (ΣτΕ 2890/2014, 2155/2014, 4482/2013 και σε Συμβούλιο 2646/2013, 1278/2013, 331/2013 κ.ά.). Εξάλλου, για να κριθεί αν παραδεκτώς ασκείται η έφεση, ο εκκαλών πρέπει να προβάλλει απαραιτήτως με το εισαγωγικό δικόγραφο αυτοτελείς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, με τους οποίους πρέπει να καθορίζεται ποιό είναι το επίμαχο νομικό ζήτημα που κρίθηκε, περαιτέρω δε να επικαλείται κατά τρόπο συγκεκριμένο, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της υπόθεσης, είτε έλλειψη νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε αντίθεση της προσβαλλόμενης απόφασης προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (πρβλ. ΣτΕ σε Συμβούλιο 2646/2013, 1278/2013, 331/2013 κ.ά.). Στην τελευταία περίπτωση, οι αποφάσεις, προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση της εκκαλουμένης, πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς (ΣτΕ 4931/2014, 4588/2014 κ.ά.).
7. Επειδή, οι διατάξεις του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101) εντάσσονται στο σύστημα επιβολής κυρώσεων για την ανέγερση αυθαίρετων κτισμάτων σε δάσος ή δασική έκταση, το οποίο θεσπίζεται με το ως άνω άρθρο 114, σε συνδυασμό με το άρθρο 71 του ν. 998/1979 (Α΄ 289). Ειδικότερα, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 71 του ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 46 του ν. 2145/1993, «1. Εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος […] την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος […] ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση … και με χρηματική ποινή […]», ενώ, κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου 71 του ν. 998/1979, «[…] Η δασική αρχή διατάσσει και, εν αρνήσει του υποχρέου, εκτελεί άνευ ετέρας διατυπώσεως την κατεδάφισιν των κτισμάτων». Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, όπως αυτό ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης του επίδικου πρωτοκόλλου, «Απαγορεύεται η ανέγερση οικοδομών, κτισμάτων και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων εντός δημόσιων ή ιδιωτικών δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαϊά […]», ενώ, κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 2880/2001 (Α΄ 9), «Ανεγερθείσες ή ανεγειρόμενες οικοδομές, κτίσματα και πάσης φύσεως εγκαταστάσεις, στις ανωτέρω εκτάσεις κατεδαφίζονται υποχρεωτικά, κατόπιν αποφάσεως του οικείου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας …» [παλαιότερα του νομάρχη]. Περαιτέρω κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 45 του ν. 2145/1993, «Η απόφαση περί κατεδαφίσεως εκδίδεται μετά από κλήτευση προ δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμων ημερών, του φερόμενου ως κυρίου ή νομέα ή κατόχου ή του εργολάβου της οικοδομής, του κτίσματος ή της εγκαταστάσεως. Η κλήτευση αυτή ενεργείται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Αν τα παραπάνω πρόσωπα είναι άγνωστα ή άγνωστης διαμονής, η κλήση τοιχοκολλάται στην είσοδο του κτίσματος. Κατά της αποφάσεως του νομάρχη περί κατεδαφίσεως επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του προέδρου του διοικητικού πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου […] Η προσφυγή συζητείται υποχρεωτικά εντός εξήντα (60) ημερών από την κατάθεσή της και η οριστική απόφαση εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη συζήτηση και σε κάθε περίπτωση εντός εβδομήντα πέντε (75) ημερών από την κατάθεση της προσφυγής. Η απόφαση κοινοποιείται με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευσή της στους διαδίκους, στον οικείο δασάρχη και στον Υπουργό Οικονομικών, εφαρμοζομένου αναλόγως και για την κοινοποίηση αυτήν του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου. Οι επί της […] προσφυγής αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα […]», ενώ, κατά την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου, «6. Οι προηγούμενες παράγραφοι 2 έως και 5 εφαρμόζονται αναλόγως και για περιπτώσεις κατεδάφισης κτιρίων ή εγκαταστάσεων, που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 71 του ν. 998/1979». Τέλος, κατά την παρ. 5 του ανωτέρω άρθρου 114 του ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 παρ. 2 του ν. 2145/1993 και τροποποιήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 19 παρ. 8 του ν. 3208/2003 (Α΄303), «Από της κλητεύσεως και μέχρι την κατεδάφιση ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος υποχρεούνται, εις ολόκληρον έκαστος, στην καταβολή ειδικής αποζημιώσεως που επιβάλλεται με πρωτόκολλα του οικείου δασάρχη, από τα οποία το πρώτο εκδίδεται και κοινοποιείται εφαρμοζομένης αναλόγως και της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, εντός δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση στο δασάρχη της δικαστικής αποφάσεως της παραγράφου 3. Της υποχρεώσεως αυτής απαλλάσσονται οι παραπάνω, προκειμένου περί οικοδομών, κτισμάτων ή εγκαταστάσεων εντός των δημόσιων δασών ή εκτάσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον αυτά παραδοθούν οικειοθελώς στο Δημόσιο προς κατεδάφιση με τη σύνταξη από το δασάρχη πρωτοκόλλου παραδόσεως και παραλαβής. Κατά των πρωτοκόλλων επιβολής αποζημίωσης, τα οποία εκδίδονται ανά έτος μέχρι την κατεδάφιση ή την ως άνω οικειοθελή παράδοση, χωρεί προσφυγή εντός είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίησή τους, ενώπιον του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου. Είναι απαράδεκτοι οι λόγοι προσφυγής κατά το μέρος που καλύπτονται από την απόφαση επί της προσφυγής κατά της πράξεως του νομάρχη περί κατεδαφίσεως, ως και εκείνοι που δεν αποδεικνύονται αμέσως. Η απόφαση αυτή του δικαστηρίου δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Τα ποσά των αποζημιώσεων που καθίστανται οριστικά, είτε γιατί δεν ασκήθηκε προσφυγή, είτε γιατί η ασκηθείσα απορρίφθηκε εν όλω ή εν μέρει, βεβαιώνονται στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ., εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974) και αποδίδονται ως έσοδο στο Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών. Το ύψος της αποζημιώσεως ανά τετραγωνικό μέτρο κτίσματος και ανά ημέρα διατηρήσεως αυτού ορίζεται σε διακόσιες (200) δραχμές […] Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ευθέως ή αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας […]».
8. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου και την εκκαλουμένη προκύπτουν τα εξής: Ο Δασάρχης Πεντέλης με το 1392/5.3.1999 έγγραφό του κάλεσε τον νυν εφεσίβλητο να κατεδαφίσει οικειοθελώς αυθαίρετο κτίσμα εμβαδού 12 τ.μ. και περίφραξη από συρματόπλεγμα που είχε ανεγείρει χωρίς άδεια σε δημόσια δασική έκταση στη θέση «Αγ. Γεώργιος» στην περιφέρεια του Δήμου Κορωπίου. Η ανωτέρω πρόσκληση φέρεται να επιδόθηκε στον εφεσίβλητο το έτος 2001 (βλ. την από 1.6.2001 έκθεση επιδόσεως δασονόμου). Στη συνέχεια, με την 3324/20.11.2001 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής διατάχθηκε η κατεδάφιση του ανωτέρω αυθαιρέτου κτίσματος και της περίφραξης, κατά της απόφασης δε αυτής δεν προκύπτει ότι ασκήθηκε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του, τότε αρμοδίου, Προέδρου του οικείου Διοικητικού Πρωτοδικείου. Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε από τον Δασάρχη Πεντέλης το 6161/31.8.2009 πρωτόκολλο, με το οποίο επιβλήθηκε σε βάρος του εφεσιβλήτου ειδική αποζημίωση 2.571,06 ευρώ για τη διατήρηση του προαναφερθέντος αυθαιρέτου κτίσματος κατά το χρονικό διάστημα από 23.8.2008 έως 23.8.2009. Κατά του ανωτέρω πρωτοκόλλου ο εφεσίβλητος άσκησε αίτηση ακυρώσεως [«προσφυγή»] ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία προέβαλε ότι μη νομίμως το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης έχει εκδοθεί επ’ ονόματι του ιδίου, διότι η έκταση εντός της οποίας ανεγέρθηκε η επίμαχη κατασκευή ανήκει κατ’ αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή στην εν διαστάσει σύζυγό του, ενώ ο ίδιος δεν έχει κανένα νομικό δεσμό με την έκταση αυτή, προσκόμισε δε προς απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού του με το από 7.1.2013 υπόμνημα α) το 16581/1994 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Όλγας Παπατσούνη, με το οποίο μεταβιβάζονται, αιτία πωλήσεως, από την Ε. Γιαννακοπούλου στην Καλλιόπη Ντίβη συζ. Ασημάκη Μαρμαρά τα 276,94 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου συνολικής έκτασης 2.527,60 τ. μέτρων που βρίσκεται στην επίμαχη θέση, β) το 6471/1994 πιστοποιητικό μεταγραφής του συμβολαίου αυτού, γ) την 16542/1994 πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου για την εξόφληση υπόλοιπου τμήματος αγοραπωλησίας και την κατάργηση σχετικής διαλυτικής αίρεσης, δ) το από 3.3.2000 κατηγορητήριο της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο κατηγορήθηκε ο αιτών για την εκχέρσωση δασικής έκτασης και την ανέγερση της επίμαχης αυθαίρετης κατασκευής και την 61913/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο εφεσίβλητος αθωώθηκε για την κατηγορία που του αποδόθηκε και ε) αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων (2482/2009 Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, 5892/2009 και 1793/2012 Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών) με τις οποίες ακυρώθηκαν πρωτόκολλα επιβολής ειδικής αποζημίωσης, που είχαν εκδοθεί σε βάρος του εφεσιβλήτου για προγενέστερα χρονικά διαστήματα. Το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι ο ως άνω λόγος ακυρώσεως ήταν βάσιμος, με την αιτιολογία ότι το ζήτημα της σχέσης του αιτούντος με την αυθαίρετη κατασκευή δεν αποτέλεσε αντικείμενο κρίσεως σε προγενέστερη δίκη κατά της προαναφερθείσας διαταγής κατεδάφισης του κτίσματος και ότι από τα ανωτέρω προσκομισθέντα στοιχεία προκύπτει ότι ο αιτών (εφεσίβλητος) κατά τον χρόνο έκδοσης του προσβαλλομένου πρωτοκόλλου δεν είχε νομικό δεσμό, με την ιδιότητα του κυρίου, νομέα ή κατόχου, με την επίμαχη αυθαίρετη κατασκευή, κατόπιν δε αυτών, ακύρωσε το πρωτόκολλο επιβολής ειδικής αποζημίωσης.
9. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 το δικάσαν δέχθηκε ότι δεν προέκυπτε νομικός δεσμός του εφεσιβλήτου ως κυρίου, νομέα ή κατόχου της αυθαίρετης κατασκευής και ακύρωσε για τον λόγο αυτό το επίμαχο πρωτόκολλο, αφού το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αίτησης ακυρώσεως κατά πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης (ΠΕΕΑ) δεν επιτρέπεται να εξετάσει πλημμέλειες της πράξης κατεδάφισης, οι οποίες εξετάσθηκαν από το δικαστήριο που εκδίκασε αίτηση ακυρώσεως κατά της πράξης κατεδάφισης ή οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο παραδεκτώς προβαλλομένου λόγου ακυρώσεως κατά της πράξης αυτής. Προβάλλεται, ειδικότερα, ότι αν ο ενδιαφερόμενος που μνημονεύεται στην πράξη κατεδάφισης δεν ασκήσει αίτηση ακυρώσεως κατ’ αυτής, δεν μπορεί, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, να προβάλει παραδεκτώς στη δίκη επί του πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης ότι δεν έχει νομικό δεσμό με το αυθαίρετο κτίσμα, διότι στην περίπτωση αυτή, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, η πράξη κατεδάφισης καλύπτει, λόγω του τεκμηρίου νομιμότητας, τη συνδρομή μιας από τις ιδιότητες που απαιτούνται κατά νόμο για την έκδοση πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης σε βάρος του ενδιαφερομένου. Εξάλλου, με το δικόγραφο της έφεσης προβάλλεται ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με το νομικό ζήτημα που τίθεται με τον ανωτέρω λόγο εφέσεως, δηλαδή σχετικά με το ζήτημα αν παραδεκτώς προβάλλεται το πρώτον, στο πλαίσιο της δίκης για το κύρος του πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης, λόγος ακυρώσεως που αφορά την ύπαρξη ή μη νομικού δεσμού του αιτούντος με την αυθαίρετη κατασκευή, όταν ο αιτών δεν είχε ασκήσει αίτηση ακυρώσεως κατά της πράξης κατεδάφισης, αν και αναφέρεται σε αυτήν ως κύριος, νομέας ή κάτοχος της αυθαίρετης κατασκευής.
10. Επειδή, όπως έχει κριθεί, κατά την έννοια της διάταξης του τετάρτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, το δικαστήριο που δικάζει προσφυγή [ήδη αίτηση ακυρώσεως] κατά πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης δεν επιτρέπεται να εξετάσει πλημμέλειες της πράξης κατεδάφισης, οι οποίες εξετάσθηκαν από το δικαστήριο που επελήφθη της αίτησης ακυρώσεως κατά της πράξης κατεδάφισης ή θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο παραδεκτώς προβαλλομένου λόγου ακυρώσεως κατά της πράξης αυτής (ΣτΕ 393/2014 κ.ά.). Ωστόσο, σύμφωνα με παλαιότερη νομολογία, η οποία υφίστατο κατά τον χρόνο που απεστάλη στον εφεσίβλητο η 1392/5.3.1999 πρόσκληση του Δασάρχη Πεντέλης για την οικειοθελή κατεδάφιση της αυθαίρετης κατασκευής και εκδόθηκε εν συνεχεία η 3324/20.11.2001 διαταγή κατεδάφισης του κτίσματος από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, η έλλειψη της ιδιότητας του κυρίου, νομέα, κατόχου ή εργολάβου στο μνημονευόμενο στην πράξη κατεδάφισης πρόσωπο δεν επηρέαζε το κύρος της πράξης κατεδάφισης ούτε εν μέρει, λόγω του πραγματοπαγούς χαρακτήρα της πράξης αυτής και επομένως ο εφεσίβλητος δεν είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει δικαστικά την πράξη κατεδάφισης (πρβλ. ΣτΕ 2283/2004 κ.ά.). Ενόψει τούτων, νομίμως το δικάσαν εξέτασε εν προκειμένω την ύπαρξη ή μη νομικού δεσμού του εφεσιβλήτου με το κατεδαφιστέο κτίσμα (πρβλ. ΣτΕ 3422/2011, 3421/2011) και ορθώς έκρινε περαιτέρω, με βάση τα προσκομισθέντα στοιχεία και ιδίως τη δικαστική απόφαση με την οποία απαλλάχθηκε ο εφεσίβλητος από την ποινική κατηγορία που του αποδόθηκε για την αυθαίρετη ανέγερση του κτίσματος, ότι το επίδικο πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης ήταν ακυρωτέο, ο προαναφερθείς δε λόγος εφέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δικάσαν έπρεπε να απορρίψει ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό του εφεσιβλήτου που αφορούσε την έλλειψη νομικού δεσμού με την αυθαίρετη κατασκευή, πρέπει να απορριφθεί.
11. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί.






