ΣτΕ 348/2017 [Νομιμότητα έκθεσης αυτοψίας για επιβολή περιβαλλοντικού προστίμου]
Περίληψη
-Η έκθεση αυτοψίας που συντάσσεται μετά από έλεγχο ή μετρήσεις που διενεργούν περισσότεροι του ενός Επιθεωρητές Περιβάλλοντος της Ε.Υ.Ε.Π. ή κλιμάκια ελέγχου ποιότητας περιβάλλοντος, για την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων και, γενικά, την εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασίας του περιβάλλοντος, πρέπει να υπογράφεται από όλους ανεξαιρέτως τους επιθεωρητές, όπως επίσης και η με βάση την έκθεση ή τις εκθέσεις αυτοψίας μεταγενεστέρως συντασσόμενης έκθεση ελέγχου περί των διαπιστωθεισών παρεμβάσεων, διότι, διαφορετικά, η καταλογιστική πράξη προστίμου, η οποία στηρίζεται σε έκθεση ελέγχου και έκθεση αυτοψίας που έχουν υπογραφεί από μερικούς μόνο από τους Επιθεωρητές Περιβάλλοντος, είναι νομικώς πλημμελής και η πλημμέλεια αυτή δεν καλύπτεται από τη σύνταξη ή την έγκριση των εκθέσεων αυτών από το Γενικό Επιθεωρητή της Ε.Υ.Ε.Π.
Πρόεδρος: Γ. Παπαγεωργίου
Εισηγητής: Μ.-Ε. Παπαδημήτρη
Βασικές Σκέψεις
2. Επειδή, στο άρθρο 9 του ν. 2947/2001 (Α 228) ορίζεται ότι: «Α. 1. Συνιστάται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων «Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος» (Ε.Υ.Ε.Π.), η οποία υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων 2. Αρμοδιότητες της Ε.Υ.Ε.Π είναι: α. Ο έλεγχος και η παρακολούθηση της εφαρμογής των περιβαλλοντικών όρων που επιβάλλονται για την πραγματοποίηση έργων και δραστηριοτήτων του Δημοσίου, του ευρύτερου δημόσιου τομέα και της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά και του ιδιωτικού τομέα, καθώς και η εισήγηση για την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παραβίασης αυτών. β. … γ. … δ. … ε. … στ. … ζ. … 3. … 4. Οι Επιθεωρητές Περιβάλλοντος της Ε.Υ.Ε.Π. μπορούν να διενεργούν αυτοψίες σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό έργο ή δραστηριότητα που υπάγεται στις διατάξεις περί προστασίας περιβάλλοντος ή επιβάλλεται για την αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων της παρ. 2 του παρόντος και να προβαίνουν σε ελέγχους και μετρήσεις, καθώς και στη συλλογή κάθε χρήσιμου κατά την κρίση τους στοιχείου για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ε.Υ.Ε.Π.. Τούτο ισχύει ανεξάρτητα από την τυχόν αρμοδιότητα άλλης αρχής να προβαίνει σε ανάλογο έλεγχο… Μετά από κάθε έλεγχο συντάσσεται έκθεση αυτοψίας από τον Επιθεωρητή ή το κλιμάκιο Επιθεωρητών που ενήργησαν τον έλεγχο. Εφόσον διαπιστωθεί παράβαση της νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος ή των περιβαλλοντικών όρων που έχουν επιβληθεί, συντάσσεται σχετική έκθεση ελέγχου η οποία επιδίδεται στον παραβάτη, ο οποίος ταυτόχρονα καλείται σε απολογία. Για την απολογία αυτή τάσσεται προθεσμία που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από την επίδοση της πρόσκλησης. Ύστερα από την υποβολή της απολογίας ή την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας που τάχθηκε για την υποβολή της, ο Επιθεωρητής Περιβάλλοντος συντάσσει αιτιολογημένη πράξη βεβαίωσης ή μη της παράβασης. Αντίγραφο της πράξης βεβαίωσης της παράβασης αποστέλλεται στην αρχή που χορήγησε στον παραβάτη την άδεια κατασκευής ή λειτουργίας του έργου ή έναρξης της δραστηριότητας, ή, κατά περίπτωση, την ανανέωση αυτών. Αντίγραφο της ίδιας πράξης διαβιβάζεται επίσης και στον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών για τυχόν αξιόποινες πράξεις. 5. Σε περίπτωση που με την έκθεση της προηγούμενης παράγραφο διαπιστώνεται ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος ή άλλη παράβαση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 30 του ν. 1650/1986 (ΦΕΚ 160 Α΄), όπως εκάστοτε ισχύει, η Ε.Υ.Ε.Π. εισηγείται την επιβολή προστίμου, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης ως εξής: α. στον οικείο Νομάρχη, … β. στον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας, … γ. στον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, εφόσον το πρόστιμο υπερβαίνει τα πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) δραχμές. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων μπορεί να αναπροσαρμόζονται τα ποσά αυτά. 6. Η είσπραξη των επιβαλλόμενων προστίμων γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε). 7. Για πρόστιμα ύψους άνω των 5.000.000 δραχμών, η προσφυγή κατά της πράξης επιβολής των προστίμων ασκείται ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου, το οποίο δικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό».
3. Επειδή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση 7 της παρ. Α του άρθρου 4 του ν. 2947/2001, το Τριμελές Διοικητικό Εφετείο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση προσφυγών κατά πράξεως επιβολής προστίμου για ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος ή άλλη παράβαση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 30 του ν. 1650/1986, εφόσον το ύψος του επιβληθέντος προστίμου υπερβαίνει, όπως εν προκειμένω, το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ΣτΕ 4323/2013, 2125/2014, 3724/2015, 3972/2015).
4. Επειδή, κατά την έννοια της προαναφερθείσης ειδικής διατάξεως της περ. 4 της παρ. Α του άρθρου 9 του ν. 2947/2001, η προβλεπόμενη από αυτήν έκθεση αυτοψίας συντάσσεται και υπογράφεται υποχρεωτικά από το σύνολο των Επιθεωρητών που διενήργησαν τον έλεγχο. Συνεπώς, σε περίπτωση μη υπογραφής της ανωτέρω εκθέσεως από όλους τους Επιθεωρητές, η πλημμέλεια αυτή καθιστά μη νόμιμα και τα επόμενα στάδια της οριζόμενης στις διατάξεις των περιπτώσεων 4 και 5 της παρ. Α του άρθρου 9 του ν. 2947/2001 διαδικασίας βεβαιώσεως της παραβάσεως, όπως και την εκδιδόμενη, στο τέλος της διαδικασίας αυτής, πράξη επιβολής προστίμου. [Ως προς την υποχρέωση υπογραφής, από όλους τους υπαλλήλους που πραγματοποίησαν την αυτοψία, της εκθέσεως που συντάσσεται για τη διαπίστωση και τη βεβαίωση παραβάσεων της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, πρβλ. και το άρθρο 1 παρ. 1 της 59388/3363/24.8.1988 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών, Γεωργίας, Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και Εμπορικής Ναυτιλίας (Β΄638/31.8.1988), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 30 παρ. 3, 4 και 7 του ν. 1650/1986 (Α΄160)].
5. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στις 25.9.2007, κλιμάκιο, αποτελούμενο από δύο Επιθεωρητές Περιβάλλοντος της Ειδικής Υπηρεσίας Επιθεωρητών Περιβάλλοντος (Ε.Υ.ΕΠ), προέβη σε αυτοψία στο βαφείο-φινιριστήριο της αναιρεσίβλητης εταιρείας, στην ευρύτερη περιοχή της λίμνης Κορώνειας του ν. Θεσσαλονίκης και συνέταξε σχετική έκθεση, η οποία υπεγράφη από τους ως άνω Επιθεωρητές. Στις 4.10.2007 κλιμάκιο της ίδιας υπηρεσίας, αποτελούμενο από έξι επιθεωρητές, μεταξύ των οποίων και ο Γενικός Επιθεωρητής και Προϊστάμενος της Ε.Υ.Ε.Π., πραγματοποίησε συμπληρωματική αυτοψία, συντάχθηκε δε, την ίδια ημέρα, έκθεση αυτοψίας για τις γενόμενες διαπιστώσεις και μετρήσεις, την οποία όμως υπέγραψαν μόνο οι τέσσερις από τους εν λόγω Επιθεωρητές, συμπεριλαμβανομένου και του ως άνω Προϊσταμένου της Ε.Υ.Ε.Π. Με βάση τις ανωτέρω εκθέσεις αυτοψίας συντάχθηκε από τον Γενικό Επιθεωρητή της Ε.Υ.Ε.Π., η οικ. 2136/22.10.2007 έκθεση ελέγχου για τις διαπιστωθείσες παραβάσεις, καθώς και η οικ. 2262/26.11.2007 πράξη βεβαίωσης παράβασης και η οικ. 2274/28.11.2007 εισήγηση επιβολής προστίμου. Ακολούθως ο Υπουργός ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., με την οικ. 2277/ 28.11.2007 απόφασή του, επέβαλε πρόστιμο στην αναιρεσίβλητη, ύψους 160.000 ευρώ, για πλείονες παραβάσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Η υπουργική αυτή απόφαση ακυρώθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατόπιν αποδοχής προσφυγής που άσκησε η αναιρεσίβλητη εταιρεία. Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι η έκθεση αυτοψίας που συντάσσεται μετά από έλεγχο ή μετρήσεις που διενεργούν περισσότεροι του ενός Επιθεωρητές Περιβάλλοντος της Ε.Υ.Ε.Π. ή κλιμάκια ελέγχου ποιότητας περιβάλλοντος, για την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων και, γενικά, την εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος, πρέπει να υπογράφεται από όλους ανεξαιρέτως του επιθεωρητές, όπως επίσης και η μεταγενεστέρως συντασσόμενη, με βάση την έκθεση ή τις εκθέσεις αυτοψίας, έκθεση ελέγχου περί των διαπιστωθεισών παραβάσεων, διότι, διαφορετικά, η καταλογιστική πράξη του προστίμου, η οποία στηρίζεται σε έκθεση ελέγχου και έκθεση αυτοψίας που έχουν υπογραφεί από μερικούς μόνο από τους Επιθεωρητές Περιβάλλοντος, είναι νομικώς πλημμελής και η πλημμέλεια αυτή δεν καλύπτεται από τη σύνταξη ή την έγκριση των εκθέσεων αυτών από τον Γενικό Επιθεωρητή της Ε.Υ.Ε.Π. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι η πράξη επιβολής προστίμου ήταν νομικώς πλημμελής και ακυρωτέα διότι στηρίχθηκε στην συνταχθείσα στις 4.10.2007 συμπληρωματική έκθεση αυτοψίας, η οποία δεν υπεγράφη από όλους τους πραγματοποιήσαντες την αυτοψία Επιθεωρητές, αλλά και στην οικ. 2136/22.10.2007 έκθεση ελέγχου, η οποία επίσης δεν υπεγράφη από όλους τους επιθεωρητές που πραγματοποίησαν τις δύο αυτοψίες, αλλά μόνο από τον Γενικό Επιθεωρητή. Η πλημμέλεια δε αυτή της πράξης επιβολής προστίμου κρίθηκε ότι δεν καλύπτεται από το γεγονός ότι η έκθεση ελέγχου είχε συνταχθεί και υπογραφεί από τον Γενικό Επιθεωρητή της Ε.Υ.Ε.Π., η δε συμπληρωματική έκθεση αυτοψίας είχε επίσης υπογραφεί από αυτόν, ο οποίος μετείχε και στο κλιμάκιο που πραγματοποίησε την συμπληρωματική αυτοψία.
6. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 2947/2001, διότι η μη υπογραφή της από 4.10.2007 συμπληρωματικής εκθέσεως αυτοψίας από ορισμένους εκ των Επιθεωρητών δεν συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου κατά το άρθρο 79 παρ. 3 του, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999, Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Α΄97), η έλλειψη δε αυτή καλύπτεται από τις υπογραφές των υπολοίπων Επιθεωρητών, στους οποίους, στην κρινόμενη περίπτωση, περιλαμβανόταν και ο Προϊστάμενος της Ε.Υ.Ε.Π, Γενικός Επιθεωρητής Περιβάλλοντος. Συναφώς, εξάλλου, προβάλλεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 81 του ν. 1892/1990 (Α΄101), μία διοικητική πράξη ή έγγραφο δεν επιτρέπεται να φέρει πάνω από δύο προσυπογραφές και την τελική υπογραφή του αρμοδίου οργάνου, στην προκειμένη δε περίπτωση η συμπληρωματική έκθεση αυτοψίας έφερε τις τρεις υπογραφές που κατ’ ανώτατο όριο επιτρέπει η ανωτέρω διάταξη, στις οποίες περιλαμβανόταν και η υπογραφή του Γενικού Επιθεωρητή Περιβάλλοντος, ο οποίος ενήργησε ως Προϊστάμενος του κλιμακίου που πραγματοποίησε την συμπληρωματική αυτοψία στις 4.10.2007. Οι ανωτέρω όμως λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι, κατά τα εκτεθέντα στην τέταρτη σκέψη, η συμπληρωματική έκθεση αυτοψίας θα έπρεπε, σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω ειδική διάταξη της περιπτώσεως 4 της παρ. Α του άρθρου 9 του ν. 2947/2001, να έχει συνταχθεί και υπογραφεί από το σύνολο των Επιθεωρητών που διενήργησαν τον έλεγχο, η πλημμέλεια δε της μη υπογραφής της εκθέσεως αυτής από το σύνολο των Επιθεωρητών που διενήργησαν τη σχετική αυτοψία καθιστά μη νόμιμα και τα επόμενα στάδια της οικείας διαδικασίας, καθώς και την εκδιδόμενη, στο τέλος της διαδικασίας αυτής, πράξη επιβολής προστίμου. Εξάλλου, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός ότι η πλημμέλεια της συμπληρωματικής εκθέσεως αυτοψίας, λόγω μη υπογραφής αυτής από το σύνολο των Επιθεωρητών, καλύπτεται από το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη, στην από 12.11.2007 απολογητική της επιστολή προς την Ε.Υ.Ε.Π., δεν αμφισβήτησε την έλλειψη υπογραφών της συμπληρωματικής εκθέσεως αυτοψίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε πραγματικό που δεν προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και προβάλλεται το πρώτον κατ’ αναίρεση.
7. Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι το δικάσαν δικαστήριο, δεχόμενο ότι και η έκθεση ελέγχου που συντάσσεται μετά την έκθεση αυτοψίας και βάσει αυτής, πρέπει να υπογράφεται από όλους ανεξαιρέτως του Επιθεωρητές που διενήργησαν την αυτοψία, ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 2947/2001, διότι με τις διατάξεις αυτές δεν καθορίζεται το αρμόδιο όργανο για τη σύνταξη της εκθέσεως ελέγχου και, επομένως, είναι νόμιμη και έγκυρη έκθεση ελέγχου που έχει συνταχθεί και υπογραφεί, όπως εν προκειμένω, από τον Προϊστάμενο της Ε.Υ.Ε.Π., ο οποίος επελήφθη λόγω της σοβαρότητας των διαπιστωθεισών παραβάσεων. Ο λόγος, όμως, αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς, δεδομένου ότι κατά τα εκτεθέντα στην τέταρτη σκέψη, η έλλειψη υπογραφής της εκθέσεως αυτοψίας από όλους τους Επιθεωρητές που διενήργησαν την αυτοψία, όπως συνέβη εν προκειμένω με την συμπληρωματική έκθεση αυτοψίας, καθιστά πλημμελή και τα επόμενα στάδια της διαδικασίας βεβαιώσεως της παραβάσεως.
8. Επειδή, κατόπιν τούτων και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.






