ΣτΕ 2928/2016 [ Λήξη ισχύος οικοδομικής άδειας και αναθεώρησης αυτής]
Περίληψη
-Η προσβληθείσα με την αίτηση ακυρώσεως 22/2007 άδεια κατεδαφίσεως, χορηγηθείσα στις 29.1.2007, είχε ισχύ, όπως ρητώς οριζόταν στο σώμα αυτής, έξι μηνών, παραταθείσα, με τη συμπροσβληθείσα 155/2007 πράξη αναθεωρήσεως, για άλλους έξι μήνες, και, συνεπώς, ισχύει μέχρι και την 29.1.2008. Επομένως, ως προς την ως άνω πράξη περιορισμένης χρονικής ισχύος, η οποία είχε λήξει πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως ακυρώσεως (29.10.2008). Επομένως, ως προς την ως άνω πράξη περιορισμένης χρονικής ισχύος, η οποία είχε λήξει πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως ακυρώσεως (29.10.2008), η δίκη έπρεπε να καταργηθεί λόγω ελλείψεως αντικειμένου δεδομένου ότι ο εκκαλών δεν επικαλέσθηκε ιδιαίτερο έννομο συμφέρον για τη συνέχιση της δίκης, ενώ δεν ασκεί , ως προς την κατάργηση, επιρροή η αναστολή εκτελέσεως της εν λόγω πράξεως με απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων σε συμβούλιο, αφού η λήξη της ισχύος της πράξεως αυτής συνιστά αντικειμενικό λόγο καταργήσεως της δίκης. Η δήλωση δε του εκκαλούντος προς το δικαστήριο απαιτείται, ανεξαρτήτως του κατά πόσον ένα τέτοιο έννομο συμφέρον θα μπορούσε ή όχι να συναχθεί ευθέως από την οικεία νομοθεσία, δεδομένου ότι η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 32 παρ, 2 του π.δ/τος 18/1989 δεν κάνει διάκριση.
-Η ισχύς της προσβληθείσης με την αίτηση ακυρώσεως οικοδομικής αδείας έληξε με την πάροδο τεσσάρων ετών από την έκδοσή της μετά την άσκηση της κρινόμενης εφέσεως (18.9.2009) και προ της συζητήσεώς της. Η υπό κρίση έφεση αποβαίνει αλυσιτελής, αφού η, κατ’ αποδοχή της, εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης θα οδηγούσε στην κήρυξη της επί της αιτήσεως ακυρώσεως δίκης ως καταργημένης, ο εκκαλών δεν επικαλείται ιδιαίτερο έννομο συμφέρον για τη συνέχιση της δικης.
Πρόεδρος: Ν. Ρόζος
Εισηγητής: Μ. Γκορτζολίδου
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την υπό κρίση έφεση ζητείται η εξαφάνιση της 74/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων, επιδοθείσης στον πληρεξούσιο του εκκαλούντος στις 7.7.2009, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως του ίδιου κατά α) της 22/29.1.2007 αδείας του Τμήματος Εκδόσεως Οικοδομικών Αδειών της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσπρωτίας, όπως αναθεωρήθηκε με την 155/2007 πράξη αυτής, περί κατεδαφίσεως παλαιάς τριώροφης οικοδομής σε οικόπεδο επί των οδών Αγ. Αποστόλων και Χ. Τρικούπη στη θέση «Σταματελιά» Ηγουμενίτσης και β) της 123/15.5.2007 αδείας της αυτής ως άνω Υπηρεσίας, περί ανεγέρσεως πενταώροφης οικοδομής στο ανωτέρω οικόπεδο.
- Επειδή, αντίγραφα της κρινόμενης εφέσεως –η οποία κατατέθηκε, εμπροθέσμως, στη Γραμματεία του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων στις 18.9.2009 μετά της από 31.3.2010 πράξεως του Προέδρου του Ε΄ Τμήματος– έχουν κοινοποιηθεί στην εφεσίβλητη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση από 11.6.2010 και στον Ι. Γραμμένο από 15.4.2010.
- Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 περ. 18 υποπερ. Α.1, 3 παράγραφοι 1 και 3 περ. δ΄, 94 παρ. 1 και 95 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 3852/2010 (Α΄ 87) σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 283 παράγραφοι 1 και 2 του ιδίου νόμου, όπως το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 13 του ν. 4071/2012 (Α΄ 85), τη δίκη, με το προαναφερθέν αντικείμενο, νομίμως συνεχίζει, αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση, ως παθητικώς νομιμοποιούμενος, ο Δήμος Ηγουμενίτσης, αντί της Περιφερείας Ηπείρου, δηλαδή της κατά τον νόμο διαδόχου της εφεσιβλήτου Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσπρωτίας. Και τούτο, διότι, με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3852/2010 ανατέθηκε από 1.1.2011 στους συσταθέντες δήμους και, επομένως, και στον ανωτέρω Δήμο, μεταξύ άλλων, «η έκδοση οικοδομικών αδειών…» εντός των ορίων της διοικητικής τους περιφερείας, εν συνεχεία δε, με το άρθρο 6 παρ. 13 του ν. 4071/2012, με το οποίο αντικαταστάθηκε το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 283 του ν. 3852/2010, ορίσθηκε ότι οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν πράξεις ή παραλείψεις των πολεοδομικών γραφείων συνεχίζονται από τις αρμόδιες για τα θέματα αυτά υπηρεσίες, ήτοι από τους δήμους στους οποίους ανήκουν οι πολεοδομικές υπηρεσίες (πρβλ., μεταξύ πολλών, ΣτΕ 2349, 4894/2013).
- Επειδή, περαιτέρω, η υπό κρίση έφεση απαραδέκτως στρέφεται κατά του Ι. Γ., ο οποίος δεν ήταν διάδικος στην ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου δίκη, όπως έγινε δεκτό με την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία νομίμως κρίθηκε α) ότι απαραδέκτως στρεφόταν κατά του ως άνω συνιδιοκτήτη του εκκαλούντος η ασκηθείσα από τον τελευταίο αίτηση ακυρώσεως (πρβλ. ΣτΕ 2951/2007) και β) ότι, αν και ο Ι. Γ. μπορούσε να παρέμβει στη δίκη ενώπιον του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου, ως δικαιούχος των προσβληθεισών οικοδομικών αδειών, κοινοποιηθέντων σε αυτόν νομίμως αντιγράφων της αιτήσεως ακυρώσεως και της από 25.1.2008 πράξεως του Προέδρου του δικάσαντος δικαστηρίου (βλ. το 85/21.2.2008 αποδεικτικό του Αρχιφύλακα Μ. Δημητρίου), εν τούτοις δεν άσκησε παρέμβαση, εφόσον το κατατεθέν από αυτόν υπόμνημα μετά τη συζήτηση δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως άσκηση παρεμβάσεως.
- Επειδή, από την εκκαλουμένη απόφαση και τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Ο εκκαλών και άλλα είκοσι πρόσωπα τυγχάνουν συνιδιοκτήτες οικοπέδου επιφανείας 865,50 τ.μ., που βρίσκεται επί της συμβολής των οδών Αγίων Αποστόλων και Χαριλάου Τρικούπη στη θέση «Σταματελιά» του Δήμου Ηγουμενίτσης. Επί του ως άνω ακινήτου υφίσταται τριώροφη παλαιά οικοδομή ανήκουσα, κατά διακριτές οριζόντιες ιδιοκτησίες, στους ως άνω συνιδιοκτήτες, συνολικού εμβαδού 642,60 τ.μ. Ειδικότερα, στον εκκαλούντα ανήκει ένα διαμέρισμα του ισογείου επιφανείας 35,40 τ.μ., το οποίο περιήλθε στην κυριότητά του δυνάμει του 63/1970 παραχωρητηρίου του Νομάρχου Θεσπρωτίας, νομίμως μεταγραφέντος. Με την 243/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την 1641/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου και εκδόθηκε κατόπιν αγωγής που άσκησαν οι δεκαέξι συνιδιοκτήτες τού ως άνω ακινήτου, που εκπροσωπούν ποσοστό 85% αυτού, εναντίον του εκκαλούντος και των υπολοίπων, αποτελούντων την μειοψηφία των ως άνω ιδιοκτησιών, ανατέθηκε, με το σύστημα της αντιπαροχής και τους όρους που διαλαμβάνονται στην ως άνω δικαστική απόφαση, η ανέγερση νέας πολυώροφης οικοδομής επί του πιο πάνω οικοπέδου (από την οποία ορίσθηκε ότι ο εκκαλών θα λάβει το με στοιχ. Ι-7 κατάστημα του ισογείου, επιφανείας 39,20 τ.μ.), αφού πρώτα κατεδαφιστεί η υπάρχουσα επ’ αυτού παλαιά οικοδομή. Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ανταγωγή του εκκαλούντος κατά του εκ των συνιδιοκτητών Ι. Γ.(υπό την ιδιότητά του ως εργολάβου), με την οποία, επικαλούμενος την εκμίσθωση της εν λόγω ιδιοκτησίας του, ήτοι καταστήματος, στον Δ. Σ., ζήτησε να υποχρεωθεί ο ανωτέρω να του καταβάλει διάφορα ποσά μισθωμάτων μέχρι την παράδοση του νέου καταστήματός του, ολοκληρωμένου προς χρήση. Στη συνέχεια και σε εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως υπογράφηκε μεταξύ αφενός των Σ. Δ. και Ν. Τ., συνιδιοκτητών του ως άνω ακινήτου και εκπροσωπούντων τους λοιπούς και αφετέρου του Ιωάννη Γραμμένου, υπό την ιδιότητά του ως εργολάβου, το 33250/18.12.2006 εργολαβικό συμβόλαιο – προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου της Συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσης Α. Ζ., με το οποίο συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι εντός μηνός από την ημερομηνία συντάξεως του συμβολαιογραφικού αυτού εγγράφου ο εργολάβος θα καταθέσει φάκελο για την έκδοση οικοδομικής άδειας, ότι οι οικοπεδούχοι υποχρεούνται εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την προς αυτούς κοινοποίηση της οικοδομικής αδείας που θα εκδοθεί να παραδώσουν την υπάρχουσα παλαιά οικοδομή και το οικόπεδό της ελεύθερο για την προετοιμασία και έναρξη της κατεδαφίσεως αυτής και ότι, σε περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους οικοπεδούχους ή οποιοσδήποτε τρίτος που κατέχει το διαμέρισμα ή τμήμα αυτού δεν συμμορφωθεί προς την παραπάνω υποχρέωσή του, τότε θα αποβάλλεται από την υφιστάμενη οικοδομή και το οικόπεδο με την εκτέλεση του ως άνω συμβολαίου, το οποίο, με συμφωνία των συμβαλλομένων, κηρύχθηκε τίτλος εκτελεστός και εκκαθαρισμένος μετά την κατάθεση στην ως άνω συμβολαιογράφο του αποδεικτικού επιδόσεως της οικοδομικής αδείας προς τον μη συμμορφούμενο ιδιοκτήτη. Ακολούθως, εκδόθηκαν από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία οι προσβληθείσες, με την κατατεθείσα στις 3.8.2007 αίτηση ακυρώσεως του εκκαλούντος, επί της οποίας εκδόθηκε η εφεσιβαλλόμενη απόφαση, οικοδομικές άδειες, με τη δεύτερη από τις οποίες, ήτοι την 123/15.5.2007 άδεια οικοδομής, ισχύουσα για τέσσερα χρόνια, επετράπη στον ως άνω συμβληθέντα εργολάβο Ι. Γραμμένο η ανέγερση πενταώροφης οικοδομής επί του προαναφερόμενου οικοπέδου, του οποίου συνιδιοκτήτης είναι ο εκκαλών, και με την πρώτη, την 22/29.1.2007 άδεια κατεδάφισης, ισχύουσα για έξι μήνες και παραταθείσα για άλλους έξι, μέχρι 29.1.2008, δυνάμει της 155/4.6.2007 αναθεωρήσεως «διότι δεν έγιναν οικοδομικές εργασίες», η κατεδάφιση της υφισταμένης σ’ αυτό παλαιάς τριώροφης οικίας, από την οποία, κατά τα ανωτέρω, ανήκει κατά κυριότητα στον εκκαλούντα ένα διαμέρισμα του ισογείου, στο οποίο λειτουργούσε καφετέρια και ήταν μισθωμένο στον ιδιώτη Δωρόθεο Σταύρο. Αίτηση αναστολής του εκκαλούντος, της ίδιας ημέρας (3.8.2007), κατά των ως άνω πράξεων, έγινε δεκτή με την 27/22.10.2007 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου σε συμβούλιο, με την οποία ανεστάλη η εκτέλεση των πράξεων αυτών μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της προαναφερθείσης αιτήσεως ακυρώσεως. Σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής απεστάλη προς το Α.Τ. Ηγουμενίτσας το 6139/6.12.2007 σήμα της Δ/νσεως Πολεοδομίας και Χωροταξίας της Ν.Α. Θεσπρωτίας περί διακοπής των οικοδομικών εργασιών μέχρι νεωτέρας.
- Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου επί της ως άνω αιτήσεως ακυρώσεως του εκκαλούντος η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι «εφόσον ο [εκκαλών] με το προαναφερόμενο εργολαβικό συμβόλαιο σε εκτέλεση της 243/2003 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας συνεβλήθη διά των ορισθέντων μ’ αυτήν εκπροσώπων του, μετά των λοιπών συνιδιοκτητών του ως άνω οικοπέδου και της επ’ αυτού υφιστάμενης παλαιάς οικοδομής, με τον Ιωάννη Γραμμένο, επίσης συνιδιοκτήτη, στον οποίο ανατέθηκε με την ως άνω απόφαση η ανέγερση επί του προαναφερθέντος οικοπέδου νέας πολυώροφης οικοδομής (κατόπιν κατεδαφίσεως της παλαιάς), από την οποία μάλιστα αυτός θα λάβει και το με στοιχ. 1-7 κατάστημα του ισογείου, στερείται εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της… αίτησης [ακυρώσεως], καθόσον, αυτός, με την αναφερθείσα σύμβαση, έχει αποδεχθεί την προσβαλλόμενη άδεια κατεδάφισης και δεν μπορεί να επικαλείται τυχόν προκαλούμενη απ’ αυτ[ή]ν βλάβη». Με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι η αίτηση ακυρώσεως απαραδέκτως στρέφεται κατά των αναφερομένων σ’ αυτήν δεκαεπτά φυσικών προσώπων συνιδιοκτητών του εκκαλούντος επί του προαναφερόμενου οικοπέδου και της επ’ αυτού υφιστάμενης παλαιάς οικοδομής και ότι ο Ιωάννης Γραμμένος, δικαιούχος των προσβαλλομένων διοικητικών πράξεων, ο οποίος εκλήθη προκειμένου να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του κύρους των ως άνω πράξεων, δεν έπραξε τούτο, το κατατεθέν δε απ’ αυτόν υπόμνημα μετά τη συζήτηση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια.
- Επειδή, μετά τη δημοσίευση της εκκαλουμένης αποφάσεως ο Ι. Γραμμένος, με την 6074/22.11.2010 αίτησή του προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας, Χωροταξίας & Περιβάλλοντος της εφεσίβλητης Ν.Α. Θεσπρωτίας, ζήτησε την άρση της διακοπής εκτελέσεως των οικοδομικών εργασιών, που αφορούν στις ως άνω άδειες, και την παράταση της ισχύος τους για χρόνο ίσο με το διάστημα από την κατά τα ανωτέρω διακοπή (6.12.2007) μέχρι την κοινοποίηση σ’ αυτόν της άρσεως. Με το 6074/6.12.2010 έγγραφο της εν λόγω πολεοδομικής υπηρεσίας γνωστοποιήθηκε στον αιτούντα ότι, κατά την άποψη της υπηρεσίας, οι 22/2007 και 155/2007 άδειες κατεδάφισης έχουν λήξει οριστικά και για την κατεδάφιση του υπάρχοντος κτιρίου θα πρέπει να εκδοθεί νέα άδεια, απαραίτητη για τη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών βάσει της 123/2007 οικοδομικής άδειας. Κατόπιν δε υποβολής νέας αιτήσεως και των σχετικών δικαιολογητικών εκδόθηκε η 139/11.8.2011 νέα άδεια κατεδαφίσεως, ισχύουσα για έξι μήνες και παραταθείσα για άλλους έξι (μέχρι 11.8.2012), δυνάμει της 79/8.8.2012 αναθεωρήσεως, «διότι δεν άρχισαν οι οικοδομικές εργασίες». Τέλος, όπως εκτίθεται στο οικ.53/14.1.2014 έγγραφο της Δ/νσεως Πολεοδομίας του εφεσίβλητου Δήμου προς το Δικαστήριο, κατόπιν αυτοψίας που διενήργησαν τεχνικοί υπάλληλοι της εν λόγω υπηρεσίας διαπιστώθηκε ότι «δεν έχουν γίνει οικοδομικές εργασίες που να […] σχετίζονται με τις υπ’ αριθ. 22/2007, 123/2007 και 139/2011 οικοδομικές άδειες».
- Επειδή, με την κρινόμενη έφεση προβάλλεται ότι η κρίση της εκκαλουμένης περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος προς προσβολή των προαναφερόμενων οικοδομικών αδειών, κατ’ επίκληση του από 18.12.2006 εργολαβικού συμβολαίου – προσυμφώνου μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, είναι εσφαλμένη. Ειδικότερα, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το ανωτέρω συμβόλαιο, το οποίο «απηχεί τις απόψεις της πλειοψηφίας» και στο οποίο ουδέποτε συνέπραξε ει μη «πλασματικώς» εκπροσωπηθείς ούτε αυτό εκτελέσθηκε ποτέ εις βάρος του, δεν του στερούσε τη δυνατότητα να προβάλει ουσιαστική πλημμέλεια της αδείας κατεδαφίσεως, την οποία και επαναφέρει ως λόγο εφέσεως. Με το λόγο αυτό, τέλος, προβάλλεται η κατά παράβαση του νόμου παράλειψη απεικονίσεως εκ μέρους του Ι. Γραμμένου και λήψεως υπόψη (κατόπιν και αυτοψίας) από την πολεοδομική αρχή της πραγματικής καταστάσεως στην προς κατεδάφιση οικοδομή, ήτοι της αλλαγής χρήσεως της επίμαχης ιδιοκτησίας του εκκαλούντος (από κατοικία σε κατάστημα), δυνάμει της 209/21.4.1989 αδείας της Πολεοδομίας, και της εκμισθώσεως της στον ιδιώτη Δ. Σ., δυνάμει του από 8.11.2000 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως οβελιστήριο – σνακ μπαρ – καφετέρια, μέχρι 8.11.2012.
- Επειδή, κατά τα αναφερόμενα στις σκέψεις 6 και 8, η προσβληθείσα με την αίτηση ακυρώσεως 22/2007 άδεια κατεδαφίσεως, χορηγηθείσα στις 29.1.2007, είχε ισχύ, όπως ρητώς οριζόταν στο σώμα αυτής, έξι μηνών, παραταθείσα, με την συμπροσβληθείσα 155/2007 πράξη αναθεωρήσεως, για άλλους έξι μήνες, και, συνεπώς, ίσχυε μέχρι και την 29.1.2008. Επομένως, ως προς την ως άνω πράξη περιορισμένης χρονικής ισχύος, η οποία είχε λήξει πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως ακυρώσεως (22.10.2008), η δίκη έπρεπε να καταργηθεί λόγω ελλείψεως αντικειμένου, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 2 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), δεδομένου ότι ο εκκαλών δεν επικαλέσθηκε ιδιαίτερο έννομο συμφέρον για τη συνέχιση της δίκης, ενώ δεν ασκεί, ως προς την κατάργηση, επιρροή η αναστολή εκτελέσεως της εν λόγω πράξεως με την 27/22.10.2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων σε συμβούλιο, αφού η λήξη της ισχύος της πράξεως αυτής συνιστά αντικειμενικό λόγο καταργήσεως της δίκης (ΣτΕ 3700/2011 ad hoc, πρβλ. ΣτΕ 871/2004, 2538/1996 Ολομ.). Η δήλωση δε του εκκαλούντος προς το δικαστήριο απαιτείται, ανεξαρτήτως του κατά πόσον ένα τέτοιο έννομο συμφέρον θα μπορούσε ή όχι να συναχθεί ευθέως από την οικεία νομοθεσία, δεδομένου ότι η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 2 του π.δ/τος 18/1989 δεν κάνει διάκριση (πρβλ. ΣτΕ 100/2002, ιδίως 1366/2001, 2203/2000 επταμ.). Κατά συνέπεια, έσφαλε το δικάσαν δικαστήριο, το οποίο δεν κήρυξε τη δίκη κατηργημένη και, για το λόγο αυτόν, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το κατ’ έφεση δικάζον Συμβούλιο της Επικρατείας (βλ. ΣτΕ 2598, 4535/2013), πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και να εξαφανισθεί, κατά το κεφάλαιο αυτό, η εκκαλούμενη απόφαση. Περαιτέρω, πρέπει, κατά το άρθρο 64 του π.δ/τος 18/1989, να εκδικασθεί η αίτηση ακυρώσεως του αιτούντος-εκκαλούντος κατά της 22/2007 αδείας κατεδαφίσεως και της 155/2007 αναθεωρήσεως αυτής, και η δίκη, ως προς τις πράξεις αυτές, να κηρυχθεί, κατά τα ανωτέρω, κατηργημένη (ΣτΕ 2598, 4535/2013).
- Επειδή, περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 5 περ. α΄ του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ν. 4067/2012, Α΄ 79/9.4.2012) ορίζεται ότι «Η ισχύς των οικοδομικών αδειών, οι οποίες δεν είχαν λήξει την 1.3.2011 παρατείνεται κατά τρία έτη». Κατά την έννοια της μεταβατικής αυτής, αναδρομικής ισχύος, διατάξεως που άρχισε να ισχύει από 9.4.2012, σύμφωνα με το άρθρο 48 του νόμου αυτού και με την οποία εισάγεται παρέκκλιση από τις πάγιες ρυθμίσεις περί παρατάσεως της ισχύος των οικοδομικών αδειών τόσο του ν. 4030/2011 (Α΄ 249/25.11.2011 –βλ. άρθρο 6 παρ. 4 περ. α΄ και παρ. 11, σε ισχύ από 1.3.2012, σύμφωνα με το άρθρο 59 του νόμου αυτού), όσο και του προϊσχύσαντος
Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας [π.δ. από 14.7.1999, Δ΄ 580
–βλ. άρθρο 334 παρ. 3 περ. β΄ και παρ. 7 = άρθρο 6 παρ. 3 περ. β΄ και παρ. 7 του π.δ/τος από 8/13.7.1993 (Δ΄ 795), όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του π.δ/τος 27.2/8.3.1995 (Δ΄ 123)], η κατά τα ανωτέρω παράταση, όταν αφορά οικοδομικές άδειες, όπως η προκείμενη, η οποία ίσχυε μέχρι και την 15.5.2011, και είχε, συνεπώς, παύσει να ισχύει πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4067/2012 (9.4.2012), δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά κατόπιν αιτήσεως του δικαιούχου, προκειμένου να μην αφαιρεθεί από τα αρμόδια όργανα της διοικήσεως η δυνατότητα να εξετάσουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου για την παράταση (πρβλ. ΣτΕ 4445/2013 επταμ.). - Επειδή, τέλος, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη, η ισχύς της προσβληθείσης με την αίτηση ακυρώσεως 123/15.5.2007 οικοδομικής αδείας έληξε με την πάροδο τεσσάρων ετών από την έκδοσή της, ήτοι στις 16.5.2011, μετά την άσκηση της κρινόμενης εφέσεως (18.9.2009) και προ της συζητήσεώς της. Υπό τα δεδομένα αυτά, η υπό κρίση έφεση αποβαίνει αλυσιτελής, αφού η, κατ’ αποδοχή της, εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης θα οδηγούσε στην κήρυξη της επί της αιτήσεως ακυρώσεως δίκης ως καταργημένης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 32 παρ.2 του π.δ. 18/1989, δεδομένου ότι ο εκκαλών δεν επικαλείται ιδιαίτερο έννομο συμφέρον για τη συνέχιση της δίκης (ΣτΕ 5009/2013, 1504/2013, 4625/2011, 2069/2009, 3932, 2429/2008).
- Επειδή, το δικαστήριο, εκτιμώντας, κατά το άρθρο 39 παρ.1 του π.δ.18/1989, τις περιστάσεις, κρίνει ότι πρέπει να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.






