ΣτΕ 2628/2016 [Μη συναγωγή τεκμηρίου ομολογίας σε υπόθεση νόμιμης αναδάσωσης]
Περίληψη
-Το Δικαστήριο και μετά την έκδοση προδικαστικής απόφασης και την παράλειψη της Διοίκησης να αποστείλει το φάκελο και τις απόψεις της, δεν κωλύεται να λάβει υπόψη του στοιχεία και έγγραφα σχετικά με την υπόθεση, τα οποία η Διοίκηση έχει διαβιβάσει για άλλη σχετική υπόθεση, της οποίας έχει ομοίως επιληφθεί το Συμβούλιο της Επικράτειας, δεδομένου, άλλωστε, ότι το Δικαστήριο θα είχε τη δικονομική δυνατότητα να διατάξει εκ νέου αποστολή τους με νέα προδικαστική του απόφαση. Τα στοιχεία, εξάλλου, αυτά, εφόσον κριθούν πρόσφορα από το Δικαστήριο, μπορούν να εμποδίσουν τη συναγωγή τεκμηρίου ομολογίας.
-Αμφισβητείται η επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης αναδάσωσης για το λόγο ότι δεν μνημονεύεται το ακριβές ποσοστό δασοκάλυψης της επίμαχης έκτασης, καθώς και το είδος της δασοκάλυψης των παρακειμένων δασικών εκτάσεων, οι οποίες θα ήταν, κατά το νόμο, αναγκαίες για τη συγκρότηση δασικού οικοσυστήματος δεδομένου του μικρού εμβαδου της επίμαχης έκτασης. Οι λόγοι, όμως, αυτοί, οι οποίοι δεν συνοδεύονται από κανένα στοιχείο ούτε από συγκεκριμένους ισχυρισμούς πέραν της αόριστης επίκλησης του αγροτικού, κατά τον αιτούντα, χαρακτήρα της έκτασης, δεν κλονίζουν την προκύπτουσα από τα στοιχεία αιτιολογία της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης ούτε επιτρέπουν στο Δικαστήριο να συναγάγει τεκμήριο συνομολογήσεως από τη Διοίκηση των πραγματικών ισχυρισμών του αιτούντος, αορίστως, άλλωστε, προβαλλομένων. Πρέπει, επομένως, και οι λόγοι αυτοί να απορριφθούν.
Πρόεδρος: Αγγ. Θεοφιλοπούλου
Εισηγητής: Χρ. Ντουχάνης
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία εισήχθη σε δεύτερη συζήτηση μετά την έκδοση της 4154/2011 προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, ζητείται η ακύρωση α) της 4515/96/19.3.1997 πράξης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής (Δ΄ 305), με την οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα έκταση 707 τ.μ., ευρισκόμενη στη θέση «Βελανιδέζα» της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αρτέμιδας του Ν. Αττικής, και β) της 2416/22.4.1997 σχετικής δασικής απαγορευτικής διάταξης του Δασάρχη Πεντέλης.
- Επειδή, στο άρθρο 22 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης, μετά την τροποποίησή του με την παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), ορίζεται ότι: «1. Ο εισηγητής φροντίζει για τη συγκέντρωση κάθε στοιχείου χρήσιμου για τη διερεύνηση της υπόθεσης και συντάσσει συνοπτική έκθεση, η οποία διαλαμβάνει το ιστορικό της διαφοράς, τα στοιχεία που βεβαιώνονται από τα έγγραφα και τα ζητήματα που ανακύπτουν … 2. Ο εισηγητής μπορεί να ζητεί από τους διαδίκους να προσκομίσουν στοιχεία που λείπουν ή είναι οπωσδήποτε χρήσιμα. 3. Οι αρχές προς τις οποίες απευθύνεται ο εισηγητής για τη συγκέντρωση στοιχείων και πληροφοριών χρήσιμων για τη διερεύνηση της υπόθεσης, έχουν την υποχρέωση να αποστέλλουν τα στοιχεία και πληροφορίες που τους ζητεί …». Εξάλλου, στο άρθρο 23 του π.δ. 18/1989 ορίζεται ότι: «1. Το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση ακυρώσεως ή η προσφυγή, έχει την υποχρέωση να εκθέσει τις απόψεις του για καθένα από τους προβαλλομένους λόγους, διευκρινίζοντας σαφώς το συναφές με κάθε λόγο πραγματικό μέρος. 2. Η έκθεση αυτή με το σχετικό φάκελο πρέπει να αποστέλλεται στον εισηγητή τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο που έχει ορισθεί εφόσον το δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως ή της προσφυγής έχει επιδοθεί στη Διοίκηση δύο τουλάχιστον μήνες πριν από τη δικάσιμο, διαφορετικά σε εύλογο χρόνο πριν από τη δικάσιμο. 3. Την έκθεση προσυπογράφουν ο νομικός σύμβουλος του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου που έχει εντολή να υποστηρίζει τα συμφέροντά τους καθώς και οι καθ’ ύλην αρμόδιοι υπάλληλοι, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις διοικητικές πράξεις και με την ευθύνη που καθιερώνουν οι κανόνες αυτοί». Τέλος, στην παράγραφο 3 του άρθρου 23 του π.δ. 18/1989 προστέθηκε διάταξη με το άρθρο 43 του ν. 4055/2012 (Α΄ 51), η οποία ισχύει από 2.4.2012 (άρθρο 113 του ν. 4055/2012) και με την οποία ορίζεται ότι: «3. Εάν αναβληθεί η εκδίκαση της υπόθεσης μία φορά λόγω μη αποστολής των στοιχείων του φακέλου από τη Διοίκηση, το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει στην εκδίκασή της και κατά την εκτίμηση του να συναγάγει τεκμήριο ομολογίας για την πραγματική βάση των ισχυρισμών του αιτούντος». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών του ν. 4055/2012, η νέα παρ. 3 του άρθρου 23 του π.δ. 18/1989 εφαρμόζεται στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας υποθέσεις, εφόσον οι εν λόγω υποθέσεις έχουν αναβληθεί μία φορά λόγω μη αποστολής των στοιχείων του φακέλου από τη Διοίκηση μετά την 2.4.2012 (ΣτΕ 5453/2012).
- Επειδή, η ως άνω 4154/2011 προδικαστική απόφαση δημοσιεύθηκε στις 20.12.2011, δηλαδή προ της 2.4.2012 και, επομένως, δεν καταλαμβάνεται από τη νέα διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4055/2012. Η δυνατότητα, όμως, συναγωγής από το Δικαστήριο τεκμηρίου ομολογίας εκ μέρους της Διοίκησης της πραγματικής βάσης των ισχυρισμών του εκάστοτε αιτούντος στις περιπτώσεις που η Διοίκηση δεν διαβίβαζε το φάκελο της υπόθεσης στο Δικαστήριο παρά την έκδοση προδικαστικής απόφασης, γινόταν, καταρχήν, δεκτό, κατά πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 511/2007, 248/2007, 2853/2004, 1605/2004, 3632/2003, 467/2001, 1057/2000), ότι απέρρεε από τις ως άνω διατάξεις, ακόμη και όπως αυτές είχαν πριν από την εισαγωγή της νέας διάταξης του άρθρου 43 του ν. 4055/2012. Κατά συνέπεια, είναι, εν προκειμένω, επιτρεπτή η συναγωγή του ως άνω τεκμηρίου, παρ’ ότι η παρούσα υπόθεση δεν διέπεται, ως εκ του χρόνου εκδόσεως της προδικαστικής απόφασης, από το άρθρο 43 του ν. 4055/2012. Περαιτέρω, όμως, κατά την έννοια των ως άνω εφαρμοστέων, εν προκειμένω, διατάξεων, το Δικαστήριο και μετά την έκδοση προδικαστικής απόφασης και την παράλειψη της Διοίκησης να αποστείλει το φάκελο και τις απόψεις της, δεν κωλύεται να λάβει υπόψη του στοιχεία και έγγραφα σχετικά με την υπόθεση, τα οποία η Διοίκηση έχει διαβιβάσει για άλλη σχετική υπόθεση, της οποίας έχει ομοίως επιληφθεί το Συμβούλιο της Επικρατείας, δεδομένου, άλλωστε, ότι το Δικαστήριο θα είχε τη δικονομική δυνατότητα να διατάξει την εκ νέου αποστολή τους με νέα προδικαστική του απόφαση (πρβλ. ΣτΕ 3129/2013). Τα στοιχεία, εξάλλου, αυτά, εφόσον κριθούν πρόσφορα από το Δικαστήριο, μπορούν να εμποδίσουν τη συναγωγή του ως άνω τεκμηρίου.
- Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος και των άρθρων 38 παρ. 1 και 41 παρ. 1 και 3 του ν. 998/1989 (Α΄ 289), κάθε αποψιλούμενη δασική έκταση, δημόσια ή ιδιωτική, κηρύσσεται υποχρεωτικώς αναδασωτέα με μόνη την αντικειμενική διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων που προβλέπει η ως άνω συνταγματική διάταξη, η δε απόφαση αναδάσωσης πρέπει να αιτιολογείται πλήρως ως προς το χαρακτηρισμό της έκτασης ως δάσους ή δασικής έκτασης, η αιτιολογία, όμως, αυτή μπορεί να συμπληρώνεται και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου (ΣτΕ 4459/2010, 659/2010, 2069/2007 κ.ά.).
- Επειδή, όπως προκύπτει από στοιχεία που συμπεριλαμβάνονται σε δικογραφία επί εφέσεως κατά αποφάσεως σχετικής με την 159/16.11.2001 πράξη του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, με την οποία έχει διαταχθεί η κατεδάφιση αυθαιρέτων κτισμάτων του αιτούντος επί της εκτάσεως που κηρύχθηκε ως αναδασωτέα με την ήδη προσβαλλόμενη πράξη αναδάσωσης, στις 7.11.1996 διενεργήθηκε από δασικό υπάλληλο αυτοψία σε έκταση 707 τ.μ. στη θέση «Παληοβελανιδέζα» (ή «Βελανιδέζα») της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αρτέμιδας του Ν. Αττικής. Σύμφωνα με την οικεία από 3.1.1997 έκθεση αυτοψίας, η έκταση αυτή είχε καταληφθεί από τον αιτούντα ήδη κατά το μήνα Νοέμβριο του έτους 1994, οπότε είχε εκχερσωθεί η δασική βλάστηση πεύκων, σχίνων και πρίνων που την κάλυπτε προηγουμένως και είχε κατασκευασθεί ισόγειο μόνιμο κτίσμα διαστάσεων 15,00 Χ 11,20 μ., καθώς και περίφραξη 133,20 μ. και ύψους 1,20 μ., στη συνέχεια δε και, ειδικότερα, κατά το μήνα Μάιο του 1996, είχε κατασκευασθεί και πρώτος όροφος των ίδιων διαστάσεων. Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, ο δασικός χαρακτήρας της εν λόγω έκτασης προέκυπτε τόσο από τα στοιχεία της κτηματογράφησης που είχε ήδη πραγματοποιηθεί, όσο και από έρευνα στις οικείες αεροφωτογραφίες. Τέλος, στην ίδια έκθεση μνημονεύεται ότι η έκταση, η οποία έχει έδαφος βραχώδες, βόρειο προσανατολισμό και κλίση 15%, περιβάλλεται από δημόσιες δασικές εκτάσεις από νότο και δυσμάς, από αδιέξοδο δρόμο από ανατολάς και από αγροτικό δρόμο από βορρά. Τις ίδιες διαπιστώσεις περιέχει το από 25.9.1996 (7299/49) Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής του αιτούντος από την ως άνω έκταση. Κατόπιν τούτων, εκδόθηκε η πρώτη προσβαλλόμενη 4515/96/19.3.1997 πράξη του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής (Δ΄ 305), με την οποία η εν λόγω έκταση κηρύχθηκε αναδασωτέα και, στη συνέχεια, η δεύτερη προσβαλλόμενη 2416/22.4.1997 σχετική δασική απαγορευτική διάταξη της Δασάρχου Πεντέλης.
- Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, και του άρθρου 6 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999 (Α΄ 45), τα οποία κατοχυρώνουν το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη αναδάσωσης, χωρίς να κληθεί ο αιτών να εκθέσει στη Διοίκηση τις απόψεις του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το μέτρο της αναδάσωσης επιβάλλεται, κατά τα προεκτεθέντα, υποχρεωτικώς βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, μη συναρτωμένων με υποκειμενική συμπεριφορά των ιδιοκτητών του αναδασωτέου ακινήτου ή άλλων προσώπων, με συνέπεια να μην ανακύπτει για τη Διοίκηση υποχρέωση τήρησης του τύπου αυτού (πρβλ. ΣτΕ 1104/2006, 2612/2003 επταμ., 2624/2003, 3668/2001).
- Επειδή, προβάλλεται περαιτέρω ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου, δεδομένου ότι της έκδοσής της δεν προηγήθηκε εισήγηση της αρμόδιας δασικής υπηρεσίας κατά παράβαση του άρθρου 41 παρ. 3 του ν. 998/1979. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι της έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης προηγήθηκε η 7298/25.9.1996 υπηρεσιακή εισήγηση του Δασαρχείου Πεντέλης, επίκληση της οποίας γίνεται, άλλωστε, στο προοίμιο της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης.
- Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι η πρώτη προσβαλλόμενη πράξη στερείται επαρκούς αιτιολογίας, αφού η Διοίκηση παρέλειψε να εξετάσει τη συνδρομή και των άλλων στοιχείων, πλην του χαρακτήρα της βλάστησης που καλύπτει τη συγκεκριμένη, έκταση, τα οποία είναι αναγκαία για τη δημιουργία δασικού οικοσυστήματος, και, ιδίως την συνύπαρξη της δασικής βλάστησης με τα άλλα στοιχεία της δασικής βιοκοινότητας σε οργανική ενότητα, καθώς και την εξυπηρέτηση των λειτουργιών της παραγωγής δασικών προϊόντων κ.λπ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως έχει παγίως κριθεί , ο νομοθέτης θεωρεί επαρκή, προκειμένου να προσδοθεί σε μία έκταση δασικός χαρακτήρας, τη μορφή της βλάστησης, από την οποία αυτή καλύπτεται, μνημονεύει δε τα λοιπά στοιχεία της έννοιας του δάσους κατά πλεονασμό, αφού η συνδρομή τους θεωρείται αυταπόδεικτη, εφόσον, βεβαίως, η έκταση για την οποία πρόκειται, καλύπτεται, πράγματι, από δασική βλάστηση (πρβλ. ΣτΕ 3889/2004, 2325/2000 κ.ά).
- Επειδή, περαιτέρω, αμφισβητείται η επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης για το λόγο ότι δεν μνημονεύεται το ακριβές ποσοστό δασοκάλυψης της επίμαχης έκτασης, καθώς και το είδος της δασοκάλυψης των παρακειμένων δασικών εκτάσεων, οι οποίες θα ήταν, κατά το νόμο, αναγκαίες για τη συγκρότηση δασικού οικοσυστήματος δεδομένου του μικρού εμβαδού της επίμαχης έκτασης. Και οι λόγοι, όμως, αυτοί, οι οποίοι δεν συνοδεύονται από κανένα στοιχείο ούτε από συγκεκριμένους ισχυρισμούς πέραν της αόριστης επίκλησης του αγροτικού, κατά τον αιτούντα, χαρακτήρα της έκτασης, δεν κλονίζουν την προκύπτουσα από τα προαναφερόμενα στοιχεία αιτιολογία της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης ούτε επιτρέπουν στο Δικαστήριο να συναγάγει τεκμήριο συνομολογήσεως από τη Διοίκηση των πραγματικών ισχυρισμών του αιτούντος, αορίστως, άλλωστε, προβαλλομένων. Πρέπει, επομένως, και οι λόγοι αυτοί να απορριφθούν.
- Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι η κήρυξη της επίμαχης έκτασης ως αναδασωτέας προσκρούει στην αρχή της χρηστής διοίκησης. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η κήρυξη εκτάσεως ως αναδασωτέας, εφόσον, βεβαίως, συντρέχουν οι τασσόμενες από το νόμο σχετικές προϋποθέσεις, δεν επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια της Διοικήσεως, αλλά είναι υποχρεωτική γι’ αυτήν (πρβλ. ΣτΕ 412/2005, 113/2002 κ.ά.).
- Επειδή, δεν προβάλλονται αυτοτελείς λόγοι ακυρώσεως κατά της δεύτερης προσβαλλόμενης 2416/22.4.1997 δασικής απαγορευτικής διάταξης της Δασάρχου Πεντέλης.
- Επειδή, κατόπιν τούτων, η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα στο σύνολό της.






