ΣτΕ 2199/2016 [Αυθαίρετες κατασκευές εντός αιγιαλού και κοινόχρηστης παραλίας (παλαιού αιγιαλού)]
Περίληψη
-Η κρινόμενη αίτηση, καθ’ ο μέρος πλήττει την άρνηση της Διοίκησης να ανακαλέσει το ως άνω πρωτόκολλο κατεδάφισης και τη συναφή έκθεση αυτοψίας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι η άρνηση αυτή συντελέστηκε χωρίς νέα έρευνα της υπόθεσης και στερείται εκτελεστότητας. Εξάλλου, κατά το μέρος με το οποίο προσβάλλεται η σιωπηρή άρνηση της Διοίκησης να νομιμοποιήσει τις κατασκευές ή να επανεξετάσει τη διαδικασία νομιμοποίησης των αυθαιρέτων κατασκευών, η υπό κρίση αίτηση είναι απαράδεκτη, διότι η άρνηση αυτή της Διοίκησης στερείται ομοίως εκτελεστότητας ως επιβεβαιωτική της προγενέστερης ρητής άρνησής της, που εκδηλώθηκε με έγγραφο της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών και πράξη του Προϊστάμενου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς.
-Η ικανοποίηση του αιτήματος νομιμοποίησης αυθαίρετων κατασκευών στον αιγιαλό, την παραλία ή τη θάλασσα, η οποία είναι όλως κατ’ εξαίρεση επιτρεπτή, πρέπει να είναι προϊόν κρίσης ειδικώς αιτιολογημένης. Αντιθέτως, η απόρριψη του σχετικού αιτήματος, η οποία αποτελεί εξειδίκευση της γενικής υποχρέωσης προστασίας του οικοσυστήματος των ακτών, δεν απαιτείται να αιτιολογείται ειδικώς. Το αυτό ισχύει, προδήλως, και για την απόφαση περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, που προηγείται της τελικής απόφασης του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2971/2001, και με την οποία τίθενται όροι περιοριστικοί, είτε στο πλαίσιο της διαδικασίας αδειοδότησης για εκτέλεση έργων επί του αιγιαλού, είτε στο πλαίσιο της διαδικασίας «νομιμοποίησης» της λειτουργίας αυθαίρετων κατασκευών επί αιγιαλού, που είχαν γίνει πριν από την ισχύ του εν λόγω νόμου, δεδομένου του εξαιρετικού χαρακτήρα της νομιμοποίησης των αυθαιρέτων κτισμάτων και κατασκευών στον αιγιαλό, την παραλία ή τη θάλασσα, η κίνηση της σχετικής διαδικασίας δεν συνεπάγεται την απαγόρευση έκδοσης πρωτοκόλλων κατεδάφισης των εν λόγω κατασκευών ούτε την αυτόθροη αναστολή της εκτέλεσης των πρωτοκόλλων κατεδάφισής τους, εφόσον αυτά έχουν τυχόν εκδοθεί.
-Το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο κατεδάφισης, άρσης και απομάκρυνσης αυθαιρέτων κατασκευών αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς, δεδομένου ότι για τις επίμαχες κατασκευές δεν χορηγήθηκαν εν τέλει οι απαιτούμενες κατά τα άρθρα 27 και 14 του ν. 2971/2001 εγκρίσεις ούτε είχαν χορηγηθεί στο παρελθόν άδειες για την πραγματοποίηση των εν λόγω κατασκευών σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις του α.ν. 2344/1940. Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι το παραπάνω πρωτόκολλο δεν αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
-Η έκδοση πρωτοκόλλου κατεδάφισης αυθαιρέτων δεν τελεί, κατ’ αρχήν, υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης άδειας ή έγκρισης από άλλο όργανο, ακόμη και στην περίπτωση που διατάσσεται η κατεδάφιση τμήματος λιμενικού έργου στο οποίο έχει ιδρυθεί και εγκατασταθεί νομίμως πυρσός σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1629/1951. Δεν απαιτείτο άδεια του Υπουργού Εθνικής Αμύνης για την έκδοση του προσβαλλομένου πρωτοκόλλου, το οποίο δεν πάσχει, έστω και αν διατάσσει την κατεδάφιση και τμήματος λιμενοβραχίονα στο οποίο έχει εγκατασταθεί πυρσός. Είναι δε διαφορετικό ζήτημα που δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα του πρωτοκόλλου ο χρόνος ή ο τρόπος της εκτέλεσής του ως άνω προς εκείνες ειδικώς τις κατασκευές στις οποίες βρίσκονται οι πυρσοί, δηλαδή το ζήτημα της υλικής εκτέλεσης του πρωτοκόλλου, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί ταυτοχρόνως με την κατάργηση των πυρσών, κατά τη διαδικασία που διαγράφει ο ν. 1629/1951, ή και μετά την κατάργησή τους.
-Προβάλλεται, τέλος, ότι μη νομίμως διατάχθηκε η κατεδάφιση των επίμαχων κατασκευών, διότι οι συγκεκριμένες κατασκευές δεν παραβλάπτουν τον κοινόχρηστο προορισμό του αιγιαλού και της παραλίας, αλλά, αντίθετα, εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον καθώς πραγματοποιήθηκαν για την προστασία της δημόσιας υγείας από τα λιμνάζοντα όμβρια ύδατα, εξυπηρετούν τους αλιείς της περιοχής και οι πυρσοί είναι αναγκαίοι για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, όμως, οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, εφόσον κάθε είδους τεχνικό έργο που εκτελείται στον αιγιαλό χωρίς την απαιτούμενη από τον νόμο άδεια είναι αυθαίρετο και κατεδαφιστέο, ανεξάρτητα από το σκοπό που τυχόν εξυπηρετεί.
Πρόεδρος: Αγγ. Θεοφιλοπούλου
Εισηγητής: Δ. Βασιλειάδης
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία παραπέμφθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας με την 1204/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, ζητείται η ακύρωση α) της από 2.6.2010 έκθεσης αυτοψίας υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς, β) του 11/Φ344/4.6.2010 πρωτοκόλλου κατεδάφισης, άρσης και απομάκρυνσης κτισμάτων, κατασκευών και έργων σε χώρους αιγιαλού – παραλίας και θάλασσας του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς, με το οποίο διατάχθηκε η κατεδάφιση-απομάκρυνση των περιγραφομένων στο πρωτόκολλο κατασκευών από τον κοινόχρηστο χώρο του αιγιαλού και της παραλίας, στη θέση «Φουρκαριά» του Δ. Πόρου Τροιζηνίας και γ) της σιωπηρής απόρριψης της από 24.8.2010 αίτησης (αριθμ. πρωτ. 4069/24.8.2010) της αιτούσας εταιρείας, με την οποία η τελευταία ζήτησε την ανάκληση του πρωτοκόλλου και της έκθεσης αυτοψίας, την αποδοχή της από 28.12.2009 αίτησης θεραπείας κατά της πράξης που απέρριψε αίτημα νομιμοποίησης των κατασκευών που περιγράφονται στο πρωτόκολλο και τέλος τη νομιμοποίηση των κατασκευών.
- Επειδή, με την 1204/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς συνεκδικάστηκαν, λόγω συναφείας, η κρινόμενη αίτηση καθώς και αίτηση άλλων αιτούντων και κρίθηκε ότι αμφότερες οι αιτήσεις πρέπει να παραπεμφθούν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, καθόσον η εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης κατά το μέρος που πλήττει την απόρριψη του αιτήματος νομιμοποίησης των επίμαχων κατασκευών ανήκει στη γενική ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με τα δεδομένα αυτά νομίμως η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο επιλαμβάνεται της κρινόμενης αίτησης στο σύνολό της, δυνάμει του άρθρου 34 παρ. 1 (εδάφιο τελευταίο) του ν. 1968/1991 (Α΄ 150).
- Επειδή, η από 2.6.2010 έκθεση αυτοψίας (ανωτ. προσβαλλόμενη α΄), ως προπαρασκευαστική πράξη έκδοσης του 11/Φ344/4.6.2010 πρωτοκόλλου κατεδάφισης αυθαιρέτων κατασκευών
(β΄ προσβαλλομένης) στερείται εκτελεστότητας και απαραδέκτως προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, η οποία, κατά το μέρος αυτό, πρέπει να απορριφθεί (ΣτΕ 4255/2009, 3356/2008, 3955/2006 κ.ά.). - Επειδή, όπως έχει παγίως κριθεί, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η οποία υπαγορεύεται από την ασφάλεια δικαίου και την ανάγκη σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων, και η οποία έχει εφαρμογή εφόσον ο νόμος δεν ορίζει το αντίθετο, η Διοίκηση δεν έχει, κατ’ αρχήν, υποχρέωση να ανακαλεί τις πράξεις της, για τις οποίες έχει παρέλθει η κατά νόμο προθεσμία προσβολής ή που έχουν προσβληθεί ανεπιτυχώς, ακόμη και όταν αυτές είναι παράνομες (πρβλ. ΣτΕ 2177/2004 Ολ., 1041/2004 7μ., 3616/2001, 459/2001, 3044/1999, 1041/1993 Ολ. κ.ά.). Πράξη δε με την οποία εκδηλώνεται άρνηση της Διοίκησης να ανακαλέσει προηγούμενη εκτελεστή πράξη της, δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα, παρά μόνον εάν εκδοθεί μετά από νέα ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, η οποία στηρίζεται σε εκτίμηση νέων στοιχείων (ΣτΕ 1567/2010, 3170/2008, 2227/2008, 2632/2006, 235/2004, 234/2004, 2785/2003 7μ. κ.ά.). Εξάλλου, η σιωπηρή απόρριψη εκ μέρους της Διοίκησης αιτήματος ανάκλησης διοικητικής πράξης δεν συνιστά, κατ’ αρχήν, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας κατά την έννοια του άρθρου 45 παράγραφος 4 του π.δ. 18/1989 και δεν υπόκειται, ως εκ τούτου, σε αίτηση ακυρώσεως (πρβλ. ΣτΕ 1550/2011, 3170/2008, 1041/2004 7μ. κ.ά.).
- Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην παρακάτω σκέψη 12, η από 1.6.2005 αίτηση της αιτούσας, που υποβλήθηκε σε συνέχεια των από 14.3.2002 και 11.8.2004 αιτήσεων της δικαιοπαρόχου της CHEVALIER OVERSEAS SA, με την οποία είχε ζητήσει τη νομιμοποίηση των αυθαιρέτων κατασκευών που περιγράφονται στο προαναφερθέν πρωτόκολλο, δεν έγινε δεκτή από την Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών και ο σχετικός φάκελος με τα δικαιολογητικά επεστράφη στην Κτηματική Υπηρεσία Πειραιώς με το 1041661/2567/πε/Β0010/11.11.2009 έγγραφο της ανωτέρω Προϊσταμένης. Εν συνεχεία, η αίτηση νομιμοποίησης των επίμαχων κατασκευών απορρίφθηκε και ρητώς με την 7211/1833/Φ2/ 8.12.2009 πράξη του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς. Κατά της τελευταίας, η αιτούσα άσκησε την από 28.12.2009 αίτηση θεραπείας (αρ. πρωτ. 7597/28.12.2009), την οποία η Κτηματική Υπηρεσία Πειραιώς διαβίβασε στο Υπουργείο Οικονομικών, όμως, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι δόθηκε απάντηση στην αίτηση θεραπείας. Ακολούθως, συνετάγη η από 2.6.2010 έκθεση αυτοψίας και εκδόθηκε το 11/Φ344/4.6.2010 πρωτόκολλο κατεδάφισης αυθαιρέτων κατασκευών (β΄ προβαλλόμενη). Μετά ταύτα, η αιτούσα κατέθεσε την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως στις 24.8.2010, την ίδια δε ημέρα υπέβαλε στην Κτηματική Υπηρεσία Πειραιώς και την από 24.8.2010 αίτηση (αριθμ. πρωτ. 4069/24.8.2010), με την οποία ζήτησε την ανάκληση του πρωτοκόλλου και της έκθεσης αυτοψίας καθώς και την αποδοχή της από 28.12.2009 αίτησης θεραπείας και τη νομιμοποίηση των αυθαιρέτων κατασκευών. Με το 4069/1621/Φ344/27.8.2010 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς επεστράφη ο φάκελος που υποβλήθηκε με την από 24.8.2010 αίτηση και ενημερώθηκε η αιτούσα ότι δεν τίθεται θέμα ανάκλησης του πρωτοκόλλου κατεδάφισης και της έκθεσης αυτοψίας και ούτε συντρέχει λόγος επανεξέτασης των αιτήσεων νομιμοποίησης που είχε υποβάλει. Υπό τα ανωτέρω όμως δεδομένα, και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, η κρινόμενη αίτηση, καθ’ο μέρος πλήττει την άρνηση της Διοίκησης να ανακαλέσει το ως άνω πρωτόκολλο κατεδάφισης και τη συναφή έκθεση αυτοψίας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι η άρνηση αυτή συντελέστηκε χωρίς νέα έρευνα της υπόθεσης και στερείται εκτελεστότητας. Εξάλλου, κατά το μέρος με το οποίο προσβάλλεται η σιωπηρή άρνηση της Διοίκησης να νομιμοποιήσει τις κατασκευές ή να επανεξετάσει τη διαδικασία νομιμοποίησης των αυθαιρέτων κατασκευών, η υπό κρίση αίτηση είναι απαράδεκτη, διότι η άρνηση αυτή της Διοίκησης στερείται ομοίως εκτελεστότητας ως επιβεβαιωτική της προγενέστερης ρητής άρνησής της, που εκδηλώθηκε με το 1041661/2567/πε/Β0010/ 11.11.2009 έγγραφο της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών και την 7211/1833/Φ2/8.12.2009 πράξη του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς. Εξάλλου, η κρινόμενη αίτηση θα ήταν απορριπτέα, προεχόντως για τον ίδιο λόγο, ακόμη και αν ήθελε ερμηνευθεί ότι στρέφεται κατά της σιωπηρής απόρριψης από τη Διοίκηση της από 28.12.2009 αίτησης θεραπείας. Τέλος, υπό το εκτεθέν πραγματικό της υπόθεσης η αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθ’ερμηνεία του δικογράφου, ότι στρέφεται και κατά του 1041661/2567/πε/Β0010/11.11.2009 εγγράφου ή της 7211/1833/Φ2/ 8.12.2009 πράξης του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκαν οι από 14.3.2002, 11.8.2004 και 1.6.2005 σχετικές αιτήσεις νομιμοποίησης των αυθαιρέτων κατασκευών, διότι στην περίπτωση αυτή η αίτηση ακυρώσεως θα ήταν απορριπτέα ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. Και τούτο, διότι η υποβολή της από 28.12.2009 αίτησης θεραπείας κατά της ανωτέρω πράξης, στην οποία δεν δόθηκε απάντηση, διέκοψε μεν επί 30 ημέρες την προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως κατά της απορριπτικής απόφασης και η προθεσμία κινήθηκε εκ νέου την 28.1.2010, η κρινόμενη όμως αίτηση, που κατατέθηκε στις 24.8.2010, αφαιρουμένου δε και του διαστήματος από 1.7 έως 24.8.2010 (δικαστικών διακοπών), ασκήθηκε πολύ μετά την πάροδο των εξήντα ημερών από την κατά τα ανωτέρω έναρξη της προθεσμίας. Κατόπιν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα και κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη σιωπηρή απόρριψη (ανωτ. σκ. 2 υπό γ΄) της από 24.8.2010 αίτησης της αιτούσας.
- Επειδή, η υπό κρίση αίτηση, καθ’ο μέρος στρέφεται κατά του 11/Φ344/4.6.2010 πρωτοκόλλου κατεδάφισης, άρσης και απομάκρυνσης κτισμάτων του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς ασκείται με έννομο συμφέρον, εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς, είναι δε περαιτέρω εξεταστέα μόνον κατά το μέρος αυτό.
- Επειδή, στο άρθρο 27 του ν. 2971/2001 (Α΄ 285) ορίζεται ότι «1. […] 2. Τα πάσης φύσεως κτίσματα και εν γένει κατασκευάσματα, τα οποία έχουν ανεγερθεί ή θα ανεγερθούν χωρίς άδεια στον αιγιαλό ή την παραλία, μετά τον καθορισμό και τη συντέλεση των απαλλοτριώσεων των άρθρων 7 και 10 κατεδαφίζονται, ανεξάρτητα από το χρόνο ανέγερσής τους ή αν κατοικούνται ή άλλως πως χρησιμοποιούνται […] Προς τούτο ο προϊστάμενος της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας εκδίδει πρωτόκολλο κατεδάφισης, το οποίο κοινοποιεί […] σε εκείνον που έχει ανεγείρει αυθαιρέτως, ο οποίος οφείλει εντός τριάντα [30] ημερών από την κοινοποίηση να κατεδαφίσει τα κτίσματα και να άρει τα πάσης φύσεως κατασκευάσματα από τον αιγιαλό ή την παραλία. 3 […] 7. Τα χωρίς άδεια ή καθ’ υπέρβαση της άδειας έργα και εν γένει κατασκευές μέσα στη θάλασσα αίρονται και απομακρύνονται ανεξάρτητα από τον τρόπο χρησιμοποίησής τους […] Προς τούτο η Κτηματική Υπηρεσία, μετά από πρόταση της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής, συντάσσει πρωτόκολλο κατεδάφισης, άρσης και απομάκρυνσης των ανωτέρω έργων ή κατασκευών […]». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, αυθαίρετα κτίσματα ανεγειρόμενα εν μέρει ή εν όλω εντός του αιγιαλού ή της θάλασσας κατεδαφίζονται υποχρεωτικώς. Οι διατάξεις αυτές, ειδικές σε σχέση με τις γενικές διατάξεις περί αυθαιρέτων κατασκευών, αποσκοπούν στην άμεση και αποτελεσματική προστασία του αιγιαλού και του θαλάσσιου χώρου και επιβάλλουν την αποκατάσταση της μορφής τους, η οποία έχει αλλοιωθεί με την χωρίς άδεια ανέγερση πάσης φύσεως τεχνικού έργου, κτίσματος ή κατασκευάσματος. Η εκτέλεση, εξάλλου, τεχνικών έργων επί του αιγιαλού ή της παραλίας επιτρέπεται μόνον εφόσον τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 12 ή του άρθρου 14 του ν. 2971/2001, αναλόγως της φύσεως του έργου, και με την προϋπόθεση ότι θα τηρηθούν οι όροι προστασίας της ακτής, που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος. Αν η διαδικασία αυτή δεν τηρηθεί, τα επί του αιγιαλού ή εντός της θαλάσσης ανεγερθέντα κτίσματα είναι αυθαίρετα και κατεδαφιστέα (βλ. ΣτΕ 747/2014, 4468/2010, 4467/2010 κ.ά.). Η χορήγηση δε άδειας εκτέλεσης τεχνικού έργου απαιτείται σε κάθε περίπτωση, ακόμη και όταν πρόκειται για έργα διαμόρφωσης της ακτής προς αποφυγή πρόκλησης κινδύνου ή ατυχήματος. Επομένως, και τα έργα αυτά, αν κατασκευασθούν χωρίς προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής, είναι κατεδαφιστέα (ΣτΕ 3587/2007 κ.ά).
- Επειδή, εξάλλου, στις παραγράφους 9 και 10 του ίδιου άρθρου 27 του ν. 2971/2001 ορίζεται ότι «9. Για έργα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 14 και έχουν γίνει πριν από την ισχύ του παρόντος νόμου στον αιγιαλό, την παραλία ή τη θάλασσα, χωρίς άδεια ή με υπέρβαση αυτής, είναι δυνατόν μετά από αιτιολογημένη κρίση της Διοίκησης, να εκδοθεί γι’ αυτά η σχετική άδεια κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του παρόντος νόμου, εφόσον δεν παραβιάζονται οι ισχύουσες σχετικές διατάξεις, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις έκδοσης της άδειας αυτής και υποβληθεί προς τούτο αίτηση στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών από την ισχύ του παρόντος νόμου [η προθεσμία αυτή παρατάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 46 παρ. 16 του ν. 3220/2004 (Α΄15), πρβλ. επίσης και άρθρα 15 του ν. 3554/2007 (Α΄ 80), 113 παρ. 5 του ν. 3978/2011 (Α΄137) και 226 του ν. 4072/2012 (Α΄ 86)]. Η αίτηση αυτή συνοδεύεται από τεχνική περιγραφή του έργου, τοπογραφικό διάγραμμα 1:500, φωτογραφίες και χάρτη της ευρύτερης περιοχής με την ακριβή θέση του έργου. Εντός περαιτέρω αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους απαιτείται, για την έκδοση απόφασης του Υπουργού Οικονομικών επί της πιο πάνω αίτησης, η υποβολή των δικαιολογητικών, που προβλέπονται από το άρθρο 14. Για τη νομιμοποίηση των πιο πάνω έργων καταβάλλεται προηγουμένως η αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση του αιγιαλού ή παραλίας σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. 10. Προκειμένου για έργα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 14 τα οποία έχουν κατασκευαστεί στον αιγιαλό, την παραλία ή τη θάλασσα μέχρι την ισχύ του παρόντος νόμου από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., η κατά την προηγούμενη παράγραφο αίτηση έκδοσης της σχετικής άδειας μπορεί να υποβληθεί μέσα σε δύο (2) έτη από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου». Τέλος, στο άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «Η παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης αιγιαλού, παραλίας, συνεχόμενου ή παρακείμενου θαλάσσιου χώρου, ή του πυθμένα, για την εκτέλεση έργων που εξυπηρετούν εμπορικούς, βιομηχανικούς, συγκοινωνιακούς, λιμενικούς ή άλλου είδους σκοπούς, που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, γίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών κατά τη διαδικασία που προβλέπει η επόμενη παράγραφος. Η παραχώρηση μπορεί να περιλαμβάνει και απλή χρήση αιγιαλού και παραλίας για την εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών των έργων αυτών. Η διαδικασία αυτή απαιτείται και για τα έργα του Δημοσίου στους παραπάνω χώρους».
- Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, η διαδικασία νομιμοποίησης αυθαιρέτων κατασκευών στον αιγιαλό, την παραλία ή τη θάλασσα, που έχουν πραγματοποιηθεί πριν από τη θέση σε ισχύ του ν. 2971/2001, κινείται με την υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο προς την οικεία Κτηματική Υπηρεσία, με την οποία συνυποβάλλονται, ως μόνα δικαιολογητικά, η τεχνική περιγραφή του έργου, τοπογραφικό διάγραμμα 1:500, φωτογραφίες της περιοχής και χάρτης της ευρύτερης περιοχής με την ακριβή θέση του έργου (άρθρο 27 παρ. 9 εδ. δεύτερο του ν. 2971/2001). Στη συνέχεια, εφόσον η Κτηματική Υπηρεσία κρίνει με πράξη της ότι πληρούνται, κατ’ αρχήν, οι νόμιμες προϋποθέσεις, οι οποίες τάσσονται από το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 27 παρ. 9, δηλαδή ότι πρόκειται για έργο που εξυπηρετεί εμπορικό, βιομηχανικό, συγκοινωνιακό, λιμενικό ή άλλου είδους σκοπό, προβλεπόμενο από την ισχύουσα νομοθεσία, απαιτείται να τηρηθεί η οριζόμενη στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου διαδικασία, η οποία προβλέπεται για κάθε έργο πραγματοποιούμενο στον χώρο του αιγιαλού ύστερα από σχετική παραχώρηση δικαιώματος χρήσης. Προς τούτο, ακολουθείται η δεύτερη φάση της διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας παραπέμπεται η υπόθεση από την Κτηματική Υπηρεσία στις υπηρεσίες του άρθρου 14 παρ. 2 και, ειδικότερα, στην αρμόδια για την περιβαλλοντική αδειοδότηση διοικητική αρχή και στις συναρμόδιες να γνωμοδοτήσουν υπηρεσίες (Γενικό Επιτελείο Ναυτικού, Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, Νομαρχιακή Επιτροπή Χωροταξίας και Περιβάλλοντος, Υπουργείο Πολιτισμού, Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού, Δημοτικό Συμβούλιο του οικείου Ο.Τ.Α. και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Υπουργείο Ανάπτυξης και Υπουργείο Αιγαίου) ή στις υπηρεσίες που ασκούν κατά τον κρίσιμο χρόνο τις σχετικές αρμοδιότητες, μετά την τήρηση δε της διαδικασίας αυτής και την εκπόνηση σχετικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, αποφαίνεται οριστικά επί του αιτήματος νομιμοποίησης ο κατά τις ανωτέρω διατάξεις αρμόδιος για την παραχώρηση της χρήσης Υπουργός Οικονομικών. Αντιθέτως, εφόσον η Κτηματική Υπηρεσία κρίνει ότι δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, ότι, δηλαδή δεν πρόκειται για έργα, τα οποία εξυπηρετούν εμπορικούς, βιομηχανικούς, συγκοινωνιακούς, λιμενικούς ή άλλου είδους σκοπούς, που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, και τα οποία θα επέτρεπαν, κατ’ αρχήν, την ικανοποίηση του αιτήματος νομιμοποίησης, δεν κινείται η δεύτερη φάση της διαδικασίας και δεν παραπέμπεται το αίτημα για οριστική κρίση στον Υπουργό Οικονομικών (πρβλ. ΣτΕ 747/2014, 3659/2013, 4468/2010).
- Επειδή, κατά την έννοια των ιδίων ως άνω διατάξεων, ερμηνευομένων σε αρμονία με το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, που επιβάλλει στη Διοίκηση την υποχρέωση διασφάλισης και προστασίας των ευπαθών οικοσυστημάτων των ακτών, δυνατότητα νομιμοποίησης παρέχεται για έργα με τα οποία εξυπηρετούνται οι αναφερόμενοι στις διατάξεις αυτές ή σε άλλες ειδικές διατάξεις σκοποί, υπό την προϋπόθεση ότι, στις ιδιαίτερες συνθήκες που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, οι σκοποί αυτοί συνδέονται με επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι, κατ’ εξαίρεση, υπερτερούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της προστασίας του οικοσυστήματος της ακτής, που αποτελεί εξ ορισμού σημαντικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Ενόψει τούτου, η ικανοποίηση του αιτήματος νομιμοποίησης αυθαίρετων κατασκευών στον αιγιαλό, την παραλία ή τη θάλασσα, η οποία είναι, κατά τα ανωτέρω, όλως κατ’ εξαίρεση επιτρεπτή, πρέπει να είναι προϊόν κρίσης ειδικώς αιτιολογημένης. Αντιθέτως, η απόρριψη του σχετικού αιτήματος, η οποία αποτελεί εξειδίκευση της γενικής υποχρέωσης προστασίας του οικοσυστήματος των ακτών, δεν απαιτείται να αιτιολογείται ειδικώς (πρβλ. ΣτΕ 747/2014, 3659/2013, 4468/2010). Το αυτό ισχύει, προδήλως, και για την απόφαση περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, που προηγείται της τελικής απόφασης του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2971/2001, και με την οποία τίθενται όροι περιοριστικοί, είτε στο πλαίσιο της διαδικασίας αδειοδότησης για εκτέλεση έργων επί του αιγιαλού, είτε στο πλαίσιο της διαδικασίας “νομιμοποίησης” της λειτουργίας αυθαιρέτων κατασκευών επί αιγιαλού, που είχαν γίνει πριν από την ισχύ του εν λόγω νόμου (πρβλ. ΣτΕ 747/2014). Εξάλλου, δεδομένου του εξαιρετικού χαρακτήρα της νομιμοποίησης των αυθαιρέτων κτισμάτων και κατασκευών στον αιγιαλό, την παραλία ή τη θάλασσα, η κίνηση της σχετικής διαδικασίας δεν συνεπάγεται την απαγόρευση έκδοσης πρωτοκόλλων κατεδάφισης των εν λόγω κατασκευών ούτε την αυτόθροη αναστολή της εκτέλεσης των πρωτοκόλλων κατεδάφισής τους, εφόσον αυτά έχουν τυχόν εκδοθεί (ΣτΕ 4468/2010).
- Επειδή, εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την 1031342/6.5.1991 απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς (Δ΄278) επικυρώθηκε η από 4.10.1990 έκθεση της αρμόδιας Επιτροπής και καθορίσθηκαν οι οριογραμμές αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού στην περιοχή Φουρκαριά του Δήμου Πόρου Τροιζηνίας. Στη συνέχεια, με την ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/20963/1129/16.9.1994 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού (Β΄ 759) καθορίσθηκε στην εν λόγω περιοχή αρχαιολογικός χώρος στον οποίο περιελήφθη χερσαία και θαλάσσια έκταση. H αιτούσα εταιρεία ισχυρίζεται ότι το έτος 2003 απέκτησε στην παραπάνω περιοχή Φουρκαρί έκταση 111 περίπου στρεμμάτων με σκοπό την αξιοποίησή της για οικιστική και τουριστική ανάπτυξη (ξενοδοχειακή μονάδα), ότι στα όρια της ιδιοκτησίας αυτής (βορειοδυτικό άκρο) είχε κατασκευασθεί παλαιότερα δημόσιο τεχνικό έργο με υπόγειο αγωγό με αποτέλεσμα τα όμβρια ύδατα της ευρύτερης περιοχής να λιμνάζουν εντός της ιδιοκτησίας και να δημιουργούν εστία μολύνσεως, ότι η δικαιοπάροχός της CHEVALIER OVERSEAS SA εκπόνησε μελέτη και κατασκεύασε κανάλι αποστράγγισης και διευθέτησης της ροής των ομβρίων υδάτων προς τη θάλασσα μέσω της ζώνης του αιγιαλού, ότι για την προστασία του στομίου εκβολής από τις προσχώσεις η αυτή δικαιοπάροχος κατασκεύασε μέσα στη θάλασσα το απαραίτητο ανάχωμα 60 περίπου μέτρων καθώς και προστατευτικούς βραχίονες, ότι στο κανάλι αυτό καταφεύγουν συχνά αλιείς της περιοχής για να προστατευθούν από αντίξοες καιρικές συνθήκες, ότι σύμφωνα με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Πόρου το ανωτέρω έργο αναβάθμισε την περιοχή και συνέτεινε στην εξάλειψη εστιών μόλυνσης από λιμνάζοντα ύδατα και τέλος ότι η εταιρεία CHEVALIER OVERSEAS SA είχε καταθέσει τις από 14.3.2002 και 11.8.2004 αιτήσεις με τα αναγκαία δικαιολογητικά για τη νομιμοποίηση των προαναφερθεισών κατασκευών, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 9 του ν. 2971/2001, τη σχετική δε διοικητική διαδικασία για τη νομιμοποίηση των εν λόγω κατασκευών συνέχισε η αιτούσα εταιρεία με την υποβολή νέων στοιχείων και της από 1.6.2005 αίτησης προς τη Διοίκηση. Κατά τη διαδικασία εξέτασης της ανωτέρω αίτησης, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Πόρου με την 167/11.8.2005 απόφασή του γνωμοδότησε, κατά πλειοψηφία, ότι τα έργα που πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή «Φουρκαρί» Τροιζηνίας αναβάθμισαν την περιοχή και παρέχουν προστασία σε πλωτά μέσα σε δύσκολες καιρικές συνθήκες. Επίσης η Γενική Γραμματεία Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής με το 8221.Λ15/03/05/4.10.2005 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα εξέθεσε ότι δεν υπάρχει, κατ’αρχήν, αντίρρηση για τη νομιμοποίηση των κατασκευών ανεξάρτητα από τις κυρώσεις οι οποίες πρέπει να επιβληθούν, την αυτή δε γνώμη διατύπωσαν, υπό ορισμένους όρους, η Νομαρχιακή Επιτροπή Χωροταξίας και Περιβάλλοντος Πειραιώς με το 8/2005 πρακτικό της και ο ΕΟΤ με το 501544/18.11.2005 έγγραφο του Προέδρου του. Αντιθέτως, η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων με το Φ4/3/3420/31.8.2006 έγγραφό της προς την Κτηματική Υπηρεσία Πειραιώς εξέθεσε ότι από το 639/20.7.2006 έγγραφο της ΚΣΤ΄ΕΠΚΑ προκύπτει η καταστροφή ορατών αρχαιοτήτων προκειμένου να κατασκευασθούν τα επίμαχα έργα και ότι το αίτημα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από πλευράς αρμοδιοτήτων της εν λόγω Εφορείας. Εξάλλου, κατά την ανωτέρω διαδικασία εξέτασης του αιτήματος νομιμοποίησης των κατασκευών, με την απόφαση Φ.913.1/2510/06/ Σ.35.452/21.12.2006 του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού (Β΄84/30.1.2007) ιδρύθηκαν, με σκοπό την ασφάλεια των πλοίων, δύο αυτόματοι πυρσοί (φανοί) για τη φωτοσήμανση των λιμενικών έργων που είχαν πραγματοποιηθεί. Με το 65/5/6.11.2007 πρακτικό της η αρμόδια Επιτροπή εισηγήθηκε την «μη έγκριση της εκ των υστέρων παραχώρησης χρήσης αιγιαλού-παραλίας (νομιμοποίηση)» για τις κατασκευές που περιγράφονται περιληπτικά στο ανωτέρω πρακτικό. Ακολούθως, με το 1041661/2567/πε/Β0010/11.11.2009 έγγραφο της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών ενημερώθηκε η Κτηματική Υπηρεσία Πειραιώς ότι μετά από εξέταση των στοιχείων του φακέλου προκύπτει ότι τα επίμαχα έργα δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 2971/2001 και για τον λόγο αυτόν δεν είναι δυνατή η νομιμοποίησή τους. Στο ίδιο έγγραφο εκτίθεται ότι η Κτηματική Υπηρεσία οφείλει να αποφανθεί αιτιολογημένα και να ενημερώσει την αιτούσα και στη συνέχεια να λάβει όλα τα προβλεπόμενα στον νόμο μέτρα προστασίας. Εν τέλει, το αίτημα για τη νομιμοποίηση των κατασκευών απορρίφθηκε με την 7211/1833/Φ2/8.12.2009 πράξη του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς, για τους λόγους που αναφέρονται στο ως άνω 10141661/2567/πε/ΒΟΟ10/11.11.2009 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών. Κατά της εν λόγω απορριπτικής απόφασης η αιτούσα υπέβαλε την από 28.12.2009 (αριθμ. πρωτ. 7597/28.12.2009) επιστολή (αίτηση θεραπείας) για την επανεξέταση του θέματος, την οποία η Κτηματική Υπηρεσία Πειραιώς με το 362/110/Φ2/25.1.2010 έγγραφό της διαβίβασε στη Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών. Από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι δόθηκε απάντηση στην αίτηση θεραπείας. Εν συνεχεία, και αφού η αιτούσα κλήθηκε να εκθέσει τις απόψεις της, συνετάγη από υπαλλήλους της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς η από 2.6.2010 έκθεση αυτοψίας, στην οποία εκτίθεται ότι, ύστερα από αυτοψία που πραγματοποιήθηκε στις 16.1.2007, διαπιστώθηκε ότι στην περιοχή Φουρκαρί, εντός της ζώνης αιγιαλού και της κοινόχρηστης παραλίας, τα όρια των οποίων καθώς και του παλαιού αιγιαλού είχαν καθορισθεί με την 1031342/6.5.1991 απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς, είχαν πραγματοποιηθεί, κατά παράβαση της κείμενης νομοθεσίας, οι ακόλουθες επεμβάσεις και κατασκευές, όπως αυτές αποτυπώνονται στο από Απρίλιο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ. Σολδάτου: «Α. Εντός της ζώνης αιγιαλού 1. Δύο (2) λιμενοβραχίονες κατασκευασμένοι από ογκόλιθους λατομείου, που ορίζονται από τα στοιχεία […] συνολικού εμβαδού Ε= (440+190)=630 τ.μ. 2. Στέγαστρο από πέργκολα οριζόμενο από τα στοιχεία (Α25, Α26, Α27, Α28, Α25) εμβαδού Ε=28 τ.μ. 3. Τοιχίο οριζόμενο από τα στοιχεία (Α29, Α30, Α31) πλάτους 0,45 μ., ύψους 0,70 μ. και συνολικού μήκους 24 μ. 4. Κρηπιδότοιχοι από οπλισμένο σκυρόδεμα με αποστράγγιση από κροκάλες, οριζόμενοι από τα στοιχεία […] συνολικού εμβαδού Ε= (12+4)=16 τ.μ. 5. Τοιχίο που εξέχει από την επιφάνεια της θάλασσας οριζόμενο από τα στοιχεία (Α38, Α40) μήκους 3μ. 6. Χώροι πρασίνου οριζόμενοι από τα στοιχεία […] συνολικού εμβαδού Ε=(60+560)=620 τ.μ. 7. Συρματόπλεγμα οριζόμενο από τα στοιχεία (Α42, Α43) μήκους 30 μ. 8. Υψηλό συρματόπλεγμα ύψους 3,60 μ. οριζόμενο από τα στοιχεία (Α41, Α42) μήκους 4,80 μ. 9. Εκσκαφή σε χώρο υπό στοιχεία (Α33, Α34, 12, Α37, Α40, Α33) εμβαδού Ε=80 τ.μ. που έγινε για τη δημιουργία εισόδου λιμανιού. Β. Εντός της κοινόχρηστης παραλίας. 1. Τοιχίο οριζόμενο από τα στοιχεία (Π1, Π2) και (Π3, Α29), πλάτους 0,45 μ., ύψους 0,70 μ. και συνολικού μήκους 26,50 μ. 2. Κρηπιδότοιχοι από οπλισμένο σκυρόδεμα με αποστράγγιση από κροκάλες, οριζόμενοι από τα στοιχεία […] συνολικού εμβαδού Ε= (18+19)=37 τ.μ. 3. Χώροι πρασίνου οριζόμενοι από τα στοιχεία […] συνολικού εμβαδού Ε=(405+365)=770 τ.μ. 4. Υψηλό συρματόπλεγμα οριζόμενο από τα στοιχεία (Π9, Α41) ύψους 3,60 μ. και μήκους 12μ. 5. Εκσκαφή σε χώρο υπό στοιχεία (Α34, Π5, 12΄, Π6, Α37, 12, Α34) εμβαδού 112 τ.μ. που έγινε για τη δημιουργία εισόδου λιμανιού…». Στην ίδια ως άνω έκθεση αυτοψίας αναφέρεται ακόμη ότι με την 1052054/5775/Α0010/6.5.2008 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών έγινε αποδεκτή η 25α/2007 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας και εξαιρέθηκε επιφάνεια 1210 τ.μ. από τον χώρο του δημοσίου κτήματος προερχόμενου από παλαιό αιγιαλό, ότι η επιφάνεια αυτή των 1210 τ.μ. κείται εκτός της ζώνης παραλίας και ότι η ζώνη παραλίας μπροστά από την ιδιοκτησία της αιτούσας προήλθε από παλαιό αιγιαλό, είναι κοινόχρηστη και δεν χρήζει απαλλοτρίωσης. Μετά ταύτα, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 11/Φ344/4.6.2010 πρωτόκολλο του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς, με το οποίο διατάχθηκε η κατεδάφιση, άρση και απομάκρυνση των προαναφερθεισών κατασκευών από τους χώρους αιγιαλού – παραλίας και θάλασσας. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η αιτούσα υπέβαλε στην Κτηματική Υπηρεσία Πειραιώς και την από 24.8.2010 αίτηση (αριθμ. πρωτ. 4069/24.8.2010), με την οποία ζήτησε την ανάκληση του πρωτοκόλλου και της έκθεσης αυτοψίας καθώς επίσης και την αποδοχή της από 28.12.2009 αίτηση θεραπείας και τη νομιμοποίηση των αυθαιρέτων κατασκευών, πλην με το 4069/1621/ Φ344/27.8.2010 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς ενημερώθηκε ότι δεν τίθεται θέμα ανάκλησης του πρωτοκόλλου κατεδάφισης και της έκθεσης αυτοψίας και ούτε συντρέχει λόγος επανεξέτασης των αιτήσεων νομιμοποίησης που είχε υποβάλει.
- Επειδή, προβάλλεται ότι είναι πλημμελώς αιτιολογημένη η απόρριψη της από 28.12.2009 (αρ. πρωτ. 7597/28.12.2009) αίτησης θεραπείας, η οποία στρεφόταν κατά της απόρριψης των από 14.3.2002, 11.8.2004 και 1.6.2005 αιτήσεων νομιμοποίησης των επίμαχων κατασκευών. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως είναι απορριπτέος, διότι, όπως εκτέθηκε στην σκέψη 6, ακόμη και αν γίνει δεκτό, καθ’ερμηνεία του δικογράφου, ότι η υπό κρίση αίτηση πλήττει και τη σιωπηρή απόρριψη της ανωτέρω αίτησης θεραπείας από τη Διοίκηση, η απόρριψη της αίτησης αυτής στερείται εκτελεστότητας και προσβάλλεται απαραδέκτως, προεχόντως για τον λόγο αυτόν.
- Επειδή, προβάλλεται ότι οι τουριστικές εγκαταστάσεις εμπίπτουν στους σκοπούς του ν. 2971/2001 και ειδικότερα των άρθρων 2 (παρ. 3 και 4), 7 παρ. 1, 12 (παρ. 1 και 2), 14 (παρ. 1, 3, 4 και 6) και 27 παρ. 9 του ανωτέρω νόμου, καθώς και των άρθρων 8 και 12 παρ. 1 του προγενέστερου α.ν. 2344/1940 και 13 παρ. 5 του α.ν. 1540/1938 για τους οποίους επιτρέπεται η παραχώρηση της χρήσης αιγιαλού και παραλίας και ως εκ τούτου οι επίμαχες κατασκευές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 2971/2001, η δε άρνηση της Διοίκησης να προβεί στην υπαγωγή των επίμαχων έργων στο άρθρο 27 του ν. 2971/2001 είναι παράνομη. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως είναι απορριπτέος, διότι, όπως προβάλλεται, πλήττει την 7211/1833/Φ2/8.12.2009 πράξη του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς, η οποία δεν προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ούτε μπορεί να θεωρηθεί, παραδεκτώς, ως συμπροσβαλλομένη με την υπό κρίση αίτηση, αφού η αίτηση κατ’ αυτής θα είχε ασκηθεί εκπροθέσμως.
- Επειδή, προβάλλεται ότι πάσχει το νόμιμο έρεισμα του πρωτοκόλλου κατεδάφισης, διότι παρανόμως απορρίφθηκε η από 28.12.2009 αίτηση θεραπείας της αιτούσας. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενη σκέψη, η μεν σιωπηρή απόρριψη της ως άνω αίτησης θεραπείας στερείται εκτελεστότητας, η δε 7211/1833/Φ2/8.12.2009 πράξη του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα νομιμοποίησης των επίμαχων έργων, δεν προσβάλλεται ρητώς με την κρινόμενη αίτηση ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη παραδεκτώς (εμπροθέσμως) συμπροσβαλλόμενη, η νομιμότητα δε της πράξης αυτής, που έχει ατομικό χαρακτήρα, δεν ελέγχεται παρεμπιπτόντως στην παρούσα δίκη. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της αιτούσας, που προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση και το από 18.3.2014 υπόμνημα, κατά τον οποίο το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο κατεδάφισης και η από 2.6.2010 έκθεση αυτοψίας εμπεριέχουν, εκτός των άλλων, και απόρριψη της από 28.12.2009 αίτησης θεραπείας, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο, διότι στο μεν πρωτόκολλο κατεδάφισης ουδόλως γίνεται αναφορά στην ως άνω αίτηση θεραπείας, ενώ το γεγονός ότι στην έκθεση αυτοψίας παρατίθεται, μεταξύ άλλων εγγράφων, και η ανωτέρω επιστολή-αίτηση θεραπείας της αιτούσας και αναφέρεται μάλιστα ότι απορρίφθηκε αίτηση για τη νομιμοποίηση των επίμαχων κατασκευών δεν συνιστά ταυτοχρόνως, η μνεία αυτή, και απόρριψη της από 28.12.2009 αίτησης θεραπείας, όπως υποστηρίζει η αιτούσα, προεχόντως διότι στην έκθεση αυτοψίας δεν περιέχεται κρίση ως προς την αποδοχή ή μη της αίτησης θεραπείας και εν πάση περιπτώσει διότι οι συντάκτες της έκθεσης αυτοψίας δεν είχαν κατά τον νόμο αρμοδιότητα να εξετάσουν και να απορρίψουν την αίτηση θεραπείας, αφού αυτή στρεφόταν κατά πράξης του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς. Συνεπώς, οι παραπάνω ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.
- Επειδή, από τα προαναφερθέντα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο 11/Φ344/4.6.2010 πρωτόκολλο κατεδάφισης, άρσης και απομάκρυνσης αυθαιρέτων κατασκευών αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς, δεδομένου ότι για τις επίμαχες κατασκευές δεν χορηγήθηκαν εν τέλει οι απαιτούμενες κατά τα άρθρα 27 και 14 του ν. 2971/2001 εγκρίσεις ούτε είχαν χορηγηθεί στο παρελθόν άδειες για την πραγματοποίηση των εν λόγω κατασκευών σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις του α.ν. 2344/1940. Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι το παραπάνω πρωτόκολλο δεν αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
- Επειδή, προβάλλεται ότι το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο είναι ακυρωτέο, διότι δεν έχει συντελεσθεί η απαλλοτρίωση της παραλίας στην οποία βρίσκονται οι κατασκευές, ώστε να μπορεί να εκδοθεί νομίμως το πρωτόκολλο και να διαταχθεί η κατεδάφισή τους. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως, όπως προβάλλεται είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι τόσο στο προσβαλλόμενο πρωτόκολλο κατεδάφισης όσο και στην από 2.6.2010 έκθεση αυτοψίας ρητώς αναφέρεται ότι οι επίμαχες κατασκευές, των οποίων διατάχθηκε η κατεδάφιση, έχουν κατασκευασθεί στον αιγιαλό και την κοινόχρηστη ζώνη της παραλίας. Εξάλλου, στην έκθεση αυτοψίας βεβαιώνεται ότι η έκταση εμβαδού 1210 τ.μ. δημοσίου κτήματος που παραχωρήθηκε στην αιτούσα βρίσκεται εκτός της ζώνης παραλίας, καθώς και ότι η ζώνη παραλίας μπροστά από την ιδιοκτησία της αιτούσας, στην οποία έχουν ανεγερθεί οι επίμαχες κατασκευές, έχει κοινόχρηστο χαρακτήρα διότι αποτελεί παλαιό αιγιαλό τα όρια του οποίου καθορίσθηκαν με την 103132/6.5.1991 απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς, η απόφαση δε αυτή δεν προκύπτει ότι ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της αιτούσας, κατά τον οποίο η ως άνω αιτιολογία της έκθεσης αυτοψίας έρχεται σε αναντιστοιχία με την 1052054/5775/Α0010/6.5.2008 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και με την 25α/2007 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, δεν κλονίζει την αιτιολογία του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου, διότι στην ανωτέρω γνωμοδότηση αναφέρεται ότι ένα τμήμα δημοσίου κτήματος εμβαδού 1210 τ.μ., όπως αυτό απεικονίζεται με τα στοιχεία Α1-Α2-Α3-Α4-Ξ12-Α5-Α1 στο σχετικό διάγραμμα, είχε παραχωρηθεί παλαιότερα ως μέρος μεγαλύτερης έκτασης στον φερόμενο ως απώτερο δικαιοπάροχο της αιτούσας Αρ. Σαμπάνη και για τον λόγο αυτόν το Συμβούλιο γνωμοδότησε το τμήμα αυτό να παραχωρηθεί στην αιτούσα, οι επίμαχες όμως κατασκευές, όπως βεβαιώνεται στην έκθεση αυτοψίας, δεν βρίσκονται στο εν λόγω τμήμα των 1210 τ.μ. Εξάλλου, ο συναφής ισχυρισμός ότι στο σχετικό 34902/1936 πωλητήριο συμβόλαιο αναφέρεται ότι η παραχωρηθείσα στον Αριστείδη Σαμπάνη έκταση συνορεύει «…Μεσημβρινώς με θάλασσα…» επίσης δεν κλονίζει την αιτιολογία του πρωτοκόλλου, αλλά την ενισχύει, δοθέντος ότι στην έκθεση αυτοψίας αναφέρεται ότι το τμήμα της παραλίας στο οποίο υφίστανται οι κατασκευές αποτελεί παλαιό αιγιαλό που καθορίσθηκε το έτος 1991 με την 103132/6.5.1991 απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα αιτιολογημένα με το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο έγινε δεκτό ότι οι επίμαχες κατασκευές βρίσκονται στην κοινόχρηστη ζώνη παραλίας και όχι σε ιδιωτική έκταση που ανήκει στην αιτούσα εταιρεία και, ως εκ τούτου, νομίμως διατάχθηκε η κατεδάφισή τους. Επομένως, ο προαναφερθείς λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αν δε καθ’ερμηνεία του δικογράφου προβάλλεται ότι κατά πλάνη περί τα πράγματα διατάχθηκε η κατεδάφιση των κατασκευών που βρίσκονται επί ιδιωτικού ακινήτου, ο λόγος κατά το μέρος αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτος.
- Επειδή, προβάλλεται, ακόμη, ότι το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο είναι ακυρωτέο, διότι ερείδεται σε ανεπίκαιρα στοιχεία. Ειδικότερα, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι το σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα συνετάγη 8 έτη πριν από την έκδοση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου και ότι στο μεταξύ εγκρίθηκε η ίδρυση αυτόματων πυρσών και φωτοσημάνθηκαν οι επίμαχες κατασκευές. Από τα στοιχεία, όμως, του φακέλου προκύπτει ότι οι επίμαχες κατασκευές αποτυπώνονται σε φωτογραφίες αλλά και στο από Απρίλιο του 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ. Σολδάτου, ο οποίος διενήργησε και την αυτοψία που πραγματοποιήθηκε στις 16.1.2007, κατόπιν της οποίας συνετάγη η από 2.6.2010 έκθεση αυτοψίας. Εξάλλου, η αιτούσα δεν αμφισβητεί την ορθότητα του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου και της ανωτέρω έκθεσης αυτοψίας ως προς την περιγραφή, το είδος και τις διαστάσεις των επίμαχων αυθαιρέτων κατασκευών. Ως εκ τούτου, ο χρόνος σύνταξης του τοπογραφικού διαγράμματος το έτος 2002 καθώς και η εγκατάσταση πυρσών σε τμήμα των αυθαιρέτων κατασκευών δεν ασκούν, υπό τα προαναφερθέντα δεδομένα της υπόθεσης, επιρροή στη νομιμότητα του πρωτοκόλλου κατεδάφισης, δεδομένου ότι από τον φάκελο προκύπτει ότι τα στοιχεία που αφορούσαν την ίδρυση και εγκατάσταση των πυρσών ήταν γνωστά στα όργανα της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς (βλ. το Φ.542/1729/05/Σχ10173/25.11.2005 έγγραφο του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού προς την Κτηματική Υπηρεσία Πειραιώς, σε απάντηση του 3069/22.7.2005 εγγράφου της). Επομένως, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
- Επειδή, προβάλλεται περαιτέρω ότι κατά τα άρθρα 2, 9 και 29 του ν. 1629/1951 απαιτείται άδεια του Υπουργού Εθνικής Αμύνης για οποιαδήποτε επέμβαση σε πυρσούς και, ως τούτου, μη νομίμως εκδόθηκε το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο κατεδάφισης χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ανωτέρω νόμου και την προηγούμενη άδεια του Υπουργού Εθνικής Άμυνας.
- Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 1629/1951 «Περί Φάρων» (Α΄9), η ίδρυση, συντήρηση και λειτουργία στις ακτές, τα λιμάνια, τη θάλασσα κ.λπ. πυρσών πάσης φύσεως (φάρων, φανών, σημαντήρων) υπάγεται στην αρμοδιότητα του κράτους και οι σχετικές εγκαταστάσεις εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, απαγορεύεται δε ρητά οποιαδήποτε ενέργεια έχει ως αποτέλεσμα την τοποθέτηση, τροποποίηση ή αντικατάσταση πυρσού, χωρίς την έκδοση σχετικής απόφασης. Περαιτέρω, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 του νόμου, η ίδρυση, ο τόπος, το είδος, τα χαρακτηριστικά και κάθε άλλο σχετικό με την εγκατάσταση και λειτουργία των ως άνω κατασκευασμάτων θέμα ρυθμίζονται με υπουργική απόφαση, εκτός αν συντρέχει περίπτωση έκδοσης διατάγματος σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 του νόμου, τα αυτά δε ισχύουν και για την τροποποίηση, αντικατάσταση ή κατάργησή τους (ΣτΕ 4987-4988/2013). Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η δικαιοπάροχος της αιτούσας CHEVALIER OVERSEAS SA κατασκεύασε τα επίμαχα έργα και κατέθεσε τις από 14.3.2002 και 11.8.2004 αιτήσεις για τη νομιμοποίησή τους σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 9 του ν. 2971/2001, τη σχετική δε διαδικασία συνέχισε η αιτούσα εταιρεία. Κατά τη διάρκεια εξέτασης της αίτησης νομιμοποίησης των αυθαιρέτων κατασκευών με την Φ.913.1/2510/06/Σ.35/452/21.12.2006 απόφαση του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού ιδρύθηκαν κατ’ επίκληση των διατάξεων του ν. 1629/1951 «Περί Φάρων», δύο αυτόματοι πυρσοί (φανοί) για τη φωτοσήμανση των επίμαχων λιμενικών έργων με σκοπό την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, τελικώς, όμως το αίτημα νομιμοποίησης των προαναφερθεισών κατασκευών απορρίφθηκε με την 7211/1833/Φ2/ 8.12.2009 πράξη του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς. Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 2971/2001 η έκδοση πρωτοκόλλου κατεδάφισης αυθαιρέτων δεν τελεί, κατ’αρχήν, υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης άδειας ή έγκρισης από άλλο όργανο, ακόμη και στην περίπτωση που διατάσσεται η κατεδάφιση τμήματος λιμενικού έργου στο οποίο έχει ιδρυθεί και εγκατασταθεί νομίμως πυρσός σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1629/1951. Άλλωστε, οι διαδικασίες ίδρυσης πυρσών δυνάμει του ν. 1629/1951 και κατεδάφισης αυθαιρέτων κατασκευών, που ανεγείρονται στη θάλασσα, τον αιγιαλό και την παραλία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 27 του ν. 2971/2001 στηρίζονται σε διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς και είναι αυτοτελείς ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Κατά συνέπεια, δεν απαιτείτο άδεια του Υπουργού Εθνικής Αμύνης για την έκδοση του προσβαλλομένου πρωτοκόλλου, το οποίο δεν πάσχει, έστω και αν διατάσσει την κατεδάφιση και τμήματος του λιμενοβραχίονα στο οποίο έχει εγκατασταθεί πυρσός. Είναι δε διαφορετικό ζήτημα που δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα του πρωτοκόλλου ο χρόνος ή ο τρόπος της εκτέλεσής του ως προς εκείνες ειδικώς τις κατασκευές στις οποίες βρίσκονται οι πυρσοί, δηλαδή το ζήτημα της υλικής εκτέλεσης του πρωτοκόλλου, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί ταυτοχρόνως με την κατάργηση των πυρσών, κατά τη διαδικασία που διαγράφει ο ν. 1629/1951, ή και μετά την κατάργηση τους. Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι πάσχει το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, διότι εκδόθηκε χωρίς την προηγούμενη άδεια του Υπουργού Εθνικής Αμύνης, δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
- Επειδή, προβάλλεται ότι το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο είναι ακυρωτέο, διότι σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης η Διοίκηση όφειλε να απόσχει από την έκδοση πρωτοκόλλου κατεδάφισης των επίμαχων κτισμάτων κατά τη διάρκεια εξέτασης της αίτησης νομιμοποίησης και μέχρι την έκδοση νόμιμης πράξης επί των σχετικών αιτημάτων νομιμοποίησής τους και την απάντηση επί τυχών σχετικών αιτήσεων θεραπείας. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 11, η κίνηση της διαδικασίας νομιμοποίησης των αυθαιρέτων κτισμάτων και κατασκευών στον αιγιαλό, την παραλία ή τη θάλασσα δεν συνεπάγεται την απαγόρευση έκδοσης πρωτοκόλλων κατεδάφισης των εν λόγω κατασκευών ούτε την αυτόθροη αναστολή της εκτέλεσης των πρωτοκόλλων κατεδάφισής τους, εφόσον αυτά έχουν τυχόν εκδοθεί (ΣτΕ 4468/2010), εν πάση δε περιπτώσει στην προκειμένη περίπτωση η Διοίκηση εξέδωσε το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο κατεδάφισης μετά την απόρριψη της αίτησης νομιμοποίησης των επίμαχων κατασκευών.
- Επειδή, προβάλλεται, τέλος, ότι μη νομίμως διατάχθηκε η κατεδάφιση των επίμαχων κατασκευών, διότι οι συγκεκριμένες κατασκευές δεν παραβλάπτουν τον κοινόχρηστο προορισμό του αιγιαλού και της παραλίας, αλλά, αντίθετα, εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον καθώς πραγματοποιήθηκαν για την προστασία της δημόσιας υγείας από τα λιμνάζοντα όμβρια ύδατα, εξυπηρετούν τους αλιείς της περιοχής και οι πυρσοί είναι αναγκαίοι για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας. Σύμφωνα, όμως, με όσα προαναφέρθηκαν, οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, εφόσον κάθε είδους τεχνικό έργο που εκτελείται στον αιγιαλό χωρίς την απαιτούμενη από τον νόμο άδεια είναι αυθαίρετο και κατεδαφιστέο, ανεξάρτητα από το σκοπό που τυχόν εξυπηρετεί (πρβλ. ΣτΕ 3827/2013, 3826/2013, 826/2009 κ.ά.).
- Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.






