ΣτΕ 2146/2016 [Ανάκληση παραχωρητηρίου ρητινευόμενου δάσους]
Περίληψη
-Με τις διατάξεις του ν.δ/τος της 17/18.10.1923, του ν.δ/τος της 1/13.12.1923 και του άρθρου 50 ν.δ/τος 2501/1953, οι οποίες προέβλεψαν την παραχώρηση πευκοδασών, ο νομοθέτης απέβλεψε στη διατήρηση, στην προστασία και στη βελτίωση των συνθηκών εκμετάλλευσης των δασών αυτών. Για τον λόγο αυτό ορίσθηκε, με τις διατάξεις αυτές, ότι η παραχώρηση, για την οποία, μάλιστα, το τίμημα, όπου προβλέπεται, προσδιορίσθηκε στο ευτελές, κατά κοινή πείρα και εν όψει των τότε δεδομένων, ποσόν των δέκα δραχμών ανά στρέμμα, επιτρέπεται να γίνει μόνον σε εκείνους, οι οποίοι ασκούν “έκπαλαι” το δικαίωμα συλλογής της ρητίνης και οι οποίοι, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, παρέχουν περισσότερες εγγυήσεις για την επίτευξη του ως άνω σκοπού λόγω της μακροχρόνιας εκμεταλλεύσεως του δάσους. Κατά την έννοια, επομένως, των διατάξεων αυτών, η παραχώρηση τελεί υπό τον όρο ότι θα διατηρηθεί η μορφή του δάσους και θα συνεχιστεί η ρητινική καλλιέργειά του καθ’ όλη την διάρκεια της παραχωρήσεως. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 50 ν.δ/τος 2501/1953, που προέβλεπε να διατηρούνται και μετά την παραχώρηση οι υφιστάμενες δουλείες ξυλεύσεως, αφού η διατήρησή τους προϋποθέτει και την διατήρηση της μορφής του δάσους, χωρίς την οποία το δικαίωμα ξυλεύσεως δεν θα είχε αντικείμενο. Παρέπεται, λοιπόν, ότι η πράξη παραχωρήσεως ανακαλείται εφόσον διαπιστωθεί, κατά την αιτιολογημένη κρίσης της Διοικήσεως, παράβαση του προαναφερομένου όρου, υπό τον οποίο τελεί κατά νόμον η παραχώρηση και ο οποίος διατηρείται και μετά την κατάργηση των παραπάνω διατάξεων με το άρθρο 317 ν.δ/τος 86/1969, ή, και αν ακόμη δεν έχει συντελεσθεί πλήρως η παράβαση, εφόσον από συγκεκριμένα στοιχεία προκύπτει ότι ο δικαιούχος έχει προβεί σε πραγματικές ή νομικές ενέργειες, οι οποίες προδίδουν, κατά τρόπο βέβαιο, την πρόθεσή του να εγκαταλείψει την ρητινική καλλιέργεια και παρέχουν ευθέως τη δυνατότητα εκμεταλλεύσεως του πευκοδάσους κατά τρόπο ξένο προς τον σκοπό στον οποίο απέβλεψε η παραχώρηση και, μάλιστα, εφόσον ο τρόπος αυτός εκμεταλλεύσεως συνεπάγεται καταστροφή ή αλλοίωση της μορφής του δάσους και αδυναμία να ασκηθούν τα διατηρούμενα, κατά τα προαναφερόμενα, δικαιώματα και να συνεχιστεί η ρητινική καλλιέργεια.
-Ο ιδιώτης, στον οποίο παραχωρήθηκε με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας πευκόδασος προς το σκοπό της ρητινικής εκμεταλλεύσεως αυτού, δεν δικαιούται να ενεργήσει επί του δάσους αυτού υλικές ή νομικές πράξεις, οι οποίες προδίδουν την πρόθεσή του να εγκαταλείψει την ρητινοκαλλιέργεια. Επομένως, αν αυτός μεταβιβάσει το παραχωρηθέν πευκοδάσος σε τρίτο για να το εκμεταλλευθεί ο τελευταίος κατά τρόπο ξένο προς τον σκοπό, για τον οποίο παραχωρήθηκε, η μεταβίβαση αυτή είναι ανεπίτρεπτη και δεν έχει νόμιμο αποτέλεσμα.
-Αρμόδιος για την ανάκληση πράξεως παραχωρήσεως ρητινευόμενου δάσους, ήταν ήδη, κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης πράξεως, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας Πελοποννήσου, είναι δε αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος ακυρώσεως.
-Νομίμως και αιτιολογημένως ανακλήθηκε το επίμαχο παραχωρητήριο με την προσβαλλόμενη πράξη, καθόσον, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και δεν αμφισβητείται από τους αιτούντες, δεν πληρώθηκε ο όρος της παραχωρήσεως του πευκοτεμαχίου προς τον αρχικό παραχωρησιούχο, δηλαδή η ρητινική καλλιέργεια, δεδομένου ότι ο δικαιοπάροχος των αιτούντων προέβη στην οικοπεδοποίηση του πευκοδάσους δια της πωλήσεως τεμαχίων αυτού, δηλαδή σε σκοπό εντελώς ξένο προς τον σκοπό της παραχωρήσεως. Εξάλλου, δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ούτε, άλλωστε, προβάλλεται από τους αιτούντες ότι είχε αναγνωρισθεί, με βάση την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία, η παραχώρηση του πευκοτεμαχίου ως παραχώρηση «άνευ όρου τινός», δηλαδή χωρίς την υποχρέωση της ρητινοσυλλογής, η οποία, άλλωστε, δε θα συνεπήγετο την δυνατότητα αλλαγής του δασικού χαρακτήρα της εκτάσεως.
-Αφού διαπιστώθηκε η μη τήρηση του όρου υπό τον οποίο έγινε η παραχώρηση, δηλαδή της ρητινικής καλλιέργειας του επίμαχου πευκοτεμαχίου, υφίστατο υποχρέωση της διοικήσεως προς ανάκληση της παραχωρήσεως και δεν απέκειτο τούτο στην διακριτική της εξουσία. Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως περί υπερβάσεως των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της διοικήσεως ως εκ του ότι η ανάκληση του παραχωρητηρίου εχώρησε μετά πάροδο εξήντα επτά ετών περίπου.
Πρόεδρος: Αθ. Ράντος
Εισηγητής: Ελ. Μουργιά
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία παραπέμφθηκε λόγω αρμοδιότητας στο Συμβούλιο της Επικρατείας με την 111/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, ζητείται, παραδεκτώς, η ακύρωση της 2165/04/14.11.2006 αποφάσεως της Γενικής Γραμματέως Περιφέρειας Πελοποννήσου, με την οποία ανακλήθηκε το 164221/27.10.1950 παραχωρητήριο ρητινευομένου δάσους του Υπουργού Γεωργίας, όπως αυτό τροποποιήθηκε με την 104818/2248/30.5.1962 απόφαση του ιδίου οργάνου, λόγω μεταβολής της χρήσεως παραχωρηθέντος δάσους και παραβιάσεως των όρων του παραχωρητηρίου.
- Επειδή, το άρθρο μόνο του από 17/18.10.1923 ν.δ/τος «Περί παραχωρήσεως κυριότητος δασών ρητινευομένων υπό ιδιωτών» (Α΄ 297) προέβλεπε ότι: «1. Τα δάση της επαρχίας Μεγαρίδος, εφ’ ων οι κάτοικοι έκπαλαι ασκούσι το δικαίωμα συλλογής της ρητίνης, παραχωρούνται κατά πλήρη κυριότητα εις τους ασκούντας το δικαίωμα τούτο. 2. Η παραχώρησις γίνεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας, επί τη αιτήσει εκάστου δικαιούχου και μετά προηγουμένην εξακρίβωσιν ότι συντρέχουν οι νόμιμοι όροι». Ακολούθως, ο νομοθέτης επέκτεινε την ισχύ του ν.δ/τος αυτού αρχικώς στα δάση του τέως Δήμου Περαχώρας Κορινθίας, με το άρθρο μόνο του από 1/13.12.1923 ν.δ/τος «Περί επεκτάσεως της ισχύος του ν.δ. της 17/18.10.1923» (Α΄ 360), και στη συνέχεια σε όλες τις περιοχές της χώρας με το άρθρο 50 ν.δ/τος 2501/1953 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων των περί Δασών Νόμων» (Α΄ 200), στο οποίο, συγκεκριμένα, ορίσθηκε ότι «η ισχύς του Ν.Δ. της 17ης Οκτωβρίου 1923 … επεκτείνεται εις απάσας τας περιοχάς της Επικρατείας όπου υπάρχουν πευκοδάση εφ’ ων ασκείται έκπαλαι υπό τρίτων κλασματικόν δικαίωμα ρητινεύσεως. Η τοιαύτη παραχώρησις πευκοδασών κειμένων εκτός των περιοχών των προβλεπομένων υπό των Ν.Δ. της 17ης Οκτωβρίου 1923 και 1ης Δεκεμβρίου 1923 ενεργείται επί καταβολή τιμήματος δραχμών 10.000 κατά στρέμμα. Το τίμημα τούτο καταβάλλεται κατά τα εν τη περί παραχωρήσεως αποφάσει του Υπουργού καθοριζόμενα είτε εφ’ άπαξ είτε εις ίσας ετήσιας δόσεις … Αι επί των δασών τούτων τυχόν υφιστάμεναι δουλείαι καυσοξυλεύσεως και βοσκής διατηρούνται εν ισχύϊ». Στη συνέχεια, με το άρθρο 317 του ν.δ/τος 86/1969 «Δασικός Κώδιξ» (Α΄ 7) καταργήθηκαν οι προαναφερόμενες διατάξεις. Ακολούθησε ο ν. 998/1979 «Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων
της χώρας» (Α΄ 289), στο άρθρο 64 του οποίου ορίζεται ότι: «1. Παραχωρήσεις ρητινευομένων δασών γενόμεναι κατά τας διατάξεις του άρθρου μόνου του Ν.Δ. από 17/18.10.1923 … του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 1/13.12.1923 … και του άρθρου 50 του Ν.Δ. 2501/1953 … αναγνωρίζονται ως παραχωρήσεις των δασών τούτων γενόμεναι κατά πλήρη κυριότητα και άνευ όρου τινός, δι’ αποφάσεως του αρμοδίου Νομάρχου, εκδιδομένης εντός τριετίας από της αιτήσεως των υπέρ ων η αρχική παραχώρησις, υποβαλλομένης εντός έτους από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος. Το δικαίωμα τούτο έχουν και οι καθολικοί διάδοχοι, οι προικολήπται και οι ειδικοί διάδοχοι των υπέρ ων η αρχική παραχώρησις, εάν τυγχάνουν σύζυγοι ή κατιόντες ή συγγενείς εκ πλαγίου μέχρι και του τρίτου βαθμού, μετεβιβάσθησαν δε εις αυτούς τα ως άνω δάση μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου. Το αυτό δικαίωμα έχουν και οι λοιποί ειδικοί διάδοχοι των άνω προσώπων, εφ’ όσον συνεφώνησαν την αγοράν των τοιούτων δασών συνάψαντες μέχρι της 15 Οκτωβρίου 1967 οριστικόν συμβόλαιον. … 2. Η αίτησις συνοδευομένη υπό του αρχικού παραχωρητηρίου ή κεκυρωμένου αντιγράφου αυτού και των αποδεικτικών στοιχείων των εν τω μεταξύ γενομένων μεταβιβάσεων, υποβάλλεται εις τον οικείον Δασάρχην. Μετά την πάροδον της εν τη προηγουμένη παραγράφω προθεσμίας, ενεργείται δι’ εκάστην περιοχήν χαρτογράφησις προς καθορισμόν των ορίων εκάστου τεμαχίου και του εμβαδού του αντιστοιχούντος εις την αρχικήν παραχώρησιν … 3. Αι υποβληθείσαι αιτήσεις, μετά των ανωτέρω στοιχείων και κτηματικών σχεδιαγραμμάτων των αφορώντων εις έκαστον δάσος ή δασοτεμάχιον, υποβάλλονται υπό του Δασάρχου μετά σχετικής προτάσεως εις την Επιτροπήν του άρθρου 10 παρ. 3 το παρόντος, μετά σύμφωνον γνώμην της οποίας εκδίδεται η ως άνω απόφασις του Νομάρχου ήτις μεταγράφεται νομίμως … 4. …». - Επειδή, με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν.δ/τος της 17/18.10.1923, του ν.δ/τος της 1/13.12.1923 και του άρθρου 50 ν.δ/τος 2501/1953, οι οποίες προέβλεπαν την παραχώρηση πευκοδασών, ο νομοθέτης απέβλεψε στη διατήρηση, στην προστασία και στη βελτίωση των συνθηκών εκμεταλλεύσεως των δασών αυτών. Για τον λόγο αυτό ορίσθηκε, με τις διατάξεις αυτές, ότι η παραχώρηση, για την οποία, μάλιστα, το τίμημα, όπου προβλέπεται (άρθρο 50 ν.δ/τος 2501/1953), προσδιορίσθηκε στο ευτελές, κατά κοινή πείρα και εν όψει των τότε δεδομένων, ποσόν των δέκα δραχμών ανά στρέμμα, επιτρέπεται να γίνει μόνον σε εκείνους, οι οποίοι ασκούν “έκπαλαι” το δικαίωμα συλλογής της ρητίνης και οι οποίοι, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, παρέχουν περισσότερες εγγυήσεις για την επίτευξη του ως άνω σκοπού λόγω της μακροχρόνιας εκμεταλλεύσεως του δάσους. Κατά την έννοια, επομένως, των διατάξεων αυτών, η παραχώρηση τελεί υπό τον όρο ότι θα διατηρηθεί η μορφή του δάσους και θα συνεχιστεί η ρητινική καλλιέργειά του καθ’ όλη την διάρκεια της παραχωρήσεως. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 50 ν.δ/τος 2501/1953, που προέβλεπε να διατηρούνται και μετά την παραχώρηση οι υφιστάμενες δουλείες ξυλεύσεως, αφού η διατήρησή τους προϋποθέτει και την διατήρηση της μορφής του δάσους, χωρίς την οποία το δικαίωμα ξυλεύσεως δεν θα είχε αντικείμενο. Παρέπεται, λοιπόν, ότι η πράξη παραχωρήσεως ανακαλείται εφόσον διαπιστωθεί, κατά την αιτιολογημένη κρίση της Διοικήσεως, παράβαση του προαναφερομένου όρου, υπό τον οποίο τελεί κατά νόμον η παραχώρηση και ο οποίος διατηρείται και μετά την κατάργηση των παραπάνω διατάξεων με το άρθρο 317 ν.δ/τος 86/1969, ή, και αν ακόμη δεν έχει συντελεσθεί πλήρως η παράβαση, εφόσον από συγκεκριμένα στοιχεία προκύπτει ότι ο δικαιούχος έχει προβεί σε πραγματικές ή νομικές ενέργειες, οι οποίες προδίδουν, κατά τρόπο βέβαιο, την πρόθεσή του να εγκαταλείψει τη ρητινική καλλιέργεια και παρέχουν ευθέως τη δυνατότητα εκμεταλλεύσεως του πευκοδάσους κατά τρόπο ξένο προς το σκοπό
στον οποίο απέβλεψε η παραχώρηση και, μάλιστα, εφόσον ο τρόπος
αυτός εκμεταλλεύσεως συνεπάγεται καταστροφή ή αλλοίωση της μορφής του δάσους και αδυναμία να ασκηθούν τα διατηρούμενα, κατά τα προαναφερόμενα, δικαιώματα και να συνεχιστεί η ρητινική καλλιέργεια (ΣτΕ 538/1990 Ολομ., 429/1976 Ολομ., 1827/1979 κ.ά.). Εξάλλου, με τις μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 64 ν. 998/1979 χορηγήθηκε μεν η δυνατότητα να αναγνωρισθούν, κατά την θεσπιζόμενη με το άρθρο αυτό διοικητική διαδικασία, οι παραχωρήσεις ρητινευόμενου δάσους, που έγιναν με βάση τα προαναφερόμενα νομοθετήματα, ως παραχωρήσεις κατά πλήρη κυριότητα και άνευ όρου τινός, δηλαδή αποδεσμευόμενες, από τον παραπάνω όρο της συνεχίσεως της ρητινικής καλλιέργειας. Αν, όμως, δεν υποβληθεί στην τασσόμενη από το άρθρο αυτό προθεσμία σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου, με την οποία κινείται η διοικητική αυτή διαδικασία, η παραχώρηση εξακολουθεί, κατά την έννοια των νεότερων αυτών διατάξεων του άρθρου 64, να τελεί υπό τον ίδιο ως άνω όρο, η παράβαση του οποίου συνεπάγεται την ανάκλησή της, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα (ΣτΕ 538/1990 Ολομ., πρβλ. ΣτΕ 1399/2013). Εν όψει τούτων, ο ιδιώτης, στον οποίο παραχωρήθηκε με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας κατ’ εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, πευκοδάσος προς τον σκοπό της ρητινικής εκμεταλλεύσεως αυτού, δεν δικαιούται να ενεργήσει επί του δάσους αυτού υλικές ή νομικές πράξεις, οι οποίες προδίδουν την πρόθεσή του να εγκαταλείψει την ρητινοκαλλιέργεια. Επομένως, αν αυτός μεταβιβάσει το παραχωρηθέν πευκοδάσος σε τρίτο για να το εκμεταλλευθεί ο τελευταίος κατά τρόπο ξένο προς τον σκοπό, για τον οποίο παραχωρήθηκε, η μεταβίβαση αυτή είναι ανεπίτρεπτη και δεν έχει νόμιμο αποτέλεσμα (ΣτΕ 1399/2013, ΑΠ 452/1992). - Επειδή, περαιτέρω, με το άρθρο 14 του ν. 3208/2003 «Προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, κατάρτιση δασολογίου, ρύθμιση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 303/24.12.2003), υπό τον τίτλο «Ρητινευόμενα δάση», ορίστηκαν τα εξής: «1. Παραχωρήσεις ρητινευόμενων δασών, που έγιναν με τις διατάξεις του άρθρου μόνου του από 17/18.10.1923 Ν.Δ. “περί παραχωρήσεως της κυριότητας δασών ρητινευόμενων υπό ιδιωτών” …, του άρθρου μόνου του από 1/13.12.1923 Ν.Δ. … “περί επεκτάσεως της ισχύος του Ν.Δ. της 17/18.10.1923 κλπ.” και του άρθρου 50 του Ν.Δ. 2501/1953 “περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων των περί δασών νόμων” …, καθώς και του άρθρου 64 του Ν. 998/1979, εφόσον δεν ανακλήθηκαν μεταγενέστερα τα παραχωρητήρια, θεωρούνται ότι έγιναν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας. Η διαχείριση των εν λόγω δασών γίνεται κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, όπως και στα λοιπά δάση. 2. … 3. Σε περίπτωση παραβίασης των όρων του παραχωρητηρίου και μεταβολής της χρήσης του παραχωρηθέντος δάσους, με ολική ή ουσιώδη μερική αποψίλωσή του, το παραχωρητήριο ανακαλείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, προς το σκοπό της αποκατάστασης του δασικού χαρακτήρα από τη δασική Υπηρεσία. Στις περιπτώσεις αυτές δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 4 του άρθρου 21 του παρόντος». Ο τελευταίος αυτός νόμος, ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 24 αυτού, από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (24.12.2003) και δεν έχει αναδρομική ισχύ (ΣτΕ 1399/2013).
- Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 14 του ν. 3208/2003, αρμόδιος για την ανάκληση πράξεως παραχωρήσεως ρητινευομένου δάσους, ήταν ήδη, κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας Πελοποννήσου, είναι δε αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος ακυρώσεως.
- Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την 164221/27.10.1950 πράξη του Υπουργού Γεωργίας, παραχωρήθηκε στον Σπυρίδωνα Σπύρου του Αθανασίου, κατόπιν αιτήσεώς του, κατά πλήρη κυριότητα, πευκοδάσος εκατόν πενήντα (150) στρεμμάτων στη θέση «Βαμβακιές» της (τότε) Κοινότητας και ήδη του Δημοτικού Διαμερίσματος Πισσίων του Δήμου Λουτρακίου – Περαχώρας, με την αιτιολογία ότι «επί των οποίων υμείς και οι δικαιοπάροχοι σας ασκείτε έκπαλαι το δικαίωμα της συλλογής της ρητίνης», σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων μόνων των ν.δ/των της 17/18.10.1923 και της 1/13.12.1923. Με το 7928/30.3.1962 συμβόλαιο Συμβολαιογράφου Κορίνθου ο αρχικός παραχωρησιούχος μεταβίβασε την ως άνω παραχωρηθείσα δασική έκταση στον Ιωάννη Κορασίδη, δικαιοπάροχο των αιτούντων. Ακολούθως, με την 104818/2248/30.5.1962 απόφαση του με εντολή Υπουργού Γεωργίας υπογράφοντος Γενικού Διευθυντή Δασών, που εκδόθηκε κατόπιν σχετικής αιτήσεως του εν λόγω δικαιοπαρόχου, τροποποιήθηκε το προαναφερθέν 164221/27.10.1950 παραχωρητήριο ως προς το εμβαδόν και το ανατολικό του όριο και ορίσθηκε ότι το εμβαδόν του ως άνω πευκοτεμαχίου ανέρχεται σε διακόσια ενενήντα (290) περίπου στρέμματα. Εξάλλου, κατόπιν σχετικών αιτήσεων του ιδίου, με την 7715/522/
17.4.1970 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας, εγκρίθηκε η εγκατάσταση εντός του πευκοτεμαχίου ενός λυόμενου ξύλινου οικίσκου προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως προσωρινή κατοικία του προσληφθησομένου από αυτόν ιδιωτικού δασοφύλακα άνευ υλοτομίας δασικής βλαστήσεως και με την 1702/11.8.1977 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας χορηγήθηκε για το επίμαχο πευκοτεμάχιο έγκριση εκτελέσεως προληπτικών έργων αντιπυρικής προστασίας. Στη συνέχεια, από το έτος 1978 και εντεύθεν, ο εν λόγω δικαιοπάροχος των αιτούντων μεταβίβασε ιδανικά μερίδια του ως άνω πευκοτεμαχίου σε τρίτους, ποσοστού 1/293 επί της όλης εκτάσεως, τα οποία, ακολούθως, μετετράπησαν σε αυτοτελείς διακεκριμένες ιδιοκτησίες επιφανείας ενός στρέμματος εκάστη. Μετά από διενεργηθείσα αυτοψία οργάνων του Δασαρχείου Κορίνθου και πρόταση του Δασαρχείου Κορίνθου, με την 585/8.4.1986 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας (Δ΄ 378) κηρύχθηκε αναδασωτέα η ως άνω έκταση, διακοσίων ενενήντα τριών στρεμμάτων. Τέλος, με την προσβαλλόμενη 2165/04/14.11.2006 απόφαση της Γενικής Γραμματέως Περιφέρειας Πελοποννήσου, κατόπιν της 4917/16.9.2004 προτάσεως του Δασαρχείου Κορίνθου και σύμφωνης γνώμης της Διεύθυνσης Δασών Κορινθίας και αφού ελήφθη υπόψη η προαναφερθείσα 585/8.4.1986 πράξη αναδασώσεως, ανακλήθηκε η ως άνω τροποποιηθείσα 164221/1950 πράξη παραχωρήσεως του Υπουργού Γεωργίας, εκτάσεως 306.511,40 τ.μ. μετά την εφαρμογή ορίων κατά τον προσωρινό κτηματολογικό χάρτη, με την αιτιολογία ότι η ολική αποψίλωση του μεγαλύτερου τμήματος αυτής της εκτάσεως και η επ’ αυτής ανέγερση κατοικιών και άλλων κτισμάτων αποτελεί ουσιαστική μεταβολή της χρήσεως του παραχωρηθέντος δάσους και κατάφωρη παραβίαση των όρων του παραχωρητηρίου. - Επειδή, όπως εκτίθεται στη σκέψη 4, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.δ/των της 17/18.10.1923 και της 1/13.12.1923, υπό την ισχύ των οποίων εκδόθηκε το παραχωρητήριο που ανακλήθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη, η παραχώρηση δασικών εκτάσεων σε ιδιώτες με σκοπό τη ρητινοκαλλιέργεια, τελεί υπό τον όρο πραγματώσεως του ως άνω σκοπού, η οποία αποτελεί προϋπόθεση, τόσο της αποκτήσεως, όσο και της διατηρήσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων στην έκταση που παραχωρείται. Με τα δεδομένα αυτά, νομίμως και αιτιολογημένως ανακλήθηκε το επίμαχο παραχωρητήριο με την προσβαλλόμενη πράξη, καθόσον, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και δεν αμφισβητείται από τους αιτούντες, δεν πληρώθηκε ο όρος της παραχωρήσεως του πευκοτεμαχίου προς τον αρχικό παραχωρησιούχο, δηλαδή η ρητινική καλλιέργεια, δεδομένου ότι ο δικαιοπάροχος των αιτούντων προέβη στην οικοπεδοποίηση του πευκοδάσους διά της πωλήσεως τεμαχίων αυτού, δηλαδή σε σκοπό εντελώς ξένο προς τον σκοπό της παραχωρήσεως. Εξάλλου, δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ούτε, άλλωστε, προβάλλεται από τους αιτούντες ότι είχε αναγνωρισθεί, με βάση τη διοικητική διαδικασία του άρθρου 64 του ν. 998/1979, η παραχώρηση του πευκοτεμαχίου ως παραχώρηση “άνευ όρου τινός”, δηλαδή χωρίς την υποχρέωση της ρητινοσυλλογής, η οποία, άλλωστε, δεν θα συνεπήγετο τη δυνατότητα αλλαγής του δασικού χαρακτήρα της εκτάσεως. Περαιτέρω, ούτε επίκληση της 19077/
26.11.1992 αποφάσεως του Νομάρχη Κορινθίας (Β΄ 754), με την οποία ονοματοδοτείται οικισμός, που έχει αναπτυχθεί στην περιοχή, με το όνομα «Βαμβακιές», κατόπιν της 67/5.11.1990 αποφάσεως του Κοινοτικού Συμβουλίου Πισσίων, με την οποία καθορίσθηκαν, το πρώτον, ως αυτοτελείς οικισμοί, οι οικισμοί Βαμβακιές και Μαυρολίμνη -«νέοι οικισμοί λόγω ανοικοδόμησης»- ενόψει της γενικής απογραφής που επρόκειτο να διενεργηθεί το έτος 1991, οπότε και καταγράφηκαν αυτοί ως αυτοτελείς, αποδεικνύει πλάνη περί τα πράγματα, εφόσον, πάντως, ο εν λόγω «οικισμός» όχι μόνο δεν είναι προϋφιστάμενος του 1923, αλλά δεν καταγράφεται ούτε σε απογραφή προγενέστερη της 14.3.1983, και, ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχε περίπτωση εξαιρέσεώς του από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας (πρβλ. ΣτΕ 4136/2013, 2227/2008). Συνεπώς, οι λόγοι ακυρώσεως περί πλημμελούς αιτιολογίας της προσβαλλομένης πράξεως και περί παραβάσεως των αρχών καλής πίστεως, χρηστής διοικήσεως και κράτους δικαίου και της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη προς το Κράτος είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι δε λόγοι ακυρώσεως, οι οποίοι στρέφονται κατά της 585/8.4.1986 πράξεως αναδασώσεως, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, προεχόντως διότι η πράξη αυτή δεν προκύπτει ότι έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί με οποιονδήποτε τρόπο, το κύρος δε αυτής δεν δύναται να εξετασθεί παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο της παρούσας δίκης. Τέλος, αφού διαπιστώθηκε η μη τήρηση του όρου υπό τον οποίο έγινε η παραχώρηση, δηλαδή της ρητινικής καλλιέργειας του επίμαχου πευκοτεμαχίου, υφίστατο υποχρέωση της διοικήσεως προς ανάκληση της παραχωρήσεως και δεν απέκειτο τούτο στην διακριτική της εξουσία. Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως περί υπερβάσεως των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της διοικήσεως ως εκ του ότι η ανάκληση του παραχωρητηρίου εχώρησε μετά πάροδο εξήντα επτά ετών περίπου (πρβλ. ΣτΕ 429/1976 Ολομ., 1827/1979 κ.ά.). - Επειδή, κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.






