ΣτΕ 578/2016 [Δέσμευση ακινήτου εντός σχεδίου σε αρχαιολογικό χώρο]
Περίληψη
-Κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί η προβλεπόμενη διαδικασία, με τηναπαλλοτρίωση ή την απευθείας εξαγορά του επίδικου ακινήτου. Συνεπώς, εκκρεμούσης της σχετικής διαδικασίας δεν τίθεται ζήτημα κατάργησης της δίκης.
– Η ιδιοκτησία των αιτούντων ευρίσκεται εντός περιοχής που με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος. Συνεπώς, η παράλειψη της Διοίκησης να αποφανθεί επί του αιτήματος των αιτούντων που αφορά την κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας τους, παρίσταται μη νόμιμη. Αντιθέτως, σύμφωνα με την άποψη της πλειοψηφίας, δεν συνέτρεξε παράλειψη της Διοίκησης ως προς το δεύτερο αίτημα περί καθορισμού αποζημίωσης για τη στέρηση χρήσης της ανωτέρω ιδιοκτησίας τους για το παρελθόν χρονικό διάστημα καθώς και για το μέλλον και, συγκεκριμένα, για κάθε μήνα στέρησης της εν λόγω ιδιοκτησίας και μέχρι τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσής της. Λόγω, όμως, της σπουδαιότητας του ζητήματος, το Τμήμα υπό την παρούσα σύνθεση κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος.
Πρόεδρος: Χρ. Ράμμος
Εισηγητής: Χρ. Λιάκουρας
Δικηγόροι: Γ. Γκεσούλης, Π. Αγγέλου
Βασικές Σκέψεις
- Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η ακύρωση της σιωπηρής απόρριψης από τη Διοίκηση της από 25.8.2010 αίτησης των αιτούντων, με την οποία ζητούσαν α) την κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ιδιοκτησίας τους έκτασης 7.291,44τ.μ. που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου στο Πυθαγόρειο της Σάμου και β) την έκδοση, κατά τις παραγράφους 1 έως 5 του άρθρου 19 ν. 3028/2002, απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού περί καθορισμού αποζημίωσης για τη στέρηση χρήσης της ανωτέρω ιδιοκτησίας τους για το χρονικό διάστημα από 1.1.1985 έως 20.8.2010, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 9.731.850 ευρώ, καθώς και για το μέλλον και, συγκεκριμένα, για κάθε μήνα στέρησης της εν λόγω ιδιοκτησίας και μέχρι τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσής της.
- Επειδή, το άρθρο 24 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, προβλέπει στην παρ. 1 ότι «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας …» και στην παρ. 6 ότι «Τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος. Νόμος θα ορίσει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση της προστασίας αυτής περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας, καθώς και τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης των ιδιοκτητών». Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, δηλαδή των μνημείων και λοιπών στοιχείων που προέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και συνθέτουν την ιστορική, καλλιτεχνική, τεχνολογική και εν γένει πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας. Η προστασία αυτή περιλαμβάνει αφενός μεν τη διατήρηση στο διηνεκές των εν λόγω πολιτιστικών στοιχείων, αφ’ ετέρου δε τη δυνατότητα επιβολής γενικών περιορισμών ή ιδιαίτερων μέτρων για την αποφυγή οποιασδήποτε βλάβης, αλλοίωσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος τα μνημεία χώρου. Οι περιορισμοί αυτοί, που ερείδονται αποκλειστικά στο άρθρο 24 του Συντάγματος και μπορούν, κατ’ αρχήν, να έχουν ευρύτερο περιεχόμενο από τους γενικούς περιορισμούς της ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, δημιουργούν υποχρέωση αποζημίωσης του θιγόμενου ιδιοκτήτη κατά το άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγματος, όταν δεσμεύουν ουσιωδώς την ιδιοκτησία κατά τον προορισμό της χάριν της προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Και ναι μεν προβλέπεται από την τελευταία συνταγματική διάταξη ή έκδοση ειδικού νόμου, ο οποίος θα καθορίσει, μεταξύ άλλων, τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης, που μπορεί να διαφέρει από τα οριζόμενα στο άρθρο 17 του Συντάγματος, αλλά, και όταν δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, γεννάται ευθεία από το Σύνταγμα υποχρέωση της Διοίκησης να εξασφαλίζει διηνεκώς την προστασία του μνημείου και, παραλλήλως, να αποζημιώνει τον πληττόμενο ιδιοκτήτη. Πράγματι, το άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγματος καθορίζει τόσο την ανάγκη της χωρίς χρονικούς περιορισμούς προστασίας του εννόμου αγαθού του πολιτιστικού περιβάλλοντος, όσο και την αποζημίωση ως αντιστάθμισμα της επερχόμενης βλάβης στον ιδιοκτήτη, καταλείποντας στον κοινό νομοθέτη την ευχέρεια να προσδιορίσει τη διοικητική διαδικασία καθορισμού της αποζημίωσης, υπό τον έλεγχο του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, καθώς και το είδος της αποζημίωσης, ως χρηματικής ή άλλης μορφής (ΣτΕ Ολομ. 3146/1986, 4151/2011, 323/2009, 1998/2007, 1920/2007, 1606/2007, 3009/2006,3000/2005).
- Επειδή, περαιτέρω, η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος οργανώνεται και εξειδικεύεται με τις διατάξεις του ν. 3028/2002 (Α΄ 153), σε εκτέλεση των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων. Στο τέταρτο τμήμα του δευτέρου κεφαλαίου του νόμου αυτού (άρθρα 18 – 19), υπό τον τίτλο «Απαλλοτριώσεις – Στέρηση χρήσεως» ορίζεται, στο άρθρο 18, ότι «1. Το Δημόσιο μπορεί να προβαίνει με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, είτε στην ολική ή τη μερική απαλλοτρίωση είτε στην απευθείας εξαγορά μνημείου ή οποιουδήποτε ακινήτου μέσα στο οποίο υπάρχουν μνημεία, καθώς και παρακείμενων ακινήτων ή μνημείων, εάν αυτό κρίνεται απαραίτητο για την προστασία των μνημείων. … 6. Η εισήγηση της Υπηρεσίας για ολική ή μερική απαλλοτρίωση ή απευθείας εξαγορά ακινήτου περιλαμβάνει την αιτιολογημένη απόρριψη άλλων λύσεων προστασίας των μνημείων … καθώς και τις βασικές κατευθύνσεις για τον τρόπο διατήρησης και ανάδειξής τους μέσα στο προς απαλλοτρίωση ακίνητο …» και στο άρθρο 19 ότι «1. Για την προστασία μνημείων … ή για τη διενέργεια ανασκαφών ο Υπουργός Πολιτισμού μπορεί να επιβάλλει προσωρινή η οριστική στέρηση ή περιορισμό της χρήσης ακινήτου. 2. Σε περίπτωση ουσιώδους προσωρινού περιορισμού ή ουσιώδους προσωρινής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης του όλου ακινήτου, καταβάλλεται αποζημίωση, η οποία υπολογίζεται με βάση τη μέση κατά προορισμό απόδοση του ακινήτου πριν τον περιορισμό ή τη στέρηση της χρήσης, λαμβανομένης υπόψη και της ιδιότητας του ακινήτου ως μνημείου, εφόσον αυτή συντρέχει. 3. Σε περίπτωση ουσιώδους οριστικού περιορισμού ή οριστικής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης του όλου ακινήτου καταβάλλεται πλήρης αποζημίωση. Και στην περίπτωση αυτή λαμβάνεται υπόψη η ιδιότητα του ακινήτου ως μνημείου, εφόσον αυτή συντρέχει . 4. Σε περίπτωση προσωρινής στέρησης της κατά τον προορισμό χρήσης του όλου ή μέρους ακινήτου μέσα στο οποίο υπάρχουν μνημεία ή άλλων παρακείμενων ακινήτων, εάν κρίνεται απαραίτητο για την προστασία των μνημείων αυτών, κάθε θιγόμενος μπορεί να υποβάλει αίτηση για αποζημίωση, για τον προσδιορισμό της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2. 5. Σε περίπτωση ουσιώδους περιορισμού ή οριστικής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης τμήματος του ακινήτου, που απαιτείται για την προστασία του μνημείου, η αποζημίωση καταβάλλεται για το τμήμα αυτό, μόνο εάν ο περιορισμός ή η στέρηση της κατά προορισμό χρήσης του όλου ακινήτου, οπότε καταβάλλεται η αποζημίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 3. 6. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη επιτροπής διαπιστώνεται εάν συντρέχει περίπτωση καταβολής αποζημίωσης … Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού καθορίζεται η συγκρότηση και οι αρμοδιότητες της επιτροπής, η διαδικασία κατά την οποία γνωμοδοτεί, τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη, το είδος και ο τρόπος καταβολής της αποζημίωσης και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. 7. Σε περίπτωση κατά την οποία το ποσό που έχει ή προβλέπεται να καταβληθεί ως αποζημίωση λόγω στέρησης ή περιορισμού χρήσης ακινήτου προσεγγίζει την αξία του ακινήτου τότε αυτό κηρύσσεται απαλλοτριωτέο». Κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 6 του ως άνω άρθρου 19 εκδόθηκε η ΥΠΠΟ/ΓΝΟΣ/9130/26.2.2003 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού «Σύσταση Επιτροπής του άρθρου 19 παρ. 6 του Ν. 3028/2002» (Β΄ 229), στην παρ. 4 του άρθρου μόνου της οποίας προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «… 4. Για την έκδοση της γνωμοδότησης της Επιτροπής λαμβάνονται υπόψη: α. Ο περιορισμός ή η στέρηση της κατά προορισμό νόμιμης χρήσης του όλου ή τμήματος ενός εκτός σχεδίου κειμένου ακινήτου, όταν είναι ουσιώδης, ήτοι όταν συνεπεία αυτού επέρχεται εκμηδένιση της εκμεταλλεύσεως του ακινήτου, ή ουσιωδώς μειούται η εκμετάλλευση, χρήση και απόδοση αυτού. β. Ο περιορισμός ή η στέρηση της κατά προορισμό νόμιμης χρήσης του όλου ή τμήματος ενός ακινήτου, όταν είναι προσωρινός, ήτοι όταν προβλέπεται να διαρκέσει μέχρι της λήξεως διενεργουμένου, ή προγραμματιζόμενου αρχαιολογικού έργου και πάντως όχι πέραν της πενταετίας σε κάθε περίπτωση. γ. Ο περιορισμός ή η στέρηση της κατά προορισμό νόμιμης χρήσης του όλου ή τμήματος ενός ακινήτου, όταν αυτός είναι οριστικός, ήτοι όταν αυτός διαρκεί πέραν της πενταετίας. Και οι δύο ως άνω περιπτώσεις τελούν υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής της παρ. 7 του άρθρου 19 του Ν. 3028/2002. …». Κατά τα αναφερόμενα δε στην εισηγητική έκθεση του νόμου, σύμφωνα με την αρχή της αναγκαιότητας, η λύση της απαλλοτρίωσης πρέπει να τεκμηριώνεται από την Υπηρεσία ως μόνη κατάλληλη για την προστασία του μνημείου …». Περαιτέρω, στην αιτιολογική αυτή έκθεση αναφέρεται ότι αν «οι χρήστες ακινήτων υφίστανται περιορισμό ή στέρηση της χρήσης ακινήτου κατά τον προορισμό του, καταβάλλεται αποζημίωση, το ύψος της οποίας θα ποικίλλει ανάλογα με την έκθεση, την ένταση, και τη χρονική διάρκεια του περιορισμού ή της στέρησης. … Επειδή όμως ο οποιασδήποτε έκτασης, έντασης ή χρονικής διάρκειας περιορισμός ή στέρηση της χρήσης του ακινήτου δεν πρέπει να καταστεί επένδυση του ιδιοκτήτη του, με συνέπεια να εισπράξει υπό μορφή αποζημίωσης αξία μεγαλύτερη εκείνης του επιβαρυμένου ακινήτου του, η Διοίκηση προβαίνει στην απαλλοτρίωσή του εάν το ποσό που έχει καταβληθεί ή προβλέπεται ότι θα καταβληθεί ως αποζημίωση προσεγγίζει και κατά μείζονα λόγο θα υπερβεί την αξία του …».
- Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3028/2002, επιδιώκεται η συνταγματικώς επιβαλλόμενη προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος και παραλλήλως η δυνατότητα ικανοποίησης της αξίωσης του ιδιοκτήτη ακινήτου βαρυνόμενου με περιορισμούς επιβαλλόμενους για λόγους προστασίας πολιτιστικής κληρονομιάς, η οποία, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 3, γεννάται σε περίπτωση ουσιώδους δέσμευσης της ιδιοκτησίας και, όπως είχε κριθεί υπό το προγενέστερο του ως άνω ν. 3028/2002 νομοθετικό καθεστώς, ελλείψει σχετικής νομοθετικής ρύθμισης, απέρρεε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ευθέως από την παράγραφο 6 του άρθρου 24 του Συντάγματος (ΣτΕ 3146/1986 Ολομ., 4151/2011, 323/2009, 1998/2007, 1920/2007, 1606/2007, 3009/2006, 3000/2005). Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η Διοίκηση, προκειμένου για ακίνητο εντός σχεδίου, για το οποίο κρίνεται απαραίτητη η επιβολή περιορισμών για την προστασία μνημείου, οφείλει να αναζητήσει τη βέλτιστη λύση που θα συνδυάζει την ανάδειξη – προστασία του μνημείου με τη δυνατότητα ανοικοδόμησης του ακινήτου, ώστε να μη θίγεται ουσιωδώς το δικαίωμα ιδιοκτησίας επ’ αυτού, σε περίπτωση δε, κατά την οποία κριθεί αναγκαία η απαγόρευση δόμησης, που όπως έχει κριθεί (ΣτΕ Ολομ. 3146/1986), συνιστά ουσιώδη περιορισμό της ιδιοκτησίας κατά τον προορισμό της, και εφόσον δεν χωρήσει απευθείας εξαγορά ή αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου, έχει την υποχρέωση να εξετάσει αν συντρέχει δικαίωμα αποζημίωσης του θιγόμενου ιδιοκτήτη και να καθορίσει το ύψος της. Κατά συνέπεια, αν υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον ιδιοκτήτη του βαρυνομένου ακινήτου, η Διοίκηση οφείλει να διαλάβει ειδική κρίση εάν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής μιας από τις προβλεπόμενες στις ως άνω διατάξεις δυνατότητας, δηλαδή απευθείας εξαγοράς, αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή καταβολής αποζημίωσης, ενόψει και του ισχύοντος στην περιοχή του ακινήτου πολεοδομικού καθεστώτος. Κατά τη ρητή πρόβλεψη της παρ. 7 του άρθρου 19, όπως τονίζεται και στην εισηγητική έκθεση, αν το ύψος της αποζημίωσης προσεγγίζει την αξία του ακινήτου, τότε η απαλλοτρίωση είναι υποχρεωτική για τη Διοίκηση (ΣτΕ 4151/2011). Εξάλλου, σύμφωνα με την κρατήσασα άποψη, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, όταν η στέρηση του ακινήτου του διοικουμένου είναι οριστική και κηρυχθεί τελικώς αναγκαστική απαλλοτρίωση, τότε ο διοικούμενος, με την διαδικασία αυτή, δεν μπορεί να ζητήσει σωρευτικά και αποζημίωση λόγω της στέρησης χρήσης του ακινήτου του αυτού στο παρελθόν αλλά και για το χρονικό διάστημα μέχρι τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, καθόσον, στην περίπτωση αυτή το ύψος της αποζημίωσης, η οποία, κατά το νόμο, ορίζεται ως πλήρης, ανταποκρίνεται στην κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης αξία του δεσμευμένου ακινήτου, οι δε τυχόν απαιτήσεις του διοικουμένου για την κατά το παρελθόν στέρηση της χρήσης του, εάν δεν είχαν ήδη υποβληθεί στα πλαίσια της διαδικασίας που προβλέπεται από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, υπό τη μορφή δηλαδή αιτήσεων αποζημίωσης λόγω ουσιώδους προσωρινού περιορισμού ή ουσιώδους προσωρινής στέρησης της χρήσης του ακινήτου, μπορούν να αναζητηθούν από τον διοικούμενο με την εκ μέρους του άσκηση αγωγής αποζημίωσης στα αρμόδια δικαστήρια, η οποία δεν παρεμποδίζεται, από το γεγονός ότι με τις ανωτέρω ρυθμίσεις εξέλιπε το νομοθετικό κενό για την κάλυψη του οποίου είχε γίνει δεκτή η δυνατότητα ευθείας αγωγής για αποζημίωση (πρβλ. ΣτΕ 4627/2013 7μ.). Μειοψήφησε ο Πάρεδρος Χ. Λιάκουρας, κατά τη γνώμη του οποίου, εφόσον πλέον, μετά τις ρυθμίσεις του άρθρου 19 του ν.3028/2002, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να ασκήσει το δικαίωμά του για αποζημίωση λόγω επιβολής περιορισμών στην ιδιοκτησία του για την προστασία πολιτιστικών στοιχείων με την τήρηση της θεσπιζόμενης από τις διατάξεις αυτές διαδικασίας και δεν δικαιούται να ασκήσει αγωγή ερειδόμενη ευθέως στο άρθρο 24 παρ.6 του Συντάγματος, κάθε είδος απαιτήσεών του που πηγάζουν από τους συγκεκριμένους περιορισμούς, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις για την κατά το παρελθόν στέρηση χρήσης της ιδιοκτησίας του, ανεξαρτήτως εάν ευσταθούν ή όχι, μπορεί να αναζητηθεί μόνον μέσω της διαδικασίας αυτής (πρβλ. ΣτΕ 4627/2013 7μ., 2128/2014).
- Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Η ιδιοκτησία των αιτούντων ευρίσκεται εντός περιοχής που με την Φ21/40292/1401/26.7.1984 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού (Β 526) κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος. Ο πρώτος εκ των αιτούντων υπέβαλε ενώπιον της Κ.Α. Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων την από 28.8.2003 αίτηση με την οποία ζητούσε τη χορήγηση βεβαίωσης από πλευράς αρχαιολογικού νόμου σχετικά με τη δυνατότητα δόμησης επί του επίμαχου οικοπέδου. Επί της αιτήσεως αυτής η ανωτέρω υπηρεσία με το 7825/15.10.2003 έγγραφό της ενημέρωσε τον αιτούντα ότι η ιδιοκτησία του βρίσκεται εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου του Πυθαγορείου, όπως αυτός έχει κηρυχθεί ήδη με την 11107/1963 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και συνεπώς πριν από τη χορήγηση της άδειας οικοδόμησης θα πρέπει να γίνει σωστική ανασκαφική έρευνα. Ακολούθως, οι αιτούντες με την από 22.7.2005 αίτησή τους προς την ίδια Εφορεία ζήτησαν να κινηθεί η διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του ακινήτου τους λόγω της θέσης της εντός αρχαιολογικού χώρου. Εν συνεχεία, η Κ.Α. Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων ζήτησε από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Σάμου και την αρμόδια Δ.Ο.Υ. ενημέρωση σχετικά με την αρτιότητα και τους όρους δόμησης της επίμαχης ιδιοκτησίας καθώς και την τιμή μονάδας ανά τετραγωνικό μέτρο για τα οικόπεδα των αιτούντων που βρίσκονται εντός των Ο.Τ.61, 62 και 63. Εξάλλου, με το 2488/28.8.2006 έγγραφό της η εν λόγω υπηρεσία πρότεινε προς το Υπουργείο Πολιτισμού την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας των αιτούντων στο σύνολό της προκειμένου να ενσωματωθεί στο σημαντικό αρχαιολογικό χώρο του λόφου του Κάστρου. Κατόπιν της πρότασης αυτής των Τμήμα Αρχαιολογικών Χώρων, Μνημείων και Αρχαιογνωστικής Έρευνας ενημέρωσε τους αιτούντες ότι πρόκειται να διενεργηθεί αυτοψία στην ιδιοκτησία τους προκειμένου να αποφασισθεί εάν θα διατηρηθεί η δέσμευσή της και θα προχωρήσεις η διαδικασία απαλλοτρίωσης ή θα αποδεσμευθεί. Ακολούθως, οι αιτούντες υπέβαλαν νέα αίτηση προς τον Υπουργό Πολιτισμού την 23.12.2009 με την οποία ζητούσαν να κηρυχθεί απαλλοτριωτέο το ακίνητο τους άλλως να αποζημιωθούν για την αδυναμία εκμετάλλευσής του. Εν συνεχεία και αφού ζητήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού επικαιροποίηση από την οικεία Δ.Ο.Υ. της τιμής μονάδας των κρίσιμων Ο.Τ. , οι αιτούντες με την από 25/10/2010 αίτησή τους προς τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού ζήτησαν την κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας τους και την έκδοση από τον Υπουργό Πολιτισμού πράξης, κατά τις παραγράφους 1 έως 5 του άρθρου 19 ν.3028/2002, περί καθορισμού αποζημίωσης για τη στέρηση χρήσης της ανωτέρω ιδιοκτησίας τους από 1.1.1985 έως 20.8.2010 στο ποσό των 9.731.850 ευρώ καθώς και για το μέλλον για κάθε μήνα στέρησης της εν λόγω ιδιοκτησίας και μέχρι τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσής της. Κατά της σιωπηρής απόρριψης της ανωτέρω αίτησης ασκείται η υπό κρίση αίτηση. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης ακυρώσεως, επί του αιτήματος περί κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης η Κ.Α. Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων ενημέρωσε το Υπουργείο σχετικά με την έως τώρα διαδικασία, ως προς δε το δεύτερο αίτημα αναφέρει ότι θα κινηθεί η κατά νόμο διαδικασία με τη σύγκλιση της ορισθείσας με την απόφαση ΥΠΠΟ/ΔΙΟΙΚ/Α3/Φ.70/100104/28.3.2008 επιτροπής του άρθρου 19 του ν.3028/2002 για το νομό Σάμου. Τα ανωτέρω μνημονεύονται και στο 9812/22.8.2011 έγγραφο της εν λόγω υπηρεσίας προς τους αιτούντες σε απάντηση της από 10.8.2011 νέα αίτησή τους, με το δε 1738/21.2.2012 έγγραφό της ίδιας υπηρεσίας απεστάλη στην Διεύθυνση Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων τα τοπογραφικά διαγράμματα των επίμαχων οικοδομικών τετραγώνων προκειμένου να συμπεριληφθούν στον φάκελο της υπόθεσης. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, διενεργήθηκε με έξοδα των αιτούντων δοκιμαστική ανασκαφή στα οικόπεδά τους την 21.8.2014 και κατόπιν αυτής η αρμόδια Κ.Α. Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων διατύπωσε εκ νέου την πρότασή της περί της ανάγκης κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης αυτών, το δε ζήτημα εισήχθη προς συζήτηση στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, το οποίο στην 37/11.11.2014 Συνεδρία του γνωμοδότησε υπέρ της απαλλοτρίωσης ή της απευθείας εξαγοράς του ακινήτου.
- Επειδή, όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα στοιχεία του φακέλου, κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 19 του ν.3028/2002 διαδικασία, με την απαλλοτρίωση ή την απευθείας εξαγορά του επίδικου ακινήτου. Συνεπώς, εκκρεμούσης της σχετικής διαδικασίας δεν τίθεται ζήτημα κατάργησης της δίκης.
- Επειδή, η ιδιοκτησία των αιτούντων ευρίσκεται εντός περιοχής που με την Φ21/40292/1401/26.7.1984 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος. Συνεπώς, ενόψει των εκτεθέντων ανωτέρω στη σκέψη 4, η παράλειψη της Διοίκησης να αποφανθεί επί του αιτήματος των αιτούντων που αφορά την κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας τους, παρίσται μη νόμιμη. Αντιθέτως, σύμφωνα με την άποψη της πλειοψηφίας, δεν συνέτρεξε παράλειψη της Διοίκησης ως προς το δεύτερο αίτημα περί καθορισμού αποζημίωσης για τη στέρηση χρήσης της ανωτέρω ιδιοκτησίας τους για το παρελθόν χρονικό διάστημα καθώς και για το μέλλον και, συγκεκριμένα, για κάθε μήνα στέρησης της εν λόγω ιδιοκτησίας και μέχρι τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσής της. Λόγω, όμως, της σπουδαιότητας του ζητήματος, το Τμήμα υπό την παρούσα σύνθεση κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγρ. 5 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) και να ορισθεί εισηγητής ο Πάρεδρος Χ. Λιάκουρας και δικάσιμος η 1.6.2016.






