ΣτΕ 209/2016 [ Νόμιμη διαταγή κατεδάφισης περίφραξης σε δημόσια δασική έκταση]
Περίληψη
-Από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων με τις οποίες επιλύονται αμφισβητήσεις σχετικές με το ιδιοκτησιακό καθεστώς, δεν απορρέουν κρίσεις δεσμευτικές για τα αρμόδια διοικητικά όργανα ως προς το χαρακτήρα της έκτασης αυτής ως δασικής ή μη, δοθέντος άλλωστε ότι εν προκειμένω ο δασικός χαρακτήρας της έκτασης διαπιστώθηκε με την ατομικού χαρακτήρα απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που κήρυξε την έκταση ως αναδασωτέα, και της οποίας η νομιμότητα ούτε ήταν επιτρεπτό να εξεταστεί παρεμπιπτόντως από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ούτε και εξετάστηκε.
– Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, και συγκεκριμένα από τις εκθέσεις αυτοψίας και φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών, με τις οποίες διαπιστώθηκαν ο δασικός χαρακτήρας της επίμαχης έκτασης κατά το παρελθόν και η εκχέρσωσή της, και ιδίως από την απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας με την οποία κηρύχθηκε ως αναδασωτέα, σχεδόν στο σύνολό της, η επίμαχη έκταση, συνάγεται ότι οι αποφάσεις των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και τα λοιπά στοιχεία που είχε προσκομίσει στον πρώτο βαθμό η εκκαλούσα δεν κλονίζουν, πράγματι, τη νομιμότητα και επάρκεια της αιτιολογίας της απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, όπως ορθώς έκρινε η εκκαλούμενη.
– Ούτε η τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δασολόγου, που είχε προσκομίσει η εκκαλούσα στον πρώτο βαθμό, κατά την οποία η επίμαχη έκταση αποτελεί ιδιωτικό αγροτεμάχιο που δεν εμπίπτει στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, κλονίζει την αιτιολογία της διαταγής κατεδάφισης της αυθαιρέτως κατασκευασθείσης περίφραξης, προεχόντως, διότι το συμπέρασμα της εν λόγω τεχνικής έκθεσης στηρίζεται στις προϋποθέσεις που θέτουν οι διατάξεις του ν. 3208/2003, οι οποίες κατά τα ανωτέρω κρίθηκαν ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες, και διότι, όπως ορθώς κρίθηκε με την εκκαλούμενη, στην επίμαχη έκταση είχαν πάντως εφαρμογή οι διατάξεις της δασικής νομοθεσίας λόγω της κήρυξης της έκτασης ως αναδασωτέας.
Πρόεδρος: Ν. Ρόζος
Εισηγητής: Δ. Βασιλειάδης
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την 1806/28.2.2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που υπογράφεται κατ’ εντολή του από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Δασών της Περιφέρειας, διατάχθηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 η κατεδάφιση περίφραξης 294,20 μ., η οποία κατασκευάσθηκε σε δημόσια δασική έκταση στη θέση «Τσίνκο» του Δ.Δ. Εξοχής στην περιφέρεια του Δήμου Χορτιάτη Ν. Θεσσαλονίκης. Κατά της ανωτέρω πράξης η αιτούσα άσκησε την από 6.5.2005 αίτηση ακυρώσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 14/2005 απόφαση του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Τμήμα ΙΑ΄), που απέρριψε την αίτηση, με το κρινόμενο δε ένδικο μέσο, που επιγράφεται ως «αίτηση αναίρεσης», ζητείται η εξαφάνιση της τελευταίας αυτής απόφασης και η αποδοχή της αίτησης ακυρώσεως.
- Επειδή, το υπό κρίση ένδικο μέσο ασκήθηκε ως «αίτηση αναιρέσεως» αποτελεί, όμως, κατ’ ορθή ερμηνεία του δικογράφου, έφεση. Και τούτο, διότι, όπως παγίως έχει κριθεί, η διαφορά που γεννάται από την απόφαση του αρμοδίου οργάνου, η οποία εκδίδεται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, για την κατεδάφιση οικοδομής, κτίσματος και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων που έχουν ανεγερθεί μέσα σε δάση και δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις, είναι διαφορά ακυρωτική και όχι διαφορά ουσίας, η απόφαση δε του Προέδρου του οικείου Διοικητικού Πρωτοδικείου (ήδη, του Διοικητικού Εφετείου κατ’ άρθρο 1 παρ. 1 περιπτ. η΄ του ν. 702/1977, Α΄ 268, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 παρ. 3 του ν. 3659/2008, Α΄ 77), η οποία εκδίδεται επί της σχετικής αίτησης ακυρώσεως, υπόκειται σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 5 του ν. 702/1977 (Σ.τ.Ε. 4921/2013, 2891/2006, 1444/2006 7μ., 3193/2000 Ολομ. κ.ά., πρβλ. Σ.τ.Ε. 3773/2007). Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον το κρινόμενο ένδικο μέσο αποτελεί έφεση, πρέπει να επιστραφεί στην εκκαλούσα το αχρεωστήτως καταβληθέν παράβολο ύψους δεκαπέντε ευρώ, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης.
- Επειδή, η υπό κρίση έφεση ασκείται με έννομο συμφέρον από την εκκαλούσα, εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς και πρέπει να εξετασθεί επί της ουσίας.
- Επειδή, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 71 του ν. 998/1979 (Α΄ 289), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 46 του ν. 2145/1993 (Α΄ 88) και ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της ανωτέρω πράξης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, «Εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος ή καθ’ υπέρβαση των υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένων εξαιρέσεων, την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος, οριστικής ή προσωρινής μορφής ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση, εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση […] και με χρηματική ποινή […]», κατά δε την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου 71 του ν. 998/1979, «[…] Η δασική αρχή διατάσσει και, εν αρνήσει του υποχρέου, εκτελεί άνευ ετέρας διατυπώσεως την κατεδάφισιν των κτισμάτων». Εξάλλου, στη μεν παράγραφο 1 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι «Απαγορεύεται η ανέγερση οικοδομών, κτισμάτων και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων εντός δημόσιων ή ιδιωτικών δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαϊά […]», στη δε παράγραφο 2 του αυτού άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 2880/2001 (Α΄ 9), ορίζεται ότι «Ανεγερθείσες ή ανεγειρόμενες οικοδομές, κτίσματα και πάσης φύσεως εγκαταστάσεις, στις ανωτέρω εκτάσεις, κατεδαφίζονται υποχρεωτικά, κατόπιν αποφάσεως του οικείου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας με τεχνική υποστήριξη που διατίθεται και από τεχνική υπηρεσία νομαρχιακής αυτοδιοίκησης της οικείας Περιφέρειας, ύστερα από αίτημα του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας και με τη συνδρομή της αρμόδιας δασικής υπηρεσίας». Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 114 του ν. 1892/1990, όπως ίσχυσε μετά την αντικατάστασή της με την παράγραφο 1 του άρθρου 45 του ν. 2145/1993, «Η απόφαση περί κατεδαφίσεως εκδίδεται μετά από κλήτευση προ δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμων ημερών, του φερόμενου ως κυρίου ή νομέα ή κατόχου ή του εργολάβου της οικοδομής, του κτίσματος ή της εγκαταστάσεως. Η κλήτευση αυτή ενεργείται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Αν τα παραπάνω πρόσωπα είναι άγνωστα ή άγνωστης διαμονής, η κλήση τοιχοκολλάται στην είσοδο του κτίσματος. Κατά της αποφάσεως του νομάρχη περί κατεδαφίσεως επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του προέδρου του διοικητικού πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου […] Οι […] επί της προσφυγής αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα […]», ενώ, κατά την παρ. 6 του αυτού άρθρου, «Οι προηγούμενες παράγραφοι 2 έως και 5 εφαρμόζονται αναλόγως και για τις περιπτώσεις κατεδάφισης κτιρίων ή εγκαταστάσεων, που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 71 του ν. 998/1979». Όπως έχει κριθεί, η προβλεπόμενη στις διατάξεις αυτές κατεδάφιση πάσης φύσεως κτισμάτων ή εγκαταστάσεων που έχουν ανεγερθεί ή ανεγείρονται κατά παράβαση των ορισμών τους σε δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις αφορά κτίσματα ή εγκαταστάσεις οποτεδήποτε ανεγερθέντα, δηλαδή τόσο κτίσματα ανεγερθέντα υπό το κράτος ισχύος του ν. 1892/1990 ή του ν. 998/1979, όσο και κτίσματα ανεγερθέντα προ της ισχύος του ν. 998/1979, είναι δε περαιτέρω αδιάφορο το πρόσωπο του ανεγείραντος το αυθαίρετο κτίσμα. Προϋπόθεση για τη νομιμότητα διαταγής κατεδάφισης αυθαίρετου κτίσματος είναι, μεταξύ άλλων, η διαπίστωση της ανέγερσής του εντός δάσους ή δασικής ή αναδασωτέας έκτασης. Η σχετική κρίση της Διοίκησης πρέπει, εν όψει των συνεπειών της, να είναι πλήρως αιτιολογημένη, η αιτιολογία δε αυτή μπορεί να προκύπτει και από τα στοιχεία του φακέλου (Σ.τ.Ε. 3887/2004, 3270/2003, 2681/2003 κ.ά.).
- Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την από 17.5.1991 έκθεση αυτοψίας του τεχνολόγου δασοπονίας Μιχ. Τσιορβά διαπιστώθηκε ότι από τον Μάρτιο του 1990 έως τον Απρίλιο του 1991 η εκκαλούσα κατέλαβε, εκχέρσωσε, φύτευσε καρποφόρα δενδρύλλια και περιέφραξε με αγκαθωτό σύρμα και σιδηροπασσάλους δημόσια δασική έκταση εμβαδού 4.289,00 τ.μ., κειμένη στη δασική θέση «Τσίνκο» στην περιφέρεια της Κοινότητας Ασβεστοχωρίου, η οποία περιλαμβάνεται σε ευρύτερη περιοχή που έχει χαρακτηρισθεί ως τοπίο ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους και η οποία, πριν από την εκχέρσωση, καλυπτόταν από πουρνάρια, φράξο και παλιούρια σε ποσοστό μεγαλύτερο του 15%. Στην ως άνω έκθεση αυτοψίας η έκταση περιγράφεται με έδαφος μέτρια βαθύ, κλίση 15 – 20%, έκθεση προς τον ορίζοντα Β, ΒΔ, συνορεύει δε ανατολικά, βόρεια και νότια με δημόσια δασική έκταση και δυτικά με αγρό και δημόσια δασική έκταση. Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε από το Δασαρχείο Θεσσαλονίκης το 19/2973/23.5.1991 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής (Π.Δ.Α.), με το οποίο αποβλήθηκε η εκκαλούσα από την ανωτέρω έκταση εμβαδού 4289 τ.μ. Εν συνεχεία, το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής ακυρώθηκε με την απόφαση 1581/1991 του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, έφεση δε του Δημοσίου κατά της τελευταίας απορρίφθηκε εν τέλει με την 28873/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ως άνω έκταση από το έτος 1963 και μετέπειτα ήταν ακαλλιέργητη με αποτέλεσμα να αναπτυχθούν στην έκταση, εκτός από τα ήδη υπάρχοντα δένδρα (πουρνάρια κ.λπ.), και άλλα τα οποία προσέδωσαν στο επίδικο μορφή δασώδους έκτασης και ότι η παράλειψη της καλλιέργειας έστω και για 40 χρόνια δεν αρκεί για να προσδώσει στην επίδικη έκταση τον χαρακτηρισμό της ως δημόσιας δασικής έκτασης. Εξάλλου, στον προσωρινό κτηματικό χάρτη και κτηματολογικό πίνακα του Δασικού Κτηματολογίου (ν. 248/1976), ο οποίος συνετάγη για την περιοχή της πρώην Κοινότητας Εξοχής (ήδη Δ.Δ. του Δήμου Χορτιάτη) και αναρτήθηκε στις 27.3.1996, τμήμα της ανωτέρω έκτασης εμβαδού 3.823,50 τ.μ. περιελήφθη με Κ.Α. 7323 και αποτυπώθηκε στο Φ.Χ. 015641 με κόκκινο χρώμα με τον χαρακτηρισμό «δημόσια δασική έκταση» και την παρατήρηση δασική έκταση στις αεροφωτογραφίες του 1945 και σημερινή μορφή «εκχερσωμένη έκταση», από τα στοιχεία δε του φακέλου δεν προκύπτει ότι ασκήθηκαν αντιρρήσεις κατά της αποτύπωσης της έκτασης ως δασικής στον ανωτέρω προσωρινό κτηματικό χάρτη. Επακολούθησε, ύστερα από εισήγηση των δασολόγων Ολυμπιάδας Γκάλφα και Χρ. Γκίγκη, η έκδοση της 6664/7.11.2003 πράξης του Δασάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία, μεταξύ άλλων, τμήμα της προαναφερθείσας έκτασης των 3.823,50 τ.μ. και συγκεκριμένα τμήμα εμβαδού 2.510,20 τ.μ. χαρακτηρίσθηκε ως δάσος του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 998/1979, διότι καλυπτόταν από δασική βλάστηση σε ποσοστό 40% (πουρνάρια κ.λπ.). Όμως, η Διεύθυνση Δασών της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας άσκησε αντιρρήσεις στην πρωτοβάθμια Επιτροπή Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων (αριθμ. κατ. 11390/9.12.2003), με τις οποίες αμφισβήτησε τη νομιμότητα της πράξης χαρακτηρισμού, προέβαλε δε συγκεκριμένα ότι η έκταση εμβαδού 2.510,20 τ.μ. είχε εκχερσωθεί, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις κήρυξης της έκτασης ως αναδασωτέας και ότι ο Δασάρχης Θεσσαλονίκης όφειλε να απόσχει από την έκδοση πράξης χαρακτηρισμού ως προς το ανωτέρω τμήμα και να λάβει τα κατάλληλα μέτρα προστασίας της εν λόγω έκτασης, σύμφωνα με την απόφαση 838/2002 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στη συνέχεια, υποβλήθηκε προς τη Διεύθυνση Δασών Ν. Θεσσαλονίκης το 2110/27.4.2004 έγγραφο του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης, με το οποίο προτείνεται η κήρυξη ως αναδασωτέας της συνολικής έκτασης η οποία είχε περιληφθεί στον Π.Κ.Χ., εμβαδού 3.824,88 τ.μ., με την αιτιολογία ότι η έκταση παρουσίαζε, πριν από την εκχέρσωση, μορφή δασικής έκτασης του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 998/1979, καλυπτόμενη από πρίνο, παλιούρια κ.λπ. σε ποσοστό περίπου 40%. Στο ίδιο έγγραφο περιλαμβάνονται αναλυτικά και όλα τα λοιπά στοιχεία του φακέλου (έκδοση Π.Δ.Α., αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων που ακύρωσαν το πρωτόκολλο, έκδοση της 6664/2003 πράξης χαρακτηρισμού του Δασάρχη Θεσσαλονίκης κ.ά.). Κατόπιν τούτου, με την ΔΔ 1340/20.5.2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας η πιο πάνω έκταση κηρύχθηκε αναδασωτέα με σκοπό, όπως εκτίθεται στην απόφαση κήρυξης της αναδάσωσης, την προστασία των δασικών εδαφών, την αναδημιουργία του δάσους με φυσική ή τεχνική αναδάσωση και τη διατήρηση του χαρακτήρα της ως δασικής, ώστε να αποκλεισθεί η διάθεσή της για άλλο προορισμό, κατά της ως άνω δε πράξης κήρυξης της αναδάσωσης η εκκαλούσα και άλλοι ενδιαφερόμενοι άσκησαν αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ακολούθως, και δεδομένου ότι η εκκαλούσα δεν είχε προβεί οικειοθελώς στην απομάκρυνση της περίφραξης, αν και είχε κληθεί προς τούτο με το 7685/21.12.1995 έγγραφο του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης, απεστάλη εκ νέου στην εκκαλούσα η 2367/5.5.2004 πρόσκληση του ίδιου Δασαρχείου για την άμεση απομάκρυνση της περίφραξης. Εξάλλου, με την απόφαση 4/2005 της πρωτοβάθμιας Ε.Ε.Δ.Α. Ν. Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτές οι ασκηθείσες αντιρρήσεις της Διεύθυνσης Δασών της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και ακυρώθηκε η 6664/7.11.2003 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που είχε συμπεριλάβει στην πράξη χαρακτηρισμού έκταση εμβαδού 2.211,99 τ.μ., με την αιτιολογία ότι η έκταση αυτή είχε κηρυχθεί αναδασωτέα. Στη συνέχεια, μετά την άπρακτη πάροδο της ταχθείσας προθεσμίας για την οικειοθελή απομάκρυνση της περίφραξης, εκδόθηκε η απόφαση 1806/28.2.2005 του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με την οποία, κατ’ επίκληση και της απόφασης του ιδίου οργάνου που κήρυξε ως αναδασωτέο το τμήμα εμβαδού 3.824,88 τ.μ., διατάχθηκε η κατεδάφιση της περίφραξης 294,20 μ. από την επίμαχη έκταση 4.289 τ.μ. Κατά της τελευταίας αυτής πράξης η εκκαλούσα άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στην δε από 25.5.2005 έκθεση απόψεων του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης προς το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που απεστάλη για το παραδεκτό και βάσιμο της αίτησης ακυρώσεως, εκτίθενται σχετικά με τη μορφή της επίμαχης έκτασης 4.289 τ.μ., πλην άλλων, τα ακόλουθα: «[…] Από φωτοερμηνεία των Α/Φ [αεροφωτογραφιών] έτους λήψης 1945 (ζεύγος 087 – 9098, 088 – 9098), έτους λήψης 1960 (ζεύγος 7395 – 7396) και έτους λήψης 1988 (ζεύγος 190452 – 190453) φαίνεται ότι η έκταση δεν καλλιεργείται, καλύπτεται από δασική βλάστηση και το έτος 1988 το ποσοστό της δασικής βλάστησης είναι 40%…». Τέλος, με την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία έλαβε υπόψη τα προαναφερθέντα στοιχεία του φακέλου, απορρίφθηκε η αίτηση ακυρώσεως, όπως αυτή συμπληρώθηκε με δικόγραφο προσθέτων λόγων ακυρώσεως, κατά της απόφασης 1806/28.2.2005 του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Με την κρινόμενη έφεση ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλουμένης και η αποδοχή της αίτησης ακυρώσεως.
- Επειδή, προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση ότι η 1806/28.2.2005 πράξη του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας είναι επαρκώς αιτιολογημένη, όπως η αιτιολογία της πράξης συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Και τούτο, διότι, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα, στον πρώτο βαθμό είχαν προσκομισθεί διάφορα έγγραφα από τα οποία προκύπτουν δικαιώματα ιδιοκτησίας στην επίμαχη έκταση, αλλά και αποφάσεις πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και τεχνική έκθεση, από τις οποίες προκύπτει ότι η έκταση δεν είχε δασικό χαρακτήρα, αλλά αποτελούσε αγροτική έκταση. Εν προκειμένω, όμως, το κρίσιμο ζήτημα, επί του οποίου έκρινε η εκκαλουμένη, δεν αφορούσε το δικαίωμα ιδιοκτησίας επί της προαναφερθείσας έκτασης, το οποίο άλλωστε ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά τις προϋποθέσεις της νόμιμης έκδοσης διαταγής κατεδάφισης αυθαίρετου κτίσματος και ειδικότερα τη διαπίστωση της ανέγερσης ή μη της περίφραξης χωρίς τη σχετική άδεια σε δάσος, δασική ή αναδασωτέα έκταση. Εξάλλου, δασικό χαρακτήρα προσδίδει στην προαναφερθείσα έκταση επιφανείας 4.289 τ.μ., και, ως εκ τούτου, καθιστά πλήρως αιτιολογημένη τη διαταγή απομάκρυνσης της περίφραξης από την εν λόγω έκταση, η απόφαση ΔΔ 1340/20.5.2004 του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας που κήρυξε ως αναδασωτέο το σύνολο σχεδόν της ανωτέρω έκτασης, δοθέντος και ότι η αίτηση ακυρώσεως της εκκαλούσας και άλλων ενδιαφερομένων κατά της απόφασης κήρυξης της αναδάσωσης απορρίφθηκε με την 4768/2013 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Πέραν τούτου, η προαναφερθείσα διαταγή κατεδάφισης-απομάκρυνσης της περίφραξης αιτιολογείται ως προς τον δασικό χαρακτήρα της επίμαχης έκτασης και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα την από 17.5.1991 έκθεση αυτοψίας του τεχνολόγου δασοπονίας Μιχ. Τσιορβά, τον προσωρινό κτηματικό χάρτη και τον κτηματολογικό πίνακα του Δασικού Κτηματολογίου (ν. 248/1976), στον οποίο τμήμα της ανωτέρω έκτασης εμβαδού 3.823,50 τ.μ. περιελήφθη στον Κ.Α. 7323 με κόκκινο χρώμα, δηλαδή ως εκχερσωμένη δασική έκταση, αλλά και από την έκθεση απόψεων του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης προς το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που παραδεκτώς λαμβάνεται υπόψη διότι αναφέρεται σε στοιχεία προγενέστερα της προσβληθείσας πράξης, στην οποία βεβαιώνεται ότι από τη φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών των ετών λήψης 1945, 1960 και 1988 προκύπτει ότι η έκταση δεν καλλιεργείται, αλλά καλύπτεται από δασική βλάστηση, το ποσοστό της οποίας το έτος 1988 ανέρχεται σε 40% περίπου. Με τα δεδομένα αυτά ορθώς απορρίφθηκε από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο είχε προβληθεί ότι η 1806/28.2.2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας δεν αιτιολογείται νομίμως ως προς τον δασικό χαρακτήρα της παραπάνω έκτασης. Εξάλλου, ορθώς απορρίφθηκε και ο λόγος ακυρώσεως, κατά τον οποίο ο χαρακτήρας της επίμαχης έκτασης ως αγροτικής κρίθηκε με τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και ειδικότερα με την απόφαση 1581/1991 του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που ακύρωσε το 19/2973/23.5.1991 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής (Π.Δ.Α.) της εκκαλούσας από την ανωτέρω έκταση και εν συνεχεία την 28873/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε έφεση του Δημοσίου κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Και τούτο, διότι από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων με τις οποίες επιλύονται αμφισβητήσεις σχετικές με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εν λόγω έκτασης δεν απορρέουν κρίσεις δεσμευτικές για τα αρμόδια διοικητικά όργανα ως προς τον χαρακτήρα της έκτασης αυτής ως δασικής ή μη, δοθέντος άλλωστε ότι εν προκειμένω ο δασικός χαρακτήρας της έκτασης διαπιστώθηκε με την ατομικού χαρακτήρα απόφαση (ΔΔ 1340/20.5.2004) του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που κήρυξε την έκταση ως αναδασωτέα, και της οποίας η νομιμότητα ούτε ήταν επιτρεπτό να εξεταστεί παρεμπιπτόντως από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2481/2009 κ.ά.), ούτε και εξετάστηκε. Εξάλλου, για τον ίδιο ως άνω λόγο είναι απορριπτέος και ο λόγος εφέσεως, που προβάλλεται κατ’ επίκληση της 2595/1996 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η εκκαλούσα αθωώθηκε για το αδίκημα της καταπάτησης δημοσίας δασικής έκτασης. Κατά συνέπεια, όλοι οι ανωτέρω λόγοι εφέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
- Επειδή, προβάλλεται περαιτέρω ότι έσφαλε η εκκαλουμένη στην κρίση της ότι είναι νόμιμη η 1806/28.2.2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ισχυρίζεται δε ειδικότερα η εκκαλούσα ότι οι έννοιες «δασικός χαρακτήρας» και «δασώδης χαρακτήρας» μιας έκτασης είναι διαφορετικές, ότι η έκταση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου για να χαρακτηρισθεί ως δασική, ότι παρέμεινε αναπάντητος ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η έκταση ανέκαθεν είχε αγροτικό χαρακτήρα και απλώς εγκαταλείφθηκε κατά το παρελθόν η γεωργική εκμετάλλευσή της, ότι από τις εκθέσεις αυτοψίας και φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών προκύπτει ότι η έκταση δεν έφερε το 1945 δασική βλάστηση σε ποσοστό ικανό για να χαρακτηρισθεί ως δασική, ότι η εκούσια εγκατάλειψη της καλλιέργειας της έκτασης δεν συνεπάγεται μεταβολή του χαρακτήρα της έκτασης, ότι η έκταση δεν έχει δασική μορφή και ουδέποτε εκχερσώθηκε, σύμφωνα με την αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου που απήλλαξε την εκκαλούσα της σχετικής κατηγορίας και ότι δεν αρκεί η κήρυξη της αναδάσωσης για να θεωρηθεί μια έκταση ως δασική και να επιτρέπεται η έκδοση πράξης κατεδάφισης, αφού η κήρυξη της αναδάσωσης προϋποθέτει εκχέρσωση της έκτασης, η οποία στην προκειμένη περίπτωση ουδέποτε πραγματοποιήθηκε. Εν προκειμένω, με την εκκαλούμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι σύμφωνα με την 1581/1991 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που ακύρωσε το 19/2973/1991 Π.Δ.Α., πιθανολογείται η κυριότητα της αιτούσας [εκκαλούσας] στην επίδικη έκταση με βάση ανεπίσημα έγγραφα κυριότητας (αντίγραφα των τηρουμένων επί τουρκοκρατίας βιβλίων Β΄ ΜΟΥΣΦΕΤΕ-πρόχειρα φορολογικά) και ακολούθως με χρησικτησία και ότι στην απόφαση του Ειρηνοδικείου αναφέρεται ότι η έκταση καλλιεργήθηκε μέχρι το έτος 1942, στη δε απόφαση 28873/1995 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, κατά τα εκτεθέντα, απορρίφθηκε έφεση του Δημοσίου κατά της ως άνω απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, αναφέρεται ότι η αιτούσα [εκκαλούσα] είναι συνιδιοκτήτρια του επιδίκου κατά ένα ποσοστό και το οποίο περιήλθε σ’ αυτή και σε συγκληρονόμο της με χρησικτησία καθώς από την περίοδο της τουρκοκρατίας (1907) μέχρι και το έτος 1963 καλλιεργούνταν από τους δικαιοπαρόχους της και ότι η εγκατάλειψη της καλλιέργειας συνετέλεσε στην ανάπτυξη βλάστησης με δασώδη μορφή. Με βάση τα ανωτέρω, κρίθηκε στη συνέχεια με την εκκαλουμένη ότι τα πραγματικά αυτά στοιχεία τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της επίμαχης έκτασης και όχι του χαρακτηρισμού αυτής ως δασικής ή μη, ενισχύουν πάντως το πόρισμα της φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960 και 1988 των δασολόγων του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης Ολυμπιάδας Γκάλφα και Χρ. Γκίγκη, σύμφωνα με το οποίο η έκταση είχε δασικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου δεν είναι ικανά να κλονίσουν την αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης. Επίσης, η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι τα κατατεθέντα ενόρκως στο ακροατήριο από τη μάρτυρα της αιτούσας [εκκαλούσας] Στέλλα Σουλτανίδη σχετικά με την ύπαρξη στην επίδικη έκταση οπωροφόρων δένδρων μέχρι το έτος 1963 τα οποία φρόντιζε η αιτούσα, δεν επιβεβαιώνονται από κανένα στοιχείο, το δε γεγονός της ύπαρξης πέτρινης περίφραξης (ξερολιθιάς) δεν αναιρεί τον δασικό χαρακτήρα της έκτασης τον οποίο επιβεβαίωσε και η μάρτυρας δασολόγος Ολυμπιάδα Γκάλφα και, τέλος, ότι δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης η 2595/1996 αθωωτική για την αιτούσα [εκκαλούσα] απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης από την κατηγορία της παράβασης του άρθρου 71 παρ. 3 και 4 του ν. 998/1979. Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, τα οποία έλαβε υπόψη και η εκκαλούμενη απόφαση, και συγκεκριμένα από τις εκθέσεις αυτοψίας και φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών, με τις οποίες διαπιστώθηκαν ο δασικός χαρακτήρας της επίμαχης έκτασης κατά το παρελθόν και η εκχέρσωσή της, και ιδίως από την ΔΔ 1340/20.5.2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας με την οποία κηρύχθηκε ως αναδασωτέα, σχεδόν στο σύνολό της, η επίμαχη έκταση, συνάγεται ότι οι αποφάσεις των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και τα λοιπά στοιχεία που είχε προσκομίσει στον πρώτο βαθμό η εκκαλούσα δεν κλονίζουν, πράγματι, τη νομιμότητα και επάρκεια της αιτιολογίας της 1806/28.2.2005 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, όπως ορθώς έκρινε η εκκαλούμενη, όσα δε περί του αντιθέτου προβάλλονται πρέπει να απορριφθούν.
- Επειδή, με την 32/2013 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας έγινε δεκτό ότι η τεθείσα υπό το άρθρο 24 του Συντάγματος ερμηνευτική δήλωση, με την οποία δίνονται οι ορισμοί του δάσους και της δασικής έκτασης, υιοθέτησε τους αντίστοιχους ορισμούς που είχε δώσει στις έννοιες αυτές η απόφαση 27/1999 του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου. Κατόπιν δε αυτού, κρίθηκε ότι είναι αντίθετες προς το άρθρο 24 του Συντάγματος και την υπ’ αυτό ανωτέρω ερμηνευτική δήλωση και, συνεπώς, ανίσχυρες, οι εξής ρυθμίσεις του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως αυτές είχαν αντικατασταθεί με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3208/2003: α) η της περ. Ι της παρ. 3, κατά την οποία το δάσος ή η δασική έκταση αποτελείται μόνο από άγρια ξυλώδη φυτά που είναι δασοπονικά, δηλαδή δυνάμενα να παράγουν προϊόντα από τη δασοπονική του εκμετάλλευση, β) η του πρώτου εδαφίου της περ. ΙΙ της παρ. 3, κατά την οποία η έκταση ενός δάσους ή μιας δασικής έκτασης πρέπει να έχει ένα αριθμητικώς καθοριζόμενο ελάχιστο εμβαδόν (τρία στρέμματα), γ) η του πρώτου εδαφίου της περ. ΙΙΙ της παρ. 3, που ορίζει ότι η συγκόμωση, η κατακόρυφη δηλαδή προβολή της κόμης των επί της ανωτέρω έκτασης δασικών ειδών πρέπει να καλύπτουν το 25% αυτής και δ) των στοιχείων α΄ και β΄ του δευτέρου εδαφίου της περ. ΙΙΙ της παρ. 3, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, και αναλόγως του ποσοστού της συγκόμωσης, πότε μία έκταση είναι δάσος και πότε δασική (βλ. και Σ.τ.Ε. 33/2013 Ολομ.). Κατά συνέπεια, οι λόγοι εφέσεως με τους οποίους προβάλλεται ότι η έκταση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 1 του ν. 3208/2003 για να χαρακτηρισθεί ως δασική και ότι κατ’εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση ότι συντρέχουν ως προς την έκταση αυτή οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 3208/2003, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως διότι, όπως κρίθηκε με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 3208/2003 δεν ήταν εφαρμοστέες λόγω της αντίθεσής τους στο Σύνταγμα. Περαιτέρω, ούτε η τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης (Μαΐου 2005) του δασολόγου Στ. Τσακίρη, που είχε προσκομίσει η εκκαλούσα στον πρώτο βαθμό, κατά την οποία η επίμαχη έκταση αποτελεί ιδιωτικό αγροτεμάχιο που δεν εμπίπτει στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, κλονίζει την αιτιολογία της διαταγής κατεδάφισης της αυθαιρέτως κατασκευασθείσης περίφραξης, προεχόντως, διότι το συμπέρασμα της εν λόγω τεχνικής έκθεσης στηρίζεται στις προϋποθέσεις που θέτουν οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 3208/2003 οι οποίες κατά τα ανωτέρω κρίθηκαν ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες, αλλά και διότι, όπως ορθώς κρίθηκε με την εκκαλουμένη, στην επίμαχη έκταση είχαν πάντως εφαρμογή οι διατάξεις της δασικής νομοθεσίας λόγω της κήρυξης της έκτασης ως αναδασωτέας. Συνεπώς, όσα περί του αντιθέτου προβάλλονται με την κρινόμενη έφεση είναι αβάσιμα στο σύνολό τους και πρέπει να απορριφθούν.
- Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί.






