ΣτΕ 989/2026 [Απαράδεκτος ο λόγος έφεσης περί εμπρόθεσμης αίτησης ακυρώσεως κατά οικοδομικής άδειας]
Περίληψη
– Όπως κρίνεται παγίως, για την έναρξη της εξηκονθήμερης προθεσμίας για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως κατά άδειας ανέγερσης οικοδομής, απαιτείται γνώση όχι μόνο της έκδοσης, αλλά και του περιεχομένου της άδειας ως προς τα βασικά στοιχεία και χαρακτηριστικά του κτηρίου και της χρήσης του, η γνώση δε αυτή συναρτάται και με τις πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη πράξη και το έννομο συμφέρον, επί του οποίου θεμελιώνεται η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος. Προκειμένου να εκφέρουν τη σχετική κρίση, τα δικαστήρια εκτιμούν τα στοιχεία του φακέλου, λαμβάνουν δε υπόψη και το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έκδοση της πράξης ή την έναρξη των οικοδομικών εργασιών, σε συνδυασμό προς το εύλογο ενδιαφέρον του ασκούντος την αίτηση ακυρώσεως να λάβει πληροφορίες για την έκδοση της οικοδομικής άδειας και το περιεχόμενό της.
Το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο ακύρωσε τις προσβληθείσες ενώπιόν του πράξεις για τον λόγο ότι, σύμφωνα με βασικό πολεοδομικό κανόνα, τα εκτός σχεδίου ακίνητα μπορούν να δομηθούν μόνον εφόσον διαθέτουν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο (οδό) νομίμως υφιστάμενο και ότι, εφόσον το επίδικο ακίνητο δεν πληρούσε την προϋπόθεση αυτή, η εκδοθείσα οικοδομική άδεια ήταν μη νόμιμη.
Με τον μοναδικό λόγο έφεσης, πλήσσεται η κρίση περί εμπροθέσμου της άσκησης της αίτησης ακυρώσεως εκ μέρους του δικάσαντος δικαστηρίου. Όπως παγίως γίνεται δεκτό, η κρίση σχετικά με την εκπρόθεσμη άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως, ειδικότερα δε η κρίση περί των δεδομένων που οδήγησαν στον σχηματισμό ή μη τεκμηρίου γνώσης της προσβαλλόμενης πράξης από τον αιτούντα την ακύρωση, ανάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης εκ μέρους του δικάσαντος δικαστηρίου και στην υπαγωγή των περιστατικών αυτών στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου, ήτοι στο άρθρο 46 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, και όχι σε νομικό ζήτημα κατά την έννοια του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010, δηλαδή σε ζήτημα ερμηνείας του κρίσιμου κανόνα δικαίου. Εξάλλου, η ερμηνεία του άρθρου 46 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 που έκανε εν προκειμένω το δικάσαν εφετείο, δεν είναι αντίθετη προς τη μνημονευόμενη στο δικόγραφο πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικράτειας, δεδομένου ότι, από την εκκαλουμένη απόφαση προκύπτει ότι για την κρίση περί εμπροθέσμου της αίτησης ακυρώσεως το δικάσαν εφετείο σε συμφωνία με τη νομολογία αυτή συνεκτίμησε τις καταγγελίες της εφεσίβλητης, την έναρξη των οικοδομικών εργασιών και την τοποθέτηση πινακίδας στο επίμαχο ακίνητο. Ως εκ τούτου, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός κατά το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010 είναι αβάσιμος και ο μοναδικός λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Πρόεδρος: Π. Καρλή
Εισηγητής: Αν. Σπανού






