ΣτΕ 538/2026 [Παράνομη ανάκληση οικοδομικής άδειας]
Περίληψη
– Σύμφωνα με τις γενικές αρχές που διέπουν την ανάκληση των διοικητικών πράξεων και ισχύουν και επί ανακλήσεως οικοδομικών αδειών, δεν επιτρέπεται στη Διοίκηση να ανακαλεί διοικητική πράξη, έστω και παράνομη, μετά την πάροδο εύλογου, ενόψει των συγκεκριμένων εκάστοτε συνθηκών, χρόνου από την έκδοσή της, εφόσον έχει δημιουργηθεί καλοπίστως υπέρ του διοικουμένου πραγματική κατάσταση δεκτική περαιτέρω έννομης προστασίας. Εάν η πάροδος ορισμένου χρόνου από την έκδοση της ανακαλούμενης πράξης υπερβαίνει τον εύλογο για την ανάκληση χρόνο, είναι ζήτημα που κρίνεται από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που διέπουν την ανάκληση των διοικητικών πράξεων, κατά περίπτωση, βάσει των δεδομένων που συντρέχουν στη συγκεκριμένη υπόθεση. Κατά τις αυτές, ωστόσο, γενικές αρχές, ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης είναι επιτρεπτή, χωρίς χρονικό περιορισμό, όταν, κατά την ειδικώς αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας αρχής, τούτο επιβάλλουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ή όταν η έκδοση της ανακαλούμενης παράνομης πράξης προ κλήθηκε από δόλια ενέργεια του διοικουμένου.
Περαιτέρω, η νομιμότητα της ανακλητικής διοικητικής πράξης, κρίνεται από το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσβάλλεται, ενόψει των περιεχομένων σ’ αυτήν αιτιολογιών ανάκλησης που μπορεί να συμπληρώνονται από τα στοιχεία του φακέλου χωρίς όμως να επιτρέπεται σε αυτό να υποκαταστήσει τις μη νόμιμες αιτιολογίες με άλλη αιτιολογία, την οποία δεν επικαλέσθηκε η αρχή που την εξέδωσε. Εξάλλου, κατά την έννοια των ίδιων γενικών αρχών, η ανάκληση οικοδομικής άδειας χωρίς χρονικό περιορισμό, όταν η έκδοσή της έχει προκληθεί από δόλια ενέργεια του διοικούμενου δεν δύναται, άνευ άλλου, να χωρήσει στην περίπτωση κατά την οποία τρίτοι έχουν αποκτήσει καλοπίστως δικαιώματα επί του ακινήτου που αυτή αφορά, αλλά απαιτείται, κατά την ειδικώς αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας αρχής, να τεκμηριώνεται η συνδρομή του δόλου και στο πρόσωπο των τρίτων αποκτησάντων τα εν λόγω δικαιώματα.
Ναι μεν με απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε αμετάκλητα ότι η έκδοση της οικοδομικής άδειας προκλήθηκε από δόλια ενέργεια της πρώτης εκκαλούσας, όμως με την ανακλητική της οικοδομικής άδειας πράξη δεν αποδίδεται στον δεύτερο και στην τρίτη των εκκαλούντων οι οποίοι απέκτησαν καλοπίστως εμπράγματα δικαιώματα επί του ακινήτου που αφορά η άδεια ότι συνέπραξαν και γνώριζαν την, κατά τα ανωτέρω, απατηλή ενέργεια της πρώτης εκκαλούσας, ούτε άλλωστε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλλου έλλειψη καλής πίστης αυτών. Με τα δεδομένα αυτά το χρονικό διάστημα των 24 ετών που παρήλθε από την έκδοσή της οικοδομικής άδειας έτους 1990 υπερβαίνει κατά την κρίση του Δικαστηρίου τον εύλογο χρόνο εντός του οποίου θα ήταν επιτρεπτή η ανάκλησή της η δε περί του αντιθέτου κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου παρίσταται εσφαλμένη.
Η προσβαλλόμενη ανακλητική πράξη διαθέτει τρία επάλληλα αιτιολογικά ερείσματα, τα οποία δεν είναι νόμιμα. Το τρίτο δε αιτιολογικό έρεισμα, το οποίο συναρτά την ανάκληση της άδειας, μετά την πάροδο είκοσι τεσσάρων (24) ετών από την έκδοσή της, με τη συνδρομή δόλου στο πρόσωπο μόνον της πρώτης αιτούσας, δεν είναι νόμιμο, δεδομένου ότι από την ανακληθείσα οικοδομική άδεια αποκτήθηκαν εμπράγματα δικαιώματα από τους λοιπούς αιτούντες τα οποία ανατρέπονται χωρίς να προκύπτει από την προσβαλλομένη πράξη ή τα στοιχεία του φακέλου κακόβουλη εκ μέρους τους ενέργεια.
Η αίτηση ακύρωσης πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η απόφαση αυτή.
Πρόεδρος: Ρ. Γιαννουλάτου
Εισηγητής: Αν. Σκούφαλος






