ΣτΕ 6/2026 [Νόμιμη η εγκατάσταση αναβατορίου στη Μονεμβασία]
Περίληψη
– Με τις 6 και 7/2026 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας απορρίφθηκαν αιτήσεις ακυρώσεως σωματείων και φυσικών προσώπων της περιοχής Μονεμβασίας κατά αποφάσεων του Υπουργείου Πολιτισμού, των περιβαλλοντικών αρχών και του Δήμου Μονεμβασίας, σχετικών με την εγκατάσταση εναερίου αναβατορίου στην Άνω Πόλη της Μονεμβασίας.
Το Δικαστήριο υπενθύμισε την πάγια νομολογία του, κατά την οποία η περιβαλλοντική αδειοδότηση και η αρχαιολογική έγκριση εκδίδονται ύστερα από διαφορετικές διαδικασίες, διακεκριμένες μεταξύ τους, και δεν καθιερώνεται από τον νόμο καμία χρονική προτεραιότητα μεταξύ των δύο, αλλά μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να προηγείται οποιαδήποτε από αυτές, χωρίς αυτό να καθιστά την επόμενη προϊόν “προειλημμένης” απόφασης.
Επί της ουσίας της υπόθεσης, το Δικαστήριο επανέλαβε τον κανόνα ότι το περιβάλλον, φυσικό και πολιτιστικό, συνιστά δικαίωμα του καθενός, από τον κανόνα δε αυτόν δεν εξαιρούνται τα άτομα με αναπηρίες ή τα εμποδιζόμενα άτομα, τα οποία αναμένεται να επωφεληθούν από το αναβατόριο, πολύ περισσότερο ενόψει και των συνταγματικών διατάξεων περί προστασίας των ατόμων με αναπηρίες, αλλά και της ειδικής Διεθνούς Σύμβασης του ΟΗΕ του 2007, η οποία ρητώς αναφέρεται στην πρόσβαση των ατόμων αυτών στους πολιτιστικούς χώρους. Έκρινε, ειδικότερα, ότι τα μνημεία επιτελούν την πολιτιστική τους λειτουργία μόνον ως μέρος της συλλογικής μνήμης, την οποία προϋποθέτουν αλλά και τροφοδοτούν, δεν έχουν δε αυτοαναφορική σημασία ούτε μεταφυσική έννοια και σκοπό, αλλά πρέπει να είναι, κατά το δυνατόν, προσιτά σε όλους. Πρέπει, όμως, όπως κρίθηκε, και οι σχετικές με τη διευκόλυνση των αναπήρων και εμποδιζόμενων ατόμων επεμβάσεις στα μνημεία να εναρμονίζονται με τους πάγιους συνταγματικούς και νομοθετικούς κανόνες, να αποβλέπουν, δηλαδή, όχι μόνο στην ανάδειξη, αλλά και την προστασία του πολιτιστικού στοιχείου με ειδική τεκμηρίωση των αναμενομένων επιπτώσεων της επέμβασης σε αυτό, και να υπόκεινται στις προβλεπόμενες διαδικαστικές εγγυήσεις (γνωμοδοτήσεις αρχαιολογικών συμβουλίων κ.λπ.). Οι κανόνες αυτοί, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην 6/2026 απόφαση, είχαν τηρηθεί στην προκείμενη περίπτωση. Καθ’ όσον, τέλος, αφορά τη λεγόμενη “μηδενική λύση”, δηλαδή τη μη κατασκευή του έργου, κρίθηκε ότι αυτή νομίμως είχε αποκλειστεί, διότι το έργο διευκολύνει όχι μόνο τα εμποδιζόμενα άτομα, αλλά και το αρχαιολογικό προσωπικό, το οποίο έχει την ευθύνη συντήρησης των αρχαιοτήτων της Άνω Πόλης.
Κρίθηκε, στη συνέχεια, με την 7/2026 απόφαση, ότι, εν προκειμένω, είχαν τηρηθεί οι περιορισμοί και της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, ιδιαίτερα αυξημένοι για τη Μονεμβασία, αφού ο τόπος του έργου, εκτός από το αρχαιολογικό του ενδιαφέρον, εμπίπτει και εντός περιοχής του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000. Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώθηκε ότι η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων περιελάμβανε ειδική οικολογική αξιολόγηση, η οποία, όπως κρίθηκε, πληρούσε τις απαιτήσεις επάρκειας και νομιμότητας αιτιολογίας. Επισημάνθηκαν σχετικώς οι αναφορές των μελετών σε κάθε είδος πανίδας, ιδίως πουλιών που διαβιούν στην περιοχή ή διέρχονται από αυτήν, εξετάσθηκε η κατηγορία επικινδυνότητας που ανήκει το καθένα και σταθμίσθηκαν οι κίνδυνοι γι’ αυτά από το έργο, το οποίο, πάντως, αξιολογήθηκε ως περιορισμένης εμβέλειας. Είχαν, εξάλλου, εξετασθεί και εναλλακτικές λύσεις, από τις οποίες, μάλιστα, η αρχικώς επιλεγείσα εγκαταλείφθηκε λόγω των πορισμάτων της σχετικής βραχομηχανικής μελέτης. Εξετάστηκαν, ακόμη, οι αρχιτεκτονικές πλευρές του έργου, οι κτιριακές εγκαταστάσεις του οποίου θα είναι εν μέρει υπόσκαφες, με υλικά της περιοχής (as found). Διαπιστώθηκε, τέλος, ότι και η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία δεν είχε μόνον οικολογικό περιεχόμενο, εγκρίθηκε, πάντως, και από την οικεία αρχαιολογική υπηρεσία, με ειδική πράξη, η οποία κρίθηκε νόμιμη.
Βασικές σκέψεις ΣτΕ 6/2026
- Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση των εξής πράξεων: 1) της 452351/23.9.2021 απόφασης της Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, με την οποία εγκρίθηκε η χωροθέτηση εναέριου αναβατορίου, με σκοπό, πλην άλλων, την εξασφάλιση της πρόσβασης ηλικιωμένων ατόμων και ατόμων με κινητικές δυσκολίες στην Άνω Πόλη Μονεμβασιάς, 2) της 380223/4.8.2022 απόφασης της ίδιας Υπουργού, με την οποία εγκρίθηκαν υπό τους εκτιθέμενους στην απόφαση όρους α) η τροποποίηση της ως άνω πρώτης προσβαλλομένης ως προς τις θέσεις εκκίνησης και άφιξης του αναβατορίου και β) η προμελέτη εγκατάστασης κατασκευής εναέριου αναβατορίου δύο καμπίνων στο Κάστρο της Μονεμβασιάς, 3) της 553624/11.11.2022 απόφασης της Γενικής Διευθύντριας Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού [και όχι της Υπουργού Πολιτισμού, όπως αναγράφεται στο δικόγραφο], με την οποία εγκρίθηκε η υλοποίηση του έργου “Προμήθεια και εγκατάσταση αναβατορίου ατόμων για το κάστρο της Μονεμβασίας” από τον Δήμο Μονεμβασιάς, ως φορέα υλοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 4858/2021 και 4) της δημοσιευθείσης με στοιχεία (OJ S 44/2023/1.3.2024) [ορθ. OJ S 44/2024] προκήρυξης ανοικτού δημόσιου διαγωνισμού του Δήμου Μονεμβασιάς, για την προμήθεια και εγκατάσταση εναέριου αναβατήρα στο Κάστρο της Μονεμβασιάς, με τρόπο που να εναρμονίζεται πλήρως με τους όρους που αναφέρονται στη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, εκτιμώμενης αξίας χωρίς ΦΠΑ 4.650.000 ευρώ.
- Επειδή, από τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 14 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) προκύπτει ότι, αν με το ίδιο δικόγραφο προσβάλλονται πράξεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα περισσότερων Τμημάτων του Δικαστηρίου, ο καθορισμός του αρμόδιου Τμήματος προηγείται κάθε άλλου θέματος, η δε υπόθεση εισάγεται στο σύνολό της στο Τμήμα που είναι αρμόδιο για τη χρονολογικώς προγενέστερη πράξη και εκδικάζεται από αυτό (ΣτΕ 1579/2024, 470/2023 κ.ά.). Εν προκειμένω, η εκδίκαση της αίτησης ως προς την τέταρτη (4η) προσβαλλόμενη πράξη, η προσβολή της οποίας από τους αιτούντες (τρίτους), που δεν ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν στον διαγωνισμό, προκαλεί ακυρωτική διαφορά (πρβλ. ΣτΕ 1282/2025 7μ. σκ. 9, 332/2025 7μ. σκ. 6, 1110/2024 σκ. 6, 129/2020 σκ. 5, 1011/2018 σκ. 5), υπάγεται στην αρμοδιότητα του ΣΤ΄ Τμήματος σύμφωνα με το άρθρο 6 (περ. θ) της 8/2019 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (Β΄ 2933), ενώ οι τρεις πρώτες και χρονικά προγενέστερες προσβαλλόμενες πράξεις υπάγονται στο Ε΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με το άρθρο 5 (παρ. 1 περ. β) της αυτής ως άνω απόφασης. Συνεπώς, αρμοδίως η υπό κρίση αίτηση έχει εισαχθεί στο σύνολό της ενώπιον του Ε΄ Τμήματος (πρβλ. ΣτΕ 1579/2024, 1011/2018 σκ. 5, 1586/2013 σκ. 3). Περαιτέρω, οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι συναφείς μεταξύ τους και παραδεκτώς πλήττονται με το αυτό δικόγραφο, δεδομένου ότι οι τρεις πρώτες εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογήν της αυτής νομοθεσίας και θέτουν το πλαίσιο για την έκδοση της 4ης προσβαλλόμενης, όλες δε αποβλέπουν στην υλοποίηση του αυτού έργου (πρβλ. ΣτΕ 1579/2024, 470/2023 κ.ά.).
- Επειδή, η εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης, η οποία κατατέθηκε στις 15.3.2024, διέπεται κατά τα λοιπά από τις διατάξεις του π.δ. 18/1989, όπως αυτές ίσχυαν πριν από την 16η.9.2024, πριν, δηλαδή, από την τροποποίησή τους με τον ν. 5119/2024 (Α΄ 103) (βλ. άρθρα 36 και 23 παρ. 1 του νόμου, πρβλ. ΣτΕ 1543/2025 σκ. 3 κ.ά.).
- Επειδή, με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς παρεμβαίνει υπέρ της ισχύος των προσβαλλομένων πράξεων το σωματείο με την επωνυμία “Έ….. ”, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το καταστατικό του (άρθρο 2), στους σκοπούς του περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η ανάληψη πρωτοβουλιών και η ενίσχυση κάθε προσπάθειας για την ανάδειξη και συντήρηση των Βυζαντινών μνημείων και η υποστήριξη κοινωφελών έργων και έργων εξωραϊσμού στη Μονεμβασία, ισχυρίζεται δε ότι η κατασκευή του ενάεριου αναβατορίου για την πρόσβαση ηλικιωμένων ατόμων και ατόμων με κινητικές δυσκολίες στην Άνω Πόλη Μονεμβασίας είναι κοινωφελές έργο εξαιρετικής σημασίας, που διασφαλίζει την πρόσβαση όλων των ατόμων χωρίς διακρίσεις στη μοναδική πολιτιστική κληρονομιά της Άνω Πόλης, και αναμένεται να συνεισφέρει και στην αποκατάσταση ιστορικών και θρησκευτικών κτιρίων της Άνω Πόλης.
- Επειδή, περαιτέρω, με έννομο, επίσης, συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς παρεμβαίνει υπέρ της ισχύος των προσβαλλομένων πράξεων, η εταιρεία «Α…………», η οποία, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ανέλαβε την εκπόνηση προμελέτης για το έργο, μετέχει δε και στην υλοποίησή του ως Διευθύνουσα Υπηρεσία δυνάμει της από 18.3.2023 Προγραμματικής Σύμβασης μεταξύ του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, της Περιφέρειας Πελοποννήσου, του Δήμου Μονεμβασιάς και της ανωτέρω εταιρείας.
- Επειδή, οι αιτούντες για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους προς άσκηση της κρινόμενης αίτησης ισχυρίζονται, οι πέντε (5) πρώτοι ότι είναι κάτοικοι και ιδιοκτήτες ακινήτων στην Κάτω Πόλη της Μονεμβασιάς, στην οποία διαμένουν τους περισσότερους μήνες του έτους, το δε έκτο σωματείο με την επωνυμία «Σ………………» ισχυρίζεται ότι έχει έδρα τη Μονεμβασιά και ότι, σύμφωνα με το καταστατικό του, έχει ως σκοπό την προστασία και ανάδειξη του φυσικού, οικιστικού και πολιτιστικού περιβάλλοντός της και την αειφόρο ανάπτυξη της περιοχής. Εξάλλου, οι αιτούντες προβάλλουν ότι η κατασκευή τελεφερίκ (που θα κινείται σε εναέρια συρματόσχοινα και με μεγάλη συχνότητα, σε ύψος 90 μέτρων μεταξύ του σταθμού αφετηρίας και του σταθμού τερματισμού) στον Βράχο της Μονεμβασιάς, ο οποίος διατηρεί τη μορφή και τα μοναδικά χαρακτηριστικά του επί 15 αιώνες, συνιστά καθοριστικής σημασίας παρέμβαση στο μνημειακό σύνολο και το τοπίο και επιδρά βάναυσα στο προστατευόμενο φυσικό περιβάλλον της περιοχής, χωρίς να έχουν προηγηθεί οι αναγκαίες μελέτες για το έργο και κυρίως χωρίς έρευνα εναλλακτικών λύσεων ή στάθμιση των συνεπειών του στο μνημειακό σύνολο, με αποτέλεσμα η ραγδαία αύξηση της επισκεψιμότητας του ιστορικού τόπου να απειλεί ευθέως την ανθεκτικότητα και τη διατήρησή του στο διηνεκές. Προς απόδειξη της ιδιότητάς τους ως ιδιοκτητών ακινήτων στην περιοχή, στην οποία στηρίζουν το έννομο συμφέρον τους, οι τέσσερις (4) πρώτοι αιτούντες προσκόμισαν προαποδεικτικώς τα αναγκαία στοιχεία (συμβόλαια, λογαριασμούς ύδρευσης και ηλεκτροδότησης, βεβαιώσεις περιουσιακής κατάστασης, απόσπασμα κτηματολογικού πίνακα προανάρτησης του Εθνικού Κτηματολογίου κ.ά.), το δε έκτο σωματείο προσκόμισε επικυρωμένο αντίγραφο του από 1.4.2008 καταστατικού του, από το οποίο προκύπτει ότι στους σκοπούς του Συλλόγου εντάσσονται, μεταξύ άλλων, η διατήρηση και προβολή του ιστορικού, πνευματικού και λαογραφικού πλούτου του Κάστρου, η προστασία της πολιτισμικής κληρονομιάς και αρχιτεκτονικής παράδοσης, καθώς και του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής (άρθρο 2). Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, οι τέσσερις πρώτοι αιτούντες καθώς και το 6ο αιτούν σωματείο με έννομο συμφέρον ασκούν την υπό κρίση αίτηση, ο περί του αντιθέτου δε ισχυρισμός του Δημοσίου περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος των 4 πρώτων αιτούντων, όπως προβάλλεται στο από 5.9.2025 υπόμνημα, καθώς και ο ισχυρισμός περί έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης του 6ου αιτούντος σωματείου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, δεδομένου ότι το Σωματείο σύμφωνα με το καταστατικό του (άρθρο 12) εκπροσωπείται σε όλες τις σχέσεις αυτού από τον Πρόεδρό του (πρβλ. ΣτΕ 3020/2013 σκ. 3 κ.ά.). Εξάλλου, το ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο προς τον υπογράφοντα δικηγόρο αρκεί για τη νομιμοποίηση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, εφόσον στο εν λόγω πληρεξούσιο βεβαιώνεται η ύπαρξη των λοιπών νομιμοποιητικών στοιχείων (ήτοι του καταστατικού, των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης ή του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου), από τα οποία προκύπτει ότι το πρόσωπο που χορήγησε την πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο ήταν όντως το, κατά τον νόμο και το καταστατικό, αρμόδιο για την εκπροσώπησή του όργανο, χωρίς να απαιτείται στην τελευταία αυτή περίπτωση, για το παραδεκτό του ενδίκου βοηθήματος εξ απόψεως νομιμοποίησης του νομικού προσώπου η επιπλέον προσκομιδή των στοιχείων αυτών και στο Δικαστήριο (πρβλ. ΣτΕ 209/2020 Ολ., 647/2020). Περαιτέρω, οι ανωτέρω αιτούντες παραδεκτώς ομοδικούν διότι προβάλλουν κοινούς λόγους ακυρώσεως, στηριζόμενους στην αυτή νομική και πραγματική βάση (ΣτΕ 3279/2003 Ολ. σκ. 8, 2526/2020 7μ. σκ. 4).
- Επειδή, ο 5ος αιτών δεν προσκόμισε προαποδεικτικώς κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η ιδιότητα στην οποία θεμελιώνει το έννομο συμφέρον του για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης ακυρώσεως και ειδικότερα ότι είναι κάτοικος ή ιδιοκτήτης ακινήτου στην περιοχή της Μονεμβασιάς. Εξάλλου, το έννομο συμφέρον του ανωτέρω αιτούντος δεν μπορεί να αποδειχθεί με στοιχεία προσκομιζόμενα μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και συγκεκριμένα με το από 6.10.2025 υπόμνημα που κατατέθηκε εντός της προθεσμίας που ζήτησε για την υποβολή του η πληρεξούσια δικηγόρος των αιτούντων και η οποία είχε χορηγηθεί από τον Πρόεδρο (ΣτΕ 24/2025 σκ. 8, 1336/2023, 1235/2022, 1607/2021, 2392/2019, 238/2017, πρβλ. ΣτΕ 982/2018 7μ. σκ. 13 κ.ά.). Κατά συνέπεια, ως προς τον 5ο αιτούντα η αίτηση ακυρώσεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά το μέρος δε αυτό πρέπει να γίνουν δεκτές οι ασκηθείσες παρεμβάσεις.
- Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου καθώς και τα προσκομισθέντα από τους αιτούντες στοιχεία προκύπτει ότι το 6ο αιτούν σωματείο υπέβαλε στις 21.3.2023 αιτήσεις προς το ΚΑΣ, τη Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς και τη Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων με θέμα “Παροχή πληροφοριών και στοιχείων όσον αφορά την έγκριση του προγράμματος φωτισμού και εγκατάστασης αναβατορίου ατόμων στο Κάστρο και στον βράχο της Μονεμβασίας που ανακοίνωσε η Περιφέρεια Πελοποννήσου με το από 17.3.2023 δελτίο τύπου”. Στη συνέχεια, ο 4ος αιτών, υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου του 6ου αιτούντος σωματείου, υπέβαλε στο ΚΑΣ τις με αριθ. πρωτ. 576657, 566716, 566753, 566770, 567026, 566664, 567038, 567049/23.11.2023 αιτήσεις, με τις οποίες ζήτησε τη χορήγηση ακριβών αντιγράφων των γνωμοδοτήσεων και των πρακτικών συνεδριάσεων του ΚΑΣ, κατ’ αποδοχή των οποίων εκδόθηκαν οι τρεις πρώτες προσβαλλόμενες πράξεις, καθώς και η 246227/19.5.2023 απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού με θέμα “Έγκριση αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης αποκατάστασης της σωζόμενης ανωδομής του τείχους της Άνω Πόλης Μονεμβασιάς, στη θέση που θα κατασκευαστεί η κτηριακή υποδομή σταθμού άφιξης αναβατορίου”. Επί των ως άνω αιτήσεων εκδόθηκε αρχικώς το 590005/5.12.2023 απαντητικό έγγραφο του ΚΑΣ, με το οποίο χορηγήθηκαν αντίγραφα των αιτηθεισών γνωμοδοτήσεων, ενημερώθηκε δε ο αιτών ότι η χορήγηση σε εκείνο το χρονικό σημείο αντιγράφων των οικείων πρακτικών συνεδριάσεων δεν ήταν δυνατή, διότι δεν είχε ολοκληρωθεί η διοικητική διαδικασία. Ακολούθως, ο ίδιος αιτών υπέβαλε τις 610060/15.12.2023 και 47333/5.2.2024 αιτήσεις, με τις οποίες ζήτησε εκ νέου τη χορήγηση αντιγράφων των ως άνω πρακτικών συνεδριάσεων, τα δε πρακτικά χορηγήθηκαν τελικώς στον αιτούντα στις 14 και 15.2.2024 (βλ. τα 567049 και 63453/14.2.2024 και 567038/ 15.2.2024 απαντητικά έγγραφα). Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία οι αιτούντες, οι οποίοι απέδειξαν προαποδεικτικώς το έννομο συμφέρον τους (1ος-4ος και 6ο), ισχυρίζονται ότι η αίτηση ασκείται εμπροθέσμως κατά των 3 πρώτων προσβαλλόμενων πράξεων, διότι πληροφορήθηκαν την έκδοσή τους επ’ ευκαιρία της αρχικής διακήρυξης του ένδικου διαγωνισμού, που ακυρώθηκε με την 100/2024 απόφαση της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. και στη συνέχεια υπέβαλαν τις από 23.11.2023, 15.12.2023 και 5.2.2024 αιτήσεις προς το Υπουργείο Πολιτισμού, με τις οποίες ζήτησαν να λάβουν γνώση των γνωμοδοτήσεων και των πρακτικών συνεδριάσεων του ΚΑΣ που προηγήθηκαν της έκδοσής τους. Κατά τους ισχυρισμούς τους, οι αιτούντες επιφυλάχθηκαν ρητώς στην αίτηση ακυρώσεως που είχαν ασκήσει κατά της αρχικής Διακήρυξης του έργου [αριθ. κατάθ. Ε2797/4-12-2023, από την οποία υπέβαλαν παραίτηση], να αμφισβητήσουν το κύρος των τριών πρώτων προσβαλλόμενων με την κρινόμενη αίτηση αποφάσεων, μόλις λάβουν πλήρη γνώση αυτών, το δε Υπουργείο Πολιτισμού ικανοποίησε εν τέλει τις ανωτέρω αιτήσεις μόλις στις 14 και 15.2.2024, αφού όλο το προηγούμενο διάστημα αρνείτο, κατά τα προβαλλόμενα, συστηματικά και χωρίς καμία εξήγηση να χορηγήσει τα πλήρη πρακτικά. Αντιθέτως προς τα ανωτέρω, ο Δήμος Μονεμβασιάς με την από 9.10.2024 έκθεση απόψεων, όπως αναπτύχθηκε με τα από 11.11.2024 και 20.5.2025 υπομνήματα, ισχυρίζεται ότι η κρινόμενη αίτηση είναι προδήλως εκπρόθεσμη ως προς τις τρεις πρώτες προσβαλλόμενες πράξεις. Ομοίως, τόσο το παρεμβαίνον σωματείο όσο και το Δημόσιο ισχυρίζονται ότι η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως εκπροθέσμως ασκηθείσα κατά των τριών πρώτων προσβαλλόμενων πράξεων, διότι οι πράξεις αυτές δημοσιεύθηκαν στη ΔΙΑΥΓΕΙΑ, ενώ το επίδικο έργο έτυχε ευρύτατης δημοσιότητας το αργότερο από το έτος 2022, απασχολώντας έντονα τόσο την τοπική κοινωνία όσο και το πανελλήνιο, μέσω της δημοσίευσης δελτίων τύπου του καθ’ ου Δήμου αλλά και έντυπων και ηλεκτρονικών δημοσιευμάτων στον τοπικό τύπο και σε εφημερίδες και ιστοσελίδες ευρύτατης επισκεψιμότητας από όλα τα μέρη της Ελλάδας, προσκομίζουν δε σχετικά έγγραφα προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
- Επειδή, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, η εξηκονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως κατά ατομικής διοικητικής πράξης μη δημοσιευτέας, η οποία δεν έχει κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο, αρχίζει από τότε που αυτός έλαβε πλήρη γνώση της έκδοσης της πράξης και του περιεχομένου της. Το συγκεκριμένο χρονικό σημείο της πλήρους γνώσης της πράξης μπορεί να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ή να τεκμαίρεται κατ’ εκτίμηση των στοιχείων και περιστάσεων κάθε υπόθεσης (πρβλ. ΣτΕ 2294/2017, 3314/2015, 1056/2012 7μ., 2036/2011 Ολ. κ.ά.). Προκειμένου να εκφέρουν σχετική κρίση τα δικαστήρια εκτιμούν τα στοιχεία του φακέλου, λαμβάνουν δε υπόψη και το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έκδοση της πράξης ή την έναρξη των εργασιών, εφόσον με την προσβαλλόμενη αδειοδοτείται η κατασκευή κτιρίου ή έργου, σε συνδυασμό προς το εύλογο ενδιαφέρον του ασκούντος την αίτηση ακυρώσεως να λάβει πληροφορίες για την έκδοση της πράξης και το περιεχόμενό της (πρβλ. ΣτΕ 2102/2019 Ολ., 2036/2011 Ολ. κ.ά.). Η τήρηση, εξάλλου, διατυπώσεων δημοσιότητας, ακόμη και αν δεν κινεί καθ’ εαυτή την προθεσμία προσβολής της υποκείμενης σε αυτές διοικητικής πράξης (πρβλ. ΣτΕ 598/2023 σκ. 8, 2310/2020 σκ. 7, 1508/2020 7μ. σκ. 9, 1795/2019 σκ. 5, 1424/2018 σκ. 6, 2657/2015 σκ. 3 κ.ά.), λαμβάνεται υπόψη, κατ’ εκτίμηση και των λοιπών στοιχείων της υπόθεσης και, ιδίως, της παρόδου ευλόγου χρόνου (πρβλ. ΣτΕ 3314/2015 σκ. 10, 3224/2014 σκ. 7), για τη συναγωγή τεκμηρίου πλήρους γνώσης της προσβαλλόμενης πράξης, υπό την προεκτεθείσα έννοια (πρβλ. ΣτΕ 2294/2017 κ.ά.).
- Επειδή, εν προκειμένω οι τρεις πρώτες προσβαλλόμενες αποφάσεις (1η, 2η και 3η) εκδόθηκαν τα έτη 2021 και 2022, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, η κρινόμενη δε αίτηση ασκήθηκε στις 15.3.2024. Οι ως άνω πράξεις με βάση τις διατάξεις, κατ’ εφαρμογή των οποίων εκδόθηκαν, και το περιεχόμενό τους έχουν ατομικό χαρακτήρα και αναρτώνται στο πρόγραμμα «ΔΙΑΥΓΕΙΑ», πλην δεν είναι δημοσιευτέες στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διότι οι διατάξεις τόσο του ν. 3028/2002, τον οποίο επικαλείται στο προοίμιό της η πρώτη προσβαλλόμενη πράξη, όσο και οι ομοίου περιεχομένου διατάξεις του κωδικοποιητικού ν. 4858/2021 [με το άρθρο πρώτο του οποίου κυρώθηκε ο Κώδικας νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς], τον οποίο επικαλούνται στο προοίμιό τους οι λοιπές προσβαλλόμενες πράξεις του Υπουργείου Πολιτισμού (2η και 3η), δεν επιβάλλουν τέτοιου είδους δημοσίευση για τις πράξεις με τις οποίες παρέχεται η έγκριση εκτελέσεως εργασιών πλησίον ή επί μνημείου, εντός αρχαιολογικού χώρου κ.λπ. όπως εν προκειμένω (άρθρο 10 παρ. 3) (πρβλ. ΣτΕ 1454/2018 7μ. σκ. 5, 2926/2011 σκ. 5). Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, από τα προαναφερθέντα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι οι αιτούντες είχαν λάβει πλήρη γνώση της αιτιολογίας των τριών πρώτων προσβαλλομένων πράξεων, όπως αυτή παρατίθεται στα σχετικά πρακτικά του ΚΑΣ, σε χρόνο προγενέστερο των 60 ημερών από την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως ή ότι αδράνησαν ή καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να λάβουν πλήρη γνώση των στοιχείων του φακέλου. Ειδικότερα, μόνη η ανάρτηση των προσβαλλομένων πράξεων στο πρόγραμμα ΔΙΑΥΓΕΙΑ, χωρίς την κύρια και αναγκαία κατά τον νόμο αιτιολογία τους, δεν αρκεί για να θεμελιώσει τεκμήριο πλήρους γνώσεως των πράξεων αυτών (πρβλ. ΣτΕ 1508/2020 7μ. σκ. 9, 570/2018 7μ. σκ. 4), τέτοιο δε τεκμήριο δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι οι διαδικασίες υλοποίησης του επίδικου έργου έτυχαν δημοσιότητας στον τύπο (πρβλ. ΣτΕ Ολ. 3279/2003 σκ. 9), ούτε από το έντονο ενδιαφέρον που επέδειξε για την υπόθεση ιδίως το 6ο των αιτούντων σωματείο (πρβλ. ΣτΕ 669/2010 7μ. σκ. 7). Εξάλλου, στα προσκομισθέντα στοιχεία από το παρεμβαίνον σωματείο και από το Υπουργείο Πολιτισμού (δημοσιεύματα και δελτία τύπου του καθ’ ου Δήμου), και στην από 7.12.2023 ανακοίνωση του 6ου των αιτούντων σωματείου γίνεται μνεία στον σχεδιασμό και την εκτέλεση του επίμαχου έργου και όχι στα στοιχεία έκδοσης και το περιεχόμενο των προσβαλλομένων πράξεων του Υπουργείου Πολιτισμού, πολύ δε περισσότερο δεν γίνεται αναφορά στην αιτιολογία τους, όπως αυτή προκύπτει από τα πρακτικά του ΚΑΣ. Περαιτέρω, η αρχική διακήρυξη του διαγωνισμού, κατόπιν της οποίας οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση των δύο πρώτων προσβαλλόμενων αποφάσεων, δημοσιεύτηκε στις 23.10.2023 και οι αιτήσεις για τη χορήγηση αντιγράφων των γνωμοδοτήσεων και των πρακτικών συνεδριάσεων του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ) κατατέθηκαν στις 23.11.2023, ήτοι εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος (πρβλ. ΣτΕ 1327/2021 σκ. 12, 2926/2011 σκ. 5), τα δε αντίγραφα των πρακτικών του ΚΑΣ χορηγήθηκαν στον 4ο αιτούντα στις 14 και 15.2.2024. Επομένως, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων της υπόθεσης, όπως προκύπτουν από τα ανωτέρω στοιχεία του φακέλου, και λαμβανομένου επιπροσθέτως υπόψη α) ότι για την έκδοση των αποφάσεων και πράξεων του Υπ. Πολιτισμού δεν προβλέπεται διαδικασία διαβούλευσης με το κοινό, αντίστοιχη με αυτήν που προβλέπεται στην περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων κατηγορίας Α΄, β) ότι τα στοιχεία δημοσιότητας που επικαλούνται οι παρεμβαίνοντες και το Υπουργείο Πολιτισμού αφορούν γενικά την κατασκευή «αναβατορίου» και όχι τις τρεις πρώτες προσβαλλόμενες πράξεις του ΥΠΠΟ, το περιεχόμενο ή την αιτιολογία τους και γ) ότι οι καθ’ ων και οι παρεμβαίνοντες δεν προσκόμισαν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η έκδοση των προσβαλλομένων πράξεων έλαβε ευρεία δημοσιότητα σε χρόνο πολύ πριν από την υποβολή των αιτήσεων των αιτούντων για τη χορήγηση των πρακτικών του ΚΑΣ, δεν μπορεί να συναχθεί τεκμήριο πλήρους γνώσης της αιτιολογίας των προσβαλλομένων πράξεων του ΥΠΠΟ από τους αιτούντες σε χρόνο προγενέστερο των 60 ημερών από την άσκηση της κρινόμενης αίτησης ακυρώσεως στις 15.3.2024, η οποία, συνεπώς, ασκήθηκε εμπροθέσμως. Κατά τη γνώμη, όμως, του Συμβούλου Χρ. Λιάκουρα, υπό τις εν λόγω περιστάσεις της υπόθεσης συνάγεται τεκμήριο πλήρους γνώσης των προσβαλλομένων πράξεων του Υπουργείου Πολιτισμού από τους αιτούντες σε χρόνο προγενέστερο των 60 ημερών από την άσκηση της κρινόμενης αίτησης. Και τούτο, διότι, α) από τα δελτία τύπου του Δήμου Μονεμβασιάς και της Περιφέρειας Πελοποννήσου, τα λοιπά σχετικά δημοσιεύματα, τις συζητήσεις στο Δημοτικό Συμβούλιο Μονεμβασιάς, την επιστολή μέλους του 6ου σωματείου προς το ΔΣ κ.ά. προκύπτει ότι η κατασκευή του έργου είχε λάβει ευρεία δημοσιότητα, β) από τη δημοσίευση των τριών πρώτων προσβαλλομένων πράξεων (1ης, 2ης και 3ης) στη ΔΙΑΥΓΕΙΑ τα έτη 2021 και 2022 έως την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως στις 15.3.2024 παρήλθε πολύ μεγάλο διάστημα τριών ή δύο ετών αντίστοιχα, γ) οι αιτούντες λόγω του έντονου ενδιαφέροντός τους για την υπόθεση όφειλαν να αναζητήσουν τα στοιχεία για τις προϋποθέσεις κατασκευής του έργου, κατ’ ακολουθίαν και για την έκδοση ή μη των προσβαλλομένων πράξεων και της αιτιολογίας τους που περιλαμβάνεται στα πρακτικά του ΚΑΣ, εντός ευλόγου χρόνου από την έκδοση των προσβαλλομένων και δ) η πάροδος τριών και δύο ετών περίπου από την έκδοση των προσβαλλομένων πράξεων υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο εντός του οποίου οι αιτούντες έπρεπε να αναζητήσουν τα στοιχεία για την αιτιολογία τους η οποία συμπληρώνεται από τα πρακτικά του ΚΑΣ και, επομένως, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, η αίτηση κατά των εν λόγω πράξεων ασκήθηκε εκπροθέσμως.
- Επειδή, στο άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζεται ότι «η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός» (παρ. 1) και ότι «τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος …» (παρ. 6). Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται, ειδικώς, αυξημένη προστασία του φυσικού, καθώς επίσης και του πολιτιστικού περιβάλλοντος, δηλαδή των μνημείων και λοιπών πολιτιστικών αγαθών που προέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και συνθέτουν λόγω της ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας τους την εν γένει πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας. Η προστασία αυτή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη διατήρηση των εν λόγω πολιτιστικών στοιχείων στο διηνεκές, καθώς και την προστασία του αναγκαίου για την ανάδειξή τους περιβάλλοντος χώρου. Επομένως, κάθε επέμβαση επί ή πλησίον αρχαίου ή νεότερου μνημείου πρέπει κατ’ αρχήν να αποβλέπει στην προστασία και ανάδειξη αυτού, να ενεργείται δε ενόψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών του και επί τη βάσει των δεδομένων της οικείας επιστήμης, απαγορευομένων επεμβάσεων και χρήσεων μη συμβατών προς την κατά προορισμό χρήση του μνημείου και του περιβάλλοντος αυτό χώρου (ΣτΕ 3454/2004 Ολ. σκ. 8, 1454/2018 7μ. σκ. 6, 919/2018 σκ. 15, πρβλ. ΣτΕ 1761/2019 Ολ., 3279/2003 Ολ.). Οι πράξεις των αρμοδίων οργάνων της Διοίκησης, με τις οποίες επιτρέπεται η εκτέλεση έργων ή εργασιών πλησίον μνημείου, πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένες ως προς την κρίση ότι με τα έργα ή τις εργασίες αυτές προστατεύεται, αναδεικνύεται ή, πάντως, δεν παραβλάπτεται ουσιωδώς το μνημείο ούτε ο περιβάλλων χώρος του (ΣτΕ 287/2021 σκ. 5, 214/2019 σκ. 6, 919/2018 σκ. 15, πρβλ. ΣτΕ 1761/2019 Ολ.).
- Επειδή, το άρθρο 21 παρ. 6 του Συντάγματος ορίζει ότι “Τα άτομα με αναπηρίες έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν μέτρων που εξασφαλίζουν την αυτονομία, την επαγγελματική ένταξη και τη συμμετοχή τους στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας”. Περαιτέρω, με τον ν. 4074/2012 (Α΄ 88) κυρώθηκε η Σύμβαση του Ο.Η.Ε. για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, που υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη στις 30 Μαρτίου 2007. Στο άρθρο 30 παρ. 1 περ. γ΄ της εν λόγω Σύμβασης, η οποία, κυρωθείσα με νόμο, έχει την, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ισχύ, προβλέπεται ότι τα συμβαλλόμενα Κράτη λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν ότι τα άτομα με αναπηρίες απολαμβάνουν την πρόσβαση σε μνημεία και περιοχές εθνικής πολιτιστικής σημασίας, ενώ στην παρ. 5 περ. γ΄ του ίδιου άρθρου υφίσταται και ιδιαίτερη πρόβλεψη για την πρόσβαση των ατόμων με αναπηρίες σε τουριστικούς τόπους («μνημεία και περιοχές εθνικής πολιτιστικής σημασίας»). Επιπρόσθετα, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 4858/2021, η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της Χώρας συνίσταται, μεταξύ άλλων, και στη διευκόλυνση της πρόσβασης και της επικοινωνίας του κοινού με αυτήν (περ. ε). Εξάλλου, το άρθρο 24 παρ. 1 προστατεύει το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον ως “δικαίωμα του καθενός”, ενώ, κατά τη συνταγματική διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1, όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι κατά τη λήψη από τον νομοθέτη και τη διοίκηση των απαιτούμενων προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων για την αποτελεσματική προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος, τα αρμόδια όργανα οφείλουν να σταθμίζουν και άλλους παράγοντες, όπως, μεταξύ άλλων, ιδίως τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες.
- Επειδή, με τις διατάξεις των άρθρων 1 (παρ. 1-3), 3 (παρ. 1 και 2), 4 (περ. 1-3), 10 (περ. 3), 11, 12 και 13 της κυρωθείσας με το άρθρο πρώτο του ν. 2039/1992 (Α΄ 61) Διεθνούς Σύμβασης της Γρανάδας έτους 1985, οι οποίες αποτέλεσαν συνέχεια της Χάρτας της Βενετίας του 1964 και της Διακήρυξης του Άμστερνταμ του 1975 στο ζήτημα της διατήρησης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και οι οποίες κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος έχουν ομοίως υπέρτερη του νόμου τυπική ισχύ, επιβάλλεται η προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, στην οποία περιλαμβάνονται τόσο μεμονωμένα οικοδομήματα, όσο και αρχιτεκτονικά σύνολα και τόποι, κατά τα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές, και, περαιτέρω, η μέριμνα για την ένταξη των προστατευόμενων αυτών στοιχείων στην οικονομική και κοινωνική ζωή του οικείου οικισμού και για την κατά το δυνατόν εναρμόνισή τους με τον πολεοδομικό ιστό του. Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι τα συμβαλλόμενα στη διεθνή αυτή σύμβαση μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να λαμβάνουν θετικά μέτρα, που αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος τα ακίνητα μνημεία χώρου και να απέχουν από κάθε ενέργεια που βλάπτει αμέσως ή εμμέσως τα μνημεία ή τα αρχιτεκτονικά σύνολα ή τον περιβάλλοντα χώρο τους (ΣτΕ 2526/2020 7μ. σκ. 6, 570/2018 7μ. σκ. 7, 1323/2023 σκ. 8, 932/2022 σκ. 7, 1927/2021 σκ. 4, 287/2021 σκ. 7, 453/2020 σκ. 6 κ.ά.). Κατά την έννοια δε των ίδιων διατάξεων δεν είναι επιτρεπτή η καταστροφή στοιχείων τα οποία είναι ιδιαιτέρως σημαντικά για τη διατήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, καθώς και η επέμβαση, η οποία συνεπάγεται τη μεταβολή του πολεοδομικού ιστού αρχιτεκτονικού συνόλου ή την άρση της φυσιογνωμίας ή τη διάρρηξη της ομοιογένειας ορισμένου τόπου. Ωστόσο, δεν αποκλείονται σοβαρές επεμβάσεις και στα προστατευόμενα μνημεία, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, προκειμένου να επιτευχθεί η ασφαλής λειτουργία ενός έργου ή η πραγματοποίηση μείζονος έργου, ιδιαιτέρως σημαντικού και αναγκαίου για την ικανοποίηση ζωτικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, δεδομένου ότι η παρεμπόδιση τέτοιων έργων προδήλως δεν περιλαμβάνεται στη βούληση των συμβαλλόμενων μερών. Με το περιεχόμενο δε αυτό οι ορισμοί της ανωτέρω διεθνούς συμβάσεως συμπορεύονται προς τις προαναφερθείσες επιταγές του ελληνικού Συντάγματος (ΣτΕ 991/2021 Ολ. σκ. 11, 919/2018 σκ. 14-15). Με τις ίδιες, τέλος, συνταγματικές διατάξεις εναρμονίζονται τόσο η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς (Σύμβαση Βαλέττας 1992), κυρωθείσα με το άρθρο πρώτο του ν. 3378/2005 (Α΄ 203), όσο και η Διεθνής Σύμβαση για την προστασία της παγκόσμιας πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς (Σύμβαση Παρισίων 1972), κυρωθείσα με το άρθρο πρώτο του ν. 1126/1981 (Α΄ 32) (ΣτΕ 2560/2022 Ολ. σκ. 8, 2561/2022 Ολ. σκ. 7, 991/2021 Ολ. σκ. 11, 12, 13, 15, πρβλ. και ΣτΕ 2526/2020 7μ. σκ. 6, 1323/2023 σκ. 8).
- Επειδή, η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος οργανώνεται και εξειδικεύεται με τις διατάξεις του αρχαιολογικού νόμου, στις οποίες ορίζονται, μεταξύ άλλων, οι προϋποθέσεις επεμβάσεων σε ακίνητο μνημείο και στο περιβάλλον του, καθώς και σε αρχαιολογικούς χώρους και σε τόπους που έχουν χαρακτηρισθεί ως ιστορικοί (βλ. ΣτΕ 1761/2019 Ολ., 676/2005 Ολ., 3454/2004 Ολ., 2175/ 2004 Ολ.). Στο άρθρο 10 του ν. 3028/2002 «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς (Α΄ 153)» υπό την ισχύ του οποίου εκδόθηκε η 1η προσβαλλόμενη πράξη [όπως η παρ. 6 αντικαταστάθηκε με την υποπαράγραφο Η΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85)] και με τις διατάξεις του οποίου απαγορεύονται επεμβάσεις σε ακίνητα μνημεία και το περιβάλλον τους και προβλέπεται η έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού για κάθε επέμβαση επί ή πλησίον μνημείου, ορίζεται ότι «Στις περιπτώσεις που απαιτείται έγκριση σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, αυτή προηγείται από τις άδειες άλλων αρχών που αφορούν την επιχείρηση ή την εκτέλεση του έργου ή της εργασίας και τα στοιχεία της αναγράφονται με ποινή ακυρότητας στις άδειες αυτές […]» (παρ. 6), η αυτή δε διάταξη επαναλαμβάνεται και στην παρ. 6 του άρθρου 10 του ισχύοντος Κώδικα νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4858/2021 (A΄ 220/ 19.11.2021). Συγκεκριμένα, στο άρθρο 10 του Κώδικα αρχαιοτήτων (ν. 4858/2021) ορίζονται τα εξής: «1. Απαγορεύεται κάθε ενέργεια σε ακίνητο μνημείο, η οποία είναι δυνατόν να επιφέρει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, καταστροφή, βλάβη, ρύπανση ή αλλοίωση της μορφής του. 2. … 3. Η εγκατάσταση ή η λειτουργία βιομηχανικής, βιοτεχνικής ή εμπορικής επιχείρησης, η τοποθέτηση τηλεπικοινωνιακών ή άλλων εγκαταστάσεων, η επιχείρηση οποιουδήποτε τεχνικού ή άλλου έργου ή εργασίας, καθώς και η οικοδομική δραστηριότητα πλησίον μνημείου, επιτρέπεται μόνο μετά από έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Η έγκριση χορηγείται εάν η απόσταση από ακίνητο μνημείο ή το άμεσο περιβάλλον του ή η σχέση με αυτά είναι τέτοια ώστε να μην κινδυνεύει να προκληθεί άμεση ή έμμεση βλάβη αυτών, λόγω του χαρακτήρα του έργου ή της επιχείρησης ή της εργασίας. … 4. Για κάθε εργασία, επέμβαση ή αλλαγή χρήσης σε ακίνητα μνημεία, ακόμη και αν δεν επέρχεται κάποια από τις συνέπειες της παρ. 1 σε αυτά, απαιτείται έγκριση που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Για την υλοποίηση έργων σε κηρυγμένα μνημεία, χρηματοδοτούμενων από εθνικούς πόρους ή συγχρηματοδοτούμενων από πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλων διεθνών οργανισμών, από φορείς εκτός των υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, απαιτείται απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, η οποία εκδίδεται κατόπιν διατύπωσης γνώμης από το αρμόδιο Συμβούλιο … 6. Στις περιπτώσεις που απαιτείται έγκριση σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, αυτή προηγείται από τις άδειες άλλων αρχών που αφορούν την επιχείρηση ή την εκτέλεση του έργου ή της εργασίας και τα στοιχεία της αναγράφονται με ποινή ακυρότητας στις άδειες αυτές. … 7. … 8. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 12 παρ. 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 6 του άρθρου 10 εφαρμόζονται αναλόγως και για τους αρχαιολογικούς χώρους …». Εξάλλου, στο άρθρο 17 ορίζεται ότι: «Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, συνοδεύεται από διάγραμμα οριοθέτησης και δημοσιεύεται μαζί με αυτό στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτάσεις ή σύνθετα έργα του ανθρώπου και της φύσης σύμφωνα με τις ειδικότερες διακρίσεις του τέταρτου εδαφίου του άρθρου 2 χαρακτηρίζονται ιστορικοί τόποι. Στους ιστορικούς τόπους εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 12, 13, 14, 15, 15Α, 15Β, 15Γ». Τέλος στο άρθρο 73 παρ. 10 ορίζεται ότι: “Πολιτιστικά αγαθά που έχουν χαρακτηρισθεί ως προστατευόμενα σύμφωνα με τις διατάξεις της προϊσχύουσας νομοθεσίας προστατεύονται στο εξής κατά τις διατάξεις του παρόντος, χωρίς να απαιτείται ο εκ νέου χαρακτηρισμός τους …”. Από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι η έκδοση της απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού με την οποία εγκρίνεται η εκτέλεση έργου επί ή πλησίον μνημείου, εντός αρχαιολογικού χώρου ή ιστορικού τόπου, συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτέλεση του έργου αυτού, πρέπει δε κατά την έκδοσή της ο Υπουργός Πολιτισμού να έχει υπόψη του όλες τις παραμέτρους σχετικά με τις επιπτώσεις από την κατασκευή του εν λόγω έργου στα αγαθά τα οποία εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του πρβλ. ΣτΕ 2175/2004 Ολ., 2834/2019, 2842/2018 κ.ά.). Ο κανόνας, εξάλλου, αυτός, περιεχόμενο του οποίου είναι η, καταρχήν, χρονική προτεραιότητα της αρχαιολογικής έγκρισης έναντι της εκτέλεσης του έργου, δεν αφορά και στην περιβαλλοντική αδειοδότηση του τελευταίου, η οποία, εφόσον συντρέχει περίπτωση, συνιστά ομοίως προϋπόθεση για την εκτέλεσή του (βλ. κατωτέρω σκ. 17, 18). Είναι, βεβαίως, διαφορετική η περίπτωση, κατά την οποία το Υπουργείο Πολιτισμού αποφαίνεται επί συγκεκριμένης ΜΠΕ, στο στάδιο αυτό, η οποία (ΜΠΕ) υποβάλλεται πράγματι σε αυτό προς έγκριση πριν από την έκδοση της ΑΕΠΟ.
- Επειδή, όπως έχει γίνει δεκτό καθ’ ερμηνεία των ομοίου περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 10 του προϊσχύσαντος αρχαιολογικού νόμου 3028/2002 υπό το φως του άρθρου 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος, καθώς και των διατάξεων των ανωτέρω διεθνών συμβάσεων που κυρώθηκαν με νόμο, η Πολιτεία υποχρεούται στη διατήρηση, εις το διηνεκές, των μνημείων και λοιπών στοιχείων του πολιτιστικού περιβάλλοντος και στη λήψη μέτρων όχι μόνον για την αποφυγή καταστροφής ή βλάβης αυτών, αλλά και για την ανάδειξή τους, ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικής τάξεως επιταγών, τα αρχαία μνημεία, δηλαδή τα αγαθά που εμπίπτουν στο πεδίο προστασίας του αρχαιολογικού νόμου, πρέπει κατ’ αρχήν να διατηρούνται ορατά και επισκέψιμα και να αναδεικνύονται, εντασσόμενα στη σύγχρονη κοινωνική ζωή, με τη λήψη των κατάλληλων μέτρων προστασίας τους (βλ. ΣτΕ 5460/2012 7μ. σκ. 7, 940/2025 σκ. 5, 2611/2016 σκ. 8, 3912/2007 σκ. 4, 3487/2003 σκ. 15 κ.ά.). Διότι, τα μνημεία επιτελούν την πολιτιστική τους λειτουργία μόνον ως μέρος της συλλογικής μνήμης, την οποία προϋποθέτουν αλλά και τροφοδοτούν, δεν έχουν δε αυτοαναφορική σημασία ή μεταφυσική λειτουργία και σκοπό. Ως υλικές μαρτυρίες της πολιτιστικής κληρονομιάς της Χώρας, πρέπει, επομένως, να είναι κατά κανόνα προσιτά σε όλους (“κατά το δυνατόν περισσότερο” ως προς τα άτομα με αναπηρίες, βλ. Σύμβαση του ΟΗΕ), σύμφωνα άλλωστε με τις επιταγές του άρθρου 24 του Συντάγματος και των προαναφερθεισών διεθνών συνθηκών. Κατά τα λοιπά, οι επεμβάσεις επί και πλησίον αρχαίου μνημείου ή εντός αρχαιολογικού χώρου και οι μεταγενέστερες μετατροπές αυτών είναι κατ’ αρχήν επιτρεπτές, αλλά μόνον ύστερα από έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού και κατόπιν γνώμης του οικείου γνωμοδοτικού οργάνου (τοπικού συμβουλίου ή του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου). Τα όργανα αυτά οφείλουν να αξιολογούν τα χαρακτηριστικά της επέμβασης και να εκτιμούν τις άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις της στον αρχαιολογικό χώρο, καθώς και στα ακίνητα μνημεία και στον αναγκαίο για την ανάδειξή τους χώρο (βλ. ΣτΕ 940/2025 σκ. 5, 698/2025 σκ. 4, 1798/2021 σκ. 7). Κάθε επέμβαση πρέπει κατ’ αρχήν να αποβλέπει στην προστασία και στην ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου και να ενεργείται ενόψει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και του είδους των προστατευτέων ευρημάτων και επί τη βάσει των δεδομένων της αρχαιολογικής επιστήμης, απαγορευόμενων επεμβάσεων και χρήσεων μη συμβατών προς την κατά προορισμό χρήση των αρχαίων. Στην περίπτωση του περιβάλλοντος χώρου των μνημείων, προστατευτέο στοιχείο συνιστά και η ανεμπόδιστη θέαση αυτών, αλλά και ο χαρακτήρας και η φυσιογνωμία της ευρύτερης περιοχής, η οποία τελεί σε άμεση οπτική επαφή με τα μνημεία και η οποία είναι αναγκαία για την ανάδειξή του. Συνεπώς, πρέπει να ερευνάται και αν η απόσταση της δραστηριότητας από το μνημείο ή η σχέση με αυτό ενόψει των μορφολογικών του στοιχείων, είναι τέτοια ώστε να διασφαλίζεται η αναλλοίωτη θέαση του μνημείου, η ακεραιότητα του μνημείου και η ανάδειξή του σε ιστορική, αισθητική και λειτουργική ενότητα με τον περιβάλλοντα χώρο (βλ. ΣτΕ Ολ. 991-993/2021, 676/2005, 3454/2004, ΣτΕ 940/2025 σκ. 5, 932/2022 σκ. 9, 214/2019 σκ. 10, 618/2018 σκ. 9 κ.ά.). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο Υπουργός Πολιτισμού προκειμένου να χορηγήσει την έγκριση (άδεια) εκτελέσεως έργου είτε επί είτε πλησίον μνημείων αξιολογεί τα χαρακτηριστικά του έργου και εκτιμά τις άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις που θα έχει η εκτέλεσή του στα ακίνητα μνημεία, δηλαδή στα αγαθά που εμπίπτουν στο πεδίο προστασίας του αρχαιολογικού νόμου. Η αιτιολογία της χορηγούμενης εγκρίσεως ελέγχεται, συνεπώς, ως προς τα ζητήματα αυτά, πρέπει δε, για να είναι πλήρης, να περιέχει: α) περιγραφή των προστατευτέων μνημείων, β) περιγραφή του προς εκτέλεση έργου και γ) τεκμηριωμένη εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου επί των μνημείων. H αιτιολογία δε αυτή μπορεί να προκύπτει και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου και, ιδίως, από τη γνωμοδότηση του οικείου Συμβουλίου, η οποία συνοδεύει την έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού (ΣτΕ 1454/2018 7μ. σκ. 8, 932/2022 σκ. 9, 569/2012 σκ. 8). Τέλος, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του, ο Υπουργός διατηρεί την ευχέρεια να θέτει πρόσθετους όρους για την προστασία και την ανάδειξη των αρχαίων και του περιβάλλοντος αυτά χώρου (ΣτΕ 1454/2018 7μ. σκ. 8).
- Επειδή, ο ν. 1650/1986 (Α΄ 160) για την περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων όριζε αρχικώς ότι η έκδοση της ΑΕΠΟ αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση κάθε διοικητικής πράξης που απαιτείται για την πραγματοποίηση ή λειτουργία του έργου ή της δραστηριότητας (πρβλ. άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 1650/1986 στην αρχική του διατύπωση), το αυτό δε προβλέπουν και οι νυν ισχύουσες διατάξεις του ν. 4014/2011 (βλ. άρθρο 2 παρ. 10, πρβλ και άρθρο 4 παρ. 10 ν. 1650/1986). Αντίστοιχα, όμως, και η αρχαιολογική νομοθεσία όριζε, υπό την ισχύ του ν. 3028/2002, ότι η έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού για κάθε επέμβαση επί ή πλησίον μνημείου, προηγείται από τις άδειες άλλων αρχών (άρθρο 10 παρ. 6 ν. 3028/2002), όμοια δε ρύθμιση περιλαμβάνεται και στο άρθρο 10 παρ. 6 του ισχύοντος Κώδικα αρχαιοτήτων. Κατά συνέπεια, όπως άλλωστε έχει κριθεί υπό τον εν λόγω προγενέστερο καθεστώς για την περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, η απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού με την οποία εγκρίνεται, κατ’ άρθρο 10 του ν. 3028/2002 (ή του άρθρου 10 του Κώδικα αρχαιοτήτων -ν. 4858-2021), η εκτέλεση έργου επί ή πλησίον αρχαίων μνημείων συνιστά μεν και αυτή προϋπόθεση για την έναρξη κατασκευής του έργου, πλην αποτελούσε διαφορετική περίπτωση και δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνεται μεταξύ των πράξεων εκείνων, πριν από την έκδοση των οποίων είναι απαραίτητη η σύνταξη μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων και η έγκριση περιβαλλοντικών όρων. Τούτο δε, διότι οι οικείες διατάξεις του ν. 3028/2002 (ήδη του Κώδικα αρχαιοτήτων) και του ν. 4014/2011 θέσπιζαν δύο εκ παραλλήλου ισχύουσες διαδικασίες, μεταξύ των οποίων δεν υφίσταται χρονική ιεράρχηση και επομένως δεν ήταν από τον νόμο υποχρεωτική η τήρηση ορισμένης σειράς κατά την έκδοση των σχετικών πράξεων (πρβλ. ΣτΕ 3454/2004 Ολ. σκ. 7, 676/2005 Ολ. σκ. 6, 2175/2004 σκ. 11, πρβλ. ΣτΕ 1928/2021 σκ. 11).
- Επειδή, εξάλλου, ακολούθησε ο ν. 4014/2011 (Α΄ 209), με τις διατάξεις του οποίου καθορίζονται οι ήδη ισχύοντες όροι και οι προϋποθέσεις για την περιβαλλοντική αδειοδότηση των πάσης φύσεως έργων και δραστηριοτήτων. Ειδικότερα, στο άρθρο 2, τιτλοφορούμενο «Κοινή διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων και δραστηριοτήτων κατηγορίας Α», μεταξύ άλλων, ορίζεται ότι 1. Για την πραγματοποίηση νέων έργων ή δραστηριοτήτων κατηγορίας Α ή τη μετεγκατάσταση ήδη υφισταμένων απαιτείται διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης με τη διεξαγωγή ΜΠΕ και έκδοση Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ). … 4. [όπως τα τρία τελευταία εδάφια της παραγράφου αυτής προστέθηκαν με το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 4685/2020 (Α΄ 92)] Για κάθε νέο έργο ή δραστηριότητα απαιτείται γνώμη του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού σχετικά με το εάν η περιοχή όπου χωροθετείται το έργο ή η δραστηριότητα είναι αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, με την εξαίρεση έργων ή δραστηριοτήτων εντός οργανωμένων υποδοχέων παραγωγικών δραστηριοτήτων, όπως […], καθώς και την περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του παρόντος. Για το σκοπό αυτόν αποστέλλεται αντίγραφο του φακέλου της ΜΠΕ στην αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία σε ηλεκτρονική μορφή εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών. Σύμφωνη γνώμη απαιτείται εφόσον το έργο ή η δραστηριότητα χωροθετείται εν όλω ή εν μέρει εντός κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου, Ζωνών Προστασίας Α΄ και Β΄ ή πλησίον αρχαίου κατά την έννοια των άρθρων 12, 13 και 10 παράγραφος 3, αντίστοιχα, του ν. 3028/2002 (Α΄ 152). Η σύμφωνη γνώμη του προηγούμενου εδαφίου επέχει θέση απόφασης έγκρισης, κατά τα προβλεπόμενα στις διατάξεις των άρθρων 10, 12 και 13 του ν. 3028/2002 (Α΄ 152). Ειδικά για την περιβαλλοντική αδειοδότηση νέων ή για την οποιαδήποτε τροποποίηση έργων ή δραστηριοτήτων κατάταξης Α1 και Α2, εφόσον απαιτείται προηγούμενη διατύπωση γνώμης συλλογικού οργάνου, αρμόδιο ορίζεται, κατά περίπτωση, το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ή το Κεντρικό Συμβούλιο Νεοτέρων Μνημείων. Στις περιπτώσεις αυτές, οι αποκλειστικές προθεσμίες των άρθρων 3 και 4 αναφέρονται στην διαβίβαση της εισήγησης στα Κεντρικά Γνωμοδοτικά Όργανα του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού […] 10. Η ΑΕΠΟ αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση κάθε διοικητικής πράξης που απαιτείται κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις για την πραγματοποίηση ή λειτουργία του έργου ή της δραστηριότητας.…» και στο άρθρο 10, υπό τον τίτλο «Διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης για έργα και δραστηριότητες σε περιοχές που έχουν ενταχθεί στο δίκτυο Natura 2000» ότι «1. Στην περίπτωση έργων και δραστηριοτήτων που λαμβάνουν χώρα σε προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura, η περιβαλλοντική αδειοδότηση διενεργείται με βάση τις σχετικές πρόνοιες των ειδικότερων προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων προστασίας. Σε περίπτωση ελλείψεως σχετικών προβλέψεων: α) … και β) για έργα κατηγορίας Α υποβάλλεται, ως τμήμα της ΜΠΕ, ειδική οικολογική αξιολόγηση στην αρμόδια, κατά περίπτωση, υπηρεσία, σύμφωνα με τις παραγράφους 9 και 10 του άρθρου 11. 2. Η ειδική οικολογική αξιολόγηση και η ΜΠΕ, όπου αυτή απαιτείται, εστιάζει στις συνέπειες για την περιοχή βάσει των στόχων διατήρησης της. Η σημασία των επιπτώσεων προσδιορίζεται σε σχέση με τα ειδικά χαρακτηριστικά και τις ειδικές περιβαλλοντικές συνθήκες που επικρατούν στην προστατευόμενη περιοχή την οποία αφορά το έργο ή η δραστηριότητα, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τους στόχους διατήρησης της περιοχής. Βάσει των συμπερασμάτων της ειδικής οικολογικής αξιολόγησης και της ΜΠΕ και εξαιρουμένης της περίπτωσης των διατάξεων της παραγράφου 4 του παρόντος, η αρμόδια αρχή συμφωνεί για το οικείο έργο ή δραστηριότητα μόνο αφού βεβαιωθεί ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα της συγκεκριμένης περιοχής. Ειδικότερα, η εξέταση πιθανών μέτρων αντιμετώπισης των επιπτώσεων και εναλλακτικών λύσεων μπορεί να επιτρέψει τη διαπίστωση ότι, βάσει τέτοιων λύσεων ή μέτρων, το έργο ή η δραστηριότητα δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα της περιοχής. Η ακεραιότητα μιας περιοχής αναφέρεται στις οικολογικές της λειτουργίες. Η απόφαση για το κατά πόσον παραβλάπτεται πρέπει να εστιάζεται και να περιορίζεται στους στόχους διατήρησης της περιοχής …». Περαιτέρω, ειδικά στην περίπτωση περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργου εντός αρχαιολογικού χώρου ή των Ζωνών προστασίας αυτού Α και Β, ή πλησίον μνημείων, ήδη με το άρ. 2 παρ. 4 του ν. 4014/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρ. 9 παρ. 2 του ν. 4685/2020, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, διαδικασία παροχής “σύμφωνης γνώμης” από τον Υπουργό Πολιτισμού, κατόπιν γνωμοδότησης του αρμόδιου συλλογικού οργάνου (ΚΑΣ ή ΚΣΝΜ), η οποία, κατά τα οριζόμενα στην εν λόγω διάταξη, “επέχει θέση έγκρισης” του άρθρου 10 του αρχαιολογικού νόμου. Κατά την ανωτέρω διάταξη, η πράξη των αρμοδίων οργάνων του Υπουργείου Πολιτισμού στο πλαίσιο της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης εκδίδεται είτε κατ’ ενάσκηση γνωμοδοτικής αρμοδιότητας από το αρμόδιο Συμβούλιο, σύμφωνα και με τη γραμματική διατύπωση της διάταξης η οποία αναφέρεται σε “σύμφωνη γνώμη” (βλ. ΣτΕ 1646/2018, σκ. 11) είτε κατ’ ενάσκηση αποφασιστικής αρμοδιότητας από τον Υπουργό κατόπιν γνωμοδότησης του αρμόδιου Συμβουλίου, οπότε αποτελεί ταυτόχρονα την άδεια-έγκριση του αρχαιολογικού νόμου, δηλαδή εκτελεστή διοικητική πράξη. Επιπλέον, κατά την έννοια του νόμου, η εν λόγω πράξη των αρμοδίων οργάνων του Υπουργείου Πολιτισμού επί της ΜΠΕ, με την οποία εγκρίνεται η εν λόγω μελέτη, προηγείται κατ’ αρχήν της έκδοσης της ΑΕΠΟ και δεσμεύει την περιβαλλοντική άδεια υπό την έννοια ότι η ΑΕΠΟ δεν μπορεί να αποκλίνει από τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτει για την προστασία των αρχαιοτήτων που βρίσκονται στην περιοχή του έργου.
- Επειδή, η Μονεμβασιά, η οποία μαρτυρείται ως οικισμός από τον 6ο αιώνα μ.Χ., τελεί, λόγω της όλως ιδιαίτερης σημασίας της αρχιτεκτονικής και των μνημείων της, υπό ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς. Ειδικότερα, με το β.δ. της 19.4.1921 (Α΄ 68) κηρύχθηκε ως προέχον βυζαντινό μνημείο «η Μονεμβασία (περιοχή Κάστρου μετά των εν αυτή μεσαιωνικών κτισμάτων)» (βλ. και β.δ. 25.2.1922, Α΄ 28). Με την απόφαση 15794/19.12.1961 του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως (Β΄ 35) χαρακτηρίσθηκε κατά το άρθρο 52 του ν. 5351/1932 ως αρχαιολογικός χώρος και ιστορικό διατηρητέο μνημείο, μεταξύ άλλων, «Ολόκληρος η περιοχή της παλαιάς Μονεμβασίας», συμπεριλαμβανομένης και της «Γέφυρας», ήτοι της στενής λωρίδας ξηράς η οποία συνδέει τη Μονεμβασία με την ακτή [βλ. και απόφαση 1857/12.9.1970 του Υφυπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως (Β΄ 666)]. Με την απόφαση 25309/242/30.10.1971 του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών (Β΄ 910) χαρακτηρίσθηκαν ως «μνημεία», κατά το άρθρο 52 του ν. 5351/1932, οι οικισμοί και τα τείχη της χερσονήσου της Μονεμβασίας (παρ. 1 περ. α΄), ολόκληρη δε η χερσόνησος της Μονεμβασίας με τη λωρίδα γης που τη συνδέει με την Πελοπόννησο (παρ. 2 περ. α΄) χαρακτηρίσθηκε ως «τόπος ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους και ως ιστορικός τόπος» κατά τα άρθρα 1 και 5 του ν. 1469/1950. Τέλος, με την απόφαση 80712/39707/2883/1306/ 21.5.2013 του Αναπληρωτή Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού (ΑΑΠΘ 207), ο αρχαιολογικός χώρος της Μονεμβασίας οριοθετήθηκε εκ νέου σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3028/2002. Περαιτέρω, με το π.δ. της 19.10-13.11.1978 (Δ΄ 594), το οποίο εκδόθηκε βάσει του άρθρου 79 παρ. 6 του ΓΟΚ 1973 [ν.δ. 8/1973 (Α΄ 124), όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 622/1977 (Α΄ 171)], χαρακτηρίσθηκαν ως παραδοσιακοί πλείονες οικισμοί του κράτους (άρθρο 1), μεταξύ των οποίων η Μονεμβασιά, και καθορίσθηκαν ειδικοί όροι και περιορισμοί δόμησης των οικοπέδων και οι επιτρεπόμενες χρήσεις γης εντός αυτών (άρθρα 2 και επόμ.). Εξάλλου, η Μονεμβασιά περιλαμβάνεται εντός του δικτύου «Natura 2000» και ειδικότερα στην περιοχή με κωδικό GR 2540001“Γιδοβούνι, Χιονοβούνι, Γαϊδουροβούνι, Κοράκια, Καλογεροβούνι, Κουλοχέρα και περιοχή Μονεμβασίας …” (βλ. την κοινή απόφαση 50743/15.12.2017 των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, «Αναθεώρηση εθνικού καταλόγου περιοχών του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000», Β΄ 4432).
- Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, τον Απρίλιο του έτους 2021 ο Αναπτυξιακός Οργανισμός Πάρνωνας Α.Ε εκπόνησε για λογαριασμό του Δήμου Μονεμβασιάς προμελέτη με αντικείμενο τη διερεύνηση των δυνατοτήτων εγκατάστασης ενός πανοραμικού αναβατορίου ατόμων πλαγιάς ή εναέριου ελάχιστων εσωτερικών διαστάσεων (1,20*2,20 μ.) για την πρόσβαση στην Άνω Πόλη του Κάστρου της Μονεμβασιάς τουλάχιστον 12 ατόμων ηλικίας άνω των 61 ετών, ατόμων ΑμεΑ, τουλάχιστον 2 αμαξιδίων μετά των συνοδών τους, καθώς και κλίνης ασθενοφόρου με το απαραίτητο ιατρικό προσωπικό [βλ. το 5008/ 22.4.2021 έγγραφο του Τμήματος Τεχνικών Έργων & Μελετών του Δήμου προς την Εφορεία Αρχαιοτήτων (εφεξής ΕΦΑ) Λακωνίας με θέμα “Γνωμοδότηση σχετικά με την εκτέλεση του έργου Προμελέτη Προμήθειας και Εγκατάστασης Αναβατορίου Ατόμων για το Κάστρο της Μονεμβασιάς”]. Ειδικότερα, και δεδομένου ότι η πρόσβαση στην Επάνω Πόλη, η οποία αποτελούσε το διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο της Καστροπολιτείας με τις κατοικίες αρχόντων και ευγενών, έχει μεγάλο βαθμό δυσκολίας και πραγματοποιείται μέσω ενός στενού βαθμιδωτού λιθόστρωτου μονοπατιού με μεγάλες κλίσεις, κρίθηκε αναγκαία η υλοποίηση του συγκεκριμένου έργου προκειμένου να εξασφαλιστεί ασφαλής πρόσβαση για τα ΑμεΑ και τα άτομα μεγάλης ηλικίας, αλλά και για τη μεταφορά υλικών συντήρησης του αρχαιολογικού χώρου και την αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών (μεταφορά ασθενούς ή τραυματία ή την αντιμετώπιση πυρκαγιάς). Η προμελέτη πρότεινε τρεις πιθανούς συνδυασμούς των θέσεων εκκίνησης και άφιξης του αναβατορίου (σταθερής τροχιάς ή εναέριου), ως καταλληλότερο δε για την εγκατάσταση εναέριου αναβατορίου, από πλευράς λειτουργικότητας, ασφάλειας και αισθητικής, πρότεινε τον συνδυασμό των θέσεων Β και Δ και ειδικότερα, ως εκκίνηση τη θέση Β, η οποία βρίσκεται πάνω από τη στάθμη του δρόμου και η πρόσβαση σ’ αυτήν θα γίνεται από το επίπεδο του δρόμου με τη δημιουργία ράμπας κλίσης έως 6% για την πρόσβαση ατόμων με κινητικές δυσκολίες, και ως άφιξη τη θέση Δ, η οποία βρίσκεται στην άκρη του τείχους που περικλείει την Άνω Πόλη. Ο Φορέας Διαχείρισης Πάρνωνα, Μουστού, Μαινάλου & Μονεμβασιάς επισήμανε ότι η θέση υποδοχής και εκκίνησης επισκεπτών του αναβατορίου, καθώς και η θέση άφιξης επισκεπτών του αναβατορίου εμπίπτουν εντός της Ειδικής Ζώνης Διατήρησης – προτεινόμενος Τόπος Κοινοτικής Σημασίας του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου NATURA 2000 “Όρη Γιδοβούνι, Χιονοβούνι, Γαϊδουροβούνι, Κορακιά, Καλογεροβούνι, Κουλοχέρα και Περιοχή Μονεμβασιάς, Σπήλαιο Σολωμού, Τρύπα και Πύργος Αγ. Στεφάνου και θαλάσσια ζώνη έως Ακρωτήριο Καμήλι” με κωδικό GR 2540001, ενώ χωροθετούνται εξ ολοκλήρου σε Τύπους Οικοτόπων με κωδικούς 5330 “Θερμομεσογειακές και προερημικές λόχμες”, ο οποίος περιλαμβάνεται στον κατάλογο των Τύπων Οικοτόπων του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, και συνορεύει με τον κωδικό 1023 “Δρόμοι εθνικοί”, ο οποίος αποτελεί τύπο οικοτόπου ελληνικού ενδιαφέροντος. Ως προς την ανωτέρω προμελέτη ο Φορέας Διαχείρισης διατύπωσε σύμφωνη γνώμη, αφού έλαβε υπόψη το καθεστώς προστασίας και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου βραχώδους ανάγλυφου του χώρου στον οποίο σχεδιάζεται να εγκατασταθεί το αναβατόριο, καθώς και τη σπουδαιότητα του έργου, με την προϋπόθεση ότι η εταιρεία που θα προμηθευτεί και θα εγκαταστήσει το αναβατόριο, θα ελαχιστοποιήσει όσο το δυνατόν τις επιπτώσεις της εγκατάστασής τους στο φυσικό περιβάλλον, ενώ επιφυλάχθηκε να γνωμοδοτήσει εκ νέου επί της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) (βλ. τη με αριθμ. πρωτ. 1409/ 2.11.2021 γνωμοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου του ανωτέρω Φορέα). Τον Ιούνιο του ίδιου έτους (2021) εκπονήθηκε από την ίδια ως άνω αναπτυξιακή εταιρεία μελέτη σκοπιμότητας για την “Προμήθεια και εγκατάσταση αναβατορίου ατόμων για το Κάστρο Μονεμβασίας”. Σύμφωνα με τη μελέτη σκοπιμότητας στόχος είναι η, κατά το δυνατόν, απόκρυψη των κτιριακών μονάδων, μέσα στις οποίες θα στεγάζονται οι απαραίτητες λειτουργίες για την εγκατάσταση αναβατορίου στη Μονεμβασιά, τα δε ύψη και πλάτη, τα υλικά, οι αποστάσεις που διανύει ο χρήστης του αναβατορίου και γενικά, ο προτεινόμενος τρόπος λειτουργίας στο σύνολό του αυτοπεριορίζονται από μια κλίμακα σχεδιαστικής οικονομίας. Για τον λόγο αυτόν επιλέγονται υλικά που βρίσκονται (as found) στη Μονεμβασιά ή νέα, τα οποία, όταν τοποθετηθούν, θα αφήνουν υφή και χρωματισμούς εντοπιότητας και το αναβατόριο, στο σύνολό του, θα παρέχει την εντύπωση μιας φαινομενικά ήπιας παρέμβασης στην τοπιογραφία (βράχο, ανάγλυφο, οικισμό) της Μονεμβασιάς με διακριτική και ταυτόχρονα διακριτή οργανική αρχιτεκτονική εναρμονισμένη με το σύνολο. Κατά τα εκτιθέμενα, περαιτέρω, στη μελέτη σκοπιμότητας, τα άμεσα οφέλη από την υλοποίηση του έργου είναι η ενίσχυση του τουριστικού αποθέματος της περιοχής, η αύξηση της επισκεψιμότητας και της τουριστικής κίνησης και η ενίσχυση του τοπικού εισοδήματος, ενώ παράλληλα το έργο θα συμβάλει, πλην άλλων, στην αξιοποίηση και διαχείριση της πολιτιστικής και ιστορικής κληρονομιάς του Δήμου για την ανάδειξη της Καστροπολιτείας ως στοιχείου της κοινωνικής και πολιτισμικής ταυτότητας του τόπου και ως μέσου για τον εμπλουτισμό των υποδομών της πόλης σε χώρους πολιτισμού, τουρισμού ή αναψυχής. Ακολούθως, ύστερα από ομόφωνη θετική γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ) (αρ. 23/8.6.2021-θέμα 11ο) εκδόθηκε η απόφαση 452351/23.9.2021 της Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού (1η προσβαλλόμενη), με την οποία εγκρίθηκε, κατ’ επίκληση του ν. 3028/2002, η πρόταση χωροθέτησης εναέριου αναβατορίου για την εξασφάλιση της πρόσβασης ηλικιωμένων ατόμων και ατόμων με κινητικές δυσκολίες στην Άνω Πόλη Μονεμβασίας, αλλά και για την ταχύτερη προσέγγιση σε αυτή στο πλαίσιο αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών (μεταφορά ασθενούς και τραυματία, κατάσβεση πυρκαγιάς κ.λπ.), καθώς και για τη μεταφορά υλικών για τη συντήρηση των μνημείων της Άνω Πόλης. Όπως προκύπτει από την ως άνω απόφαση, η έγκριση αφορούσε τη χωροθέτηση του υπ’ αριθμ. 3 προταθέντος συνδυασμού [ανωτέρω Β-Δ], με την αιτιολογία ότι πρόκειται για την ηπιότερη παρέμβαση, δεδομένου ότι η θέση Β (εκκίνησης) θα είναι υπόσκαφη και δεν θα είναι άμεσα ορατή, ενώ η θέση Δ (άφιξης) θα είναι ελάχιστα ορατή, καθώς η κατασκευή κατά την άφιξή της θα βρίσκεται σε πίσω επίπεδο. Επιπλέον, η απόφαση όρισε ότι η πλήρης μελέτη που θα εκπονηθεί για την εγκατάσταση του αναβατορίου σύμφωνα με τα ανωτέρω θα υποβληθεί στην ΕΦΑ Λακωνίας, προκειμένου να διαβιβασθεί ακολούθως από τη ΔΒΜΑ και τη ΔΑΒΜΜ στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο για την κατά νόμο γνωμοδότηση. Στη συνέχεια, εκπονήθηκε γεωλογική-βραχομηχανική μελέτη, που συμπλήρωσε το Τεύχος της Προμελέτης, από την οποία, όμως, προέκυψε η ακαταλληλότητα της λύσης που είχε προταθεί και εγκριθεί ως προς τα σημεία εκκίνησης και άφιξης του αναβατορίου (Β-Δ). Κατόπιν τούτου, οι ενδιαφερόμενοι υπέβαλαν τροποποιημένη πρόταση ως προς τις θέσεις εκκίνησης και άφιξης του αναβατορίου και το θέμα εισήχθη προς συζήτηση στο ΚΑΣ, το οποίο εξέτασε εκ νέου τις δύο εναλλακτικές λύσεις που παρουσιάσθηκαν από τους μελετητές. Ακολούθως, κατ’ αποδοχήν ομόφωνης γνωμοδότησης του ΚΑΣ (31/20.7.2022, θέμα 5ο), εκδόθηκε η 380223/4.8.2022 (2η προσβαλλόμενη) απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, με την οποία, υπό τους εκτιθέμενους στην απόφαση όρους, α) τροποποιήθηκε η προγενέστερη απόφασή της ως προς τα σημεία εκκίνησης και άφιξης του αναβατορίου, ήτοι εγκρίθηκε η τροποποιημένη πρόταση με θέση εκκίνησης F εκτός της Κάτω Πόλης και άφιξη στη θέση Ε στην Άνω Πόλη Μονεμβασίας, για λόγους που ανέκυψαν κατά τη γεωλογική-βραχομηχανική μελέτη της περιοχής και καθιστούσαν μη εφικτή την υλοποίηση του έργου σύμφωνα με τα όσα είχαν προβλεφθεί (θέσεις B-D) και β) εγκρίθηκε η προμελέτη εγκατάστασης κατασκευής εναέριου αναβατορίου δύο καμπίνων στο Κάστρο της Μονεμβασίας. Στη συνέχεια, με την 553624/11.11.2022 απόφαση της Γενικής Διευθύντριας Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού (3η προσβαλλόμενη πράξη) αποφασίσθηκε, ύστερα από ομόφωνη, επίσης, γνωμοδότηση του ΚΑΣ (47/8.11.2022-θέμα 17ο), η έγκριση της υλοποίησης του έργου “Προμήθεια και εγκατάσταση αναβατορίου ατόμων για το κάστρο της Μονεμβασίας” από τον Δήμο Μονεμβασίας, ως φορέα υλοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 4858/2021, στο πλαίσιο του έργου “Προμήθεια και εγκατάσταση αναβατορίου ατόμων για το κάστρο Μονεμβασίας και συνοδά έργα”, με τους εξής όρους: 1) Να τηρηθούν οι ως άνω όροι της δεύτερης προσβαλλόμενης απόφασης της Υπουργού Πολιτισμού και 2) Οι εργασίες να υλοποιηθούν από εξειδικευμένο προσωπικό, με την εποπτεία της αρμόδιας Εφορείας Αρχαιοτήτων Λακωνίας. Ακολούθησε η έκδοση της απόφασης 185395ΕΞ2022/ 19.12.2022 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με την οποία το έργο της προμήθειας και εγκατάστασης αναβατορίου ατόμων για το Κάστρο της Μονεμβασιάς με τα συνοδά έργα εντάχθηκε στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, κατ’ αρχήν για την εξασφάλιση της πρόσβασης εμποδιζόμενων ατόμων καθώς και ατόμων με κινητικές δυσκολίες στην Άνω Πόλη Μονεμβασίας, αλλά και για την ταχύτερη προσέγγιση σε αυτή στο πλαίσιο της αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών (μεταφορά ασθενούς ή τραυματία, σε περίπτωση πυρκαγιάς κ.ά). Επίσης, με την 127738/ 30.12.2022 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων εγκρίθηκε η ένταξη της σχετικής δαπάνης στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) 2022. Στη συνέχεια, κατόπιν της 15/2023 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Μονεμβασιάς συνήφθη η από 18.3.2023 Προγραμματική Σύμβαση Πολιτισμικής Ανάπτυξης μεταξύ του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, της Περιφέρειας Πελοποννήσου, του Δήμου Μονεμβασιάς και του Αναπτυξιακού Οργανισμού «ΠΑΡΝΩΝΑΣ ΑΕ» για την υλοποίηση του υποέργου 1 “Προμήθεια και Εγκατάσταση Αναβατορίου ατόμων για το Κάστρο της Μονεμβασιάς”, που συμπεριλαμβάνεται στο έργο “SUB 1.2.2 Προμήθεια και Εγκατάσταση Αναβατορίου ατόμων για το Κάστρο της Μονεμβασιάς και συνοδά έργα”, με την οποία ο Δήμος ανέλαβε καθήκοντα κυρίου του έργου και φορέα υλοποίησής του, ενώ το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού αποτελεί φορέα χρηματοδότησης και εποπτείας. Εξάλλου, με την 246227/ 19.5.2023 απόφαση της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Αναστήλωσης Μουσείων και Τεχνικών Έργων του Υπουργείου Πολιτισμού, κατ’ αποδοχή της 17/11.4.2023 (θέμα 2ο) γνωμοδότησης του ΚΑΣ, εγκρίθηκαν οι μελέτες που προβλέπονται στον όρο 6 της 2ης προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι η αρχιτεκτονική και στατική μελέτη αποκατάστασης της σωζόμενης ανωδομής του τείχους της Άνω Πόλης, στη θέση που θα κατασκευαστεί η κτιριακή υποδομή του σταθμού άφιξης του αναβατορίου, το εν λόγω δε έργο φαίνεται να ολοκληρώθηκε στα μέσα του έτους 2025 (βλ. το 386865/28.8.2025 ενημερωτικό σημείωμα του Τμήματος Έργων της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού προς το γραφείο της Υπουργού Πολιτισμού). Μετά ταύτα, εκδόθηκε η 164/2023 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του καθ’ ου Δήμου “Περί έγκρισης διενέργειας διαγωνισμού – καθορισμού των όρων – συγκρότηση επιτροπής για την ανάδειξη αναδόχου εκτελέσεως του έργου με τίτλο {Προμήθεια και εγκατάσταση αναβατορίου ατόμων για το Κάστρο Μονεμβασίας} του Δήμου Μονεμβασίας” και δημοσιεύθηκε η 15886/23.10.2023 Διακήρυξη για την επιλογή αναδόχου κατασκευής του ως άνω έργου. Κατά της εν λόγω διακήρυξης οι αιτούντες κατέθεσαν αίτηση ακυρώσεως και αίτηση αναστολής (Ε2797/4.12.2023 και ΕΔ242/4.12.2023, από τις οποίες υπέβαλαν παραίτηση, βλ. τα 521/8.10.2024 και 123/13.2.2024 πρακτικά παραίτησης αντίστοιχα), δεδομένου ότι, εν τω μεταξύ, η προσβαλλόμενη διακήρυξη ακυρώθηκε, ύστερα από προδικαστική προσφυγή οικονομικού φορέα, με την 100/2024 απόφαση της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.) για τον λόγο ότι εσφαλμένα η υπό ανάθεση σύμβαση χαρακτηρίσθηκε ως σύμβαση έργου, ενώ, κατά την ορθή ερμηνεία του αντικειμένου της, συνιστούσε μεικτή σύμβαση προμήθειας και έργου με κύριο αντικείμενο την προμήθεια. Στη συνέχεια, ο Δήμος Μονεμβασιάς επαναπροκήρυξε τον ως άνω διαγωνισμό με τη δημοσίευση της εν προκειμένω 4ης προσβαλλομένης (διακήρυξης), που εκδόθηκε ύστερα από την 18/2024 απόφαση της Δημοτικής του Επιτροπής και την 22/2024 απόφαση του ιδίου οργάνου με θέμα “Καθορισμός όρων διαγωνισμού ανοικτής διαδικασίας άνω των ορίων για την ανάδειξη αναδόχου σύμβασης προμήθειας με τίτλο «Προμήθεια και εγκατάσταση αναβατορίου ατόμων για το κάστρο της Μονεμβασίας» προϋπολογισμού 5.766.000,00€, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. – Συγκρότηση Επιτροπής διαγωνισμού”. Επακολούθησε, μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης ακυρώσεως, η έκδοση των εξής πράξεων: Αρχικώς, με την 215876/ 17.5.2024 απόφαση της Γενικής Διευθύντριας Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού, και ύστερα από ομόφωνη γνωμοδότηση του ΚΑΣ (15/17/4.2024 θέμα 7ο), εγκρίθηκε η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ) του έργου σύμφωνα με την αρχαιολογική νομοθεσία (όπως η εν λόγω πράξη “επαναλήφθηκε στο ορθό” στις 5.7.2024 με την προσθήκη παραγράφου και τη διαγραφή φράσης από την εγκριθείσα ΜΠΕ). Εν συνεχεία, με την 114/2024 απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής του Δήμου Μονεμβασιάς (πρακτικό 13/28.5.2024) κατακυρώθηκε το αποτέλεσμα του ως άνω διαγωνισμού στην κοινοπραξία εταιρειών με την επωνυμία “……………….”, και με την 44351/5.6.2024 απόφαση (ΑΕΠΟ) του Γενικού Διευθυντή Χωροταξικής, Περιβαλλοντικής και Αγροτικής Πολιτικής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι για την κατασκευή και λειτουργία του έργου. Κατά των ως άνω πράξεων που εκδόθηκαν μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης ακυρώσεως, ήτοι της έγκρισης της ΜΠΕ από πλευράς αρχαιολογικής νομοθεσίας, της κατακύρωσης του διαγωνισμού και της ΑΕΠΟ, φυσικά και νομικά πρόσωπα άσκησαν αίτηση ακυρώσεως (Ε2295/15.10.2024), η οποία συζητήθηκε την αυτή δικάσιμο με την υπό κρίση αίτηση. Στις 23.7.2024 υπεγράφη μεταξύ του Δήμου Μονεμβασιάς και της αναδόχου κοινοπραξίας σύμβαση για την προμήθεια και εγκατάσταση του αναβατορίου. Εξάλλου, με την 396736/12.9.2024 απόφαση της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Αναστήλωσης Μουσείων και Τεχνικών Έργων του Υπουργείου Πολιτισμού, εγκρίθηκε, κατόπιν της 31/31.7.2024 (θέμα 11ο) ομόφωνης γνωμοδότησης του ΚΑΣ και υπό τους εκτιθέμενους στην απόφαση όρους, και η μελέτη που προβλέπεται στον όρο 7 της 2ης προσβαλλομένης, ήτοι η αρχιτεκτονική μελέτη για τη διαμόρφωση δικτύου διαδρομών περιήγησης στην Άνω Πόλη για τις ανάγκες του Υποέργου 2 «Διαμόρφωση δικτύου διαδρομών περιήγησης στην Άνω Πόλη» του έργου «Sub. 1.2.2 Προμήθεια και Εγκατάσταση Αναβατορίου ατόμων για το Κάστρο της Μονεμβασίας και συνοδά έργα». Τέλος, κατόπιν της 15/15.4.2025 (θέμα 18ο) ομόφωνης γνωμοδότησης του ΚΑΣ, εκδόθηκε η 224059/17.5.2025 απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού, με την οποία εγκρίθηκαν οι, προβλεπόμενες στον όρο 5 της 2ης προσβαλλόμενης, οριστικές μελέτες του έργου, υπό τους εξής όρους: «1. Ο σταθμός άφιξης του αναβατορίου στην Άνω Πόλη Μονεμβασίας να συνδεθεί αρχιτεκτονικά με την αρχή, στη θέση “Τάπια του Κρητικού”, των εγκεκριμένων και υλοποιούμενων από την ΕΦΑ Λακωνίας διαδρομών περιήγησης στην Άνω Πόλη, λαμβάνοντας υπόψη την αναγκαιότητα εξασφάλισης της προσβασιμότητας αμαξιδίων ΑμεΑ. Το υλικό επίστρωσης της διαδρομής κίνησης στον περιβάλλοντα χώρο του κτιρίου άφιξης να συνάδει με το υλικό που έχει επιλεγεί στην εγκεκριμένη μελέτη των διαδρομών περιήγησης. 2. Οι εκσκαφές για τη θεμελίωση των κτηρίων αναχώρησης και άφιξης του αναβατορίου, καθώς και του πυλώνα, να πραγματοποιηθούν με τη μέγιστη προσοχή, προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση οιασδήποτε βλάβης στο βραχώδες πρανές και στο μνημειακό περιβάλλον. Κατά τη φάση των εκσκαφών στην Άνω Πόλη να τοποθετηθεί επιπλέον επί των τειχών συσκευή δονησιόμετρου, προκειμένου να παρακολουθείται το έργο και να αποφευχθεί οποιαδήποτε διατάραξη της δομής των αρχαίων τοιχοποιιών. 3. Να αποτυπωθούν τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα (στέρνες κ.τ.λ.) στο άμεσο περιβάλλον του κτηρίου αναχώρησης του αναβατορίου εκτός των τειχών της Κάτω Πόλης Μονεμβασίας και να προταθούν τυχόν απαιτούμενα άμεσα μέτρα προστασίας τους. 4. Να ληφθεί μέριμνα σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς για την κατάλληλη διευθέτηση της κυκλοφορίας, ώστε η πρόσβαση στον σταθμό αναχώρησης του αναβατορίου να πραγματοποιείται με ασφάλεια. 5. Να διευκρινισθεί ο τρόπος σύνδεσης του κτηρίου άφιξης του αναβατορίου με το δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ και ο τρόπος ηλεκτροδότησής του. 6. Η Η/Μ μελέτη να ελεγχθεί και να εγκριθεί απευθείας από τη ΔΑΒΜΜ. 7. Όλες οι εργασίες για την εγκατάσταση του αναβατορίου να πραγματοποιηθούν με την εποπτεία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λακωνίας».
- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι κατά παράβαση των άρθρων 2 παρ. 1 και 10 παρ. 1 και 10 του ν. 4014/2011 και παρά το γεγονός ότι το Κάστρο της Μονεμβασίας εντάσσεται σε περιοχή NATURA 2000, δεν εκπονήθηκε πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), τμήμα της οποίας να αποτελεί και η πρόσθετη μελέτη ΕΟΑ (Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση), ούτε εγκρίθηκε απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ). Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το επίδικο έργο, ως σχοινιοκίνητος σιδηρόδρομος (τελεφερίκ), κατατάσσεται στην υποκατηγορία Α2 της 1ης Ομάδας (έργα χερσαίων και εναέριων μεταφορών) με α/α 23, σύμφωνα με την απόφαση του Υφυπουργού Περιβάλλοντος 17185/1069/ 2022 (Β΄ 841) και ότι ο Βράχος της Μονεμβασίας, εκτός από τη μνημειακή αξία του, αποτελεί, τμήμα του δικτύου Natura 2000 της χώρας ως Ειδική Ζώνη Διατήρησης, Τόπος Κοινοτικής Σημασίας (κωδικός περιοχής GR2540001 SPA, SCI, SAC, Όρη Γιδοβούνι, Χιονοβούνι, Γιαϊδουροβούνι, Κορακιά, Καλογεροβούνι, Κουλοχέρα & Περιοχή Μονεμβασιάς) και βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τη Ζώνη Ειδικής Προστασίας (SPA, κωδικός περιοχής GR 2540007, Όρη Ανατολικής Λακωνίας), για τον λόγο δε αυτόν κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, έπρεπε να προηγηθεί η σύνταξη ΜΠΕ και ως τμήμα αυτής η Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 4014/2011. Κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, το άρθρο 10 παρ. 6 του ν. 4858/2021, κατά το οποίο η σχετική άδεια του Υπουργού Πολιτισμού προηγείται κάθε άλλης έγκρισης από άλλες αρχές για ενέργειες σε ακίνητα και στον περιβάλλοντα χώρο τους, δεν δύναται να θεραπεύσει τις ως άνω παραλείψεις, διότι ο ν. 4014/2011 αφορά ειδικώς την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και μάλιστα σε συμμόρφωση προς τις επιταγές της υπερνομοθετικής ισχύος ενωσιακής νομοθεσίας, ενώ, αν η άδεια του Υπουργού Πολιτισμού προηγείτο, δεν θα υπήρχε ανάγκη έγκρισης της ΜΠΕ από τις αρχαιολογικές υπηρεσίες κατά τη διαδικασία εκδόσεως της ΑΕΠΟ. Αντιθέτως προς τα ανωτέρω, η παρεμβαίνουσα εταιρεία “Π…….. Α.Ε.” υποστηρίζει ότι δεν ήταν αναγκαία η προηγούμενη περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου, διότι, εν προκειμένω, εφαρμόζεται το άρθρο 50 του ν. 4412/2016 (Α΄ 147), όπως τροποποιήθηκε, περί δημοπράτησης έργου με το σύστημα της μελέτης-κατασκευής. Δοθέντος, όμως, ότι, κατά τα εκτεθέντα, η διακήρυξη του ένδικου διαγωνισμού αφορά μεικτή σύμβαση προμήθειας και έργου με κύριο αντικείμενο την προμήθεια, ο ανωτέρω ισχυρισμός της παρεμβαίνουσας είναι απορριπτέος, διότι ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
- Επειδή, όπως εκτέθηκε σε προηγούμενη σκέψη (ανωτ. σκ. 17), οι οικείες διατάξεις της αρχαιολογικής και της περιβαλλοντικής νομοθεσίας θέσπισαν δύο εκ παραλλήλου ισχύουσες διαδικασίες, μεταξύ των οποίων δεν υφίσταται χρονική ιεράρχηση και επομένως δεν είναι από τον νόμο υποχρεωτική η τήρηση ορισμένης σειράς κατά την έκδοση των σχετικών πράξεων που προβλέπονται στην αντίστοιχη νομοθεσία. Εξάλλου, και υπό το καθεστώς του ν. 4014/2011 και του κωδικοποιητικού ν. 4858/2021, το οποίο προβλέπει σύμφωνη γνώμη των αρμοδίων, κατά την αρχαιολογική νομοθεσία οργάνων επί της ΜΠΕ κατά τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης, ορίζοντας, ειδικότερα, ότι αυτή επέχει θέση έγκρισης σύμφωνα με την αρχαιολογική νομοθεσία, η εκπόνηση της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων και η έκδοση της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων δεν συνιστούν σε καμία περίπτωση αναγκαίες προϋποθέσεις για την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού με την οποία εγκρίνεται, κατ’ άρθρο 10 του ν. 4858/2021, η εκτέλεση έργου επί ή πλησίον μνημείου, και η οποία μπορεί να προηγείται της περιβαλλοντικής αδειοδότησης (βλ. νομολογία στη σκέψη 17). Και τούτο, διότι, με την ως άνω απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού δεν αξιολογούνται οριστικώς από πλευράς της περιβαλλοντικής νομοθεσίας οι επιπτώσεις του έργου στο περιβάλλον και μάλιστα στο σύνολό τους, αλλά εξετάζεται αν η εκτέλεση του έργου δύναται ή ενδέχεται να επιφέρει άμεση ή έμμεση βλάβη επί των αρχαίων μνημείων και του περιβάλλοντος αυτά χώρου ή επί του αρχαιολογικού χώρου ή του ιστορικού τόπου και τίθενται οι απαραίτητοι όροι και περιορισμοί για την προστασία του μνημείου και του περιβάλλοντος αυτού χώρου, οι οποίοι μάλιστα ενδέχεται να διαφοροποιούν το σχεδιαζόμενο έργο, ιδίως ως προς την έκταση και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του, το οποίο υπόκειται στη συνέχεια σε συνολική εκτίμηση των επιπτώσεών του στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης με βάση τη ΜΠΕ, την ΕΟΑ κ.ά. Κατά συνέπεια, και ανεξαρτήτως του ζητήματος αν η πλημμέλεια περί μη εκπόνησης ΜΠΕ και έγκρισης ΑΕΠΟ προβάλλεται λυσιτελώς μετά την 215876/17.5.2024 απόφαση της Γενικής Διευθύντριας Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού που ενέκρινε τη ΜΠΕ και την 44351/5.6.2024 απόφαση έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων, πάντως, ο προαναφερθείς λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις του Υπουργού Πολιτισμού εκδόθηκαν κατά παράβαση των άρθρων 2 παρ. 1 και 10 παρ. 1 και 10 του ν. 4014/2011, διότι δεν προηγήθηκε η περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου (εκπόνηση ΜΠΕ, ΕΟΑ, έγκριση ΑΕΠΟ), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
- Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν χωρίς να έχει προηγηθεί «δέουσα εκτίμηση», κατά παράβαση του άρθρου 6§3 της ΥΑ 33318/3028/1998 (ΦΕΚ Β΄ 1289), που ενσωμάτωσε το αντίστοιχο άρθρο της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και του άρθρου 4 παρ. 4 της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ και ήδη της Οδηγίας 2009/147/ΕΚ «περί διατηρήσεως των αγρίων πτηνών» και του άρθρου 5 παρ. 3 της ΥΑ 37338/1807/2010 (ΦΕΚ Β’ 1495), παρότι χωροθετούν έργο εντός περιοχής του δικτύου NATURA.
- Επειδή, με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ «για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας» (L 206) συνεστήθη ένα συνεκτικό ευρωπαϊκό δίκτυο (Natura 2000), που περιλαμβάνει και τις ζώνες ειδικής προστασίας (Ζ.Ε.Π.) που έχουν ταξινομηθεί από τα κράτη – μέλη σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας περί ορνιθοπανίδας (79/409/ΕΟΚ – νυν 2009/147) και αποσκοπεί στην προστασία της βιοποικιλότητας στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Οδηγίας, επιβάλλεται στα κράτη – μέλη η υποχρέωση να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο υποβάθμισης των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών και πρόκλησης ενοχλήσεων που έχουν επιπτώσεις στα είδη, για την προστασία των οποίων έχουν καθοριστεί οι ζώνες αυτές, εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σημαντικές όσον αφορά τους στόχους της οδηγίας. Στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου 6 της αυτής Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ προβλέπεται ότι «Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο […], οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη». Παρόμοιες προς τις ανωτέρω ρυθμίσεις περιέχονται στο άρθρο 6 παρ. 1 και 2 της Κ.Υ.Α. 33318/30281/1998 «Καθορισμός μέτρων και διαδικασιών για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων (ενδιαιτημάτων) καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας» (Β΄ 1289), η οποία εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την ως άνω Οδηγία 92/43/ΕΟΚ και τροποποιήθηκε ακολούθως με την Κ.Υ.Α. 14849/853/Ε103/2008 (Β΄ 645). Επιπλέον, στο άρθρο 5 της ΚΥΑ Η.Π. 37338/1807/Ε.103/2010 [«Καθορισμός μέτρων και διαδικασιών για τη διατήρηση της άγριας ορνιθοπανίδας και των οικοτόπων/ενδιαιτημάτων της, σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, “Περί διατηρήσεως των άγριων πτηνών” […] όπως κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2009/147/ΕΚ», Β΄ 1495], ορίζονται τα εξής: «1. … 3.1. Κάθε έργο ή δραστηριότητα, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση μιας ΖΕΠ, το οποίο όμως είναι δυνατόν να την επηρεάζει σημαντικά, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα έργα ή δραστηριότητες, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησης της εν λόγω ΖΕΠ. 3.2 Για κάθε έργο ή δραστηριότητα για το οποίο προβλέπεται η έγκριση περιβαλλοντικών όρων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 Ν. 1650/86, όπως ισχύουν, η εκτίμηση των επιπτώσεων στη ΖΕΠ γίνεται κατά την διαδικασία προκαταρκτικής εκτίμησης και αξιολόγησης και έγκρισης περιβαλλοντικών όρων του έργου ή δραστηριότητας, κατά τις κείμενες διατάξεις, συνεκτιμώντας τα σχετικά ορνιθολογικά στοιχεία τα οποία υποχρεωτικά οφείλει να υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στην ΖΕΠ η αρμόδια αρχή συμφωνεί για την πραγματοποίηση του έργου ή της δραστηριότητας μόνον εφόσον δεν επέρχονται σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία και στην ακεραιότητα της ΖΕΠ».
- Επειδή, όπως έχει κριθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης [πρβλ. ΔΕΕ απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2022, C-278/21 AquaPri σκ. 49-58), κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση ενός τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον τόπο αυτόν, πρέπει να εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον εν λόγω τόπο, απαίτηση η οποία προϋποθέτει τον προσδιορισμό, την εκτίμηση και τη συνεκτίμηση του συνόλου των επιπτώσεων του εν λόγω σχεδίου στον συγκεκριμένο τόπο. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του ΔΕΕ, ένα τέτοιο σχέδιο πρέπει να υποβάλλεται στην ανωτέρω [δέουσα] εκτίμηση, όταν υφίσταται πιθανότητα ή κίνδυνος το εν λόγω σχέδιο να επηρεάσει τον οικείο τόπο κατά τρόπο σημαντικό, προϋπόθεση η οποία, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της προλήψεως, πρέπει να θεωρείται ότι πληρούται εφόσον η ύπαρξη πιθανότητας ή κίνδυνου σημαντικών αρνητικών επιπτώσεων επί του τόπου αυτού δεν μπορεί να αποκλεισθεί, βάσει των βέλτιστων επιστημονικών γνώσεων επί του θέματος, λαμβανομένων υπόψη, ιδίως, των ειδικών περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών και συνθηκών του εν λόγω τόπου [πρβλ. αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging, C-127/02, EU:C:2004:482, σκέψεις 43 έως 45 και 49, της 17ης Απριλίου 2018, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Δάσος της Białowieża), C-441/17, EU:C:2018:255, σκέψεις 111 έως 113, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2020, Friends of the Irish Environment, C-254/19, EU:C:2020:680, σκέψεις 50 και 51]. Περαιτέρω, στην περίπτωση κατά την οποία το επίμαχο σχέδιο πρέπει να υποβληθεί σε τέτοια εκτίμηση, αυτή μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλη μόνον εάν οι διαπιστώσεις, οι αξιολογήσεις και τα συμπεράσματα τα οποία περιέχει είναι πλήρη, ακριβή και οριστικά, αφενός, και εάν μπορούν να άρουν κάθε εύλογη αμφιβολία, από επιστημονικής απόψεως, όσον αφορά τις επιπτώσεις του εν λόγω σχεδίου επί του οικείου τόπου, αφετέρου [πρβλ. αποφάσεις της 17ης Απριλίου 2018, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Δάσος της Białowieża), C-441/17, EU:C:2018:255, σκέψη 114, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2020, Friends of the Irish Environment, C-254/19, EU:C:2020:680, σκέψη 53]. Κρίσιμος δε χρόνος κατά τον οποίο δεν πρέπει να υφίσταται, από επιστημονικής απόψεως, καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απουσία πιθανότητας ή κινδύνου σημαντικών αρνητικών επιπτώσεων του επίμαχου σχεδίου επί του οικείου τόπου είναι ο χρόνος εκδόσεως της αποφάσεως με την οποία χορηγείται ενδεχομένως άδεια για την υλοποίησή του [πρβλ. απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2022, C-278/21 AquaPri σκ. 53, απόφαση της 17ης Απριλίου 2018, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Δάσος της Białowieża), C-441/17, EU:C:2018:255, σκέψη 120, απόφαση της 26ης Απριλίου 2017, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C-142/16, EU:C:2017:301, σκέψη 42). αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου 2006, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, C-239/04, EU:C:2006:665, σκέψη 24, και της 26ης Απριλίου 2017, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C-142/16, EU:C:2017:301, σκέψη 42).].
- Επειδή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις η δέουσα εκτίμηση λαμβάνει χώρα, κατ’ αρχήν, πριν από την περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου, κατά την οποία αξιολογούνται οι επιπτώσεις του στο περιβάλλον στο σύνολό τους και όχι μόνο εξ απόψεως αρχαιολογικής νομοθεσίας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της χορήγησης έγκρισης από τον Υπουργό Πολιτισμού, όταν αυτή προηγείται της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Και τούτο, διότι, κατά το στάδιο χορήγησης ή μη της ΑΕΠΟ καθίσταται δυνατή η πλήρης αξιολόγηση του σχεδιαζόμενου έργου από πλευράς των περιβαλλοντικών επιπτώσεών του με βάση τις γνωμοδοτήσεις των αρμοδίων υπηρεσιών, αλλά και τις παρατηρήσεις του ενδιαφερόμενου κοινού ως προς τα προτεινόμενα μεγέθη, τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τις επιπτώσεις του έργου (χωροθέτηση, έκταση, επεμβάσεις στο έδαφος κ.ά.). Συνεπώς, κρίσιμος χρόνος, κατά τον οποίο δεν πρέπει να υφίσταται, από επιστημονικής απόψεως, εύλογη αμφιβολία ως προς την απουσία πιθανότητας ή κινδύνου σημαντικών αρνητικών επιπτώσεων του επίμαχου σχεδίου επί του οικείου τόπου είναι, κατ’ αρχήν, ο χρόνος έκδοσης της απόφασης έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων, δεδομένου ότι η ΑΕΠΟ αποτελεί, κατά τον νόμο, την αναγκαία άδεια για την εκτίμηση των επιπτώσεων και την προστασία του περιβάλλοντος, με βάση την εθνική και ενωσιακή νομοθεσία, από την κατασκευή και λειτουργία του έργου σε περίπτωση κατά την οποία δεν απαιτούνται κατά νόμον άλλες άδειες ή απαιτούνται μεν, πλην η ΑΕΠΟ αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοσή τους (π.χ. άδεια εγκατάστασης ή λειτουργίας). Εξάλλου, όπως εκτέθηκε, για την πραγματοποίηση του επίμαχου έργου έχει ήδη εκδοθεί ΑΕΠΟ, μετά από δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου στην ακεραιότητα της περιοχής NATURA. Ειδικότερα, εν προκειμένω από τα πρακτικά της 15/17.4.2024 συνεδρίασης του ΚΑΣ με θέμα την έγκριση ή μη της ΜΠΕ του έργου (θέμα 7ο) προκύπτει ότι το εναέριο αναβατόριο χωροθετείται εντός προστατευόμενης περιοχής NATURA 2000, εντός του τοπίου ιδιαίτερου φυσικού κάλλους της Μονεμβασίας και του αρχαιολογικού περιβάλλοντος της Καστροπολιτείας με τα μνημεία της, ενώ από την κατασκευή και λειτουργία του έργου δεν αναμένονται δυσμενείς μη αντιμετωπίσιμες και μη αναστρέψιμες αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις εφόσον τηρηθούν τα κατάλληλα μέτρα προστασίας (περιορισμός των εκσκαφών στις απολύτως απαραίτητες, μετρήσεις για τα επιτρεπτά όρια, οπτικές παρατηρήσεις κ.λπ.). Εξάλλου, από την εγκριθείσα ΑΕΠΟ του έργου προκύπτει ότι διενεργήθηκε προηγουμένως ειδική οικολογική αξιολόγηση (ΕΟΑ), η οποία αποτελεί μορφή δέουσας εκτίμησης (ΣτΕ 1335/2023 σκ. 18, 1378/2022 σκ. 24). Περαιτέρω, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της ΕΟΑ, όπως αυτά αξιολογήθηκαν από την ΑΕΠΟ, από την κατασκευή και λειτουργία του έργου, εφόσον τηρούνται οι περιβαλλοντικοί όροι και τα μέτρα που θα προβλεφθούν στην ΑΕΠΟ, δεν επηρεάζεται η ακεραιότητα της περιοχής GR2540001 και των αντικειμένων αυτής. Τέλος, οι ανωτέρω διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας δεν επιτάσσουν να προηγηθεί η δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου στην προστατευόμενη περιοχή Natura, πριν από την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού με την οποία εγκρίνεται το έργο με βάση την αρχαιολογική νομοθεσία, δεδομένου ότι οι αποφάσεις του Υπουργού Πολιτισμού και του αρμοδίου οργάνου για την περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου στηρίζονται, για την έκδοσή τους, σε αυτοτελείς και ανεξάρτητες διαδικαστικές και ουσιαστικές εκτιμήσεις που διέπουν το αντικείμενο, το είδος και την έκταση του προστατευτέου αντικειμένου τους και τις επιπτώσεις του έργου σ’ αυτό. Ούτε, άλλωστε, οι τεχνικές εκτιμήσεις που εκφέρουν τα οικεία όργανα στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής ή οικολογικής αξιολόγησης των επιπτώσεων ενός έργου, θα μπορούσαν, καταρχήν, να ελεγχθούν λυσιτελώς από τα αρχαιολογικά όργανα, αποφασιστικά ή γνωμοδοτικά, η συγκρότηση των οποίων, όπως προβλέπεται από τον νόμο (άρθρο 50 παρ. 1 του ν. 4858/2021), τα καθιστούν κατάλληλα να εκφέρουν ουσιαστικές εκτιμήσεις αρχαιολογικού ή συναφούς προς αυτό, περιεχομένου, και, πάντως, όχι ορνιθολογικού ή παρεμφερούς με αυτό. Ως εκ τούτου, η αρχαιολογική έγκριση και η περιβαλλοντική αδειοδότηση, που περιλαμβάνει την Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση, εφόσον αυτή απαιτείται, δεν τελούν μεταξύ τους, κατά τον νόμο, σε ιεραρχική σχέση ώστε να μπορεί η μια να χαρακτηριστεί ως κύρια και η άλλη ως εκτελεστική ή δευτερεύουσα απόφαση, αλλά απαιτούνται αμφότερες και μάλιστα υπό τους όρους και προϋποθέσεις που η καθεμία θέτει για την πραγματοποίηση του έργου. Κατόπιν των ανωτέρω, ο προαναφερθείς λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι ακυρωτέες, διότι πριν από την έκδοσή τους δεν πραγματοποιήθηκε «δέουσα εκτίμηση» των επιπτώσεων του έργου στην περιοχή NATURA, είναι, ανεξαρτήτως της λυσιτέλειάς του μετά την κατά τα εκτεθέντα πραγματοποίηση δέουσας εκτίμησης και την περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου, νόμω αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
- Επειδή, προβάλλεται, τέλος, ότι κατά παράβαση των άρθρων 10 παρ. 1, 3 και 6, 14 παρ. 2 και 5 του ν. 4858/2021, αλλά και των διεθνών υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η χώρα, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 1 της Σύμβασης της Γρανάδας του 1985 (ν. 2039/1992), το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (Σύμβαση Βαλέτας) για την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς του 1992 (ν. 3378/2005) και το άρθρο 4 της Σύμβασης των Παρισίων του 1971 για την προστασία της παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς (ν. 1126/1981), οι τρεις πρώτες προσβαλλόμενες πράξεις εγκρίνουν την εκτέλεση ενός έργου που πρόκειται να επιφέρει σοβαρές και ανεπίστρεπτες αλλοιώσεις στο μνημειακό σύνολο και στο τοπίο της περιοχής, χωρίς την αναγκαία ειδική αιτιολογία, και, πάντως, η αιτιολογία τους δεν τεκμηριώνεται με βάση στοιχεία των αναγκαίων εν προκειμένω μελετών (γεωτεχνική μελέτη για την περιοχή επέμβασης, κυκλοφοριακή/συγκοινωνιακή μελέτη, στατική μελέτη, μελέτη αποτύπωσης, καταγραφή και τεκμηρίωση των σωζομένων καταλοίπων, διαχειριστική μελέτη κ.ά.), αφού αυτές δεν έχουν ακόμη συνταχθεί. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι οι τρεις πρώτες προσβαλλόμενες πράξεις εγκρίνουν την κατασκευή και προμήθεια του τελεφερίκ για την εγκατάστασή του στον ανωτέρω μνημειακό τόπο, χωρίς να έχει προηγηθεί στάθμιση μεταξύ των δυσμενών συνεπειών που το επίδικο έργο μοιραία θα έχει για το μνημειακό σύνολο και του οφέλους που αυτό θα αποφέρει, καθώς εξέλαβαν το όφελος από την κατασκευή του τελεφερίκ ως δεδομένο και κυρίαρχο, επικαλούμενες την ανάγκη πρόσβασης στον αρχαιολογικό χώρο ατόμων με αναπηρία, ενώ κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό λόγω της μορφολογίας του εδάφους. Σε κάθε περίπτωση, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, το επισκέψιμο τμήμα της Άνω Πόλης θα είναι τόσο μικρό ώστε το όφελος από την κατασκευή του έργου να είναι μηδαμινό σε σχέση με το κόστος που αυτή συνεπάγεται για το μνημειακό σύνολο, ενώ ένα τέτοιο έργο πρόκειται να αυξήσει κατακόρυφα τον μαζικό τουρισμό, χωρίς προηγουμένως να έχει εξετασθεί αν η φέρουσα ικανότητα του Βράχου της Μονεμβασίας και της Άνω Πόλης επιτρέπει κάτι τέτοιο και χωρίς να έχουν προηγουμένως εξετασθεί εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα με μηδενικές ή έστω λιγότερο αρνητικές συνέπειες για το μνημειακό σύνολο. Κατόπιν αυτών, οι αιτούντες προβάλλουν, κατ’ επίκληση των προσκομισθέντων στοιχείων στα οποία περιλαμβάνονται και ανακοινώσεις ορισμένων επιστημονικών φορέων, ότι οι τρεις προσβαλλόμενες πράξεις είναι ακυρωτέες λόγω πλημμελούς αιτιολογίας και, πάντως γιατί εκδόθηκαν κατά πλάνη περί τα πράγματα, ως εκ τούτου δε τυγχάνει ακυρωτέα και η τέταρτη προσβαλλόμενη πράξη, που στηρίζεται και προϋποθέτει το κύρος των προηγούμενων.
- Επειδή, πέραν των στοιχείων του φακέλου που παρατίθενται σε προηγούμενες σκέψεις και αφορούν τη διαδικασία έκδοσης των προσβαλλομένων πράξεων, από τον φάκελο προκύπτουν επιπροσθέτως τα ακόλουθα: Οι τρεις πρώτες προσβαλλόμενες αποφάσεις της Υπουργού Πολιτισμού και της Γενικής Διευθύντριας Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς, εκδόθηκαν ύστερα από σύμφωνες και ομόφωνες γνωμοδοτήσεις του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης του ΚΑΣ πριν από την έκδοση της 1ης προσβαλλόμενης, και με δεδομένο ότι η πρόσβαση στην Άνω Πόλη Μονεμβασιάς γίνεται από ελικοειδές λιθόστρωτο καλντερίμι, με δυσκολίες λόγω των έντονων κλίσεων και του ολισθηρού καταστρώματος, εξετάσθηκε από το επιστημονικό όργανο ενδελεχώς η δυνατότητα ή μη της εγκατάστασης ενός αναβατορίου (σταθερής τροχιάς ή εναέριου), με σκοπό την εξασφάλιση της πρόσβασης ηλικιωμένων ατόμων και ατόμων με κινητικές δυσκολίες στον αρχαιολογικό χώρο της Άνω Πόλης Μονεμβασίας, καθώς και για την ταχύτερη προσέγγιση της Άνω Πόλης σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης για τη μεταφορά ασθενούς ή τραυματία ή την κατάσβεση πυρκαγιάς κ.λπ., αλλά και για τη μεταφορά υλικών για τη συντήρηση του μνημείου. Συγκεκριμένα, η ομάδα μελέτης επισκέφτηκε τη Μονεμβασία και επέλεξε τέσσερις θέσεις για την πρόσβαση προς την Άνω Πόλη έξω από την κεντρική πύλη. Δύο από τις θέσεις που επιλέχθηκαν βρίσκονται στη βάση του βράχου (θέσεις εκκίνησης Α και Β) και οι άλλες δύο στην Άνω Πόλη (θέσεις άφιξης Γ και Δ), κρίσιμα δε στοιχεία για τους μελετητές είναι οι συνδυασμοί των θέσεων (ΒΓ, ΒΔ και ΑΔ) και το είδος του προτεινόμενου μηχανήματος, με το οποίο θα γίνει η προσέγγιση στην Άνω Πόλη. Ενώπιον του ΚΑΣ εισηγήθηκαν οι προϊστάμενοι της Διεύθυνσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων-ΔΒΜΑ (Ι.Π.) και της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων-ΔΑΒΜΜ (Π.Μ.). Η εισηγήτρια της ΔΒΜΑ (Ι.Π.) περιέγραψε τις προτεινόμενες λύσεις καθώς και τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά τους. Επισήμανε ότι από τις προτεινόμενες θέσεις μόνο η μία θέση βρίσκεται κάτω από τον κεντρικό δρόμο, ο οποίος οδηγεί στο Κάστρο Μονεμβασίας, στην κεντρική είσοδο και στην Κάτω Πόλη και είναι αυτή που ξεκινάει από τη θέση Α και καταλήγει στη θέση Δ, ψηλά στην Άνω Πόλη, ότι η θέση Α βρίσκεται κάτω από τη στάθμη του δρόμου και για την προσέγγισή της απαιτείται κατασκευή ράμπας κλίσης έως 6% και δημιουργία πρανούς κατά μήκος του δρόμου με τοιχίο αντιστήριξης για την αποφυγή κατολίσθησης, ότι η θέση Β βρίσκεται πάνω από τη στάθμη του δρόμου και για την προσέγγισή της απαιτείται κατασκευή ράμπας κλίσης έως 6%, ότι η θέση Γ βρίσκεται στο δυτικότερο άκρο απόληξης του νότιου τείχους της Άνω Πόλης Μονεμβασίας, ενώ η θέση Δ βρίσκεται στο ανατολικότερο τμήμα στο νότιο τείχος, επί ημικυκλικής προεξοχής εν είδει προμαχώνα, σημείο στο οποίο κατέληγε και το εργοταξιακό αναβατόριο που είχε τοποθετήσει η Διεύθυνση Αναστήλωσης και εξυπηρετούσε αναστηλωτικές εργασίες, αυτές που η Διεύθυνση υλοποίησε στον ναό της Αγίας Σοφίας. Στη συνέχεια, η εισηγήτρια αφού περιέγραψε τους εναλλακτικούς συνδυασμούς εκκίνησης και άφιξης, σημειώνοντας ότι σ’ αυτούς περιλαμβάνονται οι λύσεις για αναβατόριο σταθερής τροχιάς ή εναέριο αναβατόριο, και προσδιόρισε σε αδρές γραμμές τις ανάγκες για την κατασκευή τους και τις θέσεις εκκίνησης και άφιξης, ανέφερε ότι η πρόταση που αφορά εναέριο αναβατόριο έχει ως εκκίνηση τη θέση Β, που είναι ακριβώς πάνω από τον δρόμο και η πρόσβαση σ’ αυτή γίνεται από το επίπεδο του δρόμου, και ως άφιξη τη θέση Δ και ότι τα συνοδά έργα περιλαμβάνουν υποδοχή και εκδοτήριο εισιτηρίων στο σημείο εκκίνησης Β και υποδοχή στο σημείο άφιξης Δ στην Άνω Πόλη. Ακολούθως, η εισηγήτρια αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις εγκατάστασης αναβατορίου σταθερής τροχιάς, που απαιτεί στη βάση του όγκο εκσκαφής τουλάχιστον 3Χ5μ., βάθος, 45 τ.μ., έναν χειριστή εντός καμπίνας, έναν ελεγκτή στην εκκίνηση και έναν ελεγκτή στην άφιξη. Η χωρητικότητα της καμπίνας είναι 12 άτομα ή δύο αμαξίδια ΑμεΑ, ή ένα φορείο-ασθενοφόρο με δύο τραυματιοφορείς, γιατί, όπως σημείωσε, καλό είναι να υπάρχει η δυνατότητα κατάβασης και ενός ασθενούς, ο οποίος τραυματίζεται ή ασθενεί στην Επάνω Πόλη και είναι πάρα πολύ δύσκολο να κατεβεί στην Κάτω Πόλη, να διασχίσει όλη την Κάτω Πόλη και να βγει για να φύγει, να τον παραλάβει αυτοκίνητο. Απαιτείται επίσης πυκνή περίφραξη. Αυτό είναι ένα στοιχείο επίσης της κατασκευής αυτής, δηλαδή της σταθερής τροχιάς. Πυκνή περίφραξη σε όλη την επίγεια πορεία, σε ένα ύψος περίπου 2μ. Πιθανή απαίτηση στάσεων ασφαλείας με εξέδρα και κλίμακα με 11μ. πορείας είναι επίσης ενδεχόμενη. Απαιτείται η στήριξη των φορτίων με αντηρίδες επί του βραχώδους πρανούς και ως εκ τούτου γεωτεχνική μελέτη για τις δυνατότητες στήριξης. Τέλος, απαιτείται πλατφόρμα σε πρόβολο στον χώρο άφιξης. Η εισηγήτρια επισήμανε, ακόμη, ότι με τη λύση αυτή υφίσταται και το μειονέκτημα ότι παύουν να χρησιμοποιούνται τα πεζοπορικά μονοπάτια, τα οποία διαχρονικά ήταν σε χρήση από τους κατοίκους, στα πρανή, γιατί τα πρανή δεν είναι κάθετα, είναι κλιμακωτά, και μάλιστα πρόσφατα αναδείχθηκαν με την πρωτοβουλία τοπικού συλλόγου. Όσον αφορά στο εναέριο αναβατόριο, η εισηγήτρια ανέφερε ότι απαιτείται στη βάση του μία εκσκαφή με όγκο τουλάχιστον 4Χ6μ. και δεν απαιτείται χειριστής εντός καμπίνας, αλλά ένας ελεγκτής στην εκκίνηση και ένας ελεγκτής στην άφιξη, ότι η χωρητικότητα είναι 12 άτομα ή 2 αμαξίδια ΑμεΑ, ή ένα φορείο-ασθενοφόρο με δύο τραυματιοφορείς, στο οποίο η χωρητικότητα είναι η ίδια, ότι στην άφιξη απαιτείται πρόβολος με δίχτυ ασφαλείας, ότι είναι διπλής κατεύθυνσης (ανεβαίνει και κατεβαίνει) και ότι η εκτιμώμενη υψομετρική διαφορά από κάτω μέχρι πάνω είναι περίπου 70-80μ. Στη συνέχεια, η εισηγήτρια ενημέρωσε τα μέλη του ΚΑΣ για τη θέση της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λακωνίας, η οποία θεωρεί ότι η εγκατάσταση αναβατορίου στο Κάστρο Μονεμβασίας αναβαθμίζει σημαντικά τις παρεχόμενες υπηρεσίες στους επισκέπτες και παράλληλα διευκολύνει το έργο της προστασίας και ανάδειξης των μνημείων της Άνω Πόλης, που επιτελεί η Υπηρεσία. Από τους τρεις εναλλακτικούς συνδυασμούς που προτείνουν οι μελετητές, η Εφορεία προκρίνει τον υπ’ αριθμό 3 συνδυασμό, δηλαδή αυτόν που προβλέπει την εγκατάσταση εναέριου αναβατορίου, το οποίο θα ξεκινάει από τη θέση Β πάνω από τον δρόμο στα ανάντη της εθνικής οδού πρόσβασης, στη δυτική πύλη του κάστρου και θα απολήγει στη θέση Δ στην Άνω Πόλη, όπου κατά το παρελθόν κατέληγε το εργοταξιακό αναβατόριο που παρουσιάστηκε και το οποίο εξυπηρετούσε τις αναστηλωτικές εργασίες στον ναό της Αγ. Σοφίας. Η Εφορεία αναφέρει, και συμφωνεί και η Διεύθυνση σε αυτό, ότι πρόκειται για την ηπιότερη παρέμβαση, δεδομένου ότι η θέση Β για την εκκίνηση θα είναι σχεδόν υπόσκαφη, δεν θα είναι άμεσα ορατή, σε αντίθεση με την προτεινόμενη θέση Α, η οποία δεν συζητείται ούτως ή άλλως, ούτε από την Εφορεία, ούτε από τη Διεύθυνση, διότι θα είναι κάτω από τον δρόμο, θα προβάλλει έντονα στο φυσικό ανάγλυφο, ενώ ταυτόχρονα, η θέση Δ άφιξης θα είναι ελάχιστα ορατή, καθώς η κατασκευή κατά την άφιξή της θα βρίσκεται σε πιο πίσω επίπεδο, σε υποχώρηση. Επιπλέον, με τη λύση αυτή αποφεύγεται η στήριξη στα βραχώδη πρανή, πάνω από την είσοδο του αρχαιολογικού χώρου, τα οποία παρουσιάζουν επικινδυνότητα. Η εισήγηση της Διεύθυνσης είναι παρόμοια. Είναι δεδομένο ότι μία κατασκευή σαν αυτή είναι μια παρέμβαση στο περιβάλλον του αρχαιολογικού χώρου. Εντούτοις, αυτή η τρίτη λύση, αυτή δηλαδή που ξεκινάει από τη θέση Β και απολήγει στη θέση Δ, είναι αυτή η οποία είναι η πιο ήπια, και συνεπώς είναι αυτή για την οποία και η Διεύθυνση, όπως και η Εφορεία, εισηγείται να εγκριθεί. Η εισηγήτρια επισήμανε περαιτέρω ότι οι ανάγκες και οι ηθικές αξίες των κοινωνιών προβάλλουν την προσβασιμότητα σε όλα τα άτομα ως ένα κοινωνικό αγαθό που είναι υποχρεωτικό σήμερα, ενώ παλιότερα δεν το αντιμετώπιζαν έτσι, ότι και οι πιέσεις τις οποίες δέχεται η περιοχή αυτή, επιτάσσουν να γίνει αποδεκτή αυτή η παρέμβαση, η οποία, όπως εκτιμούν και η Εφορεία και η Διεύθυνση, αυτή η συγκεκριμένη παρέμβαση, δηλαδή η ΒΔ, με το εναέριο αναβατόριο, είναι η πλέον διακριτική και αυτή η οποία δεν θα προκαλέσει βλάβη στην εικόνα του αρχαιολογικού χώρου της Καστροπολιτείας. Επίσης θα την αναδείξει με την έννοια ότι θα επιτρέψει και την προσβασιμότητα σε περισσότερους ανθρώπους. Θα υποβοηθήσει επίσης πιθανότατα ασθενείς, τραυματίες κ.λπ., αλλά και πιθανόν και τις εργασίες της Υπηρεσίας, με τη δυνατότητα να φέρει 12 άτομα, ίσως και με κάποια προφύλαξη στα δάπεδα, αλλά και κάποια υλικά για τις εργασίες που γίνονται στην Πάνω Πόλη. Η εισηγήτρια ανέφερε ακόμη ότι εκεί που απολήγει η διαδρομή ΒΔ, στο Δ σημείο, ακριβώς από κάτω υπάρχει διαδρομή με την οποία τα άτομα με δυσκολίες, όχι ΑμεΑ, προφανώς δεν είναι διαδρομή ΑμεΑ, αλλά για ανθρώπους οι οποίοι είναι ηλικιωμένοι κ.λπ., προφανώς μπορούν αμέσως να ξεκινήσουν την περιήγησή τους στην Άνω Πόλη. Αυτό είναι επίσης από τα πλεονεκτήματα αυτής της λύσης, γιατί η άλλη λύση, εκτός από το να είναι σταθερής τροχιάς, είναι μεγάλη παρέμβαση κ.λπ. και γι’ αυτό απορρίφθηκε, οδηγεί και σε ένα σημείο στο οποίο δεν υπάρχει διαδρομή, υπάρχουν έντονες κλίσεις και συνεπώς θεωρήθηκε απολύτως ακατάλληλη. Ύστερα από ερώτηση του Προέδρου του ΚΑΣ, ο σύμβουλος της ομάδας μελέτης (Α.Α.) απάντησε ότι η μελέτη χρηματοδοτείται από τον Δήμο, ότι η μελέτη έλαβε υπόψη τις προτάσεις του Δήμου, ότι οι δυνατότητες ήταν τρεις, αλλά τεχνικά μάλλον δύο, ήτοι μία να είναι επίγειο αναβατόριο, μεταβλητής γωνίας, όπως είναι αυτό της Ακρόπολης και η άλλη να είναι εναέριο, ανέφερε δε ότι εξετάσθηκαν όλοι οι πιθανοί συνδυασμοί και εξέθεσε τα μειονεκτήματα του αναβατορίου σταθερής τροχιάς. Ο Πρόεδρος του ΚΑΣ σημείωσε στη συνέχεια ότι εξετάζεται εάν θα επιλεγεί κάποια συγκεκριμένη πρόταση χάραξης, και στην πορεία θα ακολουθήσουν και περαιτέρω μελέτες, έχει δε ζητηθεί από τον Δήμο, την Εφορεία και από τις Διευθύνσεις να εισάγονται στο Συμβούλιο οι προτάσεις και οι μελέτες, προκειμένου να λαμβάνουν την έγκριση του Συμβουλίου πριν προχωρήσουν, για να υπάρχει μία συνεχής παρακολούθηση όλης της διαδικασίας. Ακολούθως, ο ανωτέρω μελετητής [Α.Α], αναφέρθηκε στον σχεδιασμό της καμπίνας ώστε να έχει διαστάσεις 1,10Χ2,20μ., όχι μόνο για να μεταφέρει δύο αμαξίδια ΑμεΑ ή μια κλίνη ασθενούς, αλλά για να μπορεί να μεταφέρει και ένα μηχάνημα “bomb-cut”, ώστε να βοηθηθεί η αποπεράτωση των έργων στην Άνω Πόλη από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Ο Πρόεδρος σημείωσε ότι αυτό είναι θετικό, για να υπάρχει μία δυνατότητα και στη μεταφορά υλικών, αλλά και εξοπλισμού, και μία βοήθεια, γιατί για να κάνει το έργο η Διεύθυνση Αναστήλωσης επάνω στην Αγ. Σοφία έκανε υπερπροσπάθεια, φάνηκε από τις φωτογραφίες, και για άλλη μια φορά το αποτέλεσμα ήταν πάρα πολύ καλό. Στη συνέχεια ο εισηγητής της ΔΑΒΜΜ (Π.Μ.) διατύπωσε την άποψη ότι πριν την έναρξη των εργασιών και στο πλαίσιο της εκπόνησης της μελέτης, απαραίτητη προϋπόθεση θα είναι και η στερέωση των βραχωδών πρανών, και κάτω από τη διαδρομή της πορείας του εναέριου μέσου, και εκατέρωθεν κάποια μέτρα δεξιά και αριστερά, για την απόλυτη εξασφάλιση του ότι δεν θα υπάρξουν πτώσεις βραχομαζών, ο δε Πρόεδρος συμφώνησε με την τοποθέτησή του. Κατόπιν τούτων, και αφού οι μελετητές απάντησαν σε ερωτήσεις και επισημάνσεις των μελών του Συμβουλίου, το ΚΑΣ τάχθηκε ομοφώνως υπέρ της κατασκευής εναέριου αναβατορίου με τον συνδυασμό των θέσεων ΒΔ και με την 452351/23.9.2021 απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού (1η προσβαλλομένη) εγκρίθηκε η ως άνω πρόταση χωροθέτησης εναέριου αναβατορίου. Στη συνέχεια, εκπονήθηκε βραχομηχανική μελέτη (Ιουνίου 2022), η οποία περιελήφθη στο Τεύχος Προμελέτης που είχε εκπονηθεί για λογαριασμό του παρεμβαίνοντος Αναπτυξιακού Οργανισμού. Στην ως άνω μελέτη (βραχομηχανική) και ειδικότερα στο συμπέρασμά της αναφέρονται, πλην άλλων, τα εξής: «Σύμφωνα με τα στοιχεία της στατικής προμελέτης, για την ολοκλήρωση του έργου απαιτείται η κατασκευή ενός σταθμού στη βάση του πρανούς και ενός σταθμού στην κορυφή αυτού. Για τη θέση στη βάση προτείνεται η κατασκευή του σταθμού να γίνει με υποσκαφή των σχηματισμών έδρασης, έτσι ώστε στην τελική εικόνα οι εγκαταστάσεις να είναι υπόσκαφες και να μην διαταράσσουν την οπτική του τοπίου. Ο σταθμός στην κορυφή του πρανούς προβλέπεται να είναι επιφανειακής θεμελίωσης. Η πορεία του αναβατορίου θα είναι εναέρια χωρίς επαφή με τμήματα του πρανούς ή/και του περιμετρικού τείχους. Όπως διαπιστώθηκε τα παρακατακόρυφα πρανή (ύψους περίπου 50m) δομούνται από ασβεστολιθικούς σχηματισμούς οι οποίοι είναι έντονα τεκτονισμένοι με ανοικτές ασυνέχειες και τοπικά καρστικούς αγωγούς και διάκενα. Η έδραση του σταθμού στην κορυφή του πρανούς θα γίνει επιφανειακά σε περιοχή που επί του ασβεστολιθικού υποβάθρου αναπτύσσονται υλικά επιχώσεων. Για την ασφαλή έδραση της κατασκευής θα πρέπει να γίνουν διερευνητικές τομές σε επιλεγμένες θέσεις, έτσι ώστε να διαπιστωθεί το βάθος του ασβεστολιθικού σχηματισμού στις θέσεις που θα κατασκευαστούν τα τεχνικά και να διαστασιολογηθεί κατάλληλα η θεμελίωση. Επίσης για την ασφαλή έδραση του σταθμού στην κορυφή του πρανούς, στη φάση της οριστικής μελέτης θα πρέπει να διερευνηθεί η κατανομή των φορτίων με βραχομηχανικές διερευνήσεις, έτσι ώστε να μην φορτιστούν επισφαλή τμήματα βραχόμαζας και περιμετρικού τείχους και να μην αναπτυχθούν διατμηματικές τάσεις που θα υποβοηθήσουν ολισθήσεις ή/και ανατροπές. Η εκσκαφή και κατασκευή του σταθμού στη βάση θα γίνει εντός ασβεστολιθικών σχηματισμών με υψηλή φέρουσα ικανότητα. Στο πλαίσιο εκπόνησης της παρούσας μελέτης, διαπιστώθηκαν κατά την αξονική πορεία του αναβατορίου επισφαλή τμήματα βραχόμαζας, κάποια από αυτά μεγάλου όγκου, και τα οποία κινδυνεύουν με απόσπαση και ολίσθηση/αναπήδηση να οδηγηθούν στα κατάντη. Σε κάποιες από τις επισφαλείς μάζες θεμελιώνεται το περιμετρικό τείχος, οπότε σε περίπτωση απόσπασης θα υπάρξει αλυσιδωτή κατάπτωση τμημάτων του τείχους. Επίσης τμήματα των λιθοδομών του περιμετρικού τείχους βρίσκονται σε οριακή κατάσταση ισορροπίας και κινδυνεύουν με κατάπτωση, μια και οι λιθοδομές παρουσιάζονται τοπικά αποδομημένες λόγω πίεσης πόρων νερού από όμβρια που καταλήγουν στη χαμηλή πλατεία και βρίσκουν δίοδο διαμέσου της λιθοδομής καθώς και στη διεπιφάνεια ασβεστολιθικού σχηματισμού και θεμελίωσης τείχους. Όπως διαπιστώθηκε από την επιτόπου έρευνα, σε κανένα σημείο των πρανών ή του περιμετρικού τείχους δεν έχει γίνει εφαρμογή ενεργητικών μέτρων προστασίας και τα μόνα μέτρα προστασίας αφορούν δύο μεταλλικούς φράχτες ανάσχεσης εκ των οποίων ο ένας είναι παλαιός ενώ ο άλλος κατασκευής Ιουνίου 2022. Και οι δύο φράχτες κινούνται παράλληλα με σχεδόν ταυτόσημο τέλος πριν το σημείο των κατασκευών του αναβατορίου και ως εκ τούτου δεν παρέχουν καμία εξασφάλιση έναντι καταπτώσεων για την περιοχή του έργου. Λόγω της εναέριας πορείας του αναβατορίου, δεν υφίσταται άμεσος κίνδυνος από τις ενδεχόμενες αστοχίες βραχομαζών ή τμημάτων του τείχους για το αναρτημένο τμήμα και τον θάλαμο. Ο εντοπιζόμενος κίνδυνος είναι στην περιοχή εκκίνησης, στη βάση του πρανούς όπου για την προστασία των εργαζομένων και των επιβατών θα πρέπει να εφαρμοστούν μέτρα προστασίας έναντι καταπιπτόντων /ολισθαινόντων βραχωδών μαζών και λιθόπλινθων. Για την εξασφάλιση του έργου προτείνεται η λήψη παθητικών μέτρων προστασίας (κατασκευή φράκτη προστασίας, πλέγματα) σε θέσεις και διάταξη που θα διαστασιολογηθούν σε φάση οριστικής βραχομηχανικής μελέτης. Επίσης θα πρέπει να διερευνηθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες η ευστάθεια τμημάτων του περιμετρικού τείχους που κινδυνεύουν με κατάπτωση. Η εξασφάλιση αυτών δεν αποτελεί αναγκαιότητα του έργου μια και όπως αναφέρθηκε δεν αναμένεται να επηρεαστούν από τις κατασκευές, αλλά σε περίπτωση κατάπτωσης θα αλλοιωθεί η ιστορική συνέχεια του περιμετρικού τείχους. Για την εξασφάλιση αυτών απαιτούνται ενεργητικά μέτρα προστασίας (αγκυρώσεις, ηλώσεις, δοκοί υποθεμελίωσης, αρμολογήματα και ενισχύσεις – αποκαταστάσεις λιθοδομών). Επισημαίνεται ότι στην περιοχή υφίσταται επίσημα οριοθετημένη και σημασμένη περιπατητική διαδρομή που οδηγεί στην Άνω είσοδο (Πύλη) του Κάστρου. Η διαδρομή αυτή χαρακτηρίζεται ως επικίνδυνη μια και διέρχεται πλησίον του πρανούς και σε τμήματα με αρνητική κλίση, ενώ δεν εξασφαλίζεται από τα υφιστάμενα μέτρα βραχοπροστασίας. Για λόγους ασφαλείας θα πρέπει η περιπατητική αυτή διαδρομή να αποσημανθεί άμεσα και να χαρακτηριστεί ως επικίνδυνη μέχρις ότου κατάλληλα μέτρα προστασίας να την εξασφαλίζουν έναντι καταπτώσεων σε όλο το μήκος της διαδρομής της …». Κατόπιν τούτου, το θέμα της χωροθέτησης του αναβατορίου εισήχθη εκ νέου προς συζήτηση στο ΚΑΣ, από τα πρακτικά δε της συνεδρίασης του Συμβουλίου προκύπτει, μεταξύ άλλων (σελ. 10 επομ,), ότι μετά τη βραχομηχανική μελέτη προέκυψαν οι δύο εναλλακτικές λύσεις που εισάγονται προς συζήτηση και ειδικότερα η εναλλακτική λύση 1 (θέσεις B-D), που περιλαμβάνει εντονότερη κλίση διαδρομής συρματόσχοινου λόγω της πιο απότομης κλίσης, τη μη χρήση πυλώνων, υπόσκαφο χώρο εκκίνησης στη θέση Β, περίπου στα 100 μ. από την πύλη εισόδου, χώρο άφιξης υπέργεια στη θέση D, και χρήση ράμπας από τον χώρο άφιξης για την κάθοδο κατά 0.60 εκ. έως την υπάρχουσα διαδρομή και η εναλλακτική λύση 2 (θέσεις F-E), που περιλαμβάνει τον σταθμό άφιξης με τους πυλώνες πάνω στο φρύδι του πρανούς και κάτω στη βάση, γεγονός που οδηγεί στη χρήση πυλώνων και σε ηπιότερη κλίση διαδρομής συρματόσχοινου λόγω της πιο ομαλής κλίσης, με τον χώρο εκκίνησης (υπόσκαφο) στη θέση F περίπου στα 150μ. από την πύλη, δηλαδή 50μ. σε μεγαλύτερη απόσταση σε σχέση με την πρώτη λύση, με τον χώρο άφιξης στη θέση Ε, που εδράζεται σε πλάτωμα σε απόσταση από το χείλος του τείχους και υπέργεια και τη χρήση ράμπας από τον χώρο άφιξης για άνοδο 2,80μ. έως την υπάρχουσα διαδρομή. Ο εισηγητής της ΔΑΒΜΜ (Π.Μ.) επισήμανε στη συνέχεια ότι και οι δύο λύσεις εμφανίζουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, ότι η πρώτη λύση είναι σχεδόν πάνω στο τείχος, ενώ στη δεύτερη πάει πίσω από το τείχος, ότι ο σταθμός άφιξης της εναλλακτικής (B-D), που έχει εγκριθεί και οι θέσεις είναι χωροθετημένες ήδη με απόφαση, τοποθετείται 100μ. περίπου από την πύλη εισόδου του κάστρου και του τείχους και πάει σχεδόν επάνω στο τείχος, εδράζεται επάνω σε αυτό, και μάλιστα ο εξώστης του σταθμού βγαίνει έξω από το τείχος, ότι, αντίθετα, στην εναλλακτική 2 πάει περίπου στα 150μ. απόσταση από την πύλη, και ο σταθμός άφιξης Ε έχει μεγαλύτερη απόσταση, άρα μειώνεται η κλίση τους στο συρματόσχοινο και τοποθετείται επάνω και πίσω από το τείχος σε μία σχετική απόσταση και ότι με τον τρόπο αυτό η 2η εναλλακτική απομακρύνει τον σταθμό πιο μακριά και δεν δημιουργεί οπτική ενόχληση με την παρουσία ενός υπερσύγχρονου κτηρίου σε μικρή σχετικά απόσταση από την πύλη εισόδου και το τείχος. Ακολούθως, ο εισηγητής παρουσίασε τις απόψεις της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λακωνίας, αναφέροντας ότι με την ειδική βραχομηχανική μελέτη προκύπτει σαφώς η αναγκαιότητα να ληφθεί μέριμνα αμέσως τόσο για τη στερέωση των βραχωδών πρανών στην περιοχή ανάπτυξης του έργου, όσο και των τμημάτων του τείχους που υπέρκεινται αυτών, ότι η ΕΦΑ Λακωνίας έχει ήδη επισημάνει το θέμα αυτό με έγγραφό της το 2020 προς τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, ότι επειδή τα συμπεράσματα βασίζονται σε μακροσκοπική παρατήρηση της θέσης, δεν είναι ορατή η σοβαρή έκταση του προβλήματος όπως αυτό αναπτύσσεται στην εν λόγω μελέτη, ότι είναι απαραίτητο να ληφθεί μέριμνα από τις αρμόδιες Υπηρεσίες του ΥΠΠΟΑ, ώστε κατά την εκπόνηση των οριστικών μελετών του αναβατορίου να έχουν εκπονηθεί και οι απαιτούμενες μελέτες στερέωσης των επισφαλών τμημάτων (δηλαδή, αρχιτεκτονική και στατική μελέτη αποκατάστασης του τείχους, κάτω από την πορεία και κάτω από τον σταθμό του σταθμού άφιξης), ότι όσον αφορά στην προαναφερθείσα περιπατητική διαδρομή η Εφορεία έχει ήδη αποκόψει την πρόσβαση σε αυτήν με ειδική σήμανση για λόγους προστασίας των περιπατητών, ότι θα πρέπει να συνδυαστούν τα έργα για τον σταθμό αποβίβασης με δίκτυο διαδρομών επισκεψιμότητας για την Άνω Πόλη Μονεμβασίας και ότι οι εργασίες απομάκρυνσης των επιχώσεων στο σημείο έδρασης του κτηρίου αποβίβασης καθώς και οποιεσδήποτε απαιτούμενες γεωτεχνικές έρευνες, θα πραγματοποιηθούν με την εποπτεία των υπαλλήλων της Εφορείας στο Κάστρο Μονεμβασίας. Κατόπιν, η εισηγήτρια της ΔΒΜΑ [Ι. Π.] εξήγησε στα μέλη του ΚΑΣ ότι ενώ έχει εγκριθεί η λύση B-D, ήρθε ως εναλλακτική η θέση F-E, η οποία έχει διάφορα ποιοτικά χαρακτηριστικά, και ναι μεν έχει ηπιότερη κλίση το συρματόσχοινο της έδρασης, της ανάρτησης των βαγονέτων, αλλά έχει άλλα ζητήματα. Επί παραδείγματι, έχει κτήρια και στην αφετηρία και στην άφιξη, πολύ μεγαλύτερα από αυτά που προβλέπει η λύση B-D. Η εισηγήτρια ανέφερε ενδεικτικά ότι το κτήριο αφετηρίας στη λύση B-D είναι 21,30Χ11Χ12,5μ. και το αντίστοιχο στη λύση F-E είναι 29Χ16,3Χ13,5μ., ότι όσον αφορά το κτήριο άφιξης, στη λύση B-D είναι 9,60Χ7,5μ., ενώ στη λύση F-E είναι 17Χ9,5μ. λόγω των τριών πυλώνων και των διαφορετικών μηχανημάτων που απαιτούνται, ότι η πρώτη λύση B-D δεν προτείνει κανένα πυλώνα, ότι ένα άλλο σημείο συζήτησης της 2ης εναλλακτικής λύσης είναι η προτεινόμενη τεράστια ράμπα των 50μ. η οποία τοποθετείται σε μία αδιερεύνητη περιοχή, ότι η ΕΦΑ Λακωνίας αφού επανέλεγξε τις προτεινόμενες εναλλακτικές, προκρίνει την εναλλακτική λύση 1 B-D, δεδομένου ότι η κλίμακα της εν λόγω παρέμβασης στη θέση αυτή απομειώνεται και είναι συντομότερη η διαδρομή, ενώ λόγω της απουσίας πυλώνων γίνεται ηπιότερη ένταξη και υπάρχει αμεσότερη αντίληψη με τα μνημεία της Άνω Πόλης, ότι κατά την Εφορεία δεν είναι αποδεκτό το προτεινόμενο κτήριο αποβίβασης να καταλαμβάνει τμήματα της οχύρωσης, ότι δεν είναι εύληπτη η σχέση του προτεινόμενου κτηρίου άφιξης με το υφιστάμενο στη θέση αυτή κτίσμα που συνέχεται με το τείχος και πρέπει να διευκρινιστεί και ότι θα πρέπει να υποβληθούν σχέδια των όψεων και φωτορεαλιστική απεικόνιση των οικίσκων εκκίνησης και άφιξης, και βέβαια να υποβληθούν όλες οι οριστικές μελέτες, αρχιτεκτονική, στατική, αποκατάστασης του τείχους, τεχνική μελέτη βραχωδών, προτάσεις εκκένωσης, αλλά και μία οριστική μελέτη που θα περιλαμβάνει και την αρχιτεκτονική πρόταση, δηλαδή όψεις και υλικά κτηρίων κ.λπ. Στη συνέχεια η προϊσταμένη της ΕΦΑ Λακωνίας [Ε.Π.] επισήμανε ότι μέσα από αυτές τις μελέτες που κατατέθηκαν και μετά τον εκ του σύνεγγυς έλεγχο της παθολογίας των τειχών και των βράχων, η Εφορεία είναι ιδιαίτερα προβληματισμένη και θεωρεί ότι πρέπει να γίνουν παράλληλα έργα, ότι θα πρέπει δηλαδή η στερέωση του τείχους και των βραχωδών πρανών να αποτελέσουν αντικείμενο της Περιφέρειας, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπως αντιστοίχως γίνεται στο εσωτερικό της Καστροπολιτείας αυτή τη στιγμή με πολύ μεγάλη επιτυχία, ότι στο πλαίσιο του τελευταίου ΕΣΠΑ ολοκληρώθηκε το έργο της ανάδειξης ενός τμήματος της Άνω Πόλης Μονεμβασίας ενώ η Διεύθυνση Αναστήλωσης αποκατέστησε την Αγ. Σοφία, ότι πρόκειται για ένα χώρο που δέχεται πολύ μεγάλη επισκεψιμότητα και γι’ αυτό προτείνεται στο πλαίσιο ενός μικρού υποέργου να γίνει μελέτη διαδρομών επισκεψιμότητας και σύνδεσης του σημείου άφιξης με τα μνημεία της Υπηρεσίας σε μια διαδρομή 100μ. [από το σημείο άφιξης του αναβατορίου]. Ο Πρόεδρος του ΚΑΣ επισήμανε ότι οι οριστικές μελέτες, αρχιτεκτονική, Η/Μ, στατική, γεωτεχνική, θα πρέπει να υποβληθούν στο Συμβούλιο προς έγκριση, ότι, δηλαδή, θα τεθεί ως όρος ότι η διαδικασία θα έχει ρήτρα στη διακήρυξη, σύμφωνα με την οποία οι μελέτες αυτές θα εγκριθούν στην πορεία του έργου, καθώς πρόκειται για ένα ιδιαίτερο χώρο, ο οποίος πρέπει να προστατευθεί όσο γίνεται περισσότερο θέτοντας απαραίτητες ασφαλιστικές δικλείδες. Επί των ανωτέρω παρατηρήσεων και επιφυλάξεων ο σύμβουλος της ομάδας μελέτης (Α.Α.) διευκρίνισε ότι πρότειναν την εναλλακτική λύση μετά από: α) τη γεωτεχνική μελέτη, από την οποία διαπιστώθηκε ότι κάτω από τη θέση D υπάρχουν πολύ ασταθή πετρώματα, ενώ η θέση E προσφέρεται χωρίς πολλά γεωτεχνικά προβλήματα, ότι τα διάφορα συστήματα λειτουργούν κάτω από διαφορετικές γωνίες, ότι με την προτεινόμενη χωροθέτηση και προτείνοντας νέα θέση άφιξης, δεν αποκλείεται κανείς από τους υποψήφιους προμηθευτές προκειμένου να προσφέρει το σύστημά του, και να ακολουθήσει μετά η αξιολόγηση των τεχνικών στοιχείων και ότι το σύστημα [θέση] D δεν μπορεί να πάει πιο μέσα, εσωτερικά ώστε να μην φαίνεται. Πέραν των ανωτέρω, και άλλος μελετητής [Σ.Μ.] διευκρίνισε ότι στη θέση D είναι σχεδόν αδύνατο να κατασκευαστεί πρόβολος, γιατί θα πρέπει υποχρεωτικά να ακουμπάει στο τείχος και για τον λόγο αυτόν η μόνη θέση η οποία πραγματικά μπορεί να κατασκευαστεί η άφιξη είναι στη θέση Ε. Ακολούθως, ο Πρόεδρος ρώτησε για ποιο λόγο προτείνονται από τους μελετητές 2 εναλλακτικές, από τη στιγμή που όπως ανέφεραν, η μία λύση ουσιαστικά δεν μπορεί να υλοποιηθεί και παρόλα αυτά είχε προταθεί και εγκριθεί από το Συμβούλιο. Ο σύμβουλος της ομάδας μελέτης (Α.Α.) απάντησε ότι αυτό συνέβη λόγω έλλειψης των γεωτεχνικών στοιχείων και όπως προέκυψε στο προτεινόμενο στην εγκεκριμένη λύση σημείο, ο βράχος είναι κατακερματισμένος, με αποτέλεσμα ακόμη και οι διατρήσεις που πρέπει να γίνουν για την κατασκευή του, οι δονήσεις κ.λπ. ίσως προκαλέσουν μεγάλα προβλήματα. Προσέθεσε, ακόμη, ότι η εγκατάσταση θα είναι το κυρίαρχο στοιχείο σε όλη τη Μονεμβασιά. Ο Πρόεδρος ρώτησε για ποιο λόγο προτάθηκε η στήριξη επάνω στο τείχος, πράγμα που δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει δεκτό, μέλος δε της ομάδας μελέτης (Σ.Μ.) απάντησε ότι η λύση δεν στηρίζεται στο τείχος, αλλά είναι τόσο κοντά στο τείχος, που όλο το βάρος της κατασκευής θα δημιουργήσει προβλήματα στο μνημείο επειδή είναι πολύ κοντά. Επίσης, ο σύμβουλος της ομάδας μελέτης (Α.Α.) σημείωσε ότι θα δημιουργηθούν πιθανά πολλά προβλήματα στους βράχους, οι οποίοι είναι κατακερματισμένοι, ενώ πάρα πολλοί είναι στον αέρα, ότι στο σημείο δεν χρειάζονται αγκύρια, αλλά χρειάζονται πλέγματα, ότι, δηλαδή, το πιο μεγάλο έργο είναι το έργο της βραχοπροστασίας παρά της κατασκευής του σταθμού, με όλα τα προβλήματα που έχει μία κατασκευή με τα υπάρχοντα προβλήματα προσβάσεως, ότι μετά τη γεωτεχνική έρευνα προέκυψε ότι το σημείο είναι προβληματικό. Άλλος μελετητής προσέθεσε ότι και οπτικά είναι φανερό ότι το σημείο D είναι προβληματικό, δηλαδή, το να υπάρχουν παντού αγκύρια που θα είναι ορατά, είναι άσχημο οπτικά και δημιουργεί προβλήματα και στο ίδιο το μνημείο. Ο Πρόεδρος επισήμανε ότι η θέση Ε θα πρέπει να συνδεθεί με το υφιστάμενο δίκτυο των διαδρομών που είναι σε άλλο υψόμετρο και θέλει άλλες παρεμβάσεις για να συνδεθεί, καθώς πρέπει ο επισκέπτης να καταλήγει στον χώρο ενδιαφέροντος και ρώτησε τους μελετητές εάν το έχουν μελετήσει αυτό. Ο σύμβουλος της ομάδας μελέτης απάντησε θετικά και προσέθεσε ότι επιπλέον η θέση Ε δεν θα είναι ορατή εξωτερικά, σε ερώτηση δε μέλους του συμβουλίου (Γ.Π.) για ποιο λόγο δεν μπορεί να γίνει στη θέση D αυτό που προτείνεται στη θέση Ε, απάντησε ότι δεν είναι δυνατό, διότι στη θέση Ε έχουν εσωτερικά τον χώρο για τον πυλώνα που είναι πιο χαμηλά, ενώ στη θέση D θα πρέπει ο πυλώνας να στηρίζεται επάνω στο τείχος, ότι στη φάση της αρχικής προμελέτης δεν υπήρχαν γεωτεχνικά στοιχεία και ότι το πρόβλημα έγινε φανερό μετά τη γεωτεχνική και τη στατική μελέτη, καθώς η θέση είναι προβληματική και λόγω αστάθειας του εδάφους δεν μπορεί να τοποθετηθεί πυλώνας. Επιπλέον, άλλο μέλος της ομάδας μελέτης διευκρίνισε ότι ενώ στη θέση D χρειάζονται μέτρα εξασφάλισης και του βραχώδους πρανούς και του τείχους, στη θέση Ε ουσιαστικά το πρόβλημα είναι η προστασία του σταθμού και δεν είναι αναγκαία η ενεργητική αποκατάσταση των βράχων, δεν επηρεάζει τη στατική λειτουργία, ότι ενώ στη θέση D χρειάζεται ενεργητική προστασία με αγκυρώσεις, δοκούς υποθεμελίωσης, αποκατάσταση του τείχους, για να μπορέσουν να παραλάβουν τα φορτία που θα είναι πλέον κοντά, είτε με τη μορφή του πυλώνα είτε με τη μορφή του σταθμού, ανεξάρτητα ποια λύση θα επιλεγεί, ό,τι απαιτηθεί από τους μηχανολόγους και ότι στη θέση D ανεξάρτητα από την κατασκευή του έργου, χρειάζονται ήδη μέτρα προστασίας για την εξασφάλιση τόσο του τείχους όσο και των βράχων. Ο σύμβουλος της ομάδας μελέτης απάντησε ότι στη θέση F δεν υπάρχουν κομμάτια βράχων, οπότε μπορούν να βάλουν αγκύρια στο σημείο αυτό όπως έγινε στην περίπτωση του αναβατορίου στην Ακρόπολη. Στη συνέχεια ο Πρόεδρος ρώτησε την προϊσταμένη της ΕΦΑ Λακωνίας σχετικά με τις διαμορφώσεις της ράμπας προκειμένου να δημιουργηθούν οι επιθυμητές κλίσεις, η οποία απάντησε ότι οι ράμπες αυτές είναι πολύ ενδιαφέρουσες, γιατί θυμίζουν τις βόλτες της Μονεμβασιάς, του ελικοειδούς μονοπατιού που οδηγεί από την Κάτω Πόλη στην Άνω. Ακολούθως, διευκρινίστηκε ότι η κλίση της ράμπας θα είναι 5%, θα ακολουθεί το ήδη διαμορφωμένο έδαφος και θα ενσωματώνεται σε αυτό, ώστε να γίνεται μία ομαλή ανάβαση-κατάβαση για άτομα με κινητικά προβλήματα και δεν είναι ορατή από την κάτω πλευρά, ενώ τονίσθηκε και η ανάγκη αντιμετώπισης του προβλήματος της εισροής υδάτων από τις ασυνέχειες στη βάση του τείχους που δημιουργούν φθορές στο μνημείο. Κατόπιν, η εισηγήτρια της ΔΒΜΑ ζήτησε από τους μελετητές να εξηγήσουν τον λόγο για τον οποίο ανάμεσα στις δύο εγκαταστάσεις του χώρου εκκίνησης και του χώρου άφιξης (B-D και F-E) υπάρχει τόσο μεγάλη διαφορά στις διαστάσεις των δύο κτηρίων, καθώς στη μία περίπτωση το κτήριο αφετηρίας είναι 21,30Χ11Χ12,5μ., και στη δεύτερη 29Χ16,6Χ13,50, ενώ και στο κτήριο άφιξης στη λύση B-D είναι 9,60Χ7,5μ., ενώ στη λύση F-E είναι 17Χ9,5μ. Ο σύμβουλος της ομάδας μελέτης (Α.Α.) απάντησε ότι αυτό συμβαίνει διότι πρόκειται για δύο διαφορετικά συστήματα, όπου στη δεύτερη λύση υπάρχουν μικρότεροι πυλώνες οι οποίοι είναι αναγκαίοι για την αλλαγή κατεύθυνσης, εξήγησε ότι στην προηγούμενη πρόταση δεν υπήρχαν πυλώνες, αλλά ένα συρματόσχοινο από ένα σημείο σε ένα άλλο, ότι ο λόγος που επελέγησαν αυτές οι διαφορετικές διαστάσεις είναι για να έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι κατασκευαστές και να μην αποκλειστούν κάποιοι λόγω αδυναμίας προσαρμογής σε μικρές διαστάσεις, ότι θα ακολουθήσει διαγωνισμός ο οποίος θα αξιολογήσει ποιος υποψήφιος προσφέρει την καλύτερη λύση από τεχνική, μηχανολογική και αρχιτεκτονική άποψη ως προς τις διαστάσεις και τις ανάγκες αλλά και ως προς το θέμα της στατικής επάρκειας. Εξήγησε, επίσης, ότι αν θα είναι 17,50μ. ή θα είναι 10μ., εξαρτάται από το σύστημα το οποίο θα επιλεγεί και ότι ο ανάδοχος θα έχει κάνει και οριστικές μελέτες στις οποίες θα περιλαμβάνονται τα γεωτεχνικά στοιχεία, οι διάδρομοι και τα υλικά. Στο σημείο αυτό ο Πρόεδρος επισήμανε στους μελετητές ότι θα πρέπει να λάβουν υπ’ όψιν ότι είναι υποχρεωτικό στη διακήρυξη να υπάρχει σαφής και συγκεκριμένος όρος που θα δεσμεύει τους υποψηφίους αναδόχους ότι οι εγκρίσεις, τα σχέδια και οι οριστικές μελέτες θα πρέπει να εγκριθούν από τα αρμόδια Κεντρικά Συμβούλια του Υπουργείου Πολιτισμού, ότι ο όρος αφορά και τον Δήμο ο οποίος και θα πρέπει να τον τηρήσει, γιατί σε αντίθετη περίπτωση ακυρώνεται και αναιρείται η όποια έγκριση δίνει το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. Στη συνέχεια, μετά από ερωτήσεις των μελών του ΚΑΣ και των εισηγητών των Διευθύνσεων, οι μελετητές διευκρίνισαν ότι το κτήριο αφετηρίας στη λύση F-E θα είναι υπόσκαφο και θα είναι ορατή μόνο η όψη και το κομμάτι της εκσκαφής που είναι απαραίτητο ώστε να ανέβει η καμπίνα του ανελκυστήρα, ενώ θα είναι απολύτως ενσωματωμένο οργανικά στο ανάγλυφο και ότι θα φαίνεται το σκάμμα που είναι απαραίτητο για να αφήσει να ανέβουν οι καμπίνες από το αναβατόριο, ενώ όλο το υπόλοιπο, εκτός από την πρόσοψη, δεν θα είναι ορατό και άρα είναι δύο τα σημεία που γίνεται αντιληπτή η παρέμβαση στη βάση. Η εισηγήτρια της ΔΒΜΑ ανέφερε ότι η Διεύθυνση εισηγείται να τεθεί ως όρος της γνωμοδότησης του Συμβουλίου, η δυνατότητα περιορισμού των διαστάσεων των κτηρίων από τους μελετητές, τα δε μέλη του ΚΑΣ διατύπωσαν τις απόψεις τους. Ακολούθως, και αφού το ΚΑΣ γνωμοδότησε θετικά υπέρ της τροποποίησης της πρότασης χωροθέτησης του αναβατορίου (λύση F-E) (συνεδρ. 31/20.7.2022, θέμα 5ο) εκδόθηκε η 380223/4.8.2022 (2η προσβαλλόμενη) απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, με την οποία α) τροποποιήθηκε η προγενέστερη απόφασή της ως προς τα σημεία εκκίνησης και άφιξης του αναβατορίου, ήτοι εγκρίθηκε η τροποποιημένη πρόταση με θέση εκκίνησης F εκτός της Κάτω Πόλης και άφιξη στη θέση Ε στην Άνω Πόλη Μονεμβασίας, για λόγους που ανέκυψαν κατά τη γεωλογική-βραχομηχανική μελέτη της περιοχής και καθιστούσαν μη εφικτή την υλοποίηση του έργου σύμφωνα με τα όσα είχαν προβλεφθεί (θέσεις B-D) και β) εγκρίθηκε η προμελέτη εγκατάστασης κατασκευής εναέριου αναβατορίου δύο καμπίνων στο Κάστρο της Μονεμβασίας, με τους εξής όρους: «1. Να εκπονηθεί από τους ενδιαφερόμενους πλήρης αρχιτεκτονική και στατική μελέτη για την κατασκευή του εναέριου αναβατορίου. Η εν λόγω αρχιτεκτονική μελέτη να περιλαμβάνει και πλήρη αποτύπωση της περιοχής μελέτης στον χώρο άφιξης στην Άνω Πόλη, πρόταση στην οποία να περιγράφονται αναλυτικά τα προτεινόμενα υλικά, καθώς και φωτορεαλιστική απεικόνιση της ένταξης στον χώρο των κτιρίων αναχώρησης εκτός της Κάτω Πόλης και άφιξης του αναβατορίου στην Άνω Πόλη. Ο σχεδιασμός των κτηρίων θα πρέπει να στοχεύει στην ήπια ένταξή τους στον χώρο, όσον αφορά ιδίως στους προτεινόμενους όγκους και στα υλικά κατασκευής. Παράλληλα να εξεταστεί η δυνατότητα περιορισμού των διαστάσεων των κτηριακών εγκαταστάσεων στους χώρους αναχώρησης και άφιξης του εναέριου αναβατορίου. Το κτήριο στην περιοχή αναχώρησης του αναβατορίου στην Κάτω Πόλη να εντάσσεται αρμονικά στο πρανές, ώστε να είναι κατά το δυνατό μη ορατό. Σε καμία περίπτωση το κτήριο άφιξης, το οποίο επίσης θα πρέπει να εντάσσεται στο μνημειακό περιβάλλον, δεν θα εδράζεται επί στοιχείων των οχυρώσεων της Άνω Πόλης ή επί άλλων αρχαίων κατασκευών αυτής. 2. Να εκπονηθεί από τους ενδιαφερόμενους γεωτεχνική μελέτη στερέωσης του βραχώδους πρανούς στην περιοχή ανάπτυξης του έργου, σε μία ζώνη πλάτους 40μ. και μήκους αντίστοιχου του αναπτύγματος των δύο συρματόσχοινων του αναβατορίου, 20 μ. εκατέρωθεν κάθε πλευράς. 3. Να εκπονηθεί από τους ενδιαφερόμενους υδραυλική μελέτη του χώρου άφιξης του αναβατορίου και του περιβάλλοντος χώρου αυτού. 4. Να διατυπωθούν από τους ενδιαφερόμενους προτάσεις για την αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών βλάβης του αναβατορίου με δυνατότητα εκκένωσης είτε της μίας είτε και των δύο καμπινών ταυτόχρονα. 5. Όλες οι οριστικές μελέτες οι οποίες θα εκπονηθούν για την εγκατάσταση του εναέριου αναβατορίου (αρχιτεκτονική, στατική, Η/Μ, γεωτεχνική, υδραυλική) να υποβληθούν στις αρμόδιες Υπηρεσίες του ΥΠΠΟΑ προκειμένου να διαβιβαστούν για εξέταση και έγκριση από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. Η προϋπόθεση αυτή να αποτελεί βασικό όρο της Διακήρυξης δημοπράτησης του έργου, προκειμένου να ληφθεί υπόψη από τους υποψήφιους ενδιαφερόμενους. Η μη τήρηση του ανωτέρω όρου οδηγεί αυτόματα στην άρση οποιασδήποτε χορηγηθείσας έγκρισης από την πλευρά του ΥΠΠΟΑ. 6. Να εκπονηθεί αρχιτεκτονική και στατική μελέτη αποκατάστασης της σωζόμενης ανωδομής του τείχους, στη θέση που θα κατασκευαστεί η κτιριακή υποδομή του σταθμού άφιξης του αναβατορίου. Το αντικείμενο της μελέτης θα αφορά έκταση του αναπτύγματος του τείχους 20μ. εκατέρωθεν του σταθμού άφιξης, δηλαδή σύνολο αναπτύγματος τείχους περίπου 40μ. 7. Το έργο κατασκευής του αναβατορίου να συνδυαστεί με την εκπόνηση από την ΕΦΑ Λακωνίας μιας μελέτης για ένα δίκτυο διαδρομών περιήγησης βατό από εμποδιζόμενα άτομα που να συνδέει τον σταθμό άφιξης του αναβατορίου στην Άνω Πόλη Μονεμβασίας με τα επισκέψιμα μνημεία αυτής. 8. Οι εργασίες απομάκρυνσης των επιχώσεων στο σημείο έδρασης του κτηρίου άφιξης στην Άνω Πόλη, οι οποιεσδήποτε απαιτούμενες γεωτεχνικές έρευνες και εν γένει όλες οι εργασίες θα πραγματοποιηθούν με την εποπτεία των υπαλλήλων της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λακωνίας». Μετά ταύτα, στο πλαίσιο του έργου “Προμήθεια και εγκατάσταση αναβατορίου ατόμων για το Κάστρο Μονεμβασίας και συνοδά έργα”, ο Δήμος Μονεμβασιάς ζήτησε τη σύμφωνη γνώμη του ΥΠΠΟΑ για την υλοποίηση του έργου της προμήθειας και εγκατάστασης του αναβατορίου, που ανέλαβε να υλοποιήσει ο Δήμος και το οποίο πρόκειται να χρηματοδοτηθεί από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά του ΚΑΣ (γνωμοδότηση 47/8.11.2022-θέμα 17ο), η Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων θα υλοποιήσει το έργο της στερέωσης των τειχών της Άνω Πόλης Μονεμβασίας, εκατέρωθεν του σημείου διαδρομής του αναβατορίου από την κάτω στην άνω πύλη σε ένα εύρος περίπου 50μ., ενώ η Εφορεία Αρχαιοτήτων Λακωνίας, θα μελετήσει και θα υλοποιήσει τις διαδρομές από το σημείο άφιξης της καμπίνας του αναβατορίου στην Άνω Πόλη Μονεμβασίας μέχρι την Αγ. Σοφία και τα αποκατεστημένα τμήματα της Άνω Πόλης. Η εισηγήτρια της ΔΒΜΑ ανέφερε στο ΚΑΣ ότι η ΕΦΑ Λακωνίας δεν έχει αντίρρηση για την υλοποίηση του υποέργου 1 “Προμήθεια και εγκατάσταση αναβατορίου ατόμων με αναπηρία για το Κάστρο Μονεμβασίας” από τον Δήμο Μονεμβασίας, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 4858/2021 και ενημέρωσε τα μέλη ότι και η ΕΔΕΠΟΛ [Επιτελική Δομή ΕΣΠΑ του Υπουργείου] επίσης δεν έχει αντίρρηση με την προϋπόθεση ότι θα εξασφαλιστεί η σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων Διευθύνσεων του ΥΠΠΟΑ. Η Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων από τη μεριά της επίσης δεν έχει αντίρρηση για την υλοποίηση του υποέργου 1 από τον Δήμο Μονεμβασίας. Η εισηγήτρια ανέφερε, πλην άλλων, ότι υπάρχει σειρά μελετών οι οποίες πρέπει να εκπονηθούν, δεδομένου όμως ότι πρέπει να υποβληθεί το τεχνικό δελτίο, προκειμένου να ενταχθεί και να χρηματοδοτηθεί το αναβατόριο από το Ταμείο Ανάκαμψης, πρέπει να υπάρχει η έγκριση ότι το έργο μπορεί να υλοποιηθεί καθώς και ότι την ίδια περίοδο εκπονείται και η μελέτη για τη στερέωση του τείχους εκατέρωθεν της διαδρομής του αναβατορίου, περίπου 40-50μ., την οποία έχει αναθέσει η ΕΦΑ Λακωνίας και την οποία θα υλοποιήσει η ΔΑΒΜΜ. Ακολούθως, ύστερα από την ως άνω ομόφωνη γνωμοδότηση του ΚΑΣ, εκδόθηκε η 553624/11.11.2022 απόφαση της Γενικής Διευθύντριας Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού (3η προσβαλλόμενη πράξη), με την οποία εγκρίθηκε η υλοποίηση του έργου “Προμήθεια και εγκατάσταση αναβατορίου ατόμων για το κάστρο της Μονεμβασίας” από τον Δήμο Μονεμβασίας, ως φορέα υλοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 4858/2021, με τους εξής όρους: 1) Να τηρηθούν οι ως άνω όροι της δεύτερης προσβαλλόμενης απόφασης της Υπουργού Πολιτισμού και 2) Οι εργασίες να υλοποιηθούν από εξειδικευμένο προσωπικό, με την εποπτεία της αρμόδιας Εφορείας Αρχαιοτήτων Λακωνίας. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου και ιδίως τις εισηγήσεις των Διευθύνσεων και τα πρακτικά του ΚΑΣ προκύπτει ότι και για τα λοιπά υποέργα (π.χ. 2ο Υποέργο, που εγκρίθηκε με την 396736/12.9.2024 απόφαση) το Κεντρικό Συμβούλιο διερεύνησε όλες τις δυνατές λύσεις προκειμένου να διασφαλιστεί η ακεραιότητα και η πρόσβαση στα μνημεία. Τέλος, στην τέταρτη προσβαλλόμενη διακήρυξη αναφέρεται ότι ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται με τις κατευθύνσεις που προβλέπονται στις δύο πρώτες προσβαλλόμενες αποφάσεις της Υπουργού Πολιτισμού, στο δε κεφάλαιο 1.5 “Γενικές αρχές σχεδιασμού” του Παραρτήματος Ι – Αναλυτική περιγραφή φυσικού αντικειμένου της σύμβασης (Προσαρμοσμένο από την αναθέτουσα αρχή) της τέταρτης προσβαλλόμενης διακήρυξης αναφέρονται τα εξής: «Κατά τον σχεδιασμό των σταθμών πρέπει να υπάρξει πρόνοια στην προσαρμογή τους με το περιβάλλον της περιοχής, με στόχο να επιτυγχάνονται: Μορφή κτιρίων προσαρμοσμένη στη μορφολογία και το ανάγλυφο του περιβάλλοντος εδάφους. Μικρότερη δυνατή προβολή των σταθμών, με μείωση του υπέργειου όγκου τους στα όρια που το επιτρέπουν οι μηχανολογικές εγκαταστάσεις του αναβατήρα που τοποθετούνται μέσα σε αυτούς. Βύθιση των σταθμών στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό και δεν δημιουργούνται λειτουργικά προβλήματα. Μείωση του μεγέθους και του όγκου των σταθμών, με επιλογή τύπου αναβατήρα που απαιτεί τον ελάχιστο δυνατό χώρο για τον ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό του», ενώ στο κεφάλαιο 2 “Τεχνική περιγραφή αναβατήρα” του Παραρτήματος Ι αναφέρεται ότι «Η τεχνική περιγραφή ορίζει τις απαιτήσεις του αναβατήρα και των παρελκομένων του. Οι διαγωνιζόμενοι θα υποβάλουν Τεχνική Προσφορά με αναλυτικά στοιχεία (τεχνική περιγραφή, σχέδια, φωτογραφίες, κλπ), όπου θα εξειδικεύσουν την προσφερόμενη τεχνική λύση ανάλογα με την τεχνολογία που έχουν αναπτύξει και την κατασκευαστική τους πρακτική. Η Τεχνική Προσφορά του κάθε διαγωνιζόμενου θα αξιολογηθεί σύμφωνα με τα Κριτήρια Αξιολόγησης. Τεχνικές προδιαγραφές όπου ρητά ορίζονται στην περιγραφή ως “κατ’ ελάχιστον” είναι απολύτως υποχρεωτικές και η μη συμμόρφωση με αυτές αποτελεί αιτία απόρριψης της συνολικής προσφοράς του διαγωνιζόμενου. Οι λοιπές τεχνικές προδιαγραφές και περιγραφές αποτελούν τις βασικές απαιτήσεις συγκρότησης. Ο αναβατήρας θα είναι αντίστροφης και μη συνεχούς κίνησης των οχημάτων (reversible tramway). Θα διαθέτει δύο καμπίνες, χωρητικότητας 15 επιβατών η κάθε μια. Οι καμπίνες θα κινούνται σε αντίστροφη κίνηση η μια από την άλλη, δηλαδή όταν η μια θα κινείται στην άνοδο, η άλλη θα κινείται στην κάθοδο και αντίστροφα. Οι καμπίνες θα τερματίζουν και θα σταθμεύουν σε έναν από τους δύο σταθμούς. Η μεταφορική του ικανότητα θα είναι περίπου 200 άτομα/ώρα (pph) και η μέγιστη ταχύτητα κίνησης 3,5m/s. Ο αναβατήρας θα διαθέτει 3 συρματόσχοινα, 2 φέροντα και ένα έλξης. Το κάθε φέρον συρματόσχοινο θα πηγαίνει κατά μήκος της διαδρομής από τον ένα σταθμό στον άλλο και θα εξυπηρετεί τη διαδρομή της μιας καμπίνας. Το συρματόσχοινο έλξης θα είναι σε μορφή κλειστού βρόγχου και θα εξυπηρετεί και τις δύο καμπίνες. Η κάθε καμπίνα θα διαθέτει φορείο κύλισης με ικανό αριθμό τροχαλιών. Τα φορεία κύλισης των καμπινών θα κινούνται πάνω στα φέροντα συρματόσχοινα, ενώ η κίνηση των καμπινών θα πραγματοποιείται από το συρματόσχοινο έλξης. Η σύνδεση των φορείων κύλισης με το συρματόσχοινο έλξης θα είναι σταθερή (μη αποσυμπλεκόμενη). Οι τερματικοί σταθμοί του αναβατήρα είναι οι σταθμοί αφετηρίας (κάτω) και τερματισμού (πάνω). Διακρίνονται σε κινητήριο και μη κινητήριο σταθμό, ενώ θα παραδοθούν πλήρεις και έτοιμοι προς λειτουργία. Οι πλατφόρμες επιβίβασης/αποβίβασης των σταθμών θα είναι ισόπεδες με το δάπεδο των καμπινών (same level boarding). Όπως προαναφέρθηκε, ο σταθμός αφετηρίας του αναβατήρα τοποθετείται περίπου 150 m από την πύλη εισόδου στην Κάτω Πόλη, ενώ ο σταθμός τερματισμού έχει υψομετρική διαφορά περίπου 90 m και τοποθετείται στην άκρη του τείχους της Άνω Πόλης. Οι αναφερόμενες θέσεις των σταθμών μπορούν να τροποποιηθούν από τον Ανάδοχο σε οποιαδήποτε κατεύθυνση μετά την ακριβή τοπογραφική αποτύπωση του περιβάλλοντος χώρου κάθε σταθμού, ώστε να βελτιστοποιηθεί η ασφάλεια και λειτουργικότητα της χάραξης, η κατασκευή των σταθμών και οι προσβάσεις εισόδου – εξόδου. Η Τεχνική Προσφορά του διαγωνιζόμενου πρέπει υποχρεωτικά να περιλαμβάνει προκαταρκτικό (λόγω έλλειψης ακριβούς τοπογραφικής αποτύπωσης) σχέδιο χάραξης της γραμμής του αναβατήρα (“μηκοτομή”). Στην τυπική αυτή μηκοτομή θα αποτυπώνονται οι σταθμοί, οι ενδεχόμενοι πυλώνες, καθώς και τα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά του αναβατήρα».
- Επειδή, όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα στοιχεία του φακέλου το έργο της κατασκευής εναέριου αναβατορίου στο Κάστρο της Μονεμβασιάς αποτελεί ένα ιδιαιτέρως απαιτητικό έργο από πλευράς προστασίας των αρχαιοτήτων και κατασκευής του επίμαχου έργου (εναέριου αναβατορίου), εντάσσεται δε, επιπλέον σε ένα ευρύτερο και σύνθετο έργο που περιλαμβάνει, εκτός από την προμήθεια και εγκατάσταση του αναβατορίου, και τα υποέργα 2ο και 3ο, τα οποία αφορούν το έργο της στερέωσης των τειχών της Άνω Πόλης Μονεμβασίας, εκατέρωθεν του σημείου διαδρομής του αναβατορίου από την κάτω στην άνω πύλη σε ένα εύρος περίπου 50μ. και την υλοποίηση των διαδρομών από το σημείο άφιξης της καμπίνας του αναβατορίου στην Άνω Πόλη Μονεμβασίας μέχρι την Αγ. Σοφία και τα αποκατεστημένα τμήματα της Άνω Πόλης. Εξάλλου, η σκοπιμότητα και η αναγκαιότητα του έργου εξετάσθηκαν διεξοδικά από τις αρμόδιες Υπηρεσίες και τα επιστημονικά όργανα του Υπουργείου Πολιτισμού (κεντρικές και αποκεντρωμένες, ΕΦΑ Λακωνίας, αρμόδιες Διευθύνσεις και το ΚΑΣ), τα οποία κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το έργο της κατασκευής αναβατορίου είναι αναγκαίο αφενός προκειμένου τα μνημεία και ιδίως η Άνω Πόλη να είναι προσβάσιμα σε όλους και ειδικότερα σε ΑμεΑ, άτομα μεγάλης ηλικίας και παιδιά, αλλά και σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης για τη μεταφορά ασθενούς, καθώς επίσης και για τη συντήρηση των μνημείων της Άνω Πόλης από τις αρμόδιες Υπηρεσίες του ΥΠΠΟ. Οι ως άνω λόγοι που αιτιολογούν και θεμελιώνουν την αναγκαιότητα του έργου για την κατασκευή του αναβατορίου εκτός από την αρχική μελέτη και την πρόταση του Δήμου Μονεμβασιάς παρατίθενται και στις εισηγήσεις των υπηρεσιών προς το ΚΑΣ, αλλά και στα οικεία πρακτικά του ΚΑΣ. Περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι τόσο οι Διευθύνσεις του Υπουργείου Πολιτισμού όσο και το ΚΑΣ εξέτασαν διεξοδικά τις τεχνικές λύσεις που υπήρχαν για την ασφαλή και χωρίς βλάβη του μνημείου κατασκευή του αναβατορίου και εκτίμησαν ότι η τελικώς επιλεγείσα λύση δεν επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στο μνημείο από πλευράς κατασκευής αλλά και αισθητικής, δεδομένου ότι η παρέμβαση θεωρήθηκε ήπια και επιπλέον τέθηκαν όροι για τη μείωση των επιπτώσεων στην αισθητική του μνημείου και στο ευρύτερο τοπίο με τις κατάλληλες τεχνικές επιλογές και λύσεις (μείωση κατά το δυνατόν των επεμβάσεων στο έδαφος ως προς τις θέσεις εκκίνησης και άφιξης, χωροθέτηση του σταθμού εκκίνησης σε θέση εκτός της πόλης της Μονεμβασιάς και σε απόσταση 150 μέτρων από την πύλη εισόδου, μείωση των κτιρίων στις θέσεις εκκίνησης και άφιξης). Εξάλλου, το γεγονός ότι το ΚΑΣ επέλεξε για λόγους μεγαλύτερης προστασίας του μνημειακού συνόλου τη σταδιακή εκπόνηση και έγκριση των απαιτουμένων μελετών, ήτοι τη διαδοχική έγκρισή τους, δεν καθιστά παράνομη την αιτιολογία των τριών πρώτων προσβαλλομένων πράξεων, οι οποίες, πάντως, ως προς τα κύρια ζητήματα για τη χωροθέτηση ή μη αναβατορίου, ήτοι το είδος του αναβατορίου (σταθερής τροχιάς ή εναέριου), το μέγεθος των πυλώνων και των καμπίνων, τις θέσεις και τον τρόπο κατασκευής των σταθμών εκκίνησης και άφιξης και τα υλικά κατασκευής, στηρίχθηκαν στις αναγκαίες μελέτες (προμελέτη, μελέτη σκοπιμότητας, βραχομηχανική μελέτη), οι οποίες εξετάσθηκαν λεπτομερώς και με βάση τις θετικές και ομόφωνες γνωμοδοτήσεις του ΚΑΣ. Υπό τα δεδομένα αυτά, η Υπουργός Πολιτισμού με νόμιμη και επαρκή αιτιολογία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατασκευή του αναβατορίου, όπως τελικά προτάθηκε να χωροθετηθεί, δεν επιφέρει ανεπανόρθωτες βλάβες στο μνημείο και δεν συνιστά επέμβαση τέτοιας έκτασης και μορφής, ώστε να προκαλεί αλλοίωση του μνημειακού συνόλου. Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι οι τρεις πρώτες προσβαλλόμενες είναι αναιτιολόγητες και εκδόθηκαν κατά πλάνη περί τα πράγματα, διότι, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, η κατασκευή του αναβατορίου επιφέρει σοβαρές και ανεπίστρεπτες αλλοιώσεις στο μνημειακό σύνολο και στο τοπίο της περιοχής, χωρίς την αναγκαία ειδική αιτιολογία, και τις αναγκαίες εν προκειμένω μελέτες είναι κατά το πρώτο του σκέλος απορριπτέος ως αβάσιμος και κατά το δεύτερο σκέλος ως αναπόδεικτος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος ακυρώσεως κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται ότι οι τρεις πρώτες προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν χωρίς να έχει προηγηθεί στάθμιση μεταξύ των δυσμενών συνεπειών που το επίδικο έργο θα έχει για το μνημειακό σύνολο και του οφέλους που αυτό θα αποφέρει, καθώς εξέλαβαν το όφελος από την κατασκευή του τελεφερίκ ως δεδομένο και κυρίαρχο, επικαλούμενες την ανάγκη πρόσβασης στον αρχαιολογικό χώρο ατόμων με αναπηρία, ενώ κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό λόγω της μορφολογίας του εδάφους, και ότι σε κάθε περίπτωση, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, το επισκέψιμο τμήμα της Άνω Πόλης θα είναι τόσο μικρό ώστε το όφελος από την κατασκευή του έργου να είναι μηδαμινό σε σχέση με το κόστος που αυτή συνεπάγεται για το μνημειακό σύνολο, είναι επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι η Υπουργός Πολιτισμού και τα αρμόδια όργανα (ΚΑΣ, αρμόδιες Διευθύνσεις) εκτίμησαν και στάθμισαν τη σκοπιμότητα και ιδίως την αναγκαιότητα του έργου, το οποίο δεν αφορά μόνο τη δυνατότητα επίσκεψης ατόμων με αναπηρία (ΑμεΑ), αλλά γενικά τη δυνατότητα πρόσβασης στην Άνω Πόλη και των ηλικιωμένων ατόμων και των παιδιών, καθώς και την ανάγκη συντήρησης των μνημείων αλλά και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των αιτούντων ότι ένα τέτοιο έργο πρόκειται να αυξήσει κατακόρυφα τον μαζικό τουρισμό, χωρίς προηγουμένως να έχει εξετασθεί αν η φέρουσα ικανότητα του Βράχου της Μονεμβασίας και της Άνω Πόλης επιτρέπει κάτι τέτοιο και χωρίς να έχουν προηγουμένως εξετασθεί εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα με μηδενικές ή έστω λιγότερο αρνητικές συνέπειες για το μνημειακό σύνολο, είναι επίσης απορριπτέος, διότι τόσο από τις υπηρεσίες του Υπουργείου όσο και από το ΚΑΣ εξετάσθηκε και ο αριθμός των επισκεπτών και οι δυσχέρειες πρόσβασης στην Άνω Πόλη και εξετάσθηκαν εναλλακτικές λύσεις, ιδίως με τη διερεύνηση της δυνατότητας εγκατάστασης αναβατορίου σταθερής τροχιάς, η οποία αποκλείσθηκε λόγων των κινδύνων που αυτή συνεπάγεται για το μνημείο αλλά και τους επισκέπτες. Κατόπιν τούτων, από τις τρεις πρώτες προσβαλλόμενες αποφάσεις της Υπουργού Πολιτισμού, όπως αυτές συμπληρώνονται από τα στοιχεία του φακέλου, προκύπτει ότι διενεργήθηκε η αναγκαία και επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον νόμο στάθμιση, αφενός για την προστασία του μνημείου και αφετέρου για τη διευκόλυνση της πρόσβασης στο σύνολο του μνημείου των ΑμεΑ και γενικά των εμποδιζομένων ατόμων, αλλά και για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ήτοι της απαιτουμένης συντήρησης των μνημείων και της ανάγκης ταχείας μεταφοράς σε περίπτωση ασθένειας. Επιπλέον, από τα αρμόδια όργανα και την Υπουργό Πολιτισμού εξετάσθηκαν όλες οι εναλλακτικές λύσεις, αλλά και η μηδενική, δοθέντος δε ότι διαπιστώθηκε αδυναμία υλοποίησης του αρχικού συνδυασμού άφιξης και εκκίνησης του αναβατορίου (Β-Δ) επιλέχθηκε τελικώς λύση που κατά βάση ήταν βελτιωμένη σε σχέση με την ασφάλεια των επισκεπτών, αλλά και του ίδιου του μνημείου, με την αποτροπή καταπτώσεων τμημάτων των βράχων που βρίσκονται στο τείχος της Άνω Πόλης. Εξάλλου, το γεγονός ότι η προϊσταμένη της ΕΦΑ Λακωνίας εξέφρασε τον προβληματισμό και την επιφύλαξή της για την αύξηση των διαστάσεων των σταθμών εκκίνησης και άφιξης του αναβατορίου κατά τη συνεδρίαση του ΚΑΣ πριν από την έκδοση της 2ης προσβαλλόμενης, δεν κλονίζει τη νομιμότητα και την επάρκεια της αιτιολογίας της εν λόγω πράξης, δεδομένου ότι ο λόγος της διαφοροποίησης σε σχέση με την αρχικώς επιλεγείσα λύση εκτέθηκε και συζητήθηκε από τα μέλη του ΚΑΣ, διευκρινίστηκε δε περαιτέρω ότι θα αποτελέσει και στοιχείο αξιολόγησης των προσφορών η επιλογή λύσης που θα περιορίζει την έκταση των σταθμών του αναβατορίου. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, εφόσον, δηλαδή, στις προσβαλλόμενες πράξεις και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου περιγράφονται πλήρως τα προστατευτέα μνημεία και το προς εκτέλεση έργο, καθώς και τεκμηριωμένη εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου επί των μνημείων, οι πράξεις αυτές αιτιολογούνται επαρκώς, ο δε περί του αντιθέτου λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, απορριπτέος δε ως αναπόδεικτος είναι και ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες εκδόθηκαν κατά πλάνη περί τα πράγματα. Τέλος, δοθέντος ότι οι τρεις πρώτες προσβαλλόμενες είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένες, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι τυγχάνει ακυρωτέα και η τέταρτη προσβαλλόμενη πράξη, που στηρίζεται και προϋποθέτει το κύρος των προηγούμενων, είναι επίσης απορριπτέος.
- Επειδή, κατά της 4ης προσβαλλόμενης πράξης δεν προβάλλεται άλλος αυτοτελής λόγος ακυρώσεως.
- Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον δεν προβάλλεται άλλος λόγος ακυρώσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να γίνουν δεκτές οι παρεμβάσεις.
Πρόεδρος: Χρ. Ντουχάνης
Εισηγητές: Δ. Βασιλειάδης, Ζ. Θεοδωρικάκου






