Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΥΤΕΡΟΥ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ (Μάρτιος 2005)
-
ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Δικαστικός Αντιπροσώπος ΝΣΚ
Τρίτη 15 Μαρτίου 2005
Με τη δημοσίευση του Συμφώνου Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου (ΣΑΚΧ)[1], το οποίο υιοθετήθηκε στο ¶τυπο Συμβούλιο των Υπουργών Χωροταξίας των κρατών–μελών στο Πότσδαμ το 1999, τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. επεδίωξαν τη διατήρηση της πολυμορφίας και την επίτευξη μίας ισόρροπης και βιώσιμης ανάπτυξης στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Tο ΣΑΚΧ, ως μη δεσμευτικό νομικά κείμενο αποτέλεσε απλώς ένα πλαίσιο πολιτικής για τη συνεργασία μεταξύ των τομεακών πολιτικών που έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο χώρο, καθώς και μεταξύ των Κρατών – Μελών, των περιφερειών και των πόλεών τους[2].
¶λλωστε, το γεγονός της υιοθέτησης του ΣΑΚΧ δεν αναιρεί ούτε και είναι δυνατόν να αναπληρώσει την απουσία μέχρι σήμερα ρητής νομικής βάσης στο πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο, η οποία θα επέτρεπε την άσκηση μίας κοινοτικής πολιτικής χωροταξίας[3]. Η σημαντική αυτή έλλειψη μεταθέτει, κατά συνέπεια, αναγκαστικά στα Κράτη – μέλη την ευθύνη και την πρωτοβουλία για την αναδιάρθρωση των εθνικών χωροταξικών πολιτικών.
Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι την τελευταία δεκαετία αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, με ισχυρή παράδοση και εμπειρία στον τομέα της χωροταξίας, προχώρησαν στην επανεξέταση ή και στην αναθεώρηση των εθνικών θεσμικών τους πλαισίων για τον χωροταξικό σχεδιασμό, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα οξυμένα και επείγοντα προβλήματα που δημιούργησε η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Χαρακτηριστικό, από την άποψη αυτή, είναι το παράδειγμα της Γαλλίας, η οποία προχώρησε το 1995 στην ψήφιση ενός νέου νόμου με χωροταξικό αντικείμενο και με τίτλο «Σχεδιασμός και Ανάπτυξη του χώρου». Στο επίκεντρό του βρίσκεται, μεταξύ άλλων, η μέριμνα για την καλύτερη ενσωμάτωση του γαλλικού εθνικού χώρου στο ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον[4].
Από την προαναφερόμενη επιγραμματική επισκόπηση προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, η επικαιρότητα αλλά και η κρισιμότητα του χωροταξικού σχεδιασμού και για την Ελλάδα[5], για την οποία, άλλωστε, έχουν ήδη επισημανθεί οι κίνδυνοι της περιθωριοποίησης που απορρέουν από την ίδια τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης[6]. Στο πλαίσιο αυτό, είναι δεδομένο ότι ο στρατηγικός σχεδιασμός για την ανάπτυξη του ελληνικού χώρου, τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, αποτελεί τη βάση για την εξασφάλιση της εσωτερικής συνοχής και συμπληρωματικότητας των μέσων και πολιτικών παρεμβάσεων, της μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας και συνέργειας των εκτελούμενων έργων και αναπτυξιακών προγραμμάτων, καθώς και της μεγαλύτερης δυνατής αξιοποίησης των κοινοτικών πολιτικών[7].
Ωστόσο, το νέο θεσμικό πλαίσιο που διέπει, πλέον, από το 1999 και εφεξής το χωροταξικό σχεδιασμό σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο οφείλει, σε πολύ μεγάλο βαθμό, τη δημιουργία του στην πρωτοπόρα και συχνά ρηξικέλευθη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία ανέδειξε αφενός τα προβλήματα που σχετίζονται με την έλλειψη συγκροτημένου πλαισίου για το χωροταξικό σχεδιασμό και αφετέρου προσδιόρισε με ποιοτικά κριτήρια την έννοια του ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού.
Α. Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για το δικαίωμα στο περιβάλλον και το βιώσιμο χωρικό σχεδιασμό
Η καθοριστική συμβολή της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας στην αποτελεσματική προστασία του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος έχει τονισθεί επανειλημμένα και διεξοδικά, ώστε να αποτελεί, πλέον, κοινό τόπο[8]. ¶λλωστε, γίνεται δεκτό ότι το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, κατά τη στάθμιση που επιχειρεί προκειμένου να επιλύσει τη σύγκρουση μεταξύ της προστασίας του περιβάλλοντος και των υπόλοιπων συνταγματικών δικαιωμάτων, όπως είναι για παράδειγμα το δικαίωμα της ιδιοκτησίας ή η υποχρέωση του Κράτους για την εξασφάλιση συνθηκών απασχόλησης στους πολίτες, έχει επιλέξει σύγχρονες λύσεις, οι οποίες το τοποθετούν στην πρωτοπορία της νομικής επιστήμης, σε σύγκριση τουλάχιστον με τη νομολογία άλλων ευρωπαϊκών ακυρωτικών δικαστηρίων, όπως είναι για παράδειγμα το γαλλικό Conseil d’ Etat [9].
Υποστηρίζεται[10] μάλιστα ότι το περιεχόμενο και η έκταση της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος ως ατομικού δικαιώματος εξαρτώνται από τη στάθμιση που θα γίνει μεταξύ αφενός της φύσης και της σημασίας των τυχόν θιγόμενων οικοσυστημάτων ή μεμονωμένων στοιχείων τους και αφετέρου του χαρακτήρα, του σκοπού και της αναγκαιότητας του συγκεκριμένου έργου ή δραστηριότητας και των υφιστάμενων μέσων αποτροπής, άρσης ή μείωσης της πιθανολογούμενης περιβαλλοντικής βλάβης[11].
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, κάθε περαιτέρω γενικόλογη αναφορά στα σχετικά ζητήματα θα μπορούσε να θεωρηθεί κοινότυπη. Αντίθετα, πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, χωρίς αμφιβολία, η ανάδειξη και ο σχολιασμός των κατευθυντήριων αρχών, οι οποίες αποτέλεσαν και συνεχίζουν, εν πολλοίς, να αποτελούν το βασικό εργαλείο του Δικαστηρίου κατά τη διάπλαση της νομολογίας του.
Ανάμεσα σε αυτές τις αρχές εξέχουσα θέση κατέχουν η αρχή της πρόληψης, η αρχή της φέρουσας ικανότητας και η αρχή της ήπιας ανάπτυξης των ευπαθών οικοσυστημάτων, οι οποίες υποστηρίζεται ότι εξειδικεύουν την -και ήδη- συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αειφορίας ή βιώσιμης ανάπτυξης[12]. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, ουσιώδη όρο της βιώσιμης ανάπτυξης αποτελούν τα ολοκληρωμένα χωροταξικά σχέδια[13].
Σε αυτό το πλαίσιο, άλλωστε, η χωροθέτηση έργων και δραστηριοτήτων, καθώς και το εύρος και τα χαρακτηριστικά που αποδίδει το Δικαστήριο στην έννοια του βιώσιμου τεχνικού έργου ή της βιώσιμης ανθρώπινης δραστηριότητας αναδείχθηκαν ως δύο από τα μείζονα ζητήματα που απασχόλησαν τη νομολογία του ΣτΕ κατά την τελευταία δεκαετία.
1. Η καθιέρωση της προστασίας του περιβάλλοντος ως ατομικού, κοινωνικού και πολιτικού δικαιώματος
Τα συνταγματικά δικαιώματα διακρίνονται, παραδοσιακά, σε ατομικά, κοινωνικά και πολιτικά, με βάση την θεωρία του status που έλκει την καταγωγή της από το γερμανικό συνταγματικό θετικισμό των αρχών του 20ού αιώνα[14] . Σύμφωνα με τη διάκριση αυτή, τα ατομικά δικαιώματα συνιστούν αξιώσεις του πολίτη έναντι του κράτους για αποχή από παρεμβάσεις σε μια συνταγματικά κατοχυρωμένη σφαίρα ιδιωτικής αυτονομίας, θεμελιώνοντας το status negativus [15].
Τα κοινωνικά δικαιώματα έχουν, αντίθετα, ως κύριο περιεχόμενό τους την υποχρέωση του κράτους να παρεμβαίνει με θετικές ενέργειες και παροχή αγαθών ή υπηρεσιών, χωρίς όμως τούτο να συνοδεύεται κατ’ ανάγκη από αντίστοιχες αξιώσεις συγκεκριμένων δικαιούχων κατά του κράτους (status positivus)[16]. Το Σύνταγμα του 1975 συμπεριέλαβε, ως γνωστόν, έναν πλήρη κατάλογο κοινωνικών δικαιωμάτων, αποτυπώνοντας μία ανθρωποκεντρική και κοινωνική αντίληψη του δικαίου και του κράτους, χωρίς, όμως, να θέτει σε αμφισβήτηση την οικονομία της αγοράς[17].
Τέλος, τα πολιτικά δικαιώματα έχουν ως αντικείμενο την ενεργό συμμετοχή του πολίτη στο σχηματισμό της πολιτειακής βούλησης, ενώ το κράτος υποχρεούται, αντίστοιχα, να ανέχεται και να υποδέχεται την παρέμβαση των πολιτών στις πιο καίριες λειτουργίες του [18].
Ωστόσο, επιβάλλεται εδώ να επισημανθεί ότι η προαναφερόμενη διάκριση δεν είναι ούτε τόσο καθαρή ούτε και τόσο απλή, όσο περιγράφηκε, αφού δεν καλύπτει ολόκληρο το φάσμα των συνταγματικών δικαιωμάτων[19]. Πρόκειται, άλλωστε, για δικαιώματα παραπληρωματικά μεταξύ τους που επηρεάζουν αμοιβαία την κατοχύρωση και την άσκησή τους[20]. Υπάρχουν, έτσι, διατάξεις οι οποίες εμπεριέχουν στοιχεία όλων των επιμέρους status. Ως τέτοια αντιμετωπίζεται, κατεξοχήν, η διάταξη του άρθρου 24 του Συντάγματος, η οποία επιβάλλει την εξέταση του δικαιώματος στο περιβάλλον κάτω από την τριπλή προοπτική του ατομικού, του κοινωνικού και του πολιτικού δικαιώματος[21] .
Στο πλαίσιο αυτό, έχει ήδη επισημανθεί ο αποσπασματικός, πραγματολογικός και νομολογιακός χαρακτήρας ολόκληρου του κλάδου του δικαίου του περιβάλλοντος που δεν επιτρέπει στον ερμηνευτή και τον εφαρμοστή του να υιοθετήσουν μια οπτική αυστηρά θετικιστική, αλλά αναγνωρίζει στο δικαστή, σε ζητήματα περιβαλλοντικής προστασίας, έναν ρόλο δημιουργού και προαγγέλου[22]. Το ρόλο αυτό το Συμβούλιο της Επικρατείας όχι μόνο τον αξιοποίησε στο σύνολο των εκφάνσεών του, αλλά διέπλασε και μια εξαιρετικά προωθημένη περιβαλλοντική νομολογία[23].
¶λλωστε, η κατοχύρωση του δικαιώματος στο περιβάλλον, με βάση το άρθρο 24 παρ. 1 Συντ. είχε αναγνωρισθεί από τη νομολογία του ΣτΕ, υπό την εκδοχή ενός κοινωνικού ή καλύτερα ενός μεικτού δικαιώματος, ήδη κατά τη δεκαετία του 1980[24]. Αντίθετα, όσον αφορά την άμεση συναγωγή και ενός ατομικού δικαιώματος στο περιβάλλον, η νομολογία υπήρξε μεν διστακτικότερη, όμως η κρατούσα άποψη στη θεωρία έχει αποδεχθεί την πλήρη δεσμευτική ισχύ του, από την οποία προκύπτουν αγώγιμες αξιώσεις[25].
Βεβαίως το ΣτΕ, χωρίς να έχει αναφερθεί άμεσα στην κατοχύρωση του ατομικού αυτού δικαιώματος, στο πλαίσιο της διεύρυνσης του εννόμου συμφέροντος στην οποία προχώρησε επανειλημμένα κατά το παρελθόν[26], έχει ήδη εφαρμόσει εκείνες τις πτυχές του δικαιώματος που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη πρακτική σημασία[27].
Ταυτόχρονα αναδείχθηκε νομολογιακά και η ενεργητική διάσταση του δικαιώματος στην περιβαλλοντική προστασία, που συνίσταται κυρίως στη συμμετοχή των ατόμων και των οργανωμένων ομάδων της κοινωνίας των πολιτών στη λήψη αποφάσεων που αφορούν τη διαχείριση του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, καθώς και στη συνυφασμένη με τη συμμετοχή αυτή πρόσβαση στην πληροφόρηση, που αποτελεί προϋπόθεση γα τη διαμόρφωση της γνώμης και τον αυτοπροσδιορισμό της δράσης τους[28].
Επομένως, η ρητή επιβεβαίωση της προαναφερόμενης νομολογίας κατά την πρόσφατη αναθεώρηση, με τη συνταγματική αναφορά στο ατομικό δικαίωμα στο περιβάλλον, χωρίς καταρχήν να επιφέρει ουσιώδεις αλλαγές στη συνταγματική του προστασία[29], αποσαφηνίζει το status mixtus που διέπει πλέον την περιβαλλοντική προστασία, καθιστώντας επιτακτικότερη τη σύνθετη λειτουργία του επίμαχου δικαιώματος.
Επιπλέον, η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος στο περιβάλλον παρουσιάζει αξιόλογη σημασία για τον προσδιορισμό καθεαυτόν του νοήματος του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, αφενός, διευρύνοντας το κανονιστικό της περιεχόμενο και, αφετέρου, ενισχύοντας την αντίληψη ότι η περιβαλλοντική προστασία δεν συνιστά αυτοσκοπό, αλλά επιβάλλεται η οριοθέτησή της με γνώμονα και τη θέση του ανθρώπου εντός του περιβάλλοντος.
2. Η χωροθέτηση των βιώσιμων έργων και δραστηριοτήτων ως υποκατάστατο του ελλείποντος χωροταξικού σχεδιασμού
Η οικιστική πολιτική στη χώρα μας χαρακτηριζόταν μέχρι πρόσφατα από αποσπασματικότητα και έλλειψη προγραμματισμού[30]. Η παθογένεια αυτή εμφανίζεται ιδιαίτερα στον τομέα του χωρικού σχεδιασμού, χωροταξικού αλλά και πολεοδομικού. Είναι επομένως εντελώς δικαιολογημένο το ενδιαφέρον που επέδειξε το ΣτΕ, προκειμένου να επισημάνει και να θεραπεύσει στη συνέχεια κατά το δυνατόν την έλλειψη αυτή[31].
Στην κατεύθυνση αυτή, ο ελληνικής εμπνεύσεως θεσμός της προέγκρισης χωροθέτησης που εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη ταυτοχρόνως με αυτόν της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων με το ν. 1650/1986 και την ΚΥΑ 69269/5387/1990[32] χρησιμοποιήθηκε από τη νομολογία του ΣτΕ ως ένας σύνθετος μηχανισμός ελέγχου τόσο της χωροταξικής όσο και της περιβαλλοντικής νομιμότητας, με βάση το εθνικό και το κοινοτικό δίκαιο[33].
Η διττή, μάλιστα, λειτουργία του θεσμού αναβάθμισε σαφώς τις απαιτήσεις ορθής εφαρμογής του, ενώ, παράλληλα, ανέδειξε αφενός τις πολλές και συγκεκριμένες ατέλειες της προσαρμογής του εσωτερικού προς το κοινοτικό δίκαιο[34] και αφετέρου την έλλειψη ενός νομικού συστήματος βιώσιμου χωροταξικού σχεδιασμού. Περαιτέρω, η νομολογιακή αυτή διαδρομή του θεσμού απετέλεσε πηγή έμπνευσης ορισμένων από τις πλέον ενδιαφέρουσες αρχές ακυρωτικού ελέγχου στη νομολογία του ΣτΕ. Πρόκειται συγκεκριμένα για την αρχή της πρόληψης ή προληπτικής δράσης, την αρχή της συνολικής προσέγγισης της περιβαλλοντικής προστασίας, την αρχή του εξειδικευμένου περιεχομένου και της επιστημονικής τεκμηρίωσης της ΜΠΕ και ασφαλώς, την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, η οποία εμπεριέχει όλες τις προηγούμενες.
3. Η οριοθέτηση του ακυρωτικού ελέγχου κατά τη χωροθέτηση έργων και δραστηριοτήτων με βάση την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης
Το περιβάλλον ως έννομο αγαθό αντιμετωπίζεται στη σύγχρονη συζήτηση περί βιώσιμης ανάπτυξης ενίοτε ως απόλυτα προστατευόμενο αγαθό, με επιστέγασμα την αντίληψη για την αναγκαιότητα της αντικατάστασης του υφιστάμενου νομικού συστήματος από ένα λειτουργικό σύστημα δικαίου με πρωταρχικό σημείο αναφοράς το περιβάλλον[35].
Η αντίληψη αυτή άσκησε σημαντική επίδραση και στη νομολογία του ΣτΕ κατά τη δεκαετία του 90 με αφετηρία ευθείας αναφοράς στην αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης την υπόθεση Petrola[36] και με επιβεβαίωση της σχετικής νομολογίας την υπόθεση της εκτροπής του ποταμού Αχελώου[37], όπου κρίθηκε ότι «από την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του Συντάγματος απορρέουν οι περιορισμοί εκείνοι στην αναπτυξιακή πολιτική της πολιτείας που είναι αναγκαίοι για την πρόληψη της βλάβης στο περιβάλλον, κατά τρόπο ώστε όχι κάθε ανάπτυξη αλλά μόνο η βιώσιμη, δηλαδή εκείνη που δεν επιφέρει βλάβη στο περιβάλλον και άρα είναι διατηρήσιμη και όχι πρόσκαιρη, να είναι επιτρεπτή από το Σύνταγμα»[38].
Επίσης, σύμφωνα με τον κανόνα της βιώσιμης ανάπτυξης, κάθε δημόσια πολιτική, γενική ή ειδική, και κάθε διοικητική παρέμβαση στο περιβάλλον πρέπει να διέπονται από τα κριτήρια της περιβαλλοντικής προστασίας έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της πρόληψης [39].
Εξάλλου, σε ό,τι αφορά τα όρια του ακυρωτικού ελέγχου με βάση την αρχή αυτή, το Δικαστήριο δέχεται ότι η «ευθεία αξιολόγηση εκ μέρους του δικαστή των συνεπειών ορισμένου έργου ή δραστηριότητας και η κρίση αν η πραγματοποίησή του αντίκειται στην αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης εξέρχονται των ορίων του ακυρωτικού ελέγχου, διότι προϋποθέτουν διαπίστωση πραγματικών καταστάσεων, διερεύνηση τεχνικών θεμάτων, ουσιαστικές εκτιμήσεις και στάθμιση στηριζόμενη στις εκτιμήσεις αυτές»[40].
Περαιτέρω, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο δικαστής, κατά την άσκηση του ακυρωτικού του ελέγχου, εξετάζει, μεταξύ άλλων, «εάν η ΜΠΕ ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις του νόμου και αν το περιεχόμενό της είναι επαρκές, ώστε να παρέχεται στα αρμόδια όργανα η δυνατότητα να διακριβώνουν και να αξιολογούν τις συνέπειες του έργου και να εκτιμούν εάν η πραγματοποίησή του είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας, καθώς και με τις συνταγματικές επιταγές και τους ορισμούς της Συνθήκης για την Ε.Ε.»[41].
Με την ίδια, τέλος, απόφαση, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου έκανε δεκτό ότι «παράβαση της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης μπορεί να ελεγχθεί ευθέως από τον ακυρωτικό δικαστή μόνον αν από τα στοιχεία της δικογραφίας και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι η προκαλούμενη βλάβη για το περιβάλλον είναι μη επανορθώσιμη και έχει τέτοια έκταση και συνέπειες, ώστε προδήλως να αντιστρατεύεται την παραπάνω συνταγματική αρχή».
Πρόκειται, όπως υποστηρίζεται[42], για μία λιγότερο φιλική προς το περιβάλλον, αλλά πιο ρεαλιστική μάλλον προσέγγιση από μέρους του Δικαστηρίου για την έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης. Αυτό γίνεται περισσότερο σαφές εφόσον ανατρέξουμε στην προγενέστερη νομολογία του ΣτΕ , κατά την οποία «η κρίσις περί της βιωσιμότητος τεχνικών έργων και παρεμβάσεων ….. υπόκειται εις τον πλήρη έλεγχον του ακυρωτικού δικαστού, αποφαινομένου επί τη βάσει των οικείων διατάξεων και των πορισμάτων της επιστήμης»[43].
Συμπερασματικά, πρέπει να επισημανθεί ότι με την προηγούμενη διατύπωση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου ως προς τα όρια του ακυρωτικού ελέγχου με βάση την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι φτάνει το τέλος του δικαστικού ακτιβισμού που τόσο έντονα σχολιάσθηκε τα τελευταία χρόνια[44]. Ο έλεγχος που ασκείται, πλέον, με βάση την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης παραμένει ακυρωτικός και, επομένως, η ευθεία αξιολόγηση των συνεπειών ενός έργου είναι, καταρχήν, απαγορευμένη και επιτρέπεται μόνον κατ’ εξαίρεση, εφόσον η απειλούμενη βλάβη στο περιβάλλον είναι μη επανορθώσιμη, προφανής και εκτεταμένη[45].
Β. Η υποχρέωση της Πολιτείας για την κατάρτιση ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού με βάση το άρθρο 24 παρ. 2 Συντ.
Σύμφωνα με πάγια νομολογία του ΣτΕ[46], με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 2 Συντ., με τις οποίες η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος και η ορθολογική χωροταξική διάρθρωση της χώρας έχουν αναχθεί σε κανόνα του συνταγματικού δικαίου, απευθύνονται επιταγές στο νομοθέτη να λάβει μέτρα για την αναβάθμιση του οικιστικού περιβάλλοντος, με συγκεκριμένα κριτήρια. Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 24 Συντ. συνάγεται, εξάλλου, ότι η χωροταξική οργάνωση της Χώρας αποσκοπεί στην προστασία του περιβάλλοντος, τη διασφάλιση των αρίστων δυνατών όρων διαβίωσης και την εξασφάλιση της λειτουργικότητας και της ανάπτυξης των οικισμών[47].
Βεβαίως, στα κριτήρια που μπορεί, σύμφωνα πάντα με το Σύνταγμα, να κατευθύνουν τον νομοθέτη κατά τη θέσπιση των κανόνων που ρυθμίζουν την δόμηση, περιλαμβάνεται και η θεραπεία ζωτικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου που εξυπηρετούν ορισμένα δημόσια ή ιδιωτικά κτίρια. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση γίνεται δεκτό ότι στις περιπτώσεις των δημοσίων έργων, άπαξ εκτελούμενων, το Δικαστήριο κρίνει, ήδη από το 1993, ότι η προέγκριση χωροθέτησης αποτελεί -προσωρινά ανεκτό- υποκατάστατο του ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού, τον οποίο υποχρεούται να καταρτίσει η Πολιτεία, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 2 Συντ.[48] Η θέση, μάλιστα, αυτή του Δικαστηρίου καθόρισε και τη σχέση μεταξύ της ατομικής χωροθέτησης και του ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού.
Στο πλαίσιο αυτό κρίθηκε ότι δεν είναι αναγκαία η έκδοση χωριστής πράξης προέγκρισης χωροθέτησης για το έργο ή τη δραστηριότητα, όταν η χωροθέτηση προβλέπεται σε νομοθετικό κείμενο χωροταξικού χαρακτήρα, όπως είναι το Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθηνών [49]. Στη συγκεκριμένη μάλιστα υπόθεση που αφορούσε τη νομιμότητα της χωροθέτησης της Δυτικής περιφερειακής οδού Υμηττού, η πλειοψηφία του Δικαστηρίου δέχθηκε ως δεδομένη τη χωροταξική και περιβαλλοντική στάθμιση που επιτελέστηκε με την εκπόνηση του ρυθμιστικού Σχεδίου Αθηνών, ενώ, αντιθέτως, η μειοψηφία εξέφρασε την άποψη ότι η στάθμιση πρέπει να προκύπτει από ειδική μελέτη, προηγούμενη του νομοθετήματος[50].
Η προαναφερόμενη εξαίρεση δικαιολογείται από το γεγονός ότι η διαδικασία εκπόνησης του εν δυνάμει χωροταξικού ή του ρυθμιστικού σχεδίου «αφορώντας εις πολεοδομικόν σχεδιασμόν μεγάλης σχετικώς κλίμακος, περιλαμβάνει και εκτίμησιν των αναμενόμενων εκ της εφαρμογής του εν λόγω σχεδίου επιπτώσεων εις το περιβάλλον, προκυπτουσών από σχετικήν περί αυτών μελέτην, συντασσομένην κατά τας ειδικάς περί εγκρίσεως ή τροποποιήσεως γενικών πολεοδομικών σχεδίων διατάξεις»[51].
Ωστόσο, σε αντίθετη κατεύθυνση κινήθηκε η μειοψηφία της Ολομέλειας του Δικαστηρίου στην ΟλΣτΕ 304/1998, θεωρώντας ότι τόσο κατά την κατάρτιση Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων, όσο και κατά την έγκριση ή τροποποίηση σχεδίων πόλεων, πρέπει να συντάσσεται ειδική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, στην οποία, μεταξύ άλλων, απαιτείται να περιγράφεται και να αξιολογείται η επίδραση της νέας πολεοδομικής οργάνωσης στο φυσικό, ανθρωπογενές και πολιτιστικό περιβάλλον της περιοχής[52].
Η νομολογία αυτή του Δικαστηρίου έχει πλέον παγιωθεί, όπως αποδεικνύεται και από τις πρόσφατες αποφάσεις για τα Ολυμπιακά έργα, όπου έγινε δεκτό ότι η νομοθετική πρόβλεψη στο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθηνών του έργου του προαστιακού σιδηρόδρομου συνιστά δεσμευτική χωροθέτηση ως προς την όδευση του έργου, η οποία μάλιστα αποκλείει την αναζήτηση εναλλακτικής λύσης ως προς το ζήτημα αυτό[53].
Τέλος, στις νομοθετικές εξαιρέσεις από την υποχρέωση εκδόσεως πράξεως προέγκρισης χωροθέτησης, που καθιέρωνε το άρθρο 4 παρ. 6 του ν. 1650/1986, η νομολογία προσέθεσε πρόσφατα και την περίπτωση εκείνη όπου, λόγω της φύσης του έργου ή της δραστηριότητας, «δεν καταλείπεται ευχέρεια επιλογής της θέσεως, όπου πρόκειται να εκτελεσθή το προγραματισθέν έργο ή να πραγματοποιηθεί η προγραμματισμένη δραστηριότης. Εις τας εξαιρετικάς ταύτας περιπτώσεις, δια της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων εκτιμώνται αι εις το περιβάλλον της περιοχής επερχόμεναι συνέπειαι, μετά στάθμισιν των οποίων κρίνεται αν είναι ενδεδειγμένη και υπό ποίας προϋποθέσεις η εκτέλεσις του έργου ή η πραγματοποίησις της δραστηριότητας»[54].
Με βάση το προαναφερόμενο σκεπτικό κρίθηκε ότι δεν απαιτείται προέγκριση χωροθέτησης για τη μετατροπή υφιστάμενων ισόπεδων κόμβων στη Λεωφόρο Κηφισίας σε ανισόπεδους, εφόσον με τη μετατροπή αυτή δεν θίγεται η όδευση της λεωφόρου και δεν συντρέχει περίπτωση επιλογής άλλης θέσης εκτός της υφιστάμενης, η οποία είναι δεδομένη κατά το σημείο συμβολής της Λ. Κηφισίας μετά των υφιστάμενων οδικών αρτηριών.
1. Η αδυναμία χωροθέτησης ελλείψει προηγούμενου ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού
Η έννοια του ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού και η υποχρέωση της Πολιτείας για την υιοθέτησή του εμφανίσθηκε για πρώτη φορά στη νομολογία του ΣτΕ το 1993[55]. Η υπόθεση αφορούσε ιχθυοκαλλιεργητική μονάδα σε περιοχή της Κεφαλονιάς, για την οποία ζητήθηκε η ακύρωση της πράξης με την οποία εκμισθώθηκε η προοριζόμενη για την επέκταση της μονάδος θαλάσσια έκταση και της πράξης προέγκρισης χωροθέτησης της εγκατάστασης στην ως άνω θέση. Οι προσβαλλόμενες πράξεις ακυρώθηκαν με την αιτιολογία ότι η εγκατάσταση έλαβε προέγκριση χωροθέτησης σε περιοχή όπου ούτε οι Ζώνες Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων του άρθρου 24 του ν. 1650/1986 είχαν οριοθετηθεί ούτε περιλαμβάνονταν σε ΖΟΕ ή σε άλλο χωροταξικό σχέδιο που να προβλέπει τη συγκεκριμένη χρήση.
Έγινε, επομένως, δεκτό ότι η ατομική χωροθέτηση όχι μόνον δεν υποκαθιστά τον ευρύτερο χωροταξικό σχεδιασμό, αλλά, αντίθετα, τον προϋποθέτει. Εάν, κατά συνέπεια, ο ευρύτερος σχεδιασμός δεν έχει εκπονηθεί, η ατομική προέγκριση χωροθέτησης δεν εκδίδεται νόμιμα. Η προσέγγιση αυτή της νομολογίας του Δικαστηρίου εκφράσθηκε ως αρχή του προηγούμενου χωροταξικού σχεδιασμού [56] και επιβεβαιώθηκε πρόσφατα με μία σειρά αποφάσεων[57].
Ειδικότερα, κρίθηκε ότι το σύστημα των σωφρονιστικών ιδρυμάτων της χώρας θα πρέπει να βασίζεται σε προηγούμενο ευρύτερο και συνολικό χωροταξικό σχεδιασμό. Και αυτό, διότι η διάταξη των φυλακών στη χώρα πρέπει «να είναι το αποτέλεσμα διαφόρων επί μέρους πολιτικών και να ικανοποιεί πολλαπλά νόμιμα κριτήρια, όπως είναι η εκπλήρωση των σκοπών της σωφρονιστικής πολιτικής, η ασφάλεια των φυλακών και των κρατουμένων αλλά και η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και των ομόρων οικισμών»[58].
Επομένως, ίδρυση νέας φυλακής, επέκταση ή μετεγκατάσταση δεν επιτρέπεται να γίνει αυτοτελώς και κατά τρόπο αποσπασματικό, διότι με τον τρόπο αυτό δεν είναι δυνατόν να κριθεί, εάν αυτή ανταποκρίνεται στα προαναφερθέντα νόμιμα κριτήρια του χωροταξικού σχεδιασμού [59]. Με τον τρόπο αυτό το Δικαστήριο δέχθηκε απερίφραστα ότι η χωροθέτηση θα πρέπει να γίνεται σε δύο επίπεδα: Στο πρώτο στάδιο, η χωροθέτηση είναι υπερτοπική και γενική, και εντάσσει το συγκεκριμένο έργο στον ευρύτερο χώρο[60]. Σε ένα μεταγενέστερο στάδιο, ακολουθεί η ατομική, υπό στενή έννοια, χωροθέτηση.
Μάλιστα η σχετική διαδικασία κρίθηκε ότι οφείλει να ακολουθεί τα εξής στάδια: Προηγείται το χωροταξικό σχέδιο, ακολουθεί η έκδοση τοπικού ρυμοτομικού σχεδίου, όταν το κατάστημα πρόκειται να γίνει σε περιοχή εκτός σχεδίου και ακολουθεί η έκδοση διατάγματος ιδρύσεως του σωφρονιστικού καταστήματος, το οποίο καθορίζει και τον τύπο του[61].
Οι νομικές αυτές προϋποθέσεις κρίθηκαν από το ΣτΕ απαραίτητο να συντρέχουν για την ίδρυση και τη χωροθέτηση σωφρονιστικού καταστήματος. Με το σκεπτικό μάλιστα αυτό το Δικαστήριο ακύρωσε τις ΠΥΣ 45 και 60/1997, με τις οποίες παραχωρήθηκε στο ΤΑΧΔΙΚ, αρχικά κατά χρήση και εν τέλει κατά κυριότητα, δημόσια δασική έκταση 360 στρεμμάτων για την ανέγερση σωφρονιστικού καταστήματος στο Δήμο Ανδρίτσαινας της Ηλείας και την ΚΥΑ 84980/22.7.1999, με την οποία καθορίσθηκαν οι πολεοδομικοί και κτιριοδομικοί όροι για το έργο «Νέο Σωφρονιστικό κατάστημα Ανδρίτσαινας», διότι «ούτε χωροταξικός σχεδιασμός είχε προηγηθεί ούτε έκδοση τοπικού ρυμοτομικού σχεδίου, ενώ εξάλλου, δεν έχει εκδοθεί ούτε το π.δ. το απαιτούμενο για την ίδρυση γενικού καταστήματος κρατήσεως».
Πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί το γεγονός ότι η Ολομέλεια του Δικαστηρίου στην οποία κρίθηκαν αντίστοιχα ζητήματα με αφορμή αιτήσεις ακυρώσεως κατά του έργου της εκτροπής του Αχελώου ποταμού και κατά υδροηλεκρικών έργων στον Νέστο, απέκρουσε τους σχετικούς ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα, έγινε δεκτό ότι «η έγκριση περιβαλλοντικών όρων για τα έργα αυτά δεν προϋποθέτει την προηγούμενη σύνταξη χωροταξικού σχεδίου κατά τις διατάξεις του ν. 360/1976, με τον οποίο προβλέπεται η κατάρτιση και έγκριση χωροταξικών σχεδίων, εθνικών, περιφερειακών και ειδικών και καθορίζεται το περιεχόμενό τους, εφόσον τέτοια προϋπόθεση δεν τίθεται κατά τις διατάξεις του προαναφερόμενου ν. 1650/1986 και της ΚΥΑ 69269/5387/1990, κατ’ εφαρμογή των οποίων εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, ούτε, εξάλλου, απορρέει ευθέως από το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος, με το οποίο επιτάσσεται η χωροταξική οργάνωση της Χώρας, ή από τον ως άνω ν. 360/1976 απαγόρευση να πραγματοποιηθούν τα επίμαχα έργα, αν δεν είναι ενταγμένα σε χωροταξικά σχέδια»[62].
Ωστόσο, υποστηρίχθηκε και η άποψη ότι «κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 24 παρ. 1 και 2, 79 παρ. 8 και 106 παρ. 1 Συντ., η ύπαρξη χωροταξικού σχεδίου αποτελεί τη χωρική έκφανση του προγράμματος οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, στο πλαίσιο του οποίου καταρτίζεται. Η ύπαρξη, επομένως, τέτοιου προγράμματος εγκεκριμένου από τη Βουλή, δηλαδή πράξης που δεν αποτελεί τυπικό νόμο, έχει ως συνέπεια ότι για την περαιτέρω εξειδίκευσή του απαιτείται η έγκριση χωροταξικού σχεδίου, χωρίς την ύπαρξη του οποίου είναι αδύνατη η έκδοση νόμων ή διοικητικών πράξεων αναγόμενων στα παραπάνω θέματα»[63].
Περαιτέρω, έγινε δεκτό ότι με τις προαναφερόμενες αποφάσεις το Δικαστήριο επανήλθε στην παλαιότερη νομολογία του, η οποία αποτυπώθηκε ιδίως στις ιστορικές αποφάσεις για την Πύλο[64], σύμφωνα με την οποία δεν θεσπίζεται κώλυμα εφαρμογής της κείμενης νομοθεσίας «προ της συντάξεως γενικοτέρας χωροταξικής μελέτης της όλης μείζονος περιοχής».
¶λλωστε, στο ίδιο πνεύμα κρίθηκε πρόσφατα ότι δεν απαιτείται να έχει προηγηθεί της κατασκευής εγκαταστάσεων βιολογικού καθαρισμού σχεδιασμός σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, λόγω της φύσεως των σχετικών εγκαταστάσεων, που αφορούν συγκεκριμένη κάθε φορά περιοχή κι έναν ή περισσότερους μικρούς πλησιόχωρους οικισμούς[65].
Επιβάλλεται, ωστόσο, να επισημανθεί ότι οι διατάξεις που αποτέλεσαν αντικείμενο ερμηνείας στις προαναφερόμενες υποθέσεις, όπως ο ν. 360/1976 ή το άρθρο 24 του ν. 1650/1986, έχουν πλέον καταργηθεί, ενώ, μετά το ν. 2742/1999, έχει επιπλέον καταργηθεί και η ίδια η διαδικασία της προέγκρισης χωροθέτησης. Υπό το φως αυτών των νομοθετικών εξελίξεων, οι οποίες επικυρώνουν την προηγούμενη νομολογία του, το Δικαστήριο επανέρχεται πανηγυρικά στην αρχή του προηγούμενου χωροταξικού σχεδιασμού.
Στο πλαίσιο αυτό, το Ανώτατο Δικαστήριο επανήλθε πρόσφατα στην απαίτηση προηγούμενου ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού, δεχόμενο ότι προκειμένου να εγκατασταθεί αιολικός σταθμός σε περιοχή για την οποία έχει ήδη εκδοθεί μεγάλος αριθμός παρομοίων αδειών ή εκκρεμεί για το σκοπό αυτόν μεγάλος αριθμός αιτήσεων, «η άδεια εγκαταστάσεως χορηγείται μόνον εάν έχει προηγηθεί η σύνταξη των κατά τα άρθρα 7 και 8 του ν. 2742/1999 Ειδικών ή Περιφερειακών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης ή ο χαρακτηρισμός της περιοχής, κατά το άρθρο 10 του αυτού νόμου ως Περιοχής Οργανωμένης Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων. Μέχρις ότου δε ολοκληρωθεί η διαδικασία αυτή που πρέπει να λάβει χώρα, εν όψει του ζητήματος αυτού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, η χορήγηση της αδείας εγκαταστάσεως επιτρέπεται μόνον εάν έχει προηγηθεί σε επίπεδο Νομού ή, πάντως, σχετικώς ευρείας διοικητικής περιφέρειας (επαρχίας κλπ) συνολική μελέτη, κατά την οποία να συνεκτιμώνται αφ’ ενός μεν οι ενεργειακές ανάγκες, τις οποίες πρόκειται να καλύψουν οι προς εγκατάσταση σταθμοί, αφετέρου δε, και προεχόντως, οι επιπτώσεις στην περιοχή από την εγκατάσταση του συνόλου των ανεμογεννητριών και να προσδιορίζεται ο συνολικός αριθμός των αιολικών σταθμών και ανεμογεννητριών που μπορεί να εγκατασταθούν στην περιοχή, ενιαίως ή κατά τμήματα αυτής, χωρίς να σημειώνεται υπέρβαση στην φέρουσα ικανότητά τους στον τομέα αυτόν»[66].
Με βάση το προαναφερόμενο σκεπτικό το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε τις υπ. αριθμ. 166/29-1-2001 και 10231/11-7-2001 αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Πελοποννήσου και την υπ’ αριθμ. Δ6/Φ. 1797/15536/11-9-2001 απόφαση του Γ. Γ. του Υπουργείου Ανάπτυξης, δεδομένου ότι δεν προέκυψε ότι είχαν εγκριθεί για τη συγκεκριμένη περιοχή, οι κατά τα άρθρα 7, 8 και 10 του ν. 2742/1999 πράξεις ούτε έχει εγκριθεί συνολική μελέτη για την εγκατάσταση αιολικών σταθμών.
2. Η νομολογιακή προσέγγιση της χωροθέτησης έργων και δραστηριοτήτων με τυπικό νόμο
Οι διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 6 και 1 του ν. 1650/1986 προσδιόριζαν, μέχρι την τροποποίησή τους με το ν. 3010/2002, τη σχέση μεταξύ προέγκρισης χωροθέτησης και έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, η οποία αποτελούσε, σύμφωνα με πάγια νομολογία του ΣτΕ, σύνθετη διοικητική ενέργεια [67], η οποία ολοκληρώνεται με την απόφαση εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων[68]. Στην τελική αυτή απόφαση ενσωματώνεται η πράξη προέγκρισης χωροθέτησης, η οποία χάνει την αυτοτέλειά της[69], μπορεί, όμως, να ελεγχθεί ακυρωτικώς επ’ αφορμή προσβολής της πράξεως εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων[70].
Γίνεται, επομένως, σαφές ότι ο νόμος αντιλαμβάνεται τόσο την προέγκριση χωροθέτησης όσο και την έγκριση περιβαλλοντικών όρων ως ατομικές εκτελεστές διοικητικές πράξεις. Το συμπέρασμα, όμως, αυτό σχετικοποιείται, δεδομένου ότι απαλλάσσονται, όπως ήδη επισημάνθηκε, από την προέγκριση χωροθέτησης τα έργα και οι δραστηριότητες για τις οποίες έχει προηγηθεί ευρύτερη χωροθέτηση[71]. Η ευρύτερη, όμως, αυτή χωροθέτηση περιβάλλεται συχνά τον τύπο κανονιστικής πράξης, αφού μπορεί να συνίσταται στον καθορισμό των χρήσεων γης, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τις Ζώνες Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων.
Κατά συνέπεια, ο νομοθέτης έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει σε καθορισμό της θέσης ή και των περιβαλλοντικών όρων του έργου με πράξη της νομοθετικής λειτουργίας[72]. Αυτό, άλλωστε, προβλέπεται ρητά και στο άρθρο 1 παρ. 5 της Οδηγίας 85/337/ΕΟΚ, το οποίο αναφέρεται στην «έγκριση του σχεδίου έργου με ειδική νομοθετική πράξη».
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η νομολογία του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου απεδέχθη, τελικά, τη δυνατότητα του νομοθέτη να χωροθετεί ατομικά ορισμένα έργα[73]. Το σχετικό ζήτημα τέθηκε υπόψη της Ολομέλειας του Δικαστηρίου ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 90, με αφορμή την υπόθεση της Δυτικής Περιφερειακής Λεωφόρου Υμηττού, ως προς την οποία η μειοψηφία διερωτήθηκε κατά πόσον η πρόβλεψη της θέσης της στο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθηνών σήμαινε ότι είχε εκπονηθεί ήδη για το έργο ειδική μελέτη, στην οποία θα έπρεπε να έχουν εξεταστεί διεξοδικά οι επιμέρους περιβαλλοντικές παράμετροι[74]. Τελικά η πλειοψηφία απεδέχθη τη νομιμότητα της χάραξης του έργου, θεωρώντας ως δεδομένη τη χωροταξική και περιβαλλοντική στάθμιση που εμπεριέχεται στο Ρυθμιστικό Σχέδιο [75].
Περαιτέρω, με την εμβόλιμη διάταξη του άρθρου εβδόμου του ν. 2338/1995[76] κατέστη αρμόδια η Βουλή για την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων των έργων που έχουν μεγάλη σημασία για την εθνική οικονομία και καθορίσθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι για το Αεροδρόμιο των Σπάτων, τη Δυτική Περιφερειακή Υμηττού και τη Λεωφόρο Ελευσίνας- Σταυρού Σπάτων .
Η πλειοψηφία της Ολομέλειας του Δικαστηρίου δέχθηκε ότι οι ρυθμίσεις του ν. 2338/1995 δεν συνιστούσαν ούτε κατά τη διατύπωσή τους ούτε και κατά τον σκοπό τους οποιουδήποτε είδους νομοθετική κύρωση, αναδρομική ή μη, των περιβαλλοντικών όρων του έργου του Αεροδρομίου των Σπάτων, παρά το ότι αποτελούσαν επανάληψή τους, «δοθέντος μάλιστα ότι οι εν λόγω ρυθμίσεις περιλαμβάνουν και στοιχεία μη αποτελούντα περιεχόμενο των προσβαλλόμενων αποφάσεων, ενώ ούτε κατά τη διατύπωση των ανωτέρω ρυθμίσεων κυρούνται δι αυτών οι προσβαλλόμενες αποφάσεις και μάλιστα αναδρομικώς»[77].
Αξίζει, βεβαίως, να επισημανθεί ότι στο παρελθόν το ΣτΕ δεχόταν παγίως ότι η κύρωση ατομικών διοικητικών πράξεων, όπως είναι και η έγκριση περιβαλλοντικών όρων, με νόμο είναι αντισυνταγματική ενόψει του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος και της αρχής της διακρίσεως των εξουσιών, εφόσον κατά της κυρωθείσης διοικητικής πράξης έχει ήδη ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως.
Εξάλλου, ζητήματα ερμηνείας της χωροθέτησης με τυπικό νόμο τέθηκαν εκ νέου ενώπιον του ΣτΕ, με αφορμή την επεξεργασία των σχεδίων προεδρικών διαταγμάτων για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων και την πολεοδομική οργάνωση των περιοχών εγκατάστασης ορισμένων Ολυμπιακών έργων. Το επίμαχο θέμα που ανεφύη στις περιπτώσεις αυτές ήταν εάν η χωροθέτηση των εν λόγω έργων, η οποία είχε γίνει με νομοθετικό κείμενο χωροταξικού χαρακτήρα και συγκεκριμένα με το Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας[78], όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2730/1999 για το σχεδιασμό και την εκτέλεση των Ολυμπιακών έργων, ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις της Οδηγίας 85/337/ΕΟΚ.
Κατά την επεξεργασία των σχετικών σχεδίων διαταγμάτων το Ε΄ Τμήμα του ΣτΕ έκρινε ότι η κοινοτική Οδηγία δεν αποκλείει την έγκριση ενός σχεδίου έργου σε δύο στάδια, δηλαδή τη χωροθέτηση και την έγκριση περιβαλλοντικών όρων, με τήρηση αντιστοίχως νομοθετικής και διοικητικής διαδικασίας, εφόσον, όμως, κατά την έκδοση της διοικητικής πράξης τηρούνται οι προϋποθέσεις της Οδηγίας και εξετάζονται οι εναλλακτικές λύσεις για τον τόπο και τον τρόπο κατασκευής του έργου και η περιγραφή των μέτρων που πρόκειται να ληφθούν για να αποφευχθούν ή να μειωθούν οι σημαντικότερες επιπτώσεις στο περιβάλλον [79].
Πρόκειται αναμφίβολα για εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου, η οποία μάλιστα υποστηρίχθηκε ότι γεννά αισιοδοξία ως προς την όσμωση της ελληνικής έννομης τάξης και του κοινοτικού δικαίου του περιβάλλοντος[80]. Ωστόσο, μπορεί βασίμως να υποστηριχθεί ότι με τις προαναφερόμενες γνωμοδοτήσεις του το Δικαστήριο απέφυγε, εντέλει, να ελέγξει τη νομιμότητα των υπό κρίση διαταγμάτων, με το επιχείρημα ότι η διενεργηθείσα χωροθέτηση των έργων δεν υποκατέστησε την αναλυτική εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον, η οποία πραγματοποιήθηκε, μέσω της έκδοσης των υπό κρίση διαταγμάτων.
Σε κάθε περίπτωση, κατά την πρόσφατη νομολογία της Ολομέλειας του ΣτΕ, έτσι τουλάχιστον όπως αυτή εκφράστηκε από την πλειοψηφία των μελών της, ο τυπικός νομοθέτης μπορεί νόμιμα να προβαίνει σε εγκρίσεις περιβαλλοντικών όρων και σε χωροθετήσεις έργων. Ωστόσο, μετά την αντικατάσταση των άρθρων 3-5 του ν. 1650/1986 με το ν. 3010/2002, το ζήτημα της δεσμευτικότητας ή μη του τόπου εγκατάστασης που επιλέγεται εν όψει της χωροθέτησης του έργου ή της δραστηριότητας τίθεται σε νέα νομική βάση από τη στιγμή που ο νομοθέτης αντικατέστησε τη διαδικασία προέγκρισης χωροθέτησης με αυτήν της Προκαταρτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης, η οποία, κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου, έχει μη εκτελεστό χαρακτήρα.
Βεβαίως, εφόσον η προαναφερόμενη νομοθετική πρόβλεψη επιβεβαιωθεί νομολογιακά και η πρώτη φάση της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης θεωρηθεί ως απλή γνωμοδότηση, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να ανατραπεί όλη η προγενέστερη νομολογία του ΣτΕ που αφορά την σύνθετη διοικητική ενέργεια της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, με αποτέλεσμα να διακυβεύεται τόσο η αποτελεσματική περιβαλλοντική προστασία όσο και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του διοικούμενου[81].
3. Η εξειδίκευση της έννοιας του ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού
Η έννοια του συνταγματικά επιβαλλόμενου στη Διοίκηση ευρύτερου και ταυτόχρονα ορθολογικού χωροταξικού σχεδιασμού έχει επανειλημμένα εξειδικευθεί από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, τόσο μέσα από τα πρακτικά επεξεργασίας σχεδίων κανονιστικών διαταγμάτων όσο και με μία σειρά αποφάσεων του Ε΄ Τμήματος και της Ολομελείας.
Ειδικότερα, το ΣτΕ δέχεται κατά πάγιο τρόπο ότι από τις διατάξεις των άρθρων 24, 79 παρ. 8 και 106 παρ. 1 Συντ. προκύπτει ότι ο βιώσιμος χωροταξικός σχεδιασμός αποσκοπεί στην προστασία του περιβάλλοντος, στην εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης, καθώς και στην οικονομική ανάπτυξη στα πλαίσια της αρχής της αειφορίας[82].
Εξάλλου, τα ολοκληρωμένα χωροταξικά σχέδια γίνονται δεκτά από τη νομολογία του Δικαστηρίου ως ουσιώδης όρος για τη βιώσιμη ανάπτυξη, διότι θέτουν, με βάση την ανάλυση των δεδομένων και την πρόγνωση των μελλοντικών εξελίξεων, τους μακροπρόθεσμους στόχους της οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως, ενώ, παράλληλα, ρυθμίζουν τη διαμόρφωση των οικιστικών περιοχών και των ελεύθερων χώρων στις εκτός σχεδίου περιοχές[83]. Αναγκαίος, επομένως, όρος για την προστασία των σημαντικών και ευαίσθητων οικοσυστημάτων είναι η εκπόνηση ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού, ο οποίος θα πρέπει να διέπεται από τις προαναφερόμενες αρχές [84].
Περαιτέρω, το Δικαστήριο δέχθηκε στην προαναφερόμενη απόφασή του ότι με τη συνταγματική διάταξη του άρθρου 24 Συντ. θεσπίζεται η αρχή της πρόληψης της βλάβης του φυσικού περιβάλλοντος χάριν της οικολογικής ισορροπίας και της διατήρησης αυτού και των φυσικών πόρων «προς όφελος όχι μόνον της παρούσας γενεάς αλλά και των επομένων»[85]. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι φυσικό περιβάλλον που εμπίπτει στην έννοια του άρθρου 24 Συντ. αποτελεί και η γεωργική γη της οποίας η διατήρηση και ορθή διαχείριση είναι ουσιώδης όρος της βιώσιμης ανάπτυξης, διότι αποτελεί την αναντικατάστατη βάση του ανθρωπογενούς παραγωγικού συστήματος. Επομένως, «κατά την άσκηση της χωροταξικής πολιτικής του το Κράτος οφείλει να λαμβάνει υπόψη τους κανόνες της βιώσιμης ανάπτυξης και να προστατεύει και να διατηρεί την γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας»[86].
Στο πλαίσιο αυτό, η οικιστική ανάπτυξη πρέπει να υπόκειται εξ αρχής σε συνολικό σχεδιασμό, ώστε να έχει εκ των προτέρων αποφασισθεί πόση οικιστική ανάπτυξη θα λάβει χώρα. Επίσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή θα πρέπει καταρχήν να περιορίζεται εντός της περιαστικής ζώνης και να γίνεται σε ειδικώς επιλεγμένες και εξειδικευμένες τοποθεσίες της ζώνης αυτής. Επομένως, δεν κρίνεται επιτρεπτή η ίδρυση νέων οικισμών από ιδιώτες και οικοδομικούς συνεταιρισμούς για την απορρόφηση οικιστικών πιέσεων στα ευαίσθητα οικοσυστήματα[87].
Οι προϋποθέσεις αυτές επιτυγχάνονται είτε με τον καθορισμό Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου είτε με την έγκριση Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου, εφόσον πρόκειται για επεκτάσεις υφισταμένων οικισμών[88]. Εξάλλου, προς επίτευξη του στόχου της προστασίας του πρωτογενούς τομέα και τον ειδικότερο στόχο της προστασίας της γεωργικής γης επιβάλλεται, κατά το Δικαστήριο, η εξαίρεση της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας από τον προγραμματισμό για ίδρυση νέων οικισμών εντός αυτής.
Τέλος, η φύση, η έκταση και η συγκεκριμένη θέση του οικισμού εντός της γεωργικής γης επιβάλλεται να προσδιορίζονται σύμφωνα με τα πορίσματα εξειδικευμένης μελέτης και υπό την προϋπόθεση ότι δεν απειλείται υποβάθμιση ή άλλες δυσμενείς συνέπειες στην υπόλοιπη γεωργική γη από τη διάσπαση του ενιαίου χαρακτήρα της ή την απώλεια τμημάτων της.
Στην κατεύθυνση αυτή το Δικαστήριο ακύρωσε απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ, με την οποία εγκρίθηκε το ΓΠΣ της κοινότητας «Επανωμής» για έλλειψη ευρύτερου σχεδιασμού και για το λόγο ότι οι προβλεπόμενοι στο σχέδιο οικισμοί εντός γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας, ουδόλως ερευνήθηκαν πριν από τη χωροθέτηση οι δυνατότητες καλύψεως των οικιστικών αναγκών σε άλλες κατάλληλες περιοχές. Επισημαίνεται, εξάλλου, στην απόφαση ότι η έγκριση οικιστικής αξιοποιήσεως μέρους γεωργικής γης πρέπει να χορηγείται κατόπιν εξειδικευμένης μελέτης και σύμφωνα προς τα πορίσματά της.
Επίσης, ως ουσιώδες στοιχείο του ορθολογικού χωροταξικού σχεδιασμού κρίθηκε ότι αποτελεί, σύμφωνα πάντοτε με το ΣτΕ, ο καθορισμός ή η τροποποίηση των κατηγοριών χρήσεων γης της πόλεως[89]. Από τη διάταξη μάλιστα του άρθρου 24 Συντ. προκύπτει, σύμφωνα με το Δικαστήριο, ότι τροποποίηση των κατηγοριών χρήσεων γης νοείται μόνο επί το ευμενέστερο. Τα δε σχέδια ρυθμίσεων χρήσεων γης, όπως είναι τα ΓΠΣ και οι ΖΟΕ, αποτελούν, εν όψει των συνταγματικών διατάξεων και των διατάξεων του ν. 360/76, προσωρινά υποκατάστατα των προβλεπόμενων από τον ν. 360/76 χωροταξικών σχεδίων, δυνάμενα να λειτουργήσουν ως «οιονεί εξασφαλιστικά μέτρα» μέχρις ότου αυτά καταρτιστούν[90].
Σε περίπτωση ελλείψεως και τέτοιων κειμένων, ο επιτασσόμενος από το Σύνταγμα χωροταξικός σχεδιασμός πρέπει να προκύπτει τουλάχιστον «εξ όλων των ληπτέων υπόψη στοιχείων από επίσημο χάρτη της ευρυτέρας περιοχής, στον οποίο θα απεικονίζονται όλοι οι ήδη υφιστάμενοι οικισμοί, καθώς και κατά προσέγγιση οι περιοχές όπου προβλέπεται να ιδρυθούν άλλοι, κατόπιν εκτιμήσεως όλων των ληπτέων υπ’ όψιν στοιχείων, δεόντως μνημονευομένων και εξειδικευμένων, καθώς και η φέρουσα ικανότητα της περιοχής»[91].
Αυτήν την έννοια δέχεται, άλλωστε, το Δικαστήριο ότι έχει το άρθρο 17 του π.δ. 93/1987, το οποίο, ελλείψει ΓΠΣ ή ΖΟΕ ή άλλου σχεδίου ρυθμίσεως των χρήσεων γης, απαιτεί απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ περί εγκρίσεως της χωροθέτησης οικοδομικού συνεταιρισμού και οικιστικής καταλληλότητας της συγκεκριμένης εκτάσεως αυτού μέσα στα πλαίσια της χωροταξικής πολιτικής της ευρύτερης περιοχής σε επίπεδο Νομού[92].
Γίνεται, επομένως, κατανοητό, μετά τα προαναφερόμενα, ότι η νομολογιακή καθιέρωση του ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού ως συνταγματικά επιβαλλόμενης από το άρθρο 24 Συντ. υποχρέωσης της Πολιτείας, προκειμένου να θεωρηθούν επιτρεπτή η χωροθέτηση έργων, αλλά και η οικιστική ανάπτυξη γενικότερα, έχει δύο όψεις: Αφενός, μεν, συμβάλλει στον εκσυγχρονισμό της χωρικής και στεγαστικής πολιτικής στην Ελλάδα, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία κάθε σύγχρονου κράτους πρόνοιας[93]. Αφετέρου δε επιβεβαιώνει την αυξημένη, ιδίως μετά την συνταγματική αναθεώρηση, κανονιστική δεσμευτικότητα του δικαιώματος στο περιβάλλον στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας, η εφαρμογή της οποίας επιχειρεί να συνθέσει το αίτημα για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της απασχόλησης με την περιβαλλοντική και την κοινωνική προστασία, σταθμίζοντας τις επιπτώσεις των επιμέρους δημόσιων πολιτικών[94].
Συμπεράσματα
1. Η υιοθέτηση του Συμφώνου Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου ( ΣΑΚΧ) στο ¶τυπο Συμβούλιο των Υπουργών Χωροταξίας στο Πότσδαμ το 1999 δεν είναι δυνατόν να αναπληρώσει την απουσία μέχρι σήμερα ρητής νομικής βάσης στο πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο, η οποία θα επέτρεπε την άσκηση μίας κοινοτικής πολιτικής χωροταξίας.
2. Στο ευρωπαϊκό αυτό πλαίσιο, ένα σύγχρονο εθνικό θεσμικό πλαίσιο χωροταξικού σχεδιασμού για τη βιώσιμη ανάπτυξη του ελληνικού χώρου αποτελεί, μεταξύ άλλων, τη βάση για την αποτελεσματική αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων που προέρχονται από την διαρθρωτική – περιφερειακή πολιτική της Κοινότητας.
3. Το σύγχρονο αυτό θεσμικό πλαίσιο που διέπει σήμερα τον στρατηγικό χωροταξικό σχεδιασμό και κατοχυρώνεται στο ν. 2742/1999, οφείλει, σε μεγάλο βαθμό, τη δημιουργία του στην πρωτοπόρα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία ανέδειξε, αφενός τα προβλήματα που σχετίζονται με την απουσία συγκροτημένου πλαισίου για τον χωροταξικό σχεδιασμό και αφετέρου προσδιόρισε με ποιοτικά κριτήρια την έννοια του ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού.
4. Στη βάση της ρηξικέλευθης αυτής νομολογίας του ΣτΕ βρίσκεται η αναγνώριση, με βάση το άρθρο 24 του Συντάγματος, της προστασίας του περιβάλλοντος ως ατομικού, κοινωνικού και πολιτικού δικαιώματος. Η ρητή επιβεβαίωση της προαναφερόμενης νομολογίας, κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, κατοχύρωσε αποτελεσματικότερα τη σύνθετη λειτουργία του δικαιώματος στο περιβάλλον, διευρύνοντας το κανονιστικό του περιεχόμενο και ενισχύοντας την αντίληψη ότι η περιβαλλοντική προστασία δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά εντάσσεται στην ευρύτερη έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης, την οποία υπηρετούν, επίσης, η επιδίωξη της ισόρροπης οικονομικής ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής.
5. Στο πλαίσιο της προαναφερόμενης νομολογίας του ΣτΕ, κρίθηκε ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση και ουσιώδη όρο για την αποτελεσματική προστασία και τη διαχείριση του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος.
6. Περαιτέρω, η νομολογιακή διαδρομή του θεσμού της χωροθέτησης έργων και δραστηριοτήτων αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τη διατύπωση ορισμένων από τις πλέον σημαντικές γενικές αρχές του ακυρωτικού ελέγχου στη νομολογία του Δικαστηρίου.
7. Οι προαναφερόμενες γενικές αρχές εμπεριέχονται στην αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, με βάση την οποία οριοθετείται ο ακυρωτικός έλεγχος κατά τη χωροθέτηση των βιώσιμων έργων και δραστηριοτήτων. Ο έλεγχος που ασκείται με βάση την προαναφερόμενη αρχή παραμένει ακυρωτικός και, επομένως, η ευθεία αξιολόγηση των συνεπειών ενός έργου είναι, καταρχήν, απαγορευμένη και επιτρέπεται, κατ΄εξαίρεση, εφόσον η απειλούμενη βλάβη στο περιβάλλον είναι μη επανορθώσιμη και εκτεταμένη.
8. Επιπλέον, το Δικαστήριο δέχεται ότι η ατομική χωροθέτηση όχι μόνον δεν υποκαθιστά τον ευρύτερο χωροταξικό σχεδιασμό, αλλά αντίθετα τον προϋποθέτει. Η προσέγγιση αυτή της νομολογίας εκφράσθηκε με τη διατύπωση της αρχής του προηγούμενου χωροταξικού σχεδιασμού, η οποία επιβεβαιώθηκε πρόσφατα με την υπ.αριθμ. 2569/2004 απόφαση του Ε Τμήματος του Δικαστηρίου που αφορά την εγκατάσταση σταθμών παραγωγής αιολικής ενέργειας στην Πελοπόννησο.
9. Τέλος, η έννοια του συνταγματικά επιβαλλόμενου ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού γίνεται δεκτή από τη νομολογία του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, είτε ως αναγκαίος όρος για την προστασία των σημαντικών οικοσυστημάτων είτε ως ειδικότερη έκφραση της αρχής της πρόληψης της περιβαλλοντικής βλάβης. Στο πλαίσιο αυτό, γίνεται δεκτό ότι η οικιστική ανάπτυξη υπόκειται εξ αρχής σε συνολικό και ευρύτερο σχεδιασμό, ουσιώδες στοιχείο του οποίου αποτελούν ο καθορισμός και η τροποποίηση των επιμέρους χρήσεων γης.
[1] Σχέδιο Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου. Προς τη χωρικά ισόρροπη και αειφόρο ανάπτυξη της Ε.Ε., Λουξεμβούργο, Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 1999. European Spatial Development Perspective ( ESDP), Schéma de Développement de l’ Espace Communautaire (SDEC).
[2] Βλ. ιδίως A.C. Lucas, Le SDEC, un instrument stratégique de l’ management du territoire communautaire, στο συλλογικό τόμο D. C. LE – BIHAN, Les instruments juridiques de l’aménagement du territoire de l’ Union Europeenne, Presse Universitaires de Rennes, 2004, σ. 67-85.
[3] Βλ. και Γ. Καυκαλά – Ε. Ανδρικοπούλου (επιμ.), Χωρικές επιπτώσεις των ευρωπαϊκών πολιτικών. Η ελληνική εμπειρία, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 5-9. Ν. Μαραβέγια, Περιφερειακές ανισότητες και οικονομική ολοκλήρωση στην Ε.Κ., στον τόμο Π. Γετίμης – Γ. Καυκαλάς – Ν. Μαραβέγιας, Αστική και Περιφερειακή Ανάπτυξη, Θεωρία, ανάλυση και πολιτική, Θεμέλιο, 1994, σ. 385-408.
[4] Loi du 4 février 1995 d’orientation pour l’aménagement et le développement du territoire. Για το περιεχόμενο και τις καινοτομίες του νόμου του 1995 βλ. Η. Jacquot – F. Priet, Droit de l’Urbanisme, DALLOZ, 2001, H. Charles, Droit de l’Urbanisme, PUF, 1997, C. Bersani, Le rôle majeur des directives territoriales d’aménagement, RF décent, 1995, No 2, M. Miscopein, Directives territoriales d’aménagement, Etudes foncières, mars 1995, No 66. F. Priet, Les directives de protection et de mise en valeur des paysages, in Annuaire des Collectivités locales, GRALE, 1995, σ. 503 επ.
[5] Βλ. ιδίως Ζ. Δεμαθά, Η διαχείριση του εδάφους στην Ελλάδα και η πολιτική γης και κατοικίας. Όρια, δυνατότητες και πραγματικότητα. Εκσυγχρονισμός ή στρέβλωση;, στο συλλογικό τόμο Κοινωνική Αλλαγή στην Σύγχρονη Ελλάδα ( 1980-2001), Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, 2004, σ. 455-470, Δ. Οικονόμου, Στεγαστική πολιτική: Σημερινή κατάσταση και προοπτικές στις χώρες της Ε.Κ. και την Ελλάδα, στο συλλογικό τόμο Π. Γετίμης – Δ. Γράβαρης (επιμ.), Κοινωνικό κράτος και κοινωνική πολιτική. Η σύγχρονη προβληματική, Θεμέλιο, 1993, σ. 313 επ.
[6] Βλ. για το ζήτημα αυτό διεξοδική ανάλυση σε Ν. Μαραβέγια – Μ. Τσινιτζέλη, Η Ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θεσμικές, πολιτικές και οικονομικές πτυχές, Θεμέλιο, 1995.
[7] Γ. Σαρηγιάννης, Οικονομική πολιτική και χωροταξικός σχεδιασμός, στο συλλογικό τόμο Κείμενα στη θεωρία και στην εφαρμογή του πολεοδομικού και του χωροταξικού σχεδιασμού, Εκδόσεις Παπαζήση, 1995, σ. 83-155.
[8] Ανάμεσα στην εκτενέστατη βιβλιογραφία τη σχετική με τη νομολογία του ΣτΕ για την προστασία του περιβάλλοντος βλ. ιδίως: Κ. Μενουδάκος, Προστασία του περιβάλλοντος στο ελληνικό δημόσιο δίκαιο. Η συμβολή της νομολογίας του ΣτΕ, Νόμος και Φύση 1997, Μ. Δεκλερή, Το δίκαιο της βιωσίμου αναπτύξεως, 2000, Γλ. Σιούτη, Εγχειρίδιο δικαίου του περιβάλλοντος, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2003, της ιδίας, Η προστασία της φύσης στη νομολογία του ΣτΕ, στον Τιμητικό Τόμο του ΣτΕ, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2004, σ. 1205-1218, Γ. Δελλή, Από το καρνάγιο της Πύλου στο ορυχείο της Κασσάνδρας. Η βιώσιμη ανάπτυξη, μεταξύ δικαιοπλασίας του δικαστή και μυθοπλασίας της θεωρίας, στον Τιμητικό Τόμο του ΣτΕ, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2004, σ. 1057-1087, Δ. Μακρή, Το διεθνές συμβατικό δίκαιο του περιβάλλοντος στη νομολογία του ΣτΕ, στον Τιμητικό Τόμο του ΣτΕ, όπ.π., σ. 1107-1135, Α. Παπαπετρόπουλου, Η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης στη νομολογία του ΣτΕ, στον Τιμητικό Τόμο του ΣτΕ, όπ.π., σ. 1173-1189.
[9] Βλ. επ’ αυτού Μ. Καραμανώφ, Η νομική μεθοδολογία της βιωσιμότητος, στον Τιμητικό Τόμο του ΣτΕ, όπ.π., σ. 3-19.
[10] Θ. Αντωνίου, Η στάθμιση ως μέθοδος ερμηνείας στη νομολογία του ΣτΕ, στον Τιμητικό Τόμο του ΣτΕ, όπ.π., σ. 970 επ.
[11] ΣτΕ Ολ. 3478/2000.
[12] Κ. Μενουδάκος, Η συνταγματική προστασία του περιβάλλοντος μετά την αναθεώρηση, ΝοΒ 2002, σ. 46 επ., Ξ. Κοντιάδης, Συνταγματική αναθεώρηση και προστασία του περιβάλλοντος, ΔτΑ, 2001, σ. 427 επ.
[13] ΣτΕ 5933/1996, 1643/1998, 1522,1588/1999, 2239/2000, ΣτΕ ΠΕ 535/2002.
[14] G. Jellinek, System der subjektiven öffentlichen Rechte, 1905.
[15] Κ. Χρυσογόνος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2002, σ. 32.
[16] Βλ. για τα κοινωνικά δικαιώματα Α. Μάνεση, Συνταγματικό δίκαιο Ι., 1980, σ. 153 επ., Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό δίκαιο, τ. Γ΄, Θεμελιώδη δικαιώματα, 1988, σ. 120 επ., Γ. Κατρούγκαλου, Ο δικαστικός έλεγχος της εφαρμογής των κοινωνικών δικαιωμάτων, ΤοΣ 1999, σ. 224 επ., F. Michalman, The constitution social rights and liberal political justification, International Journal of Constitutional Law, 1/2003, σ. 13 επ.
[17] Ξ. Κοντιάδης, Το κανονιστικό περιεχόμενο των κοινωνικών δικαιωμάτων κατά τη νομολογία του ΣτΕ, στον Τιμητικό Τόμο του ΣτΕ, όπ.π., σ. 267-286.
[18] Βλ. και Γ. Κατρούγκαλου, Το κοινωνικό κράτος της μεταβιομηχανικής εποχής, Αντ. Ν. Σάκκουλας 1998, σ. 567 επ.
[19] Βλ. για το ζήτημα αυτό διεξοδική ανάλυση σε Μ. Αγγελίδη, Η θεωρία των δικαιωμάτων στο σύγχρονο φιλελευθερισμό: Ζητήματα κριτικής ανακατασκευής στις θεωρίες των R. Nozick, J. Rawls, R. Dworkin, στον συλλογικό τόμο Π. Γετίμης – Δ. Γράβαρης, Κοινωνικό κράτος και κοινωνική πολιτική, όπ.π., σ. 73 επ.
[20] Α. Μάνεσης, Ατομικές ελευθερίες, 4η έκδοση 1982, σ. 23-25.
[21] Γλ. Σιούτη, Η συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1985, σ. 48.
[22] Ξ. Κοντιάδης, Ο νέος συνταγματισμός και τα θεμελιώδη δικαιώματα μετά την αναθεώρηση του 2001, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2002, σ. 347.
[23] Βλ., αντί άλλων, Κ. Μενουδάκου, Προστασία του περιβάλλοντος στο ελληνικό δημόσιο δίκαιο. Η συμβολή της νομολογία του ΣτΕ, Νόμος και Φύση 1997, σ. 9 επ.
[24] Θ. Αντωνίου, Το κοινωνικό δικαίωμα χρήσεως του περιβάλλοντος μεταξύ ελευθερίας και συμμετοχής, ΤοΣ 1987, σ. 463 επ.
[25] Βλ. ιδίως Γ. Παπαδημητρίου, Το περιβαλλοντικό Σύνταγμα. Θεμελίωση, περιεχόμενο και λειτουργία, Νόμος και Φύση, 1994, σ. 375 επ., Τζ. Ηλιοπούλου-Στράγγα, Η τριτενέργεια των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, Αντ. Ν. Σάκκουλας 1990, σ. 153-155.
[26] Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 810/1977, 4576/1977, 4664/1997.
[27] Βλ. σχετικά Ε. Τροβά, Οι τομές για το περιβάλλον στην αναθεώρηση του 2001, στο συλλογικό τόμο: Δ.Τσάτσου/Ε. Βενιζέλου/Ξ. Κοντιάδη, (Επιμ.), Το νέο Σύνταγμα, Αντ. Ν. Σάκκουλας 2001, σ. 105 επ.
[28] Βλ. σχετικά Γ. Γεραπετρίτη, Το δικαίωμα περιβαλλοντικής πληροφόρησης; Σύγχρονες τάσεις σε Ελλάδα και Ευρώπη, Περιβάλλον και Δίκαιο, 2000 σ. 172 επ., Λ. Μήτρου, Προστασία του περιβάλλοντος εναντίον της προστασία πληροφοριών, Νόμος και Φύση 1996, σ. 11 επ.
[29] Ξ. Κοντιάδης, Ο νέος συνταγματισμός και τα θεμελιώδη δικαιώματα μετά την αναθεώρηση του 2001, όπ.π., σ. 388-390.
[30] Βλ. σχετικά Γ. Γιαννακούρου-Δ. Οικονόμου, Η οικιστική πολιτική μετά τους νόμους 2145/1993, 2052/1992 και 1947/1991, Τόπος , τεύχος 6, σ. 35 επ.
[31] Βλ. για παράδειγμα ΠΕ ΣτΕ 246/92.
[32] Π-Μ. Ευστρατίου, Η ενσωμάτωση της Οδηγίας για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον στο ελληνικό δίκαιο, ΔΔίκη 1998, σ. 561 επ.
[33] Γ. Γιαννακούρου, Ο θεσμός της χωροθέτησης στη νομολογία του ΣτΕ, στον Τιμητικό Τόμο του ΣτΕ, όπ.π., σ. 984-985.
[34] Βλ. επ’ αυτού Γ. Παπαδημητρίου, Οι μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατά την Οδηγία 85/337/ΕΟΚ. Ένα παράδειγμα στρεβλής προσαρμογής του ελληνικού προς το κοινοτικό δίκαιο, ΕΕΕυρΔ, 1992, σ. 243 επ.
[35] Μ. Δεκλερή, Το Δίκαιο της Βιωσίμου Αναπτύξεως, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2000 σ. 148 επ.
[36] ΣτΕ 53/1992.
[37] ΣτΕ 2759/1994.
[38] Βλ. και ΣτΕ 2805/1997, 772/1998.
[39] ΣτΕ ΠΕ 273/1998.
[40] ΣτΕ Ολ. 613/2002.
[41] ΣτΕ Ολ. 2173/2002 « Τροχιόδρομος Φαλήρου», ΠερΔικ 1/2003, σ. 152.
[42] Δ. Μέλισσας, Θεμελιώδη ζητήματα του δικαίου της χωροταξίας, Αντ. Ν. Σάκκουλας 2001, σ. 166-168.
[43] ΣτΕ 2805/1997, ΔιΔικ 12 , σ. 498 επ.
[44] Τ. Βιδάλη, Πέρα από τον προστατευτισμό: αναζητώντας μία ατομική ελευθερία στο περιβάλλον, ΤοΣ, Επιστημονικά Συνέδρια, 1 Τα Εικοσάχρονα του Συντάγματος του 1975, Αντ.Ν. Σάκκουλας, 1998, σ. 53, Γ. Τασόπουλου, Ο ρόλος του δικαστή κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Αυτοπεριορισμός ή ακτιβισμός, ΤοΣ, σ. 339 επ.
[45] Δ. Μέλισσας, όπ.π. (σημ. 42), σ. 175.
[46] Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ Ολ. 3688/1999,150/1990,2606/1986, 3183/1997.
[47] ΣτΕ 3525/1999, ΠερΔικ 3/2001, σ. 436-438.
[48] ΣτΕ 304/1993, 1520/1993, 2829/1993.
[49] ΣτΕ Ολομ. 1035/1993.
[50] Βλ. και Ν. Ρόζου, Η νομική προβληματική του χωροταξικού σχεδιασμού, όπ.π., σ. 135-136.
[51] ΣτΕ Ολ. 4014, 304/1998.
[52] Γ. Γιαννακούρου, Ο θεσμός της χωροθέτησης στη νομολογία του ΣτΕ, όπ.π., σ. 989, παραπομπή 20.
[53] ΣτΕ Ολομ. 2805/2002, ΠερΔικ 4/2002, σ. 796, Σχόλιο Β. Ανδρουλάκη.
[54] ΣτΕ Ολομ. 1495/2002.
[55] ΣτΕ 2844/1993, ΝοΒ 1995, σ. 769 επ.
[56] Γλ. Σιούτη, Βασικές αρχές του χωροταξικού ελέγχου στη νομολογία του ΣτΕ, όπ.π. (σημ. 3).
[57] ΣτΕ 3249/2000, 2319/2002, 2506/2002 ΕΔΔΔ, 2002, σ. 813 επ. με σχόλιο Α. Παπακωνσταντίνου.
[58] ΣτΕ 3249/2000.
[59] Βλ. και ΣτΕ ΠΕ 108, 405/1999.
[60] Δ. Μέλισσας, όπ.π. (σημ. 42), σ. 134 επ.
[61] ΣτΕ 693/1994.
[62] ΣτΕ Ολομ. 3478/2000, 4498/1998.
[63] ΣτΕ Ολομ. 4498/1998 « Υδροηλεκτρικά έργα στο Νέστο», Νόμος και Φύση 1999, σ. 202.
[64] ΣτΕ Ολομ. 810-811/1977, 4576/1977. Για τις αποφάσεις αυτές βλ. Β. Ρώτη, Ανοίγματα της νομολογίας για την προστασία του περιβάλλοντος, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1984, σ. 13 επ.
[65] ΣτΕ 2889/2002.
[66] ΣτΕ 2569/2004.
[67] Για τη έννοια της σύνθετης διοικητικής ενέργειας βλ. ιδίως Π. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2004, 574 επ., Ε. Σπηλιωτόπουλου, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1996, σ. 158 επ., Γ. Αγγελίδη, Σύνθετος διοικητική πράξις εξ απόψεως ουσιαστικού δικαίου, ΕΕΑΝ 1958, 425 επ.
[68] ΣτΕ 4938/1995, 1643/1998, ΣτΕ Ολομ. 3447/1998.
[69] ΣτΕ 2844/1993, 3619/1995, 1643/1998.
[70] ΣτΕ Ολομ. 3619/1995, ΣτΕ 1643/1998.
[71] Βλ. και ΣτΕ Ολομ. 4938/1995, Νόμος και Φύση 2/1996, σ. 520 επ.
[72] Π.-Μ. Ευστρατίου, Κύρωση περιβαλλοντικών όρων με νόμο και προστασία του περιβάλλοντος, ΠερΔικ, 4/1999, σ. 524-543.
[73] Α. Παπαπετρόπουλος, Οι Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων στην ευρωπαϊκή και στην ελληνική έννομη τάξη, όπ.π., σ. 154 επ.
[74] ΣτΕ Ολομ. 1035/1993.
[75] Για το ζήτημα αυτό βλ. τις παρατηρήσεις του Ν. Ρόζου, όπ.π. (σημ. 50), σ. 135-136.
[76] Ν. 2238/1995 «Κύρωση σύμβασης Ανάπτυξης του νέου Αεροδρομίου της Αθήνας στα Σπάτα, έγκριση περιβαλλοντικών όρων κ.λ.π.», ΦΕΚ Α΄ 202/14-9-1995.
[77] ΣτΕ Ολομ. 6066/1996. Βλ. και παρατηρήσεις σε Π.-Μ. Ευστρατίου, Νομοθετικός καθορισμός όρων για την προστασία του περιβάλλοντος και δικαίωμα δικαστικής προστασίας, ΔτΑ 4/1999, σ. 845 επ.
[78] Ν. 1515/1985.
[79] ΣτΕ ΠΕ 54,56/2002, 187/2000.
[80] Ε. Τροβά, Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004, τα Ολυμπιακά έργα και το περιβάλλον: η διαδρομή που διανύθηκε μέχρι το τέλος του 2002, ΠερΔικ 2/2003, σ. 240-257.
[81] Για το σχετικό ζήτημα βλ. διεξοδική ανάλυση σε Α. Παπαπετρόπουλου, Οι ΜΠΕ στην ευρωπαϊκή και στην ελληνική έννομη τάξη, όπ.π., σ. 196-200.
[82] ΣτΕ ΠΕ 94/2004, 247/2003.
[83] ΣτΕ ΠΕ 636/2002, 633/2002, 601/2002, 536/2002, 210/2002.
[84] ΣτΕ ΠΕ 94/2004, ΣτΕ 5933/1996, 1129/1999, 1588/1999, 2239/2000.
[85] ΣτΕ 3698/2000.
[86] ΣτΕ ΠΕ 94/2004, 636/2002, 381/2002, ΣτΕ 3489/2001.
[87] ΣτΕ ΠΕ 247/2003, 535/2002.
[88] ΣτΕ ΠΕ 557/2001, 721/1995,177/2001, 23/2002.
[89] ΣτΕ 3756/2000, ΠερΔικ 3/2001, σ. 425.
[90] ΣτΕ 3525/1999.
[91] ΣτΕ ΠΕ 16/1996.
[92] ΣτΕ ΠΕ 586/1992, 398/1993.
[93] Για το ζήτημα αυτό βλ. ιδίως Μ. Αγγελίδη, Οι κατευθύνσεις του προοδευτικού εκσυγχρονισμού της πολιτικής γης και κατοικίας στην Ελλάδα, στο συλλογικό τόμο: Διαστάσεις της κοινωνικής πολιτικής σήμερα, Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, 1992, σ. 679 επ., Ξ. Κοντιάδη, Κράτος πρόνοιας και κοινωνικά δικαιώματα. Συμβολή στην ερμηνεία των μορφών συνταγματοποίησης της κοινωνικής προστασίας, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1997, Γ. Μάρδας, Το σύγχρονο κοινωνικό κράτος, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1998.
[94] Βλ. σχετικά Γλ. Σιούτη, Αναθεώρηση και προστασία του περιβάλλοντος, ΠερΔικ 2000, σ. 466 επ., Απ. Παπακωνσταντίνου, Η θεωρία του «κοινωνικού κεκτημένου» ως απόδειξη της κανονιστικής υφής του κοινωνικού κράτους Παρατηρήσεις στην ΣτΕ 2409/1998, ΤοΣ 1999, σελ. 297 επ., Ξ. Κοντιάδη, Συνταγματικές εγγυήσεις και θεσμική οργάνωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλειας, Πρώτο Μέρος, Κεφάλαιο 4, Οι θεμελιώδεις αρχές της αειφορίας και του κοινωνικού κράτους δικαίου, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2004, σ. 161-186.






