ΣτE 1355/2026 [Νόμιμη απόφαση επανακαθορισμού ορίων αιγιαλού – παραλίας – παλαιού αιγιαλού στη Λευκάδα]
Περίληψη
– Με τις διατάξεις του ν. 2971/2001 θεσπίζεται διοικητική διαδικασία για τον, κατά δέσμια αρμοδιότητα, καθορισμό της οριογραμμής του αιγιαλού ως φυσικού φαινομένου, δηλαδή της μεγίστης αλλά συνήθους ανάβασης των χειμερίων κυμάτων σε δεδομένη χερσαία ζώνη. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7A του αυτού νόμου, οι οποίες ίσχυαν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης επανακαθορισμού της παρούσας υπόθεσης ο επανακαθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού, και, κατά συνεκδοχή, των οριογραμμών της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού, πλην της περίπτωσης μεταβολής του αιγιαλού συνεπεία φυσικών φαινομένων ή νόμιμων τεχνικών έργων, διενεργείται όταν αποδεδειγμένος, συνεπεία πλάνης περί τα πράγματα, εχώρησε εσφαλμένος καθορισμός της οριογραμμής αυτής, στην έννοια δε του σφάλματος περιλαμβάνεται η μη αξιόπιστη σύνταξη των υποβάθρων καθώς και η πλημμελής εξάρτησή τους από το οικείο γεωδαιτικό σύστημα αναφοράς. Κατά συνέπεια, η απόφαση της Επιτροπής με την οποία γίνεται δεκτή ή απορρίπτεται αίτηση επανακαθορισμού πρέπει να είναι αιτιολογημένη ως προς τον έλεγχο της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων για τον επανακαθορισμό.
Με το υπόμνημα του καθ’ ού Υπουργού και το δικόγραφο της παρέμβασης προβάλλεται ότι η κρινόμενη αίτηση ασκείται απαραδέκτως κατά της απόφασης επανακαθορισμού, διότι οι αιτούντες δεν άσκησαν ενδικοφανή προσφυγή κατ’ αυτής ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Χάραξης των ορίων του αιγιαλού, της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού, η άσκηση της οποίας προβλέπεται και για της ήδη εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 4607/2019 αποφάσεις επανακαθορισμού. Ανεξαρτήτως, όμως, αν νοείται η απόρριψη αιτήσεως ακυρώσεως για τον λόγο ότι η προσβαλλόμενη πράξη υπέκειτο σε ενδικοφανή προσφυγή που δεν ασκήθηκε, όταν δεν είναι δυνατή η ενημέρωση του διοικουμένου για τις συνέπειες της μη άσκησής της, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που η πρόβλεψη ενδικοφανούς προσφυγής περιέχεται σε νόμο μεταγενέστερο (24.4.2019) της υποκείμενης σε αυτήν πράξης (21.1.2019), ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως για τον λόγο ότι, κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης (14.11.2019) δεν είχε καν συγκροτηθεί η Δευτεροβάθμια Επιτροπή Χάραξης των ορίων αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού, δηλαδή το αρμόδιο για την εξέταση της ενδικοφανούς προσφυγής όργανο, η οποία, σύμφωνα με έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών προς το Δικαστήριο, συγκροτήθηκε το πρώτον με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών έτους 2020 και ανασυγκροτήθηκε τα έτη 2021-2023 με όμοιες αποφάσεις, ενώ άρχισε να λειτουργεί μόλις το έτος 2023. Ως εκ τούτου, μέχρι το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης, δεν ήταν δυνατή η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής από τους αιτούντες, σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 42 του ν. 4607/2019, που προβλέπει ότι οι ήδη εκδοθείσες μέχρι τις 24.4.2019, ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, αποφάσεις επανακαθορισμού υπόκεινται σε ενδικοφανή ενώπιον της ανωτέρω Δευτεροβάθμιας Επιτροπής εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από την έναρξη λειτουργίας της Επιτροπής αυτής. Πρέπει, επομένως, να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του Υπουργού και του παρεμβαίνοντος.
Κατά τα παγίως κριθέντα, επί προσβολής πράξεων καθορισμού οριογραμμών αιγιαλού, παλαιού αιγιαλού και παραλίας εκδοθεισών υπό το καθεστώς του ν. 2971/2001, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με τον ν. 4281/2014, η εξηκονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατ’ αυτών εκκινούσε για τους τρίτους ενδιαφερομένους από τη δημοσίευση των ατομικών αυτών πράξεων γενικού περιεχομένου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όμως, με τις διατάξεις των παρ. 3 έως 5 του άρθρου 4 του ν, 2971/2001, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 4281/2014 [οι οποίες παράγραφοι εφαρμόζονται και για τον επανακαθορισμό οριογραμμής αιγιαλού, παραλίας ή παλαιού αιγιαλού κατά το άρθρο 7A του ν. 2971/2014], προβλέφθηκε ότι από την τήρηση των προβλεπόμενων διατυπώσεων δημοσιότητας της πράξης καθορισμού οριογραμμής αιγιαλού, δηλαδή της δημοσίευσης της απόφασης καθορισμού της οριστικής οριογραμμής αιγιαλού στην ΕτΚ, με μνεία της ιστοσελίδας στην οποία θα αναρτηθούν τα συνοδευτικά της στοιχεία, την ανάρτηση αυτής με τα συνοδεύοντα τεχνικά στοιχεία και τα υπόβαθρα στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών, την τοιχοκόλληση σχετικής ανακοίνωσης για την ανάρτηση αυτή στους χώρους ανακοινώσεων των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, των Περιφερειών και των παράκτιων Δήμων και την πάροδο τριών μηνών από την ως άνω ανάρτηση στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών, συνάγεται τεκμήριο ότι οι ενδιαφερόμενοι έλαβαν γνώση της χάραξης και της ακριβούς θέσης της οριογραμμής του αιγιαλού.
Όπως έχει κριθεί οι ως άνω νεότερες διατάξεις “α) Δημιουργούν, με την ανάρτηση της πράξης καθορισμού με τα συνοδεύοντα τεχνικά στοιχεία και τα υπόβαθρα στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών μετά τη δημοσίευση της πράξης στην ΕτΚ, ένα δημόσιο και ευχερώς προσβάσιμο από τους ενδιαφερομένους σημείο συγκέντρωσης και εύρεσης των απαραίτητων για την άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας πληροφοριών, β) Προβλέπουν διατυπώσεις ευρείας δημοσιότητας για τις πράξεις καθορισμού αιγιαλού μετά τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και μάλιστα σε τοπικό επίπεδο (Δήμου) και γ) Συνδέουν τη δημιουργία του τεκμηρίου γνώσης αφενός μεν με την τέλεση όλων των διατυπώσεων δημοσιότητας αφετέρου δε με την πάροδο του ικανού, για την προετοιμασία της άσκησης του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, χρονικού διαστήματος των τριών μηνών από την κατά τα ανωτέρω ανάρτηση της πράξης καθορισμού στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών. Συγκροτούν, επομένως, ένα πρόσφορο σύστημα δημοσιότητας και γνώσης των πράξεων αυτών και του πλήρους περιεχομένου τους από τους ενδιαφερομένους, το οποίο δικαιολογεί την εισαγωγή ενός σταθερού σημείου αφετηρίας της προθεσμίας δικαστικής αμφισβήτησης του κύρους των πράξεων αυτών. Το σύστημα αυτό με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά δεν παραβιάζει ούτε τις διατάξεις του άρθρου 20 του Συντάγματος, αφού δεν παρακωλύει την αποτελεσματική δικαστική προστασία, αλλ’ ούτε και τις διατάξεις του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Ως εκ τούτου, η κατά το άρθρο φ παρ. ι του π.δ. 18/1989 εξηκονθήμερη προθεσμία για την προσβολή με αίτηση ακυρώσεως των πράξεων καθορισμού οριογραμμών αιγιαλού που εκδίδονται, δημοσιεύονται και δημοσιοποιούνται κατά τις ανωτέρω διατάξεις, εκκινεί για όλους τους ενδιαφερομένους, άρα και για τους ιδιοκτήτες των θιγομένων ακινήτων, με την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας από την ως άνω ανάρτηση των πράξεων αυτών στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών. Εξάλλου, στην περίπτωση που οι ως άνω διατυπώσεις δημοσιότητας των πράξεων καθορισμού αιγιαλού δεν έχουν τηρηθεί ή υπήρξαν ελλιπείς ή μη προσήκουσες, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί τεκμήριο πλήρους γνώσης του περιεχομένου των πράξεων αυτών και να κινηθεί η προθεσμία άσκησης της αιτήσεως ακυρώσεως. Στην περίπτωση δε αυτή η προθεσμία άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως κατά της πράξης καθορισμού αιγιαλού εκκινεί από τη γνώση της εκ μέρους του ενδιαφερομένου.
Στην προκειμένη περίπτωση η διαγραφόμενη από το νόμο διαδικασία διατυπώσεων δημοσιότητας της προσβαλλόμενης πράξης δεν τηρήθηκε, πάντως, προσηκόντως και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να συναχθεί τεκμήριο πλήρους γνώσης αυτής από τους αιτούντες με την πάροδο τριμήνου από την ανωτέρω ανάρτηση στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών προεχόντως λόγω της έλλειψης οιασδήποτε αναφοράς της προσβαλλόμενης απόφασης στη σχετική ιστοσελίδα και την επικείμενη ανάρτηση. Επομένως, και λαμβανομένου υπόψη ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει πλήρης γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αιτούντες σε χρόνο απέχοντα πλέον των εξήντα ημερών από την άσκηση της αίτησης, η κρινόμενη αίτηση, ασκηθείσα δέκα περίπου μήνες μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης στην ΕτΚ, στις οποίες περιλαμβάνεται και η περίοδος των δικαστικών διακοπών, ασκείται εμπροθέσμως.
Στην κρινόμενη υπόθεση τα στοιχεία του φακέλου θεμελιώνουν την εκτίμηση της Διοίκησης ότι στην από 2004 απόφαση αρχικού καθορισμού είχαν αναγραφεί εσφαλμένως οι συντεταγμένες των κορυφών των γραμμών στο σύστημα ΕΓΣΑ ’87, γεγονός που προδήλως συνιστά περίπτωση πλάνης περί τα πράγματα, με την δε προσβαλλόμενη απόφαση αποτυπώνονται, με βάση νέες μετρήσεις με σύγχρονα όργανα και τεχνικές μεθόδους, οι σωστές συντεταγμένες των κορυφών, χωρίς να τροποποιείται η γραμμική επί του διαγράμματος παράσταση των ορίων του αιγιαλού, της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού, η σχέση μεταξύ των οποίων παραμένει ίδια, και χωρίς, κατά συνέπεια, να επέρχεται μείωση της εκτάσεώς τους σε σχέση με την απόφαση αρχικού καθορισμού. Υπό τα δεδομένα αυτά, η διόρθωση του διαπιστωθέντος και επιβεβαιωθέντος τεχνικού σφάλματος, όχι απλώς δεν αντιβαίνει σε καμία συνταγματική ή νομοθετική διάταξη, όπως αβασίμως προβάλλεται, αλλά, αντιθέτως, η διατήρηση της οριοθέτησης με εσφαλμένες συντεταγμένες, η οποία θα παρέτεινε την ισχύ της σχετικής πράξης με αναξιόπιστο περιεχόμενο, θα αποτελούσε μη νόμιμη παράλειψη της Διοίκησης. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη πράξη, οι τεχνικές κρίσεις της οποίας δεν αποτελούν αντικείμενο ακυρωτικού ελέγχου, είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, πρέπει δε να απορριφθούν τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τους αιτούντες.
Πρόεδρος: Π. Καρλή
Εισηγητής: Μ. Γκορτζολίδου






