1597/2026 [Μη νόμιμη τροποποιητική ΑΕΠΟ έργου ΣΠΗΕ από φ/β σύστημα]
Περίληψη
– Όπως έχει κριθεί, για την τροποποίηση περιβαλλοντικώς αδειοδοτηθέντος έργου (ή δραστηριότητος) της πρώτης (Α) κατηγορίας δεν απαιτείται, κατ’ αρχήν, η τήρηση της προβλεπόμενης στον νόμο διαδικασίας για την αρχική έγκριση περιβαλλοντικών όρων, με την σύνταξη και την υποβολή νέας μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων [ΜΠΕ], εφόσον, κατά την αιτιολογημένη κρίση της Διοικήσεως, από την τροποποίηση δεν επέρχονται ουσιαστικές διαφοροποιήσεις στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του έργου ούτε παρατηρούνται ουσιώδεις μεταβολές των δεδομένων επί των οποίων είχε στηριχθεί η αρχική απόφαση εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων. Στο πλαίσιο της δέουσας εκτίμησης πρέπει, αφενός, να καταγράφεται το σύνολο των τύπων οικοτόπων και των ειδών για τα οποία προστατεύεται ένας τόπος, καθώς και, αφετέρου, να προσδιορίζονται και να εξετάζονται οι επιπτώσεις του σχεδιαζόμενου έργου τόσο στα είδη τα οποία απαντούν στον τόπο αυτόν και για τα οποία αυτός δεν έχει καταχωρισθεί ως προστατευόμενος όσο και στους τύπους οικοτόπων και στα είδη που βρίσκονται εκτός των ορίων του εν λόγω τόπου, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιπτώσεις αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν τους σκοπούς διατήρησης του τόπου. Περαιτέρω, η εκτίμηση που πραγματοποιείται, βάσει της διάταξης αυτής, δεν επιτρέπεται να παρουσιάζει κενά και πρέπει να περιέχει πλήρη, ακριβή και οριστικά συμπεράσματα και διαπιστώσεις, ώστε να αίρεται κάθε εύλογη αμφιβολία, από επιστημονικής απόψεως, όσον αφορά τις επιπτώσεις των σχεδιαζόμενων εργασιών στον οικείο προστατευόμενο τόπο.
Εξάλλου, η σημασία των επιπτώσεων του έργου συνδέεται με τον σκοπό διατήρησης του προστατευόμενου τόπου, υπό την έννοια ότι σχέδιο που, μολονότι έχει επιπτώσεις στον συγκεκριμένο τόπο, δεν θέτει σε κίνδυνο την επίτευξη των σκοπών της διατήρησής του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δυνάμενο να τον επηρεάσει σημαντικά. Δεν αποκλείεται πάντως, από τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 και 4 της Οδηγίας 92/43 η εκτέλεση έργου σε προστατευόμενη περιοχή, μη συνδεόμενου άμεσα ή μη αναγκαίου για τη διαχείριση αυτής ή η ανάπτυξη παραγωγικών δραστηριοτήτων, εφόσον στην οικεία μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων περιέχονται εκτιμήσεις ως προς τις επιπτώσεις του έργου ή της δραστηριότητας και προτείνονται μέτρα για την αντιμετώπισή τους κατά τρόπο αποτελεσματικό, ώστε να μην επέρχεται υποβάθμιση της περιοχής, δεδομένου ότι τα χαρακτηριστικά των περιοχών που περιλαμβάνονται στον εθνικό κατάλογο και η σημασία των αντίστοιχων οικοσυστημάτων, καθώς και τα αναγκαία για τη διαφύλαξή τους μέτρα διαφοροποιούνται σε σημαντικό βαθμό.
Κατά την άσκηση του ακυρωτικού ελέγχου, ο δικαστής εξετάζει, μεταξύ άλλων, αν η σχετική μελέτη ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις του νόμου και αν το περιεχόμενό της είναι επαρκές ώστε να παρέχεται στα αρμόδια διοικητικά όργανα η δυνατότητα να διακριβώνουν και αξιολογούν τους κινδύνους και τις συνέπειες του έργου ή και να εκτιμούν αν η πραγματοποίησή του είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οικείας εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας και τις συνταγματικές επιταγές, καθώς και αν το προσδοκώμενο από αυτό όφελος τελεί σε σχέση αναλογίας με την τυχόν επαπειλούμενη βλάβη του φυσικού περιβάλλοντος. Στην περίπτωση που η δέουσα εκτίμηση πραγματοποιείται συντονισμένα με την εκτίμηση βάσει των οδηγιών για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και την στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση (ΕΠΕ και ΣΠΕ, αντίστοιχα), εξασφαλίζεται η έκφραση της δημόσιας γνώμης μέσω της διαβούλευσης που αποτελεί ουσιώδες χαρακτηριστικό των εν λόγω οδηγιών. Ωστόσο, ακόμη κι αν ένα σχέδιο ή έργο ή δραστηριότητα εν γένει δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω οδηγιών, από τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 της ως άνω οδηγίας ερμηνευόμενες υπό το φως και βάσει των απαιτήσεων της σύμβασης του Άαρχους, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξης της Ένωσης, και συγκεκριμένα του άρ. 6 παρ. 1 στοιχ. Β΄ της εν λόγω σύμβασης, απορρέει το δικαίωμα συμμετοχής του ενδιαφερομένου κοινού, συμπεριλαμβανομένων των αναγνωρισμένων περιβαλλοντικών σωματείων, στη διαδικασία της αδειοδότησης σχεδίων ή έργων εντός ή πλησίον προστατευόμενων περιοχών, για τα οποία πραγματοποιείται δέουσα εκτίμηση. Αυτή η συμμετοχή του κοινού πρέπει να είναι «πρώιμη», δηλαδή «όταν είναι ανοικτές όλες οι επιλογές και μπορεί να λάβει χώρα πραγματική συμμετοχή του κοινού».
Η αρμοδιότητα του ΟΦΥΠΕΚΑ να γνωμοδοτεί για τη δέουσα εκτίμηση αφορά και έργα ευρισκόμενα εκτός των προστατευόμενων περιοχών του δικτύου Natura, εάν δύνανται να έχουν επιπτώσεις στην ακεραιότητα του τόπου ή στα προστατευόμενα είδη. Αντίθετη εκδοχή θα διακινδύνευε την υλοποίηση του προβλεπόμενου σκοπού του ΟΦΥΠΕΚΑ ως προς τη διαχείριση και προστασία των προστατευόμενων περιοχών του δικτύου Natura και τη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Οι Φορείς Διαχείρισης γνωμοδοτούν και κατά την τροποποίηση των περιβαλλοντικών όρων ήδη αδειοδοτηθέντος έργου εντός της χωρικής τους αρμοδιότητας. Η αναζήτηση και λήψη της γνωμοδότησης αυτής από την αδειοδοτούσα αρχή είναι οπωσδήποτε υποχρεωτική εάν η τροποποίηση του έργου είναι ουσιώδης, ή μεταβάλλει ουσιωδώς τα δεδομένα της δέουσας εκτίμησης και αξιολόγησης των επιπτώσεων του έργου, στα οποία είχε στηριχθεί η αρχική αδειοδότηση. Σε κάθε περίπτωση, η αδειοδοτούσα αρχή οφείλει να ζητήσει και να λάβει τη γνώμη του Φορέα κατά την έκδοση της τροποποιητικής απόφασης, εάν κατά την αρχική αδειοδότηση του έργου εντός ή πλησίον προστατευόμενης περιοχής ο αρμόδιος Φορέας δεν είχε γνωμοδοτήσει. Τα ίδια ισχύουν σε περίπτωση που, κατά την αρχική αδειοδότηση του έργου, αρμόδιος να γνωμοδοτήσει ήταν ο οικείος Φορέας, ο οποίος δεν γνωμοδότησε για το έργο ελλείψει ειδικής οικολογικής αξιολόγησης, εν συνεχεία, δε, κατά την τροποποίηση της περιβαλλοντικής άδειας κατέστη αρμόδιος ο ΟΦΥΠΕΚΑ, στον οποίο ενσωματώθηκε ο καταργηθείς φορέας. Συνεπώς, και σ’ αυτήν την περίπτωση η αδειοδοτούσα αρχή οφείλει να ζητήσει τη γνώμη του εν λόγω Οργανισμού ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για ουσιώδη ή μη τροποποίηση των περιβαλλοντικών όρων του έργου.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου σε συνδυασμό με την ΜΠΕ Μαρτίου 2024 για τη νέα γραμμή μεταφοράς, ο υποσταθμός ανύψωσης τάσης εξακολουθεί να αποτελεί συνοδό έργο που αδειοδοτείται με την προσβαλλόμενη τροποποιητική ΑΕΠΟ και κατά τούτο, ο περί του αντιθέτου λόγος πρέπει ν’ απορριφθεί ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης πραγματικής βάσης. Περαιτέρω, εν προκειμένω, από την ως άνω ΜΠΕ προκύπτει ότι η διακριτή αδειοδότηση της νέας γραμμής μεταφοράς κατόπιν αλλαγής της όδευσης με διασύνδεση του φωτοβολταϊκού πάρκου στο υφιστάμενο KYΤ πραγματοποιήθηκε για τον λόγο ότι η εν λόγω γραμμή δεν εξυπηρετεί μόνο το ένδικο φωτοβολταϊκό πάρκο αλλά συνδέει στο Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας και αρκετούς άλλους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και μετά την κατασκευή της θα περιέλθει στην κυριότητα του ΑΔΜΗΕ Α.Ε. αποτελώντας μέρος του Συστήματος και συνεπώς, αποκτώντας αυτοτέλεια έναντι του ένδικου έργου. Εξάλλου, κατόπιν αυτής της τροποποίησης δεν επηρεάζεται η κατηγορία του ένδικου έργου, που αδειοδοτήθηκε ως έργο Α1 κατηγορίας αλλά ούτε και του έργου της γραμμής μεταφοράς, που επίσης αδειοδοτείται στην ίδια ακριβώς κατηγορία. Συνεπώς, δεν συντρέχει η βασική προϋπόθεση της κατάτμησης έργου, η οποία αποσκοπεί στην υπαγωγή των επιμέρους τμημάτων ενιαίων από τη φύση τους έργων σε διαφορετική κατηγορία περιβαλλοντικής αδειοδότησης βάσει της σχετικής νομοθεσίας. Περαιτέρω, όπως προκύπτει, από την ΜΠΕ του έργου γραμμής μεταφοράς, σ’ αυτήν συνεκτιμώνται οι σωρευτικές επιπτώσεις, μεταξύ άλλων, με τον ένδικο φωτοβολταϊκό σταθμό, ενώ και η περιβαλλοντική αδειοδότηση του εν λόγω συνοδού έργου δεν προκύπτει ότι δεν θα ολοκληρωθεί με την έκδοση σχετικής απόφασης. Με αυτά τα δεδομένα, δεν συντρέχει περίπτωση παράνομης κατάτμησης του έργου ούτε παράλειψη εξέτασης των σωρευτικών επιπτώσεων. Πρέπει δε ν’ απορριφθούν ως αβάσιμα και αναπόδεικτα στο σύνολό τους τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τα αιτούντα.
Λόγω της άμεσης γειτνίασης του γηπέδου του ένδικου έργου με περιοχή ΖΕΠ (σε απόσταση μικρότερη των 9 μ. κατά σημεία στο νότιο τμήμα του γηπέδου), ορίστηκε στην αρχική ΑΕΠΟ ότι προϋπόθεση για την εκτέλεσή του αποτελεί η σύνταξη ΕΟΑ πριν την έναρξη υλοποίησής του, η οποία πράγματι συντάχθηκε εν όψει της τροποποίησης της εν λόγω ΑΕΠΟ με την έκδοση της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης. Αν και η πρόβλεψη για την πραγματοποίηση της δέουσας εκτίμησης σε μεταγενέστερο στάδιο σε σχέση με την έγκριση της αρχικής ΑΕΠΟ του έργου, δεν πληροί κατ’ αρχήν τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 παρ. 3 της σχετικής οδηγίας, που απαιτεί η εν λόγω εκτίμηση να προηγείται της ανάληψης ή έγκρισης του έργου, πάντως δεν αποκλείεται, κατ’ εξαίρεση, αυτή να γίνει και σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν αυτή έχει παραλειφθεί, προκειμένου να καλυφθεί η εν λόγω πλημμέλεια και να αποφευχθεί η υποβάθμιση της περιοχής του δικτύου Natura που αφορά το εν λόγω έργο, και εφόσον, όπως, εν προκειμένω, αποκλείεται η έναρξη εκτέλεσης εργασιών υλοποίησής του πριν την έγκριση της ΕΟΑ και τη ρητή συναίνεση της περιβαλλοντικά αδειοδοτούσας αρχής. Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως, καθ’ ο μέρος με αυτόν προβάλλεται το αντίθετο, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος. Ωστόσο, προκειμένου να καλυφθεί η πλημμέλεια της αρχικής ΑΕΠΟ πριν την έκδοση της οποίας απαιτείτο κατ’ αρχήν η πραγματοποίηση δέουσας εκτίμησης ως τμήματος της ΜΠΕ, λόγω της θέσης του έργου σε άμεση εγγύτητα με τον προστατευόμενο τόπο, η δέουσα εκτίμηση, έστω και μεταγενέστερη, θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρ. 6 παρ. 3 της οδηγίας. Ως εκ τούτου, εν προκειμένω, απαιτείτο να πραγματοποιηθεί διαβούλευση επί της ΕΟΑ, έτσι ώστε το ενδιαφερόμενο κοινό και ιδίως τα περιβαλλοντικά σωματεία, όπως τα αιτούντα, να έχουν τη δυνατότητα πραγματικής συμμετοχής στη λήψη της σχετικής απόφασης, ανεξαρτήτως εάν η τροποποίηση της αρχικής ΑΕΠΟ ήταν ουσιώδης ή μη. Αβασίμως δε προβάλλεται από τη Διοίκηση ότι αρκούσε η δημοσιότητα της διαδικασίας μέσω ανάρτησης της ΕΟΑ στο Ηλεκτρονικό Περιβαλλοντικό Μητρώο και η δυνατότητα που είχαν τα αιτούντα σωματεία να διατυπώσουν εν γένει τη γνώμη τους επ’ αυτής. Ούτε, εξάλλου, μπορούσε να καλυφθεί η εν λόγω πλημμέλεια με την υποβολή της επιστολής των αιτούντων σωματείων στην περιβαλλοντική αρχή, με την οποία (επιστολή), μεταξύ άλλων, διαμαρτύρονταν για την έλλειψη πραγματικής διαδικασίας διαβούλευσης, κατά τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω διατάξεις, και επιφυλάσσονταν για την υποβολή σχολιασμού επί της ΕΟΑ με ξεχωριστή επιστολή, λαμβάνοντας υπόψη και πρόσφατα επιστημονικά ευρήματα για την προστατευτέα περιοχή. Επιπροσθέτως, στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης, απαιτείτο να γνωμοδοτήσει ο ήδη αρμόδιος ΟΦΥΠΕΚΑ επί της ΕΟΑ, ασκώντας την προβλεπόμενη στο άρθρο 27 παρ. 5 περ. ιστ΄ του ν. 4685/2020 αρμοδιότητα, όπως βασίμως προβάλλεται από τα αιτούντα σωματεία. Με αυτά τα δεδομένα, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι εξεταζόμενοι λόγοι ακυρώσεως και ν’ ακυρωθεί η προσβαλλόμενη τροποποιητική ΑΕΠΟ, καθώς και η συμπροσβαλλόμενη σιωπηρή απόρριψη της προσφυγής κατ’ αυτής.
Πρόεδρος: Χρ. Ντουχάνης
Εισηγητής: Ζ. Θεοδωρικάκου






