ΣτΕ Ολ 618/2025 [Χωροθέτηση μονάδων ηλεκτροπαραγωγής από βιομάζα ή βιοαέριο εντός Γεωργικής Γης Υψηλής Παραγωγικότητας (Γ.Γ.Υ.Π.)
Περίληψη
– Η χωροθέτηση εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο εντός Γ.Γ.Υ.Π., λόγω της φύσης τους ως μονάδων που εξυπηρετούν τη γεωργική εκμετάλλευση, ήταν επιτρεπτή και υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 56 παρ. 6 του ν. 2637/1998, όπως αντικαταστάθηκε με το 24 παρ. 37 του ν. 2945/2001, αλλά και των διατάξεων αφενός του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε.), όπως είχαν πριν από την τροποποίησή τους με τον ν. 3851/2010 (Α´ 85), αφετέρου του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για την Βιομηχανία, υπό την προϋπόθεση ότι καταλαμβάνουν μικρή επιφάνεια σε σχέση με την συνολική έκταση της Γ.Γ.Υ.Π. είναι μικρής δυναμικότητας, χαμηλής όχλησης και χρησιμοποιούν πρώτη ύλη προερχόμενη από γεωργικές κ.λπ. εκμεταλλεύσεις της περιοχής εγκατάστασής τους, ενώ τα ειδικότερα ζητήματα χωροθέτησης και ένταξης των μονάδων αυτών στο άμεσο περιβάλλον τους αντιμετωπίζονται στο στάδιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησής τους. Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 3851/2010, με τις οποίες τροποποιήθηκαν το άρθρο 6 παρ. 1 περ.ια´ του Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε. και το άρθρο 56 παρ. 6 του ν. 2637/1998 αποσαφήνισαν απλώς το ήδη ισχύον νομικό καθεστώς, σύμφωνα με το οποίο επιτρεπόταν ήδη σε γεωργικές γαίες υψηλής παραγωγικότητας η εγκατάσταση της ιδιαίτερης αυτής κατηγορίας Α.Π.Ε., ως φιλικής προς το περιβάλλον και εξυπηρετούσας τη γεωργική εκμετάλλευση, με την κυκλική επαναχρησιμοποίηση των υπολειμμάτων αυτής, την επεξεργασία τους, τη μετατροπή τους σε ηλεκτρική ενέργεια, θερμότητα και λίπασμα και την επαναχρησιμοποίηση των παραγόμενων προϊόντων σ’ αυτή, υπό τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις (μικρή έκταση κ.λπ.). Οι ρυθμίσεις του άρθρου 56 του ν. 2637/1998 και του Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε., κατά το μέρος που επιτρέπουν την εγκατάσταση μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας, στοιχούν κατ’ αρχήν προς τις συνταγματικές επιταγές περί προστασίας του περιβάλλοντος και της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας, εφόσον οι μονάδες αυτές είναι μικρής δυναμικότητας, χαμηλής οχλήσεως και χρησιμοποιούν πρώτη ύλη προερχόμενη από γεωργικές, κτηνοτροφικές κλπ εκμεταλλεύσεις της περιοχής εγκατάστασής τους. Δεδομένου δε ότι με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 4 και 7 του ν. 3851/2010 δεν εχώρησε τροποποίηση των ρυθμίσεων του Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε. ως προς το ζήτημα της χωροθέτησης των εγκαταστάσεων παραγωγής ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο στις Γ.Γ.Υ.Π., για τη θέσπιση των οποίων είχε προηγουμένως τηρηθεί η διαδικασία εκπόνησης Σ.Μ.Π.Ε. κατά τα επιβαλλόμενα από την Οδηγία 2001/42/ΕΚ, δεν συνέτρεχε ως προς τις ρυθμίσεις αυτές χωροθέτησης, προδήλως, κατά νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περίπτωση εφαρμογής των επιταγών της εν λόγω Οδηγίας και εκπόνησης νέας Σ.Μ.Π.Ε. προ της εκδόσεως του ν. 3851/2010.
Πρόεδρος: Ε. Νίκα
Εισηγητής: Ε. Παπαδημητρίου
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της ………. /31.12.2014 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, που υπογράφεται από τον Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή Χωροταξικής και Περιβαλλοντικής Πολιτικής, με την οποία εγκρίθηκαν περιβαλλοντικοί όροι για την κατασκευή και λειτουργία νέας μονάδας ηλεκτροπαραγωγής από βιοαέριο, ισχύος 999 KW, της εταιρείας με την επωνυμία « ………. ………. ………. ………. » , στη θέση «Αμμουδαρές» Καλυβίων του Δήμου Αρχανών-Αστερουσίων της Περιφερειακής Ενότητας Ηρακλείου της Περιφέρειας Κρήτης.
- Επειδή, η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, με την 1544/2023 απόφαση του Ε΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. α΄ και β΄ του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), λόγω σπουδαιότητας των ζητημάτων συμφωνίας των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 4 και 7 του ν. 3851/2010 με το Σύνταγμα και την Οδηγία 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (L 197), που εξετάσθηκαν αυτεπαγγέλτως από το Τμήμα.
- Επειδή, η αίτηση ασκείται με έννομο συμφέρον από τον αιτούντα Δήμο, ο οποίος ισχυρίζεται ότι με την ίδρυση και λειτουργία της επίμαχης μονάδας, που θα εγκατασταθεί εντός των ορίων της περιφέρειάς του, σε περιοχή που, όπως προβάλλεται, αποτελεί γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας, θα προκληθεί βλάβη στο περιβάλλον και τον γεωργικό χαρακτήρα της περιοχής.
- Επειδή, ο ν. 4014/2011 «Περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων [ … ] κ.λπ.» (Α΄ 209) ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Άρθρο 1. 1. Τα έργα και οι δραστηριότητες του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, των οποίων η κατασκευή ή λειτουργία δύναται να έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον, κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες (Α και Β) ανάλογα με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον. Η πρώτη κατηγορία (Α) περιλαμβάνει τα έργα και τις δραστηριότητες τα οποία ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον [ … ] . Τα έργα και οι δραστηριότητες της κατηγορίας Α κατατάσσονται: α) σε αυτά που ενδέχεται να προκαλέσουν πολύ σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και αποτελούν την υποκατηγορία Α1 και β) σε αυτά που ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και αποτελούν την υποκατηγορία Α2. [ … ] . 4. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, [ … ] τα δημόσια ή ιδιωτικά έργα και δραστηριότητες που υπόκεινται στις ρυθμίσεις του νόμου, κατατάσσονται στις κατηγορίες και υποκατηγορίες του άρθρου 1, καθώς και σε ομάδες κοινές για όλες τις κατηγορίες. [ … ] . Άρθρο 2. 1. Για την πραγματοποίηση νέων έργων ή δραστηριοτήτων κατηγορίας Α [ … ] απαιτείται διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης με τη διεξαγωγή ΜΠΕ και έκδοση Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) . 2. [ … ] . Άρθρο 3. [ … ] . Άρθρο 4. 1. Αρμόδια περιβαλλοντική αρχή για την περιβαλλοντική αδειοδότηση των έργων και δραστηριοτήτων της υποκατηγορίας Α2 του άρθρου 1 είναι η οικεία Αποκεντρωμένη Διοίκηση. Η έγκριση των περιβαλλοντικών όρων γίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της. 2. [ … ] . 4. Ο Γενικός Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης μπορεί να ζητήσει τη γνωμοδότηση του Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης, [ … ] , εφόσον είτε: α) [ … ] είτε β) από τις διαβιβασθείσες γνωμοδοτήσεις προκύπτουν αντιφατικά δεδομένα που χρήζουν ιδιαίτερης τεκμηρίωσης. [ … ]». Κατ ’ εξουσιοδότηση της παρ. 4 του ως άνω άρθρου 1 εκδόθηκε η 1958/13.1.2012 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (Β΄ 21/13.1.2012), με τα άρθρα 1 έως 5 της οποίας ορίσθηκαν τα της κατατάξεως των έργων και δραστηριοτήτων σε κατηγορίες και υποκατηγορίες.
- Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η εταιρεία « ………. ………. ………. ………. » υπέβαλε την ………. /7.4.2014 αίτησή της προς τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού (ΔΙ.ΠΕ.ΧΩ.) της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Μ.Π.Ε.) και ζήτησε την έγκριση περιβαλλοντικών όρων για την κατασκευή και λειτουργία νέας μονάδας ηλεκτροπαραγωγής από βιοαέριο, ισχύος 999 KW, στη θέση «Αμμουδαρές» Καλυβίων Δήμου Αρχανών – Αστερουσίων Περιφερειακής Ενότητας Ηρακλείου Περιφέρειας Κρήτης, με πρώτες ύλες καλάμια, ενσίρωμα φραγκοσυκιάς και τυρόγαλο. Μετά την υποβολή και συμπληρωματικών στοιχείων γνωμοδότησαν οι αρμόδιοι φορείς. Ειδικότερα, θετικά γνωμοδότησαν η Περιφερειακή Επιτροπή Χωροταξίας και Περιβάλλοντος (Π.Ε.ΧΩ.Π.) της Περιφερειακής Ενότητας Ηρακλείου (πρακτικό ………. /7.8.2014), η Διεύθυνση Υδάτων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης (έγγραφο ………. /25.8.2014), καθώς και οι υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού (βλ. επίσης πράξη ………. /17.3.2014 της Διεύθυνσης Δασών Ηρακλείου περί χαρακτηρισμού εκτάσεως 12.299,40 τ.μ. στη θέση κατασκευής του επίδικου έργου ως μη δασικής, βεβαίωση ………. /28.5.2014 του Τμήματος Έργων Υποδομής του αιτούντος Δήμου περί δυνατότητας υδροδότησης του επίδικου ακινήτου, βεβαίωση ………. /24.4.2014 του Τμήματος Πολεοδομίας του αιτούντος Δήμου περί μη υπαγωγής του επίδικου ακινήτου σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις του χωρικού σχεδιασμού και υπ ’ αριθ. ΔΔΝ/ ………. /28.7.2014 μη δεσμευτική προσφορά του Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. για τη σύνδεση του ακινήτου) . Αρνητικά γνωμοδότησε το Τμήμα Περιβάλλοντος της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Περιφέρειας Κρήτης (γνωμοδότηση ………. /8.9.2014), με την αιτιολογία ότι η Μ.Π.Ε. είχε ουσιώδεις ελλείψεις, ενώ αρνητική ήταν και η γνωμοδότηση ( ………. /26.8.2014) της Επιτροπής Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Περιφέρειας Κρήτης, που αφορούσε το σύνολο των Μ.Π.Ε. που υποβλήθηκαν για δώδεκα (12) μονάδες ηλεκτροπαραγωγής από βιομάζα στην ευρύτερη περιοχή του Ηρακλείου, μεταξύ των οποίων και η ένδικη της εταιρείας ………. ………. , λόγω, μεταξύ άλλων, της ανεξέλεγκτης χωροθέτησης και αθρόας συνάθροισης μονάδων στην ίδια περιοχή, της μονομερούς επιλογής των γεωργικών αποβλήτων προς επεξεργασία χωρίς προτίμηση άλλων ειδών βιομάζας, της χρήσης και ανάμειξης διαφορετικών ειδών πρώτης ύλης με σκοπό την εξασφάλιση συνεχούς τροφοδοσίας με άγνωστες τελικές επιπτώσεις και της έντονης αντίδρασης των τοπικών κοινωνιών. Κατόπιν τούτου, η ως άνω εταιρεία παρέσχε διευκρινίσεις ως προς τα τεθέντα θέματα και τροποποίησε τη Μ.Π.Ε. ως προς τις πρώτες ύλες της μονάδας (ενσίρωμα καλαμιών, κοπριά κουνελιών από κτηνοτροφικές μονάδες και κατσίγαρος από ελαιοκομικές μονάδες της περιοχής) . Στη συνέχεια η υπόθεση εισήχθη στο Περιφερειακό Συμβούλιο Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (ΠΕ.Σ.Π.Α.), το οποίο με το από 8.12.2014 πρακτικό γνωμοδότησε θετικά για το έργο με τους ακόλουθους όρους: «Α) Οι προτεινόμενες πρώτες ύλες είναι: κατσίγαρος, καλάμια και κοπριά. Β) Για την ύπαρξη των ποσοτήτων υπάρχουν συμφωνητικά συνεργασίας. Γ) Εξασφαλίζονται από περιοχή ακτίνας 30 χιλ. Δ) Υπάρχει ισοζύγιο αζώτου για τη διάθεση του υπολείμματος», ενώ επί του ζητήματος της συσσώρευσης μονάδων βιοαερίου στην περιοχή της Μεσσαράς δέχθηκε ότι η νομοθεσία δεν θέτει τέτοια όρια. Kατόπιν δε τούτων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, σύμφωνα με την οποία η μονάδα θα εγκατασταθεί σε αγροτεμάχιο έκτασης 12.299,40 τ.μ., το οποίο καλλιεργείται με ελαιόδεντρα, εντός περιοχής, η οποία, με βάση το πρακτικό Νο 24/7.8.2014 της Π.Ε.ΧΩ.Π. Π.Ε. Ηρακλείου, αποτελεί «γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας», κείται δε εκτός Σ.Χ.Ο.Α.Α.Π. ή Γ.Π.Σ. και εκτός περιοχών Natura 2000, αρχαιολογικών χώρων ή άλλων προστατευόμενων περιοχών. Θα αποτελείται από δεξαμενές και αποθηκευτικούς χώρους, μονάδα συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας ηλεκτρικής ισχύος 999 KW και θερμικής ισχύος 1029 KW και τον αναγκαίο μηχανολογικό εξοπλισμό ισχύος 346,55 KW. Θα επεξεργάζεται μη επικίνδυνα στερεά φυτικά και ζωικά οργανικά απόβλητα, ήτοι ενσίρωμα καλαμιών (37.200 τόνους/έτος), κοπριά κουνελιών (3.000 τόνους/έτος) και κατσίγαρο (11.500 τόνους/έτος), από τα οποία, μέσω της διεργασίας της αναερόβιας χώνευσης, θα παράγεται βιοαέριο, που εν συνεχεία θα καίγεται σε μηχανή εσωτερικής καύσης (Μ.Ε.Κ.) για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Η παραγόμενη θερμική ενέργεια θα αξιοποιείται στο σύνολό της για τη λειτουργία του έργου. Από την επεξεργασία θα προκύπτει χωνεμένο υπόλειμμα, από το οποίο το στερεό μέρος, κατόπιν ξήρανσης και ενσάκισης, θα πωλείται ως εδαφοβελτιωτικό, ενώ το υγρό μέρος, κατόπιν προσωρινής αποθήκευσης, θα διατίθεται ως οργανικό λίπασμα σε καλλιεργούμενες εκτάσεις. Η πρώτη ύλη θα προέρχεται από ελαιοτριβεία της περιοχής (κατσίγαρος) και από κτηνοτροφική εγκατάσταση (κοπριά), ενώ για τα καλάμια έχει εξασφαλισθεί «πρόθεση συνεργασίας» από τη Δ/νση Τεχνικών Έργων της Π.Ε. Ηρακλείου για τη συλλογή της αυτοφυούς βλάστησης από ρέματα και ποτάμια της Π.Ε. Ηρακλείου. Επίσης ο φορέας του έργου έχει μισθώσει έκταση 997 στρεμμάτων στη θέση «Κάτω Μπάντα» για την προσωρινή αποθήκευση του παραγόμενου υγρού υπολείμματος και για την καλλιέργεια φραγκόσυκου, το οποίο θα χρησιμοποιείται εκτάκτως ως πρώτη ύλη, όταν λόγω καιρικών συνθηκών η παραγωγή ελαιολάδου και κατσίγαρου στην περιοχή είναι μειωμένη. Η μονάδα, ενόψει της συνολικής εισερχόμενης ποσότητας αποβλήτων προς επεξεργασία (ήτοι νωπή μάζα 54.500 t/έτος + ενσιρωμένα προϊόντα 37.200 t/έτος = 91.700 t/έτος < 100.000 t/έτος) κατατάσσεται στην υποκατηγορία Α2 της Α κατηγορίας του άρθρου 3 της 1958/2012 υπουργικής απόφασης [ βλ. Παράρτημα Χ, Ομάδα 10η «Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας», α/α 6.α «Ηλεκτροπαραγωγή με καύση βιοαερίου» και 6.β «Εγκαταστάσεις παραγωγής βιοαερίου προς παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας» και Παράρτημα IV, Ομάδα 4η «Συστήματα περιβαλλοντικών υποδομών» , α/α 11 «Εγκαταστάσεις επεξεργασίας μη επικίνδυνων αποβλήτων προς παραγωγή βιοαερίου (εργασία R3)» της 1958/2012 υπουργικής απόφασης, όπως η περίπτ. α/α 11 αντικαταστάθηκε με την 20741/26.4.2012 υπουργική απόφαση (Β΄ 1565)].
- Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 24 παράγρ. 1 και 2, 79 παράγρ. 8 και 106 παράγρ. 1 και 2 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός ανήκει στην αρμοδιότητα του Κράτους, το οποίο υποχρεούται, σύμφωνα με τις αρχές και τα πορίσματα της επιστήμης της χωροταξίας, να λαμβάνει τα αναγκαία για τον ορθολογικό χωροταξικό σχεδιασμό μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος, οι άριστοι δυνατοί όροι διαβίωσης του πληθυσμού και η οικονομική ανάπτυξη, σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας, παρεμβαίνοντας στο αναγκαίο μέτρο στην οικονομική δραστηριότητα. Ουσιώδης όρος για τη βιώσιμη ανάπτυξη είναι τα χωροταξικά σχέδια, με τα οποία τίθενται, με βάση την ανάλυση των δεδομένων και την πρόγνωση των μελλοντικών εξελίξεων, οι μακροπρόθεσμοι στόχοι της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και ρυθμίζεται, μεταξύ άλλων, το πλαίσιο για τη διαμόρφωση των οικιστικών περιοχών, των περιοχών ασκήσεως παραγωγικών δραστηριοτήτων και των ελεύθερων χώρων στις εκτός σχεδίου περιοχές. Ο θεμελιώδης κανόνας της βιώσιμης ανάπτυξης ισχύει κατά μείζονα λόγο για τα ευαίσθητα οικοσυστήματα, των οποίων η οικιστική και εν γένει οικονομική ανάπτυξη πρέπει να συνδέεται με τη διατήρηση του χαρακτήρα τους και του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος και να μην παραβιάζει τη φέρουσα ικανότητά τους (ΣτΕ 3920/2010 Ολομ. σκ. 8 κ.ά.) . Εξάλλου, όπως κρίνεται παγίως, «φυσικό περιβάλλον» εμπίπτον στην προστασία του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος αποτελούν όχι μόνο τα φυσικά οικοσυστήματα αλλά και τα τεχνητά, ιδίως δε η γεωργική γη, της οποίας η διατήρηση και η ορθή διαχείριση είναι ουσιώδης όρος της βιώσιμης ανάπτυξης, διότι αποτελεί την αναντικατάστατη βάση του ανθρωπογενούς παραγωγικού συστήματος. Τα αυτά ισχύουν, κατά μείζονα λόγο, προκειμένου περί της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας, η διατήρηση και προστασία της οποίας επιβάλλεται από τη συνταγματική αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης. Επομένως, κατά την άσκηση από το Κράτος της χωροταξικής πολιτικής και της οικιστικής ανάπτυξης, η οποία πρέπει να είναι σύμφωνη προς τους κανόνες που απορρέουν από την ανωτέρω συνταγματική αρχή, απαιτείται να προστατεύεται και να διατηρείται η γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας, η διαφύλαξη της οποίας εξυπηρετεί και αναπτυξιακούς στόχους. Η προστασία, όμως, αυτή δεν συνεπάγεται απόλυτη απαγόρευση εκτελέσεως οποιουδήποτε έργου σε εκτάσεις γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας και, ως εκ τούτου, δεν αποκλείεται, κατ’ αρχήν, η εκτέλεση βασικών έργων υποδομής, των οποίων η κατασκευή σε συγκεκριμένη περιοχή παρίσταται αναγκαία, τούτο δε κατά μείζονα λόγο όταν πρόκειται για έργα που παρουσιάζουν στενό σύνδεσμο με δραστηριότητες του πρωτογενούς τομέα και, ιδίως, τη γεωργία και την κτηνοτροφία.
- Επειδή, με την απόφαση 25291/25.6.2003 της Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. (Β΄ 1486) εγκρίθηκε, κατά τις διατάξεις του ν. 2742/1999, το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Κρήτης. Στο κεφάλαιο Γ.1. «Πρότυπο Χωρικής Ανάπτυξης» του άρθρου 3 αυτού ορίζεται ότι: «[ … ] το πρότυπο χωρικής ανάπτυξης της Περιφέρειας θα πρέπει να υποστηρίζει και να αξιοποιεί τα συγκριτικά πλεονεκτήματά της και τις ευκαιρίες αντίστοιχα, ώστε να αναδεικνύονται νέες μορφές ανάπτυξης, με δράσεις και πρωτοβουλίες που κατευθύνονται προς: [ … ] – τη διατύπωση συνολικής στρατηγικής για τη βιώσιμη ανάπτυξη, με έμφαση στην ανάπτυξη των δύο συνεργαζόμενων τομέων του Τουρισμού και της Γεωργίας, [ … ] – την ενθάρρυνση της παραγωγής γεωργοπεριβαλλοντικών προϊόντων και ενίσχυση της μεταποιητικής δραστηριότητας σε προϊόντα του πρωτογενή τομέα [ … ] – την αντιμετώπιση των οξυμένων προβλημάτων στους κρίσιμους τομείς της αξιόπιστης κάλυψης της ηλεκτρικής ισχύος κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού παραγωγής ενέργειας και της διαχείρισης του υδάτινου δυναμικού, με ενίσχυση των τοπικών δυνατοτήτων, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τις χωροταξικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους. Επισημαίνεται ότι ιδιαίτερα στις ΑΠΕ και τις τεχνολογίες που αναπτύσσονται γύρω από αυτές η Κρήτη θα μπορούσε να αποτελέσει κέντρο ανάπτυξης επιδεικτικών πιλοτικών και παραγωγικών εφαρμογών και μεταφοράς τεχνολογίας στις γύρω περιοχές. [ … ]» (ΦΕΚ σελ. 20828) και ότι «Η χωρική οργάνωση της παραγωγής ενέργειας θα υποστηρίζεται κυρίως από τους δύο υφιστάμενους σταθμούς, [ … ] . Θα συνεχιστούν επίσης οι πρωτοβουλίες για την αξιοποίηση των νέων ενεργειακών τεχνολογιών και των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, βάσει Ειδικού Πλαισίου Ενέργειας, που πρέπει να καταρτιστεί, όπου θα ενταχθούν και οι προεγκρίσεις χωροθέτησης αιολικών πάρκων. [ … ]» (ΦΕΚ σελ. 20829). Προβλέπεται, επίσης, στο κεφάλαιο Γ.2. «Αναπτυξιακό Πλαίσιο» ότι «Στον υπόλοιπο δευτερογενή τομέα, δηλαδή κυρίως στην παραγωγή ηλεκτρισμού [ … ] , θα υπάρξουν μικτές τάσεις. Αφενός στις παραδοσιακές μορφές αυτών των δραστηριοτήτων [ … ], ενώ θα αναπτυχθούν παράλληλα νέες και σύγχρονες μορφές παραγωγής αυτών των υπηρεσιών, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την παραγωγή ηλεκτρισμού από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. [ … ]» (ΦΕΚ σελ. 20830). Στο υποκεφάλαιο Γ.3.4.1. (Αγροτικός χώρος) αναφέρεται ότι «Στην Κρήτη, εάν εξαιρεθούν οι συμπαγείς πυρήνες των οικιστικών κέντρων και οι εκτεταμένες ζώνες των τουριστικών δραστηριοτήτων, καθώς και οι ορεινές ζώνες άνω των 1.000,0 μ., όλος ο υπόλοιπος χώρος κατατάσσεται στην κατηγορία του αγροτικού χώρου, με γεωργικές και κτηνοτροφικές δραστηριότητες. Η αναβάθμιση του αγροτικού χώρου, ο οποίος αποτελεί το ένα από τα τρία συγκριτικά πλεονεκτήματα για την Κρήτη (προϊόντα, φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, ποιοτικός τουρισμός), προϋποθέτει την υποστήριξη της πολυλειτουργικότητας, της διαφοροποίησης και της δραστικής ενίσχυσης της παραγωγής ποιοτικών προϊόντων, με περιβαλλοντικά φιλικές μορφές παραγωγής. Για την υποστήριξη των στόχων θα πρέπει: – να αναγνωριστεί το απαραίτητο τμήμα της σήμερα γεωργικής γης ως “χρήσης προτεραιότητας”, με την έννοια ότι η γεωργική δραστηριότητα αποτελεί βασική παραγωγική και δύναται να αποτελέσει βασική περιβαλλοντική δραστηριότητα και επομένως επιβάλλεται να προστατευτεί θεσμικά, ώστε να μην συνεχίσει να απομειώνεται από άλλες χρήσεις. Η απαραίτητη γεωργική γη που θα προστατευθεί θεσμικά θα προκύψει μέσα από ανάλογες μελέτες και θα οροθετηθεί μέσα από ΓΠΣ ή ΣΧΟΟΑΠ ή ΖΟΕ. [ … ] . Η προστασία της “γεωργικής γης προτεραιότητας” από τον ανταγωνισμό άλλων δραστηριοτήτων, θα συνδυάζεται με μέτρα συμπλήρωσης του δικτύου μεταφορικών και λοιπών τεχνικών υποδομών, ενώ θα θεσμοθετηθεί πλαίσιο επιτρεπομένων ή μη χρήσεων, καθώς και ειδικών περιορισμών στην κατάτμηση και στη δόμηση, αφ’ ενός με προτεραιότητα στις ήδη αρδευόμενες και στις προβλεπόμενες να αρδευτούν ζώνες και αφ’ ετέρου στη λοιπή γεωργική γη». Επίσης, στο υποκεφάλαιο Γ.3.6.1. (Ενέργεια) αναφέρεται ότι «Ως γενική κατεύθυνση θεωρείται ότι η Κρήτη μπορεί να χρησιμεύσει ως “ πιλοτική ” περιφέρεια, κέντρο επίδειξης και ανταλλαγής εμπειριών και μεταφοράς τεχνολογίας και τεχνογνωσίας για εκτεταμένες εφαρμογές ΑΠΕ. [ … ]. Επίσης θα πρέπει να υλοποιηθούν εγκαταστάσεις αξιοποίησης όλων των μορφών ΑΠΕ, […], καθώς και υλοποίηση πιλοτικών εφαρμογών πολλαπλού σκοπού [ … ] . Η Περιφέρεια Κρήτης διαθέτει πλήρεις κατευθύνσεις και λεπτομερές σχέδιο Περιφερειακού Ενεργειακού Προγραμματισμού που αφορά στη συμβατική ηλεκτροπαραγωγή, και σε όλες τις μορφές ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, με μεγιστοποίηση των δυνατοτήτων διείσδυσής τους, καθώς και στην πληροφόρηση – ενημέρωση του κοινού για την ορθολογική χρήση και εξοικονόμηση ενέργειας» (ΦΕΚ σελ. 20838).
- Επειδή, ακολούθως, με την απόφαση 6876/4871/12.6.2008 της Ολομέλειας της Βουλής (Α΄ 128) εγκρίθηκε, κατ’ άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 2742/1999, το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης. Στο σχέδιο αυτό, στις εισαγωγικές σκέψεις του προοιμίου του αναφέρεται, στην παράγρ. ΙΙΙ περ. Β3. «Περιβάλλον και Φυσικοί Πόροι» , ότι: «Στον τομέα των κλιματικών αλλαγών εκτιμάται ότι η χώρα μας θα ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το Πρωτόκολλο του Κιότο και τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη μείωση των εκπομπών αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Προβλέπεται μία δέσμη μέτρων που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, μέτρα για την αύξηση της ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και τον περιορισμό των εκπομπών των μεγαλύτερων βιομηχανιών, την εφαρμογή βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών στη βιομηχανία, τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, την επέκταση της χρήσης φυσικού αερίου κ.ά.» (Β3.9.), στην παράγρ. ΙΙΙ περ. Δ.1. «Ενέργεια» ότι: «Tο 2006 οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας κάλυψαν μόλις το 11,5 % της συνολικής παραγωγής ηλεκτρισμού στην Ελλάδα, με το 9,71 % από Υ-Η μονάδες 1,5 % από αιολική ενέργεια και 0,23 % από βιοαέριο. Εκτιμάται ότι στο άμεσο μέλλον, θα υπάρξει ουσιαστική αύξηση της διείσδυσης των Α.Π.Ε. στην παραγωγή ενέργειας, ιδίως με την ανάπτυξη αιολικής ενέργειας» (στ) και στην παράγρ. ΙΙΙ περ. Ε.1. ότι: «Η γεωργία αποτελεί δραστηριότητα η οποία συμβάλλει στην ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών (θέσεις εργασίας), στην παραγωγή ασφαλών γεωργικών προϊόντων και τροφίμων και στη διατήρηση της φυσιογνωμίας της υπαίθρου και του κοινωνικού ιστού. Παράλληλα, συντελεί στη δημιουργία ποικίλων ημιφυσικών οικοτόπων και τοπίων τα οποία, πέραν της αισθητικής αξίας, συνιστούν ενδιαιτήματα για την πλούσια πανίδα και χλωρίδα της χώρας μας. [ … ]». Περαιτέρω, στο άρθρο 2, στο οποίο καθορίζονται οι στόχοι του σχεδίου, αναφέρεται ότι: «[ … ] δ. Εν όψει των οξύτατων προβλημάτων που προκαλεί η αλλαγή κλίματος με ταχύτατους ρυθμούς, τίθενται οι εξής στόχοι: – συνεχής μέριμνα για την εξοικονόμηση ενέργειας, – προώθηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας φιλικότερων προς το περιβάλλον, ιδίως δε ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, – ενίσχυση των φυσικών αναδραστικών μηχανισμών (δάση, υγρότοποι, κ.λπ.), -προσαρμογή της χώρας στις νέες συνθήκες που διαγράφουν οι κλιματικές αλλαγές και αντιμετώπιση των επιπτώσεων που αυτές συνεπάγονται (πυρκαγιές, πλημμύρες και διάβρωση, ξηρασία, υφαλμύρωση, απερήμωση και άλλα φυσικά φαινόμενα), με τη δημιουργία κατάλληλων προληπτικών μηχανισμών, υποδομών και σχεδίων δράσης. ε. Η παροχή ενός συνεκτικού πλαισίου κατευθύνσεων για τα υποκείμενα επίπεδα σχεδιασμού». Στο άρθρο 6 παρ. Β.1. αναφέρεται, ως προς τις υποδομές παραγωγής και μεταφοράς ενέργειας, ότι επιδιώκεται: «(α) [ … ] , (β) η αύξηση του ρυθμού διείσδυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη συνολική παραγωγή ενέργειας, σύμφωνα και με τις ειδικότερες κατευθύνσεις του οικείου Ειδικού Πλαισίου, [ … ]» , στη δε παράγρ. Β.2.α. ότι επιδιώκεται, μεταξύ των άλλων, η αξιοποίηση «- του δυναμικού της χώρας σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σύμφωνα με τις ειδικότερες κατευθύνσεις Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας». Ακολούθως, στο άρθρο 7 παρ. Α προβλέπεται ότι μεταξύ των βασικών στόχων/επιδιώξεων όσον αφορά τον αγροτικό τομέα είναι και οι ακόλουθοι: «- Βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη του αγροτικού τομέα και διασφάλιση της οικολογικής και πολιτιστικής σημασίας των περιοχών της υπαίθρου, [ … ] . – Ανάδειξη του πολυλειτουργικού χαρακτήρα της γεωργίας και του ρόλου της ως σημαντικού “ διαχειριστή ” των φυσικών πόρων και του αγροτικού τοπίου. [ … ] – Προστασία της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας και των βοσκοτόπων, [ … ]» , βάσει δε των στόχων αυτών δίδονται κατευθύνσεις, μεταξύ των οποίων αναφέρονται η «-Διατήρηση της γεωργίας και της εντατικής κτηνοτροφίας, με παράλληλη προστασία της γεωργικής γης, ιδιαίτερα στις γόνιμες πεδινές περιοχές» , στις γόνιμες δε αυτές περιοχές περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και «το Ηράκλειο – Μεσσαρά – Ιεράπετρα στην Κρήτη» , καθώς και ο «- Δραστικό [ ς ] περιορισμό [ ς ] της διάχυσης αστικών χρήσεων στη γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας. Τυχόν απόδοσή της σε άλλες χρήσεις πρέπει να γίνεται με φειδώ, ύστερα από στάθμιση των παραγόντων κόστους – ωφέλειας σε κοινωνικό, οικονομικό και περιβαλλοντικό επίπεδο, λαμβανομένων υπόψη των επιλογών ανάπτυξης που απορρέουν από το παρόν πλαίσιο». Στο άρθρο 10 παρ. 4 ως προς τη βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων αναφέρεται ότι: «Δ. Κλιματικές αλλαγές: Για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών, πέραν των μέτρων που αφορούν την προστασία των νερών, του εδάφους και της ατμόσφαιρας, προβλέπονται επιπλέον και τα εξής: – Ταχεία προώθηση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. – Προώθηση λιγότερο ενεργοβόρων και ρυπογόνων μέσων μεταφοράς. – Υποδομές για γενίκευση της χρήσης φυσικού αερίου (ιδιαίτερα στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας) . – Υποχρεωτική μείωση εκπομπών αερίων ρύπων, που συμβάλλουν στη διόγκωση του φαινομένου του θερμοκηπίου, από βιομηχανίες. – Εφαρμογή βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών στις βιομηχανίες. – Μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας. [ … ]».
- Επειδή, εν συνεχεία, με την απόφαση 49828/12.11.2008 της Επιτροπής Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον Τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού και της Αειφόρου Ανάπτυξης (Β΄ 2464), που εκδόθηκε κατ’ επίκληση του ν. 2742/1997, εγκρίθηκε το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε.) καθώς και η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Σ.Μ.Π.Ε.) αυτού, η οποία εκπονήθηκε σύμφωνα με την Οδηγία 2001/42/ΕΚ «σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2001 και την εκδοθείσα σε συμμόρφωση προς την ανωτέρω Οδηγία 107017/2006 κοινή υπουργική απόφαση (Β΄ 1225). Κατά την εκπόνηση του σχεδίου ελήφθησαν υπόψη οι τεθέντες με την Οδηγία 2001/77/ΕΚ ενδεικτικοί στόχοι συμμετοχής των Α.Π.Ε. στην εθνική ακαθάριστη κατανάλωση ενέργειας και την κοινοτική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας [ Η.Ε.-Α.Π.Ε. ] μέχρι το 2010 (12 % και 22,1 % αντιστοίχως, βλ. αιτιολ. σκ. 7 και άρθρο 3 παρ. 4, ειδικώς δε για την Ελλάδα 20,1 % , βλ. Παράρτημα Ι της Οδηγίας), καθώς και οι τεθέντες στόχοι με το άρθρο 27 παρ. 9 του ν. 3468/2006 (Α΄ 129) (Η.Ε.-Α.Π.Ε. 20,1 % μέχρι το 2010 και 29 % μέχρι το 2020) . Στο Κεφάλαιο Α΄ του Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε. , με τίτλο «Γενικές διατάξεις» , στο άρθρο 1 ορίζεται ότι: «1. Σκοπός του παρόντος Ειδικού Πλαισίου είναι: α. η διαμόρφωση πολιτικών χωροθέτησης έργων ηλεκτροπαραγωγής από Α.Π.Ε. , ανά κατηγορία δραστηριότητας και κατηγορία χώρου. β. η καθιέρωση κανόνων και κριτηρίων χωροθέτησης που θα επιτρέπουν αφενός την δημιουργία βιώσιμων εγκαταστάσεων Α.Π.Ε. και αφετέρου την αρμονική ένταξή τους στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον. γ. η δημιουργία ενός αποτελεσματικού μηχανισμού χωροθέτησης των εγκαταστάσεων Α.Π.Ε. , ώστε να επιτευχθεί ανταπόκριση στους στόχους των εθνικών και ευρωπαϊκών πολιτικών. 2. [ … ]» και στο άρθρο 2, με τίτλο «Ορισμοί» , ότι: «Για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης, οι όροι που χρησιμοποιούνται στις διατάξεις της έχουν την ακόλουθη έννοια: 1. Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.) . Οι μη ορυκτές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως η αιολική ενέργεια, η ηλιακή ενέργεια, η κυματική ενέργεια, η παλιρροϊκή ενέργεια, η ενέργεια από βιομάζα, ή άλλα αέρια που εκλύονται από χώρους υγειονομικής ταφής και από εγκαταστάσεις βιολογικού καθαρισμού, βιοαέρια, η γεωθερμική ενέργεια, η υδραυλική ενέργεια που αξιοποιείται από υδροηλεκτρικούς σταθμούς. 2. Αιολικές εγκαταστάσεις: Εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης της αιολικής ενέργειας για την παραγωγή ηλεκτρισμού που λειτουργούν είτε με τη μορφή μεμονωμένων ανεμογεννητριών (Α/Γ), είτε με τη μορφή αιολικών πάρκων, δηλαδή συστοιχίας ανεμογεννητριών. 3. [ … ] . 6. Εγκαταστάσεις ενεργειακής αξιοποίησης του βιοαερίου ή της βιομάζας: Εγκαταστάσεις παραγωγής θερμικής ή ηλεκτρικής ενέργειας τη βιομάζα ή το βιοαέριο, [ … ]». Ακολούθως, στο Κεφάλαιο Β΄ του Σχεδίου (άρθρα 4-11) θεσπίζονται κανόνες χωροθέτησης αιολικών εγκαταστάσεων, στο Κεφάλαιο Γ΄ (άρθρα 12-16) κανόνες χωροθέτησης μικρών υδροηλεκτρικών έργων, στο Κεφάλαιο Δ΄ (άρθρα 17-20) κανόνες χωροθέτησης λοιπών εγκαταστάσεων Α.Π.Ε. , στο Κεφάλαιο Ε΄ (άρθρα 21-22) ορίζονται κατευθύνσεις για τον «υποκείμενο» χωροταξικό σχεδιασμό, μεταξύ των οποίων η υποχρέωση εναρμόνισης των Περιφερειακών σχεδίων με το Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε. (άρθρο 21 παρ. 1), στο Κεφάλαιο ΣΤ΄ (άρθρο 23) καταστρώνεται πρόγραμμα δράσης για την επίτευξη των στόχων του σχεδίου, ενώ το Κεφάλαιο Ζ΄ περιέχει τελικές και μεταβατικές διατάξεις, καθώς και παραρτήματα και διαγράμματα για την εφαρμογή του σχεδίου.
- Επειδή, στο Κεφάλαιο Δ΄ του Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε. και στο άρθρο 18, με τίτλο «Κριτήρια χωροθέτησης εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο» , ορίζεται ότι: «1. Ως προνομιακές περιοχές χωροθέτησης εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο, θεωρούνται, ενδεικτικά, οι χώροι που ευρίσκονται πλησίον γεωργικών εκμεταλλεύσεων παραγωγής της πρώτης ύλης, ΧΥΤΑ, εγκαταστάσεων επεξεργασίας λυμάτων, μεγάλων κτηνοτροφικών ή πτηνοτροφικών μονάδων, μονάδων παραγωγής χαρτοπολτού, μονάδων παραγωγής χυμών και τοματοπολτού, πάσης φύσεως γεωργικών ή κτηνοτροφικών βιομηχανιών, ζωοτροφών κ.λπ. 2. Ως ζώνες αποκλεισμού για τη χωροθέτηση εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο, δηλαδή ζώνες στις οποίες πρέπει να αποκλείεται η εγκατάστασή τους, ορίζονται οι περιοχές που προβλέπονται στο άρθρο 6 παρ. 1 της παρούσας απόφασης. 3. Οι εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο πρέπει να τηρούν τις ελάχιστες αποστάσεις από τις γειτνιάζουσες χρήσεις γης, δραστηριότητες και δίκτυα τεχνικής υποδομής που καθορίζονται στους πίνακες του Παραρτήματος VI της παρούσας απόφασης. 4. [ … ]». Το άρθρο 6, στο οποίο παραπέμπει η παρ. 2 του ως άνω άρθρου 18, εντασσόμενο στο κεφάλαιο Β του Σχεδίου όπου ρυθμίζονται τα της χωροθέτησης των αιολικών εγκαταστάσεων, φέρει τον τίτλο «Περιοχές αποκλεισμού και ζώνες ασυμβατότητας» και όριζε στην παράγρ. 1 αυτού, όπως ίσχυε πριν τον ν. 3851/2010 (Α ? 85), ότι: «1. Σε όλες τις κατηγορίες περιοχών του προηγούμενου άρθρου [ ήτοι άρθρου 5 περί διάκρισης του εθνικού χώρου σε κατηγορίες για τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων ] , πρέπει να αποκλείεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός: α. Των κηρυγμένων διατηρητέων μνημείων της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς [ … ] , καθώς και των οριοθετημένων αρχαιολογικών ζωνών προστασίας Α [ … ] . β. Των περιοχών απολύτου προστασίας της φύσης [ … ] . γ. Των ορίων των Υγροτόπων Διεθνούς Σημασίας (Υγρότοποι Ραμσάρ) . δ. Των πυρήνων των εθνικών δρυμών και των κηρυγμένων μνημείων της φύσης και των αισθητικών δασών [ … ] . ε. Των οικοτόπων προτεραιότητας περιοχών της Επικράτειας που έχουν ενταχθεί ως τόποι κοινοτικής σημασίας στο δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 [ … ] . στ. Των εντός σχεδίων πόλεων και ορίων οικισμών προ του 1923 ή κάτω των 2.000 κατοίκων περιοχών. ζ. Των Π.Ο.Τ.Α. [ … ] , των θεματικών πάρκων και των τουριστικών λιμένων. η. Των ατύπως διαμορφωμένων, στο πλαίσιο της εκτός σχεδίου δόμησης, τουριστικών και οικιστικών περιοχών. [ … ] . θ. Των ακτών κολύμβησης που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα παρακολούθησης της ποιότητας των νερών κολύμβησης [ … ] . ι. Των τμημάτων των λατομικών περιοχών και μεταλλευτικών και εξορυκτικών ζωνών που λειτουργούν επιφανειακά. ια. Άλλων περιοχών ή ζωνών που υπάγονται σήμερα σε ειδικό καθεστώς χρήσεων γης, βάσει του οποίου δεν επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων και για όσο χρόνο ισχύουν. 2. [ … ] 3. [ … ] 4. [ … ] 5.α. Σε όλες τις περιοχές του άρθρου 5, η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων πρέπει να πληροί τις ελάχιστες αποστάσεις από τις γειτνιάζουσες χρήσεις γης, δραστηριότητες και δίκτυα τεχνικής υποδομής που καθορίζονται στους πίνακες του Παραρτήματος ΙΙ της παρούσας απόφασης. β. [ … ]» , στο δε Παράρτημα ΙΙ, τιτλοφορούμενο «Αποστάσεις αιολικών εγκαταστάσεων από γειτνιάζουσες χρήσεις γης, δραστηριότητες και δίκτυα τεχνικής υποδομής» και στον Πίνακα ΣΤ΄ αυτού, τιτλοφορούμενο «Αποστάσεις από ζώνες ή εγκαταστάσεις παραγωγικών δραστηριοτήτων» , προβλεπόταν, μεταξύ άλλων, ως ασύμβατη χρήση η «αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας [ … ]» και ως ελάχιστη απόσταση [ αιολικής ] εγκατάστασης από την εν λόγω ασύμβατη χρήση το «1,5 d» (όπου d η διάμετρος φτερωτής ανεμογεννήτριας) . Τέλος, στο Παράρτημα VI με τίτλο «Αποστάσεις εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο από γειτνιάζουσες χρήσεις γης, δραστηριότητες και δίκτυα τεχνικής υποδομής» , στο οποίο παραπέμπει η παράγρ. 3 του άρθρου 18 και περιλαμβάνει πέντε πίνακες (Α-Ε) στους οποίους καθορίζονται ελάχιστες αποστάσεις των εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο από ορισμένες ειδικής κατηγορίας περιοχές (απολύτου προστασίας της φύσης, πυρήνες εθνικών δρυμών, περιοχές Natura 2000, περιοχές Ζ.Ε.Π. ορνιθοπανίδας, ακτές κολύμβησης, στοιχεία πολιτιστικής κληρονομιάς, οικιστικές περιοχές, δίκτυα τεχνικής υποδομής, αναπτυξιακές ζώνες και δραστηριότητες κ.λπ.), ουδεμία αναφορά γίνεται για την τήρηση ελάχιστης απόστασης των μονάδων παραγωγής ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο από γεωργικές γαίες υψηλής παραγωγικότητας.
- Επειδή, με την απόφαση 11508/13.4.2009 της Επιτροπής Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον Τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού και της Αειφόρου Ανάπτυξης (ΑΑΠ΄ 151), που εκδόθηκε κατ ’ επίκληση του ν. 2742/1997, αφού ελήφθη υπόψη και το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, εγκρίθηκε το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τη βιομηχανία, καθώς και η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Σ.Μ.Π.Ε.) αυτού. Στο άρθρο 5 του ως άνω Ειδικού Πλαισίου, με τίτλο «Κατευθύνσεις κλαδικού και ειδικού χαρακτήρα για τη στρατηγική χωρική οργάνωση της βιομηχανίας» προβλέπονται τα εξής: «Στο άρθρο αυτό περιλαμβάνονται κατευθύνσεις για ορισμένες κατηγορίες βιομηχανικών δραστηριοτήτων (υποκλάδους ή μονάδες) ή για ζητήματα ειδικού χαρακτήρα που συνδέονται με τη χωρική οργάνωση της βιομηχανίας, και απαιτούν εξειδικευμένη αντιμετώπιση από το χωρικό σχεδιασμό. Οι ειδικές αυτές κατευθύνσεις που αφορούν κατηγορίες τόσο βιομηχανικών μονάδων (συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων υποδομών προσπέλασης, περιβαλλοντικής προστασίας κ.λπ.), όσο και οργανωμένων υποδοχέων εξειδικευμένων για την υποδοχή τους, υπερισχύουν αντίθετων γενικών χωροθετικών κατευθύνσεων του παρόντος. Σε μονάδες που εμπίπτουν σε περισσότερες της μιας από τις περιπτώσεις του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται αθροιστικά οι σχετικές κατευθύνσεις. Ο προσδιορισμός των δραστηριοτήτων που υπάγονται στις επόμενες παραγράφους μπορεί να αποσαφηνιστεί περαιτέρω με κατάλληλη νομοθετική ρύθμιση. 1. Κατηγορίες βιομηχανικών δραστηριοτήτων με χωροθετική εξάρτηση από αγροτικές πρώτες ύλες: α) Στις κατηγορίες αυτές περιλαμβάνονται αγροτικές βιομηχανίες που πληρούν ένα από τα παρακάτω κριτήρια: – Βιομηχανικές δραστηριότητες που χρησιμοποιούν αγροτικές πρώτες ύλες ιδιαίτερα ευπαθείς στη μεταφορά. – Βιομηχανικές μονάδες μεταποίησης προϊόντων γεωγραφικής ένδειξης (Π.Γ.Ε.) ή/και προϊόντων προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης (Π.Ο.Π.) . – Βιομηχανικές δραστηριότητες που χρησιμοποιούν αγροτικές πρώτες ύλες που προέρχονται από σχετικά ευρείες ζώνες αγροτικής γης υψηλής παραγωγικότητας ή ανάλογου χαρακτήρα. Το κριτήριο αυτό ενισχύεται όταν με τη μεταποίηση περιορίζεται σημαντικά ο όγκος της πρώτης ύλης. Για την υπαγωγή ή μη μιας μονάδας στην παρούσα παράγραφο γνωμοδοτούν βάσει των ανωτέρω κριτηρίων οι Διευθύνσεις Αγροτικής Ανάπτυξης των οικείων Ν.Α. β) Για την ίδρυση ή το μετασχηματισμό υφιστάμενων μονάδων που ανήκουν σε δραστηριότητες της παρούσας παραγράφου δίδονται οι εξής κατευθύνσεις: – Να είναι αποδεκτή η χωροθέτησή τους, καθώς και των αντίστοιχων οργανωμένων υποδοχέων, σε περιοχές Αγροτικής Γης Υψηλής Παραγωγικότητας (Α.Γ.Υ.Π.) . – Να είναι κατ’ αρχήν αποδεκτή η χωροθέτησή τους σε περιοχές του δικτύου ΦΥΣΗ (NATURA) 2000, εκτός των οικοτόπων κοινοτικής προτεραιότητας σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που τίθενται από τα νομικά καθεστώτα προστασίας τους. 2. [ … ]».
- Επειδή, εξάλλου, στο πλαίσιο της συνταγματικής μέριμνας για την προστασία της γεωργικής γης, το άρθρο 56 του ν. 2637/1998 (Α΄ 200), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 παράγρ. 37 του ν. 2945/2001 (Α΄ 223), και πριν την τροποποίησή του με τον ν. 3851/2010, όριζε τα εξής: «1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Γεωργίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα κριτήρια με τα οποία διαβαθμίζεται σε ποιότητες και κατατάσσεται σε κατηγορίες παραγωγικότητας η αγροτική γη. 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Γεωργίας, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση των Διευθύνσεων Αγροτικής Ανάπτυξης των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα γεωγραφικά όρια της αγροτικής γης υψηλής παραγωγικότητας. Έως τον κατά τα ανωτέρω καθορισμό, ο χαρακτηρισμός των αγροτεμαχίων ως γης υψηλής παραγωγικότητας γίνεται από τις ίδιες υπηρεσίες. Από τις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων εξαιρούνται οι περιοχές που έχουν καθοριστεί χρήσεις γης από εγκεκριμένα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια (Γ.Π.Σ.) ή Σχέδιο Χωρικής Οικιστικής Οργάνωσης Ανοιχτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) του Ν. 2508/1997, καθώς και Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.) του άρθρου 29 του Ν. 1337/1983. 3. [ … ] . 6.α) Σε αγροτεμάχια που χαρακτηρίζονται από την οικεία Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης ως αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας, απαγορεύεται η άσκηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας, εκτός από τη γεωργική εκμετάλλευση. Κάθε επέμβαση στις εκτάσεις αυτές, είτε για τη μεταβολή του προορισμού τους και τη διάθεσή τους για άλλες χρήσεις είτε για την εκτέλεση έργων ή τη δημιουργία εγκαταστάσεων ή παροχή άλλων εξυπηρετήσεων μέσα σε αυτές, έστω και χωρίς μεταβολή της κατά προορισμό χρήσης τους, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και ενεργείται πάντοτε ύστερα από άδεια της οικείας Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης και μόνο για λόγους που εξυπηρετούν το γεωργικό χαρακτήρα της αγροτικής εκμετάλλευσης. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει εφόσον πρόκειται για την εκτέλεση στρατιωτικών έργων, που αφορούν την εθνική άμυνα της χώρας, καθώς και για την εκτέλεση μεγάλων αναπτυξιακών έργων του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμίδας». Κατ’ επίκληση των ανωτέρω εξουσιοδοτικών διατάξεων εκδόθηκε η 168040/3.9.2010 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (Β΄ 1528), με αντικείμενο τον καθορισμό των κριτηρίων ποιότητας και παραγωγικότητας, τη διαβάθμιση της γεωργικής γης σε ποιότητες και την κατάταξή της σε κατηγορίες παραγωγικότητας.
- Επειδή, το έτος 2010 δημοσιεύθηκε ο ν. 3851/2010 «Επιτάχυνση της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής κ.λπ.» (Α΄ 85), σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2009/28/ΕΚ για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (L 140), η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 2001/77/ΕΚ και με την οποία θεσπίσθηκε πλήρες κανονιστικό πλαίσιο για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (βλ. ΣτΕ 3367/2015 Ολομ.) . Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση, μεταξύ των κυρίων ρυθμίσεων του νόμου αυτού είναι: «Η προστασία του κλίµατος µέσω της προώθησης της παραγωγής ενέργειας από Α.Π.Ε. που αποτελεί περιβαλλοντική και ενεργειακή προτεραιότητα ύψιστης σηµασίας για τη χώρα και αυτό πρέπει να λαµβάνεται υπόψη στις σχετικές σταθµίσεις», η επιτάχυνση της υλοποίησης των έργων ηλεκτροπαραγωγής από Α.Π.Ε. προς τον σκοπό της μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας, καθώς και η τόνωση της επιχειρηματικότητας στον τομέα των Α.Π.Ε. Ο εν λόγω νόμος 3851/2010 καθόρισε ως εθνικό δεσμευτικό στόχο για τη συμμετοχή των Α.Π.Ε. στην κάλυψη της τελικής κατανάλωσης ενέργειας έως το 2020, αντί του 18 % που προβλεπόταν για την Ελλάδα στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ, το 20 % και ως ειδικότερους στόχους το 40%, κατ’ ελάχιστον, για τη συµµετοχή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από Α.Π.Ε. στην ακαθάριστη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και το 20%, κατ’ ελάχιστον, για τη συµµετοχή των Α.Π.Ε. στην τελική κατανάλωση ενέργειας για θέρµανση και ψύξη (άρθρο 1) . Με τον νόμο αυτόν ρυθμίσθηκαν ακόμη τα της άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. (άρθρο 2), απλουστεύθηκε η διαδικασία εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, ιδίως με την κατάργηση της Π.Π.Ε.Α. και την έκδοση μόνο Ε.Π.Ο. (άρθρο 3 παρ. 1) και καθορίσθηκαν τα της άδειας εγκαταστάσεως, της Ε.Π.Ο. , και της λειτουργίας των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Θ.Υ.Α. (άρθρο 3 παρ. 2). Περαιτέρω, με το άρθρο 9 παρ. 4 του ν. 3851/2010 καταργήθηκε η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 περ. ια΄ του Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε. , η οποία απέκλειε τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός περιοχών ή ζωνών «που υπάγονται σήμερα σε ειδικό καθεστώς χρήσεων γης, βάσει του οποίου δεν επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων και για όσο χρόνο ισχύουν» , με το δε άρθρο 9 παρ. 7 αντικαταστάθηκε η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 56 παρ. 6 περίπτ. α΄ του ν. 2637/1998, όπως ίσχυε, ως εξής: «6. α) Σε αγροτεμάχια που χαρακτηρίζονται [ … ] ως αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας, απαγορεύεται η άσκηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας, εκτός από τη γεωργική εκμετάλλευση και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς Α.Π.Ε. Κάθε επέμβαση στις εκτάσεις αυτές, είτε για τη μεταβολή του προορισμού τους και τη διάθεσή τους για άλλες χρήσεις είτε για την εκτέλεση έργων ή τη δημιουργία εγκαταστάσεων ή παροχή άλλων εξυπηρετήσεων μέσα σε αυτές, έστω και χωρίς μεταβολή της κατά προορισμό χρήσης τους, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και ενεργείται πάντοτε με βάση τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, που εκδίδεται μέσα σε δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος και μόνο για λόγους που εξυπηρετούν το γεωργικό χαρακτήρα της αγροτικής εκμετάλλευσης ή την εγκατάσταση σταθμών Α.Π.Ε. [ βλ. ήδη 168040/3.9.2010 Κ.Υ.Α. (Β΄ 1528)]. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει εφόσον πρόκειται για την εκτέλεση στρατιωτικών έργων, που αφορούν την εθνική άμυνα της χώρας, καθώς και για την εκτέλεση μεγάλων αναπτυξιακών έργων του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού. [ … ]».
- Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 56 του ν. 2637/1998, το οποίο θεσπίσθηκε για την υλοποίηση της συνταγματικής επιταγής περί προστασίας της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, προκύπτει ότι για την οριοθέτησή της προβλέπεται η έκδοση υπουργικών αποφάσεων, με τις οποίες καθορίζονται, εν πρώτοις, τα κριτήρια διαβάθμισης και κατάταξης της γεωργικής γης και οριοθετείται, ακολούθως, η γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας, δυνάμει των κριτηρίων αυτών. Εξάλλου, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου 56, μέχρι την έκδοση των αποφάσεων που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 για την κατάταξη της γεωργικής γης σε κατηγορίες και την οριοθέτηση της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας, ο χαρακτηρισμός της γεωργικής γης γίνεται κατά περίπτωση από τις Διευθύνσεις Αγροτικής Ανάπτυξης των οικείων Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων και ήδη των οικείων Περιφερειών [ σύμφωνα με το άρθρο 186 παρ. ΙΙ.Β υποπαρ. α΄ περ. 9 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87)], κατά τα ισχύοντα κατά τον χρόνο έκδοσης του ν. 2945/2001 (βλ. εισηγητική έκθεση νόμου), δηλαδή μετά από γνωμοδότηση των Νομαρχιακών Επιτροπών Χωροταξίας και Περιβάλλοντος (Ν.Ε.ΧΩ.Π.) και ήδη των αντίστοιχων επιτροπών των οικείων Περιφερειών (Π.Ε.ΧΩ.Π.) [κατά το κεφάλαιο Γ΄ παρ. 1 περ. β΄-γ΄ της 393155/1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Γεωργίας και Οικονομικών (Β΄ 579), σε συνδυασμό με το άρθρο 282 παρ. 1 περ. α΄-γ΄ του ν. 3852/2010].
- Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, το ακίνητο, στο οποίο εγκαθίσταται η επίμαχη μονάδα κείται στην περιοχή της Μεσσαράς, η οποία, σύμφωνα με το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (άρθρο 7 παρ. Α), συμπεριλαμβάνεται στις γόνιμες πεδινές περιοχές, η προστασία των οποίων περιλαμβάνεται μεταξύ των βασικών στόχων του σχεδίου αυτού. Και ναι μεν δεν προκύπτει ότι η συγκεκριμένη περιοχή χαρακτηρίσθηκε ως Γ.Γ.Υ.Π. με διοικητική πράξη σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, όμως, η Π.Ε.ΧΩ.Π. Π.Ε. Ηρακλείου, με το πρακτικό της Νο ………. /7.8.2014, το οποίο απεστάλη στην αδειοδοτούσα αρχή με το ………. /21.8.2014 έγγραφο της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής Π.Ε. Ηρακλείου της Περιφέρειας Κρήτης, χαρακτήρισε την επίδικη έκταση ως Γ.Γ.Υ.Π. , βάσει της προαναφερθείσας μεταβατικής διαδικασίας, η οποία νομίμως ακολουθήθηκε, δεδομένου ότι δεν έχουν ακόμα εκδοθεί (τουλάχιστον για την Π.Ε. Ηρακλείου) οι κοινές υπουργικές αποφάσεις της παρ. 2 του άρθρου 56 του ν. 2637/1998, η δε επίδικη έκταση δεν έχει χαρακτηριστεί ως Γ.Γ.Υ.Π. ούτε στο πλαίσιο της άσκησης πολεοδομικών ή χωροταξικών αρμοδιοτήτων από τα οικεία όργανα (δυνάμει Γ.Π.Σ. , Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π. ή Ζ.Ο.Ε.) . Εξάλλου, η επί μία ενδεκαετία και πλέον (από τη θέσπιση του Περιφερειακού Σχεδίου μέχρι την έκδοση της προσβαλλομένης) παράλειψη της Διοίκησης να προβεί και στον τυπικό χαρακτηρισμό της εν λόγω περιοχής ως Γ.Γ.Υ.Π. , δεν δύναται να θεμελιώσει αποστέρηση της εν λόγω Γ.Γ.Υ.Π. από την προστασία της που απορρέει ευθέως από το Σύνταγμα και, συνεπώς, η έλλειψη τυπικού χαρακτηρισμού δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα υπόθεση, αρκεί δε ο χαρακτηρισμός της από τις ως άνω αρμόδιες υπηρεσίες, βάσει της εν λόγω μεταβατικής διαδικασίας.
- Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αφενός μεν η γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας (Γ.Γ.Υ.Π.), της οποίας η διατήρηση και ορθή διαχείριση επιβάλλεται από τη συνταγματική αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, ως ουσιώδης όρος αυτής, απαιτείται να προστατεύεται κατά την άσκηση της χωροταξικής πολιτικής από το Κράτος (σκέψη 6), αφετέρου δε η προώθηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας φιλικότερων προς το περιβάλλον και, ειδικότερα, η αύξηση στο άμεσο μέλλον της διείσδυσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) στην παραγωγή ενέργειας αποτελεί για τη Χώρα μας υποχρέωση, η οποία απορρέει από το Πρωτόκολλο του Κιότο και τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη μείωση των εκπομπών αερίων, που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, ενόψει των οξύτατων προβλημάτων που προκαλεί η αλλαγή κλίματος με ταχύτατους ρυθμούς. Για τον λόγο αυτόν, τόσο με το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (σκέψη 8), όσο και με το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Κρήτης (σκέψη 7) δίδονται κατευθύνσεις, αφενός μεν για την προστασία της γεωργικής γης ως «χρήσης προτεραιότητας» , ώστε να μη συνεχίζει να απομειώνεται από άλλες χρήσεις, αφετέρου δε για την αντιμετώπιση των οξυμένων προβλημάτων κάλυψης της ηλεκτρικής ενέργειας με την προώθηση και αξιοποίηση νέων τεχνολογιών και, ειδικότερα, Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.), για τις οποίες η Κρήτη θα μπορούσε να αποτελέσει «κέντρο ανάπτυξης επιδεικτικών πιλοτικών και παραγωγικών εφαρμογών και μεταφοράς τεχνολογίας στις γύρω περιοχές» (βλ. ως άνω Περιφερειακό Πλαίσιο Κρήτης, σκέψη 7) . Και ναι μεν, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 56 του ν. 2637/1998 (όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 24 παράγρ. 37 του ν. 2945/2001 και πριν την τροποποίησή του με τον ν. 3851/2010), στο πλαίσιο της συνταγματικής μέριμνας για την προστασία της γεωργικής γης, σε περιοχές που είχαν χαρακτηριστεί νόμιμα ως αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας (Γ.Γ.Υ.Π.) επιτρέπονταν αποκλειστικά οι χρήσεις της γεωργικής εκμετάλλευσης, ενώ κάθε άλλη επέμβαση στις εκτάσεις αυτές προβλεπόταν ως εξαιρετική και μπορούσε να λάβει χώρα «μόνο για λόγους που εξυπηρετούν τον γεωργικό χαρακτήρα της αγροτικής εκμετάλλευσης» , όμως, οι ως άνω διατάξεις ουδόλως απέκλειαν την εγκατάσταση μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο σε γεωργικές γαίες υψηλής παραγωγικότητας ενόψει του χαρακτήρα αυτών ως μονάδων «που εξυπηρετούν τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις». Tούτο δε λόγω της φύσης και του σκοπού των εν λόγω εγκαταστάσεων, δεδομένου ότι έχουν ως αντικείμενο τη χρησιμοποίηση ως πρώτης ύλης και την επεξεργασία των υπολειμμάτων (κλαδιά, φύλλα, καλάμια, κατσίγαρος από ελαιοτριβεία κ.λπ.) των πλησίον αυτών ευρισκομένων γεωργικών εκμεταλλεύσεων και τη μετατροπή τους σε ενέργεια, θερμότητα και λίπασμα (χωνεμένο υπόλειμμα επεξεργασίας που χρησιμοποιείται ως εδαφοβελτιωτικό), το οποίο, άλλωστε, μπορεί να χρησιμοποιείται στις παρακείμενες γεωργικές εκμεταλλεύσεις, ενώ συγχρόνως αποφεύγεται η μεταφορά των υπολειμμάτων αυτών ως απορριμμάτων σε άλλους χώρους, που θα συνεπαγόταν αυτονοήτως την επιβάρυνση του οδικού δικτύου και την περιβαλλοντική ρύπανση από θόρυβο και καυσαέρια αυτοκινήτων, ή η απόρριψή τους στο περιβάλλον, με συνέπεια την υποβάθμιση ή και την καταστροφή του. Περαιτέρω, οι σταθμίσεις μεταξύ της ανάγκης προώθησης των Α.Π.Ε. , της ανάπτυξης των παραγωγικών δραστηριοτήτων και της προστασίας του περιβάλλοντος έγινε, τελικά, με την προαναφερόμενη 49828/12.11.2008 απόφαση (σκέψη 9), με την οποία εγκρίθηκε το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε.), που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του ν. 2742/1999 και ερείδεται σε επιστημονική (στρατηγική) μελέτη (Σ.Μ.Π.Ε.), όπως επέβαλε η εν τω μεταξύ εκδοθείσα Οδηγία 2001/46/ΕΚ, αλλά και το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι στον τομέα της χωροταξίας, της πολεοδομίας κ.λπ. «[ ο ] ι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης». Στο ως άνω εγκριθέν Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε. απαριθμούνται, κατά τα ήδη εκτεθέντα ανωτέρω, οι διάφορες μορφές Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.), οι οποίες δεν σχεδιάζονται ενιαίως, αλλά οι κανόνες χωροθέτησης των εγκαταστάσεων που παράγουν κάθε μορφή ενέργειας προβλέπονται διακριτά, καθόσον πρόκειται για διαφορετικές μορφές Α.Π.Ε. , για τις οποίες απαιτούνται διαφορετικές εγκαταστάσεις, που λειτουργούν με ιδιαίτερους όρους και προϋποθέσεις στην κάθε περίπτωση και έχουν διαφορετικούς στόχους και συνέπειες για το περιβάλλον. Ούτω, κατά τα προεκτεθέντα, στο Κεφάλαιο Β΄ (άρθρα 4 έως 7) προβλέπονται οι ιδιαίτεροι κανόνες χωροθέτησης των αιολικών εγκαταστάσεων που λειτουργούν είτε με τη μορφή μεμονωμένων ανεμογεννητριών (Α/Γ) είτε με τη μορφή αιολικών πάρκων και στο Κεφάλαιο Δ΄ (άρθρο 18) οι ιδιαίτεροι κανόνες χωροθέτησης εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο που πρέπει να βρίσκονται πλησίον των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, τις οποίες εξυπηρετούν (σκέψεις 9 και 10). Στην από Ιανουαρίου 2007 υποστηρικτική μελέτη (Α΄ φάση) του Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε. (η οποία προηγήθηκε της Σ.Μ.Π.Ε.) και στο κεφάλαιο που αφορά στη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων, είχαν προταθεί ως περιοχές αποκλεισμού αιολικών εγκαταστάσεων, μεταξύ άλλων, οι «οριοθετημένες και χαρακτηρισμένες αρμοδίως ως περιοχές “ αγροτικής γης πρώτης προτεραιότητας ”» (σελ. 184), στο δε κεφάλαιο για την εκτίμηση του βαθμού συμβατότητας των αιολικών μονάδων με τη Γ.Γ.Υ.Π., γίνεται αναφορά στο προπαρατεθέν άρθρο 56 παρ. 6α του ν. 2637/1998, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τον ν. 2945/2001, και εν συνεχεία αναφέρεται ότι με βάση τη διάταξη αυτή «διαπιστώνεται θεσμική ασυμβατότητα μεταξύ των περιοχών, που χαρακτηρίζονται ως αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας και των αιολικών έργων, [ … ]. Επομένως, οι περιοχές αυτές εντάσσονται στις ζώνες αποκλεισμού, παρότι δεν υφίσταται κανενός είδους λειτουργική ασυμβατότητα, κυρίως λόγω και του ελάχιστου χώρου που καταλαμβάνει η βάση έδρασης των πυλώνων των ανεμογεννητριών. […]. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να προωθηθεί νομοθετική ρύθμιση για την άρση αυτής της αντίφασης, ώστε να επιτρέπεται η εγκατάσταση ΑΠΕ υπό όρους στις περιοχές αυτές» (Παράρτημα Β.ΙΙ Γ. , σελ. 261) . Στην επακολουθήσασα από Φεβρουαρίου 2007 Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Σ.Μ.Π.Ε.) προτάθηκε ο αποκλεισμός της Γ.Γ.Υ.Π. από τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων λόγω του σημαντικού ρόλου των εκτάσεων αυτών «ως βιοτόπων μεγάλου αριθμού ειδών προτεραιότητας της ορνιθοπανίδας» με την εξής διατύπωση: «[ αποκλείεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός ] [ … ] . θ. των χαρακτηρισμένων κατά τις κείμενες διατάξεις αγροτικών περιοχών υψηλής παραγωγικότητας, λόγω του σημαντικού τους ρόλου ως βιοτόπων μεγάλου αριθμού ειδών προτεραιότητας της ορνιθοπανίδας» (σελ. xxi, 68). Περαιτέρω, στο Κεφάλαιο 6.5.1. της Σ.Μ.Π.Ε. (σελ. 303 επ.), που περιέχει τους κανόνες χωροθέτησης των αιολικών εγκαταστάσεων, αναφέρεται ότι ο αποκλεισμός των ανεμογεννητριών από τη Γ.Γ.Υ.Π. δικαιολογείται όχι για λόγους ασυμβατότητας των χρήσεων αλλά για την προστασία των πτηνών. Καταλήγει δε η Σ.Μ.Π.Ε. (σελ. 306) ότι θα πρέπει να αποκλειστούν οι ανεμογεννήτριες από τη Γ.Γ.Υ.Π. «αλλά περισσότερο για λόγους προστασίας της ορνιθοπανίδας παρά για λόγους ασυμβατότητας μεταξύ αιολικών εγκαταστάσεων και καλλιεργητικών δραστηριοτήτων». Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Σ.Μ.Π.Ε. υιοθέτησε την άποψη της υποστηρικτικής μελέτης, σύμφωνα με την οποία η χωροθέτηση αιολικών πάρκων εντός Γ.Γ.Υ.Π. δεν παρουσιάζει ασυμβατότητα με την ίδια την καλλιεργητική δραστηριότητα, αλλά προτάθηκε ο αποκλεισμός τους από αυτήν αποκλειστικά και μόνον για λόγους προστασίας της ορνιθοπανίδας, η οποία προφανώς κινδυνεύει από τα πτερύγια της ανεμογεννήτριας. Στο εγκριθέν Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε. δεν περιελήφθη στο άρθρο 6 παρ. 1 αυτού, που αφορά «Περιοχές αποκλεισμού και ζώνες ασυμβατότητας» των αιολικών εγκαταστάσεων, η ως άνω προταθείσα από τη Σ.Μ.Π.Ε. περίπτωση υπό στοιχ. θ΄ , αλλά προσετέθη ως περιοχή αποκλεισμού η προπαρατεθείσα περίπτωση ια΄ του άρθρου 6 παρ. 1 («ια. Άλλων περιοχών ή ζωνών που υπάγονται σήμερα σε ειδικό καθεστώς χρήσεων γης, βάσει του οποίου δεν επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων και για όσο χρόνο ισχύουν»), που παραπέμπει σε θεσμοθετημένη απαγόρευση χωροθέτησης ειδικά αιολικών εγκαταστάσεων, στη δε παρ. 5 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι σε όλες τις περιοχές του άρθρου 5 (περιοχές αιολικών εγκαταστάσεων) πρέπει να πληρούνται οι ελάχιστες αποστάσεις από γειτνιάζουσες χρήσεις γης που προβλέπονται στους Πίνακες του Παραρτήματος ΙΙ, της ιδίας απόφασης, όπου στον Πίνακα ΣΤ΄, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω (σκέψη 10), ορίζεται ως ελάχιστη απόσταση αιολικής εγκατάστασης από Γ.Γ.Υ.Π. το «1,5 d» (d η διάμετρος φτερωτής ανεμογεννήτριας). Εκ τούτων συνάγεται ότι οι ανωτέρω παραδοχές της Σ.Μ.Π.Ε. έγιναν αποκλειστικά στο πλαίσιο μελέτης των αιολικών εγκαταστάσεων και αφορούν τις εγκαταστάσεις αυτές με τις ιδιομορφίες τους, ήτοι εγκαταστάσεις τελείως διαφορετικές από τις εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο. Εξάλλου, το Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε. επεφύλαξε ιδιαίτερη μεταχείριση στις εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο, προβλέποντας στο Κεφάλαιο Δ΄ αυτού, στο άρθρο 18, τα ειδικά κριτήρια χωροθέτησης των εγκαταστάσεων αυτών (σκέψη 10). Ειδικότερα, στην παρ. 1 του ως άνω άρθρου 18 ορίζεται ρητά ότι θεωρούνται «προνομιακές περιοχές» χωροθέτησης εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο οι χώροι που ευρίσκονται «πλησίον γεωργικών εκμεταλλεύσεων παραγωγής της πρώτης ύλης», για τον προφανή λόγο ότι, εκεί, η πρώτη ύλη των μονάδων αυτών έχει τον χαρακτήρα αποβλήτου, η διαχείριση του οποίου διέπεται από την αρχή της εγγύτητας μεταξύ του τόπου παραγωγής και επεξεργασίας του και, περαιτέρω, αποσκοπεί στη μετατροπή του αποβλήτου σε προϊόν, δηλαδή αποβλέπει σε σκοπό προστασίας του περιβάλλοντος. Για τον ίδιο λόγο, η παρ. 2 του ιδίου άρθρου 18, που ορίζει τις ζώνες αποκλεισμού των μονάδων βιομάζας ή βιοαερίου, δηλαδή ζώνες στις οποίες πρέπει να αποκλείεται η εγκατάστασή τους, παραπέμποντας στο άρθρο 6 παρ. 1 του Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε., δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει στις περιοχές αυτές τις Γ.Γ.Υ.Π., εφόσον στο προπαρατεθέν άρθρο 6 παρ. 1 του Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε., στο οποίο ορίζονται οι «περιοχές αποκλεισμού και ζώνες ασυμβατότητας» των αιολικών εγκαταστάσεων (διατηρητέα μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, υγρότοποι Ramsar, πυρήνες εθνικών δρυμών, οικότοποι προτεραιότητας κ.λπ.), δεν γίνεται πάντως ρητή αναφορά σε Γ.Γ.Υ.Π. ως περιοχές αποκλεισμού, δεν μπορεί δε να βρει έρεισμα ο αποκλεισμός των εγκαταστάσεων παραγωγής ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο στην προαναφερθείσα περίπτωση ια΄ του άρθρου 6 παρ. 1, που αφορά περιοχές υπαγόμενες «σε ειδικό καθεστώς χρήσεων γης, βάσει του οποίου δεν επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων και για όσο χρόνο ισχύουν [ οι ζώνες ]», διότι η διάταξη αυτή παραπέμπει σε απαγορεύσεις ειδικά αιολικών εγκαταστάσεων. Συνεπώς, η παραπομπή της παρ. 2 του άρθρου 18 στο άρθρο 6 παρ. 1 του Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε. πρέπει να νοηθεί ότι περιλαμβάνει τις περιπτώσεις εκείνες που συνάδουν προς τη φύση και τη λειτουργία των εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο, όχι, όμως, και τις περιπτώσεις αποκλεισμού που συνάπτονται με την ιδιαίτερη φύση των ανεμογεννητριών, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο αποκλεισμός αυτών από Γ.Γ.Υ.Π. προτάθηκε αποκλειστικά και μόνον για λόγους προστασίας της ορνιθοπανίδας, η οποία προφανώς κινδυνεύει από τα πτερύγια της ανεμογεννήτριας, συνθήκες, όμως, που δεν συντρέχουν στην περίπτωση των εγκαταστάσεων βιομάζας ή βιοαερίου, οι οποίες, διέπονται από τις ειδικές γι’ αυτές προβλέψεις του Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε. , που ανάγουν σε «προνομιακές περιοχές» για τις εγκαταστάσεις αυτές, εκτάσεις που με εφαρμογή της περ. ια΄ του άρθρου 6 – εάν ήθελε θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε όλες τις εγκαταστάσεις Α.Π.Ε. , συμπεριλαμβανομένων και των εγκαταστάσεων παραγωγής ενέργειας από βιομάζα – θα ήταν, ταυτόχρονα, ζώνες αποκλεισμού τους. Περαιτέρω, η παρ. 3 του αυτού άρθρου 18 καθορίζει ειδικώς για τις εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο τις ελάχιστες αποστάσεις από τις γειτνιάζουσες χρήσεις γης και λοιπές δραστηριότητες και εγκαταστάσεις με παραπομπή στους Πίνακες του Παραρτήματος VI, όπου, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, υπάρχει ειδική πρόβλεψη για τις ελάχιστες αποστάσεις των Α.Π.Ε. βιομάζας ή βιοαερίου από ορισμένες ειδικής κατηγορίας περιοχές (πυρήνες εθνικών δρυμών, περιοχές Natura 2000, Ε.Ζ.Δ. ορνιθοπανίδας, ακτές κολύμβησης κ.λπ.), ενώ ουδεμία μνεία γίνεται σε απόσταση των εν λόγω εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο από Γ.Γ.Υ.Π. Επομένως, ούτε στο άρθρο 18 του Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε. που αφορά ειδικά τις εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο, ούτε στους Πίνακες του Παραρτήματος VI, στο οποίο παραπέμπει ρητά η ανωτέρω παρ. 3 αυτού, γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε γεωργικές γαίες υψηλής παραγωγικότητας και σε ασυμβατότητα των εν λόγω εγκαταστάσεων προς αυτές ή υποχρέωση τήρησης συγκεκριμένης απόστασης από αυτές. Εξάλλου, δεν έχει εφαρμογή στις εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο το ως άνω Παράρτημα ΙΙ του Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε., στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 6 παρ. 5 αυτού για τις ελάχιστες αποστάσεις των αιολικών εγκαταστάσεων από γειτνιάζουσες χρήσεις και λοιπές δραστηριότητες και εγκαταστάσεις και το οποίο, στον πίνακα ΣΤ΄ , προβλέπει απόσταση ασφαλείας από Γ.Γ.Υ.Π. ίσης με 1,5 φορά τη διάμετρο της πτερωτής της ανεμογεννήτριας, πρόβλεψη που προσιδιάζει, αποκλειστικά και μόνο, στις ανεμογεννήτριες. Επιπλέον, ο κανόνας του, κατ’ αρχήν, επιτρεπτού της εγκατάστασης μονάδων βιομάζας ή βιοαερίου εντός Γ.Γ.Υ.Π. βρίσκει έρεισμα και στις διατάξεις του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τη Βιομηχανία, καθώς και στη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Σ.Μ.Π.Ε.) αυτού, με τις οποίες, για τις βιομηχανικές δραστηριότητες με χωροθετική εξάρτηση από αγροτικές πρώτες ύλες, στις οποίες περιλαμβάνονται εκείνες που χρησιμοποιούν αγροτικές πρώτες ύλες που προέρχονται από ζώνες αγροτικής γης υψηλής παραγωγικότητας ή ανάλογου χαρακτήρα, με τη μεταποίηση των οποίων, άλλωστε, μπορεί να περιορίζεται σημαντικά ο όγκος της πρώτης ύλης, δίδεται κατεύθυνση να είναι αποδεκτή η χωροθέτησή τους σε περιοχές «Αγροτικής Γης Υψηλής Παραγωγικότητας (Α.Γ.Υ.Π.)». Κατά συνέπεια, ειδικά, η χωροθέτηση εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο εντός Γ.Γ.Υ.Π., λόγω της φύσης τους ως μονάδων που εξυπηρετούν τη γεωργική εκμετάλλευση, ήταν επιτρεπτή και υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 56 παρ. 6 του ν. 2637/1998, αλλά και των διατάξεων του Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε., όπως είχαν πριν από την τροποποίησή τους με τον ν. 3851/2010, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι καταλαμβάνουν μικρή επιφάνεια σε σχέση με τη συνολική έκταση της Γ.Γ.Υ.Π. είναι μικρής δυναμικότητας, χαμηλής όχλησης και χρησιμοποιούν πρώτη ύλη προερχόμενη, κατά βάση, από γεωργικές κ.λπ. εκμεταλλεύσεις της περιοχής εγκατάστασής τους, ενώ τα ειδικότερα ζητήματα χωροθέτησης και ένταξης των μονάδων αυτών στο άμεσο περιβάλλον τους αντιμετωπίζονται στο στάδιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησής τους (πρβλ. ΣτΕ 2499/2012 Ολομ.).
- Επειδή, περαιτέρω, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με τον ν. 3851/2010, ο οποίος αποβλέπει, στην επιτάχυνση της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2009/28/ΕΚ για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από Α.Π.Ε., επήλθαν σημαντικές αλλαγές σε σχέση με τη χωροθέτηση των Α.Π.Ε. και συγκεκριμένα, αφενός με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 9 του νόμου αυτού καταργήθηκε η περ. ια΄ της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε., που όριζε, ως «περιοχές αποκλεισμού» για τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων, τις περιοχές με ειδικό καθεστώς χρήσεων γης, η οποία, όμως, δεν αφορούσε (βλ. σκέψη 16), τις εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο και αφετέρου με τη διάταξη της παρ. 7 του ιδίου άρθρου και νόμου ορίσθηκε, κατά τροποποίηση της παρ. 6 του άρθρου 56 του ν. 2637/1998 (όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 24 παρ. 37 του ν. 2945/2001), ότι δραστηριότητα που μπορεί να ασκηθεί εντός της Γ.Γ.Υ.Π., πέραν της γεωργικής εκμετάλλευσης και των δραστηριοτήτων που εξυπηρετούν τον γεωργικό χαρακτήρα αυτής, είναι η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς Α.Π.Ε. Η κατά τα ανωτέρω τροποποιηθείσα διάταξη της περ. α΄ της παρ. 6 του άρθρου 56 του ν. 2637/1998 αναφέρεται συλλήβδην σε όλες τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), ήτοι ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά πάρκα κ.λπ., συμπεριλαμβανομένων και των εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο, η λειτουργία των οποίων, όμως, επιτρεπόταν ήδη, σύμφωνα με τα όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, και υπό το προϊσχύον καθεστώς. Έτσι, οι ως άνω νομοθετικές μεταβολές, κατά το μέρος που περιλαμβάνουν στη γενική έννοια των Α.Π.Ε. και τις εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο, αποσαφηνίζουν απλώς το ήδη ισχύον νομικό καθεστώς (Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και άρθρο 56 του ν. 2637/1998, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με τον ν. 3851/2010, καθώς και Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τη Βιομηχανία), σύμφωνα με το οποίο επιτρεπόταν ήδη σε γεωργικές γαίες υψηλής παραγωγικότητας η εγκατάσταση της ιδιαίτερης αυτής κατηγορίας Α.Π.Ε. , ως φιλικής προς το περιβάλλον και εξυπηρετούσας τη γεωργική εκμετάλλευση, με την κυκλική επαναχρησιμοποίηση των υπολειμμάτων αυτής, την επεξεργασία τους, τη μετατροπή τους σε ηλεκτρική ενέργεια, θερμότητα και λίπασμα και την επαναχρησιμοποίηση των παραγόμενων προϊόντων σ ’ αυτή, υπό τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις (μικρή έκταση κ.λπ.).
- Επειδή, ο νομοθέτης (τυπικός και κανονιστικός) δεν κωλύεται, σταθμίζοντας τις διάφορες πτυχές του δημοσίου συμφέροντος, και κινούμενος εντός των ορίων του Συντάγματος, του ευρωπαϊκού δικαίου και των διεθνών συνθηκών, να προχωρήσει σε σύνθεση αυτών και να προκρίνει εκάστοτε τη θεραπεία μίας ή περισσότερων πτυχών του δημοσίου συμφέροντος εν σχέσει προς τις λοιπές, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες ή προς αντιμετώπιση καταστάσεων που είτε δεν υφίσταντο κατά το παρελθόν, είτε δεν είχαν την ίδια ένταση όπως σήμερα, εφόσον οι εισαγόμενες ρυθμίσεις είναι εύλογες και αναγκαίες, θεσπίζονται με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια και λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις λοιπές πτυχές του δημοσίου συμφέροντος. Στην προκείμενη περίπτωση, η ανάπτυξη εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από βιομάζα εντός περιοχών γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας υπαγορεύεται από την ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, η οποία έχει λάβει οξείες διαστάσεις τις τελευταίες δεκαετίες, της επίτευξης ενεργειακής επάρκειας της χώρας και της απεξάρτησης από τα ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα, σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ συμβάλλει στην προστασία του περιβάλλοντος της περιοχής εγκατάστασης, στο μέτρο που καθιστά δυνατή την αξιοποίηση (ανακύκλωση) οργανικών αποβλήτων, τα οποία, άλλως, θα διετίθεντο στο περιβάλλον με προφανείς δυσμενείς συνέπειες για την ποιότητά του. Με τα δεδομένα αυτά, οι ανωτέρω ρυθμίσεις του άρθρου 56 του ν. 2637/1998 και του Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε. , κατά το μέρος που επιτρέπουν την εγκατάσταση μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας, στοιχούν κατ ’ αρχήν προς τις συνταγματικές επιταγές περί προστασίας του περιβάλλοντος και της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας, εφόσον οι μονάδες αυτές, κατά τα ήδη αναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη, είναι μικρής δυναμικότητας, χαμηλής οχλήσεως και χρησιμοποιούν πρώτη ύλη προερχόμενη, κατ ’ αρχήν, από γεωργικές, κτηνοτροφικές κ.λπ. εκμεταλλεύσεις της περιοχής εγκατάστασής τους.
- Επειδή, η Οδηγία 2001/42/ΕΚ, που επιβάλλει τη διενέργεια εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων των σχεδίων και προγραμμάτων τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον στο στάδιο της εκπόνησης και πριν από την έγκρισή τους, περιλαμβάνει ρητώς στο πεδίο εφαρμογής της τις πράξεις τροποποίησης των σχεδίων και προγραμμάτων που εκδίδονται κατόπιν θέσεως σε ισχύ αυτής (άρθρο 2 στοιχείο α΄ της Οδηγίας) . Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, ειδικά, όσον αφορά το ζήτημα της χωροθέτησης των εγκαταστάσεων παραγωγής ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο σε Γ.Γ.Υ.Π., με τον ν. 3851/2010 ουδεμία επήλθε τροποποίηση των ήδη ισχυουσών σχετικών ρυθμίσεων του Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε., για τη θέσπιση των οποίων είχε προηγηθεί η προαναφερθείσα Σ.Μ.Π.Ε., κατά την εκπόνηση της οποίας το ζήτημα αυτό είχε ειδικώς μελετηθεί, ο δε νομοθέτης υιοθέτησε πλήρως τα πορίσματα αυτής, σύμφωνα με τα οποία, όπως προεκτέθηκε, δεν υπάρχει λειτουργική ασυμβατότητα μεταξύ Γ.Γ.Υ.Π. και εγκαταστάσεων παραγωγής ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο, υπό τον όρο ότι η κάλυψη της Γ.Γ.Υ.Π. από τις εν λόγω Α.Π.Ε. , θα πρέπει να μην αφορά σημαντικό ποσοστό της μείζονος έκτασης. Επιπλέον δε το ζήτημα της χωροθέτησης των εγκαταστάσεων Α.Π.Ε. βιομάζας ή βιοαερίου, οι οποίες συνιστούν βιομηχανικές δραστηριότητες με χωροθετική εξάρτηση από αγροτικές πρώτες ύλες, εξετάσθηκε και από τη Σ.Μ.Π.Ε. του Ε.Χ.Π. για τη βιομηχανία. Ως εκ τούτου, εφόσον με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 4 και 7 του ν. 3851/2010 δεν εχώρησε τροποποίηση των ρυθμίσεων του Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε. ως προς το ζήτημα της χωροθέτησης των εγκαταστάσεων παραγωγής ενέργειας από βιομάζα ή βιοαέριο στις Γ.Γ.Υ.Π. , για τη θέσπιση των οποίων είχε προηγουμένως τηρηθεί η διαδικασία εκπόνησης Σ.Μ.Π.Ε. κατά τα επιβαλλόμενα από την Οδηγία 2001/42/ΕΚ, προδήλως δεν συνέτρεχε, ως προς τις ρυθμίσεις αυτές χωροθέτησης, περίπτωση εφαρμογής των επιταγών της εν λόγω Οδηγίας και εκπόνησης νέας Σ.Μ.Π.Ε. προ της εκδόσεως του ν. 3851/2010.
- Επειδή, ενόψει της επίλυσης του πρώτου ζητήματος που τέθηκε με την παραπεμπτική απόφαση υπέρ της απόψεως ότι το ισχύον ήδη προ του ν. 3851/2010 κανονιστικό καθεστώς δεν απέκλειε την εγκατάσταση μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από βιομάζα σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας και ότι η εν λόγω ρύθμιση δεν αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος, οι δε διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 4 και 7 του ν. 3851/2010 ουδεμία επέφεραν μεταβολή στο, κατά τα ανωτέρω, ισχύον για τις μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από βιομάζα νομικό πλαίσιο και, ότι, συνεπώς, δεν συνέτρεχε περίπτωση, ειδικώς κατά το μέρος αυτό, που είναι κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση, να διενεργηθεί νέα στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση, παρέλκει η εξέταση του άλλου ζητήματος που παραπέμφθηκε προς επίλυση, όπως αυτό ετέθη με την παραπεμπτική απόφαση του Τμήματος, δηλ. , του ζητήματος εάν η ρύθμιση του ν. 3851/2010, με την οποία επιτρέπεται γενικώς η εγκατάσταση Α.Π.Ε. σε Γ.Γ.Υ.Π. , αντίκειται στην Οδηγία 2001/42/ΕΚ λόγω μη διενέργειας στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης.
- Επειδή, μετά ταύτα, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος να αναπέμψει την υπόθεση στο Ε΄ Τμήμα, αλλά ότι πρέπει να την κρατήσει και να τη δικάσει εξ ολοκλήρου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 2 περ. α΄ και β΄ και 3 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύουν.
- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η έγκριση της επίδικης Μ.Π.Ε. αποφασίσθηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη οποιοιδήποτε χωροταξικοί παράγοντες, χωρίς να εκτιμηθούν οι παραπλήσιες ανθρώπινες και γεωργικές δραστηριότητες και χωρίς προηγούμενη συνολική μελέτη ή ολοκληρωμένο χωροταξικό σχέδιο αναφορικά με τις σχεδιαζόμενες μονάδες Α.Π.Ε. στην περιοχή, το είδος της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας, τις περιοχές εγκατάστασης, καθώς και τις γειτνιάζουσες παραγωγικές δραστηριότητες.
- Επειδή, όπως προκύπτει από τις ρυθμίσεις των υπερκείμενων χωροταξικών σχεδίων που μνημονεύονται στις προηγηθείσες σκέψεις, το επίδικο έργο ηλεκτροπαραγωγής από βιοαέριο δεν αντίκειται στις προβλέψεις των εν λόγω σχεδίων, αλλά συμβάλλει στην εξυπηρέτηση των στόχων που τίθενται ήδη στο Περιφερειακό Πλαίσιο Κρήτης του έτους 2003, δηλαδή, αφενός της μεγιστοποίησης των δυνατοτήτων διείσδυσης όλων των μορφών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην περιοχή της Κρήτης και αφετέρου της αξιοποίησης των γεωργικών υπολειμμάτων και αποβλήτων της τοπικής αγροτικής παραγωγής ως ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τούτο δε ως ζήτημα περιβαλλοντικής και ενεργειακής προτεραιότητας. Περαιτέρω, το ένδικο έργο εναρμονίζεται, σε επίπεδο Περιφέρειας, με τους στόχους των εγκεκριμένων Γενικού και Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης. Ειδικότερα, η χωροθέτηση του ένδικου έργου σε περιοχή αρμοδίως χαρακτηρισθείσα ως γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας επιχειρείται με εφαρμογή των κριτηρίων χωροθέτησης που προβλέπονται στο άρθρο 18 του Ε.Χ.Π./Α.Π.Ε., χωρίς να εμποδίζεται από ειδικότερες προβλέψεις υποκείμενου (του περιφερειακού) επιπέδου σχεδιασμού (Γ.Π.Σ., Σ.Χ.Ο.Α.Α.Π., Ζ.Ο.Ε. κ.λπ.). Εξάλλου, από το Περιφερειακό Πλαίσιο Κρήτης δεν προκύπτει ότι η εκπόνηση ειδικής, συνολικής μελέτης για τις μονάδες βιομάζας ή βιοαερίου αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την αδειοδότησή τους σε περιοχή γεωργικής γης, η οποία αποτελεί κατά το Γενικό Χωροταξικό Πλαίσιο, αλλά και κατά το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Α.Π.Ε. , περιοχή προτεραιότητας εγκατάστασης έργων βιομάζας ή βιοαερίου. Στην από Μαρτίου 2014 Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Μ.Π.Ε.), ελήφθησαν υπόψη ο υπερκείμενος χωροταξικός σχεδιασμός, καθώς και οι ανθρώπινες και γεωργικές δραστηριότητες στην περιοχή, οι αποστάσεις από παρακείμενες δραστηριότητες (οικισμούς) και εξετάστηκε η φέρουσα ικανότητα της περιοχής, κατά τον χρόνο έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων της επίμαχης μονάδας (30.12.2014). Ειδικότερα, στο Κεφάλαιο 5 αυτής σχετικά με τη «Συμβατότητα του έργου με θεσμοθετημένες χωρικές και πολεοδομικές δεσμεύσεις της περιοχής» γίνεται αναφορά στις προβλέψεις και κατευθύνσεις του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, του Περιφερειακού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού της Περιφέρειας Κρήτης, των Ειδικών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, για τη Βιομηχανία και για τον Τουρισμό (παρ. 5.6) και αναφέρεται ότι η θέση, στην οποία θα κατασκευαστεί το έργο («Αμμουδαρές» του Δήμου Αρχανών Αστερουσίων Ηρακλείου Κρήτης), βρίσκεται εκτός του οικισμού και ότι στην εν λόγω περιοχή οι δραστηριότητες που ασκούνται είναι κυρίως αγροτικές και σε μεγάλη περίμετρο από το οικόπεδο κυριαρχούν καλλιέργειες ελαιοδέντρων και αμπελιών, ότι η προτεινόμενη θέση εγκατάστασης της μονάδας δεν εμπίπτει σε περιοχές Natura 2000, Ramsar, εθνικούς δρυμούς, διατηρητέα μνημεία της φύσης και σε περιοχή αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, ενώ διαπιστώνεται ότι σε απόσταση 500 μέτρων από τη θέση εγκατάστασης δεν υπάρχουν Π.Ο.Τ.Α. και άλλες περιοχές οργανωμένης ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων του τριτογενούς τομέα, θεματικά πάρκα, τουριστικοί λιμένες και άλλες θεσμοθετημένες ή διαμορφωμένες τουριστικά περιοχές καθώς και λειτουργούσες επιφανειακά μεταλλευτικές – εξορυκτικές ζώνες και δραστηριότητες (παρ. 5.8) · και στο Κεφάλαιο 2 αυτής αναφέρεται ότι το γήπεδο βρίσκεται σε περιοχή που δεν υπάρχει οργανωμένο πολεοδομικά Σ.Χ.Ο.Α.Α.Π. , η δε μονάδα απέχει 790 μέτρα από τα όρια του οικισμού «Καλύβια» και 700 μέτρα από τα όρια του οικισμού «Νεοχώρι» και σε γειτονική απόσταση δεν υπάρχουν κατοικίες, Ιερές Μονές, τουριστικές μονάδες, λατομικές ζώνες ή δραστηριότητες (παρ. 2.2). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το ………. /29.10.2019 έγγραφο της Διεύθυνσης Περιβαλλοντικού και Χωρικού Σχεδιασμού της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης προς το Δικαστήριο, έως την ημερομηνία αυτή (μετά την οποία κανένα σχετικό ενημερωτικό έγγραφο δεν προσκομίσθηκε από τους διαδίκους) έχουν συνολικώς αδειοδοτηθεί 14 μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από βιομάζα σε όλη την Κρήτη, εκ των οποίων προηγούνται χρονικά της προσβαλλόμενης, ως προς την αδειοδότησή τους, οι εξής: υπ’ αριθ. πρωτ. Α.Ε.Π.Ο. ………. /29.12.2014 ισχύος 499 KW στον Δήμο Φαιστού στο Ηράκλειο (βλ. ΣτΕ 2599/2016), ………. /29.12.2014 ισχύος 499 KW στον Δήμο Γόρτυνας στο Ηράκλειο, ………. /30.12.2014 ισχύος 499 KW στον Δήμο Γόρτυνας στο Ηράκλειο, ………. /30.12.2014 ισχύος 999 KW στον Δήμο Σητείας στο Λασίθι, ………. /30.12.2014 ισχύος 999,80 KW στον Δήμο Αρχανών-Αστερουσίων στο Ηράκλειο και ………. /30.12.2014 ισχύος 999,80 KW στον Δήμο Φαιστού στο Ηράκλειο (βλ. ΣτΕ 2598/2016) . Επομένως, η επίδικη μονάδα δεν δύναται να προκαλέσει, σωρευτικώς με τις προαναφερθείσες, αρνητικές συνέπειες στο περιβάλλον και, πάντως, για λόγους χρονικής προτεραιότητας, με την αδειοδότησή της δεν εξαντλούνται τα όρια της φέρουσας αντοχής της ευρύτερης περιοχής ούτε σημειώνεται υπέρβασή τους (βλ. ΣτΕ 273/2019) . Από τα παραπάνω δεδομένα προκύπτει ότι το ένδικο έργο έχει μελετηθεί επαρκώς από χωροταξικής απόψεως, με βάση το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, εφόσον μάλιστα, κατά την ειδικώς αιτιολογημένη κρίση της Διοίκησης, πρόκειται για μικρή μονάδα (999 ΚW) μέσης όχλησης, οι δε χρησιμοποιούμενες πρώτες ύλες προέρχονται είτε από βιομηχανικές εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν πρώτες ύλες προερχόμενες από γεωργικές εκμεταλλεύσεις της περιοχής, συμβατές με τον χαρακτήρα της περιοχής της κοιλάδας της Μεσσαράς ως γεωργικής γης (ελαιοτριβεία για την προμήθεια κατσίγαρου), είτε από κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις πέριξ της περιοχής εγκατάστασης (κονικλοτροφεία για την κοπριά κουνελιών), είτε από λοιπά γεωργικά υπολείμματα της περιοχής (καλάμια) . Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τον αιτούντα Δήμο είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Κρήτης παρέβη την αρχή της χρηστής διοίκησης κατά τη διαδικασία έγκρισης του ένδικου έργου, λόγω της μη παροχής ίσων ευκαιριών στους συμμετέχοντες στη διαβούλευση φορείς προκειμένου να αντικρούσουν τα στοιχεία που παρουσίασε ο φορέας του έργου ως απάντηση στις ενστάσεις και αντιρρήσεις, ο εν λόγω δε ισχυρισμός αποδεικνύεται, κατά τα προβαλλόμενα από τον αιτούντα Δήμο, και από την ανάρτηση της προσβαλλόμενης Α.Ε.Π.Ο. στη ΔΙΑΥΓΕΙΑ εσπευσμένως και κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, χωρίς προηγουμένως να κοινοποιηθεί σε όλους τους φορείς που συμμετείχαν στη διαβούλευση. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι στο σώμα της προσβαλλόμενης πράξης γίνεται ειδική αναφορά σε όλα τα ζητήματα που τέθηκαν στο στάδιο της διαβούλευσης από διάφορους φορείς, καθώς και στις απαντήσεις, στις πρόσθετες διευκρινίσεις – συμπληρώσεις, στις τροποποιήσεις και σε όλα γενικότερα τα στοιχεία που παρασχέθηκαν σχετικώς από τον φορέα του έργου, που ενσωματώθηκαν στους περιβαλλοντικούς όρους της Α.Ε.Π.Ο. (βλ. σημ. 46 – 50 του προοιμίου της προσβαλλόμενης Α.Ε.Π.Ο.) . Από όλα δε τα παραπάνω στοιχεία συνάγεται ότι τα κρίσιμα για την έκδοση της πράξης ζητήματα συζητήθηκαν ενδελεχώς κατά το στάδιο που προηγήθηκε της έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης και λήφθηκαν υπόψη όλες οι διατυπωθείσες αντιρρήσεις (κυρίως εκ μέρους της Περιφέρειας Κρήτης), μετά από τήρηση της διαδικασίας περί συμμετοχής των ενδιαφερομένων στην περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου, λαμβανομένης υπόψη και της νομικής επιταγής για την, κατά το δυνατόν, ταχεία διεκπεραίωση της οικείας διαδικασίας (άρθρα 3 παρ. 2 και 4 παρ. 3 και 19 του ν. 4014/2011, Α΄ 209, άρθρο 4 της Κ.Υ.Α. Η.Π. 37111/2012/26.9.2003, Β΄ 1391 και Κ.Υ.Α. 1649/45/2014, Β΄ 45) . Αορίστως δε, κατά τα λοιπά, προβάλλει ο αιτών Δήμος, ο οποίος πάντως συμμετείχε στη διαδικασία της διαβούλευσης (βλ. το από 8.12.2014 πρακτικό του ΠΕ.Σ.Π.Α. και το ………. /8.8.2014 έγγραφο του Περιφερειακού Συμβουλίου για την έναρξη της διαδικασίας διαβούλευσης επί της Μ.Π.Ε., το οποίο κοινοποιήθηκε και στον αιτούντα Δήμο), ότι οι ενστάσεις του κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας έχρηζαν ειδικότερης και οπωσδήποτε θετικής απάντησης από τη Διοίκηση, ενώ, εξάλλου, δεν προβάλλει ούτε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι εμποδίστηκε από ενέργειες της Διοίκησης ή του φορέα του έργου να προβάλει πρόσθετους ισχυρισμούς αντίκρουσης των προταθέντων περιβαλλοντικών όρων. Περαιτέρω δε, ενόψει της παρέλευσης ικανού χρόνου από την πρώτη δημοσιοποίηση της Μ.Π.Ε. του έργου (Αύγουστος 2014) έως την ανάρτηση στη ΔΙΑΥΓΕΙΑ της τελικής έγκρισης του έργου με την προσβαλλόμενη πράξη (Ιανουάριος 2015), την οποία ο Δήμος Αρχανών προσέβαλε πάντως με (την κρινόμενη) αίτηση ακυρώσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος ειδικότερος ισχυρισμός του αιτούντος Δήμου ότι ακόμη και η δημοσιοποίηση της προσβαλλόμενης πράξης έλαβε χώρα κατά τρόπο εσπευσμένο, όπως και η λοιπή διοικητική προδικασία, και δη σε χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν υπήρχε επαρκής χρόνος αντίδρασης εκ μέρους των ενδιαφερόμενων ή θιγόμενων φορέων. Ενόψει δε των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος ακύρωσης περί παραβίασης της αρχής της χρηστής διοίκησης κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης (βλ. ΣτΕ 273/2019 σκ. 12).
- Επειδή, προβάλλεται ότι η Αποκεντρωμένη Διοίκηση εγκρίνοντας το επίδικο έργο δεν περιέλαβε επαρκή, εμπεριστατωμένη και ειδική αιτιολογία για μια σειρά ζητημάτων που τίθενται για το εν λόγω έργο στην αρνητική γνωμοδότηση (υπ’ αριθμ. πρωτ. ………. /2014 – πρακτικό ………. /26.8.2014) της Επιτροπής Περιβάλλοντος και Χωροταξίας Περιφέρειας Κρήτης και ετέθησαν υπόψη του εκδόντος την προσβαλλομένη πράξη οργάνου και με το υπ’ αριθμ. ………. /22.8.2014 κοινό έγγραφο του Τμήματος Περιβάλλοντος και Υδροοικονομίας της Περιφερειακής Ενότητας Ηρακλείου και του Τμήματος Περιβάλλοντος της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού Περιφέρειας Κρήτης. Ειδικότερα, ο αιτών Δήμος προβάλλει ότι στη Μ.Π.Ε. που εγκρίθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη, δεν αντιμετωπίζονται κρίσιμα ζητήματα που εγείρονται σε σχέση με τις πρώτες ύλες που θα χρησιμοποιηθούν στην επίμαχη μονάδα και, συγκεκριμένα, την επιλογή των προς επεξεργασία γεωργικών αποβλήτων, που είναι αμφιβόλου μελλοντικής επάρκειας, την έλλειψη εμπεριστατωμένης πρόβλεψης για την καταλληλότητα των πρώτων υλών να χρησιμοποιηθούν, μετά την επεξεργασία τους, ως εδαφοβελτιωτικό (λίπασμα), καθώς και την έλλειψη επαρκών στοιχείων για τη δυνατότητα και τον τρόπο διάθεσης των υπολειμμάτων που θα προκύψουν από την επεξεργασία των πρώτων υλών. Όμως, όπως προαναφέρθηκε (σκέψη 5), oι γεωργικές πρώτες ύλες που θα χρησιμοποιούνται στη μονάδα είναι πλέον (όπως τροποποιήθηκαν με την υπ’ αριθ. Πρωτ. ………. /24.11.2014 της Διεύθυνσης ΠΕ.ΧΩ.Σ. Α.Δ.Κ. αίτηση του φορέα του έργου, βλ. προοίμιο Α.Ε.Π.Ο. στοιχ. 49 και 50, σελ. 9, καθώς και Α.Ε.Π.Ο. σελ. 12) το ενσίρωμα καλαμιών (37.200 τόνοι/έτος), ο κατσίγαρος (11.500 τόνοι/έτος) και η κοπριά κουνελιών (3.000 τόνοι/έτος) και ουδεμία σχετικώς ασάφεια υπάρχει. Όσον αφορά την προμήθεια των γεωργικών αποβλήτων προς επεξεργασία, στην προσβαλλόμενη πράξη (σελ. 12) αναφέρεται ότι για την προμήθεια της πρώτης ύλης ο φορέας του έργου έχει συνάψει συνεργασίες (με ιδιωτικά συμφωνητικά) με ελαιοτριβεία της περιοχής του έργου για την προμήθεια του κατσίγαρου, καθώς και με κτηνοτροφική εγκατάσταση για την προμήθεια της κοπριάς και έχει λάβει πρόθεση συνεργασίας από τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων Π.Ε. Ηρακλείου για την προμήθεια των καλαμιών, ενώ στον φάκελο της Μ.Π.Ε. περιλαμβάνεται σειρά βεβαιώσεων από προμηθευτές με πρόθεση συνεργασίας, στις οποίες αναφέρονται τα σημεία προέλευσης των πρώτων υλών και συγκεκριμένες ποσότητες (βλ. και υπ’ αριθμ. ………. ………. /8.9.2014 έγγραφο του Τμήματος Περιβάλλοντος της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Περιφέρειας Κρήτης). Συγκεκριμένα, για την προμήθεια των καλαμιών (Giant Reed), η εταιρεία με την επωνυμία « ………. ………. ………. ………. ………. ………. » έχει λάβει πρόθεση συνεργασίας από τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων Π.Ε. Ηρακλείου για τη συλλογή της αυτοφυούς βλάστησης σε ρέματα και ποτάμια της Π.Ε. Ηρακλείου (σχετικό το ………. /………. 3.6.2013 έγγραφο της Διεύθυνσης αυτής) και οι εκτιμώμενες ποσότητες κυμαίνονται στα πενήντα (50) κυβικά μέτρα ανά στρέμμα, σε έκταση κατ ’ εκτίμηση 3.000 στρεμμάτων για το σύνολο των ρεμάτων του Νομού Ηρακλείου. Ο δε φορέας του έργου έχει συνάψει με την εν λόγω εταιρεία το από 30.12.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό/πρόθεση συνεργασίας για την προμήθεια σε αυτόν 50.000 τόνων υδρόφιλων καλαμιών (αυτοφυούς βλάστησης ρεμάτων) . Επίσης, ο φορέας του έργου έχει συνάψει ιδιωτικά συμφωνητικά συνεργασίας για την αποκλειστική προμήθεια των απαιτούμενων ποσοτήτων κατσίγαρου (11.500 τόνοι/έτος) από ελαιοτριβεία που βρίσκονται πέριξ της μονάδας, καθώς και το από 30.12.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό/πρόθεση συνεργασίας με την εταιρεία « ………. ………. ………. ………. ………. ………. » για την προμήθεια επιπλέον 8.000 τόνων κατσίγαρου. Περαιτέρω, περιέχεται πρόβλεψη στη Μ.Π.Ε. (σελ. 15) για την καλλιέργεια φραγκόσυκων σε μισθωμένη έκταση στη θέση «Κάτω Μπάντα» στην περιοχή της Συκιάς, των οποίων τα κλαδέματα θα αποτελούν «μαξιλάρι» σε περίπτωση που λόγω καιρικών συνθηκών η παραγωγή γεωργικών προϊόντων είναι μειωμένη. Επομένως, η επάρκεια των πρώτων υλών για τη λειτουργία της μονάδας τεκμηριώνεται επαρκώς. Τέλος, όσον αφορά τον τρόπο διάθεσης των υπολειμμάτων και τη χρησιμοποίησή τους ως εδαφοβελτιωτικού (λίπασμα), όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη πράξη (σελ. 11, 13-14 της Α.Ε.Π.Ο. βλ. και Μ.Π.Ε. Κεφ. 6.4, σελ. 38 έως 44 της Μ.Π.Ε.), το υπόλειμμα που προκύπτει από τη διαδικασία χώνευσης και παραγωγής βιοαερίου αποτελεί οργανικό υγρό/στερεό λίπασμα και βελτιωτικό εδάφους και όχι απόβλητο σύμφωνα με την εθνική και την κοινοτική νομοθεσία (166640/2013 απόφ. Υ.Π.E.K.A., Β΄ 554/2013, Απόφ. της Επιτροπής 2006/799/ΕΚ, Κανονισμοί 142/2011/ΕΚ και 1069/2009 ΕΚ) · από το εν λόγω υπόλειμμα, κατόπιν διαχωρισμού και ξήρανσης, το στερεό μέρος αποθηκεύεται προσωρινά σε κατάλληλο χώρο και ενσακίζεται έως ότου πωληθεί, το δε υγρό μέρος, αποθηκεύεται προσωρινά σε κατάλληλες κλειστές δεξαμενές από τις οποίες το 50 % περίπου οδηγείται για επανακυκλοφορία στις δεξαμενές χώνευσης και το υπόλοιπο παραμένει στις δεξαμενές έως ότου διατεθεί σε αγροτικές εκτάσεις. Σε κάθε περίπτωση (στερεού ή υγρού χωνεμένου υπολείμματος) η τελική διάθεση προβλέπεται ότι θα γίνεται με ευθύνη του φορέα του έργου κατόπιν σχετικών αναλύσεων και ελέγχων σε διαπιστευμένο εργαστήριο. Επομένως, στην προσβαλλόμενη πράξη περιλαμβάνεται εμπεριστατωμένη πρόβλεψη για τον τρόπο διάθεσης των υπολειμμάτων που θα προκύψουν από την επεξεργασία των πρώτων υλών και τη χρησιμοποίηση αυτών ως εδαφοβελτιωτικών (λιπάσματα) (βλ. και σελ. 37, 43 της Μ.Π.Ε.) . Κατά συνέπεια, αντίθετα με τα όσα προβάλλει ο αιτών Δήμος, η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει ειδική, νόμιμη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τα ανωτέρω ζητήματα.
- Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι με την προσβαλλόμενη πράξη εγκρίνονται ανεπαρκείς όροι προστασίας του περιβάλλοντος λόγω της έλλειψης σαφών πληροφοριών για τους τρόπους αποφυγής έκλυσης οσμών κατά την παραγωγική διαδικασία. Όσον αφορά την έκλυση οσμών, στην προσβαλλόμενη πράξη αναφέρεται ότι «Οσμές δεν αναμένονται να προκληθούν κατά τη λειτουργία της μονάδας, δεδομέν [ ης ] της σχεδιαζόμενης παραγωγικής διαδικασίας η οποία περιλαμβάνει ενσίρωση των στερεών πρώτων υλών εκτός της μονάδας, κλειστά συστήματα (αγωγοί, χωνευτές κ.λπ.), καλυμμένο [ υς ] αποθηκευτικο [ ύς ] χώρο [ υς ] , κλειστό lagoon, οχήματα-βυτία, φίλτρα εξαερισμού στο σύστημα ξήρανσης των χωνεμένων υπολειμμάτων κ.λπ. Σε περίπτωση που παρατηρηθούν οσμές θα τοποθετηθούν πρόσθετες εγκαταστάσεις απόσμωσης» (στοιχ. 50 προοιμίου Α.Ε.Π.Ο. με διευκρινίσεις του φορέα του έργου, σελ. 9) και ότι: «Οσμές δεν αναμένονται [ να προκληθούν ] στη μονάδα δεδομένου του τακτικού ελέγχου και συντήρησης του εξοπλισμού, καθώς επίσης των κλειστών διατάξεων (π.χ. δεξαμενών) της παραγωγικής διαδικασίας και των φίλτρων στο ξηραντήριο. Στην περίπτωση που διαπιστωθούν θα τοποθετηθούν κατάλληλες διατάξεις δέσμευσ [ ή ] ς τ [ ου ] ς» (Α.Ε.Π.Ο. Κεφ. Α παρ. 5 «Δημιουργία αποβλήτων και οχλήσεων» , σελ. 16, βλ. και Κεφ. Β «Περιβαλλοντικοί Όροι» παρ. 2.Γ. , σελ. 22), καθώς και ότι: «Η μεταφορά των μη αντλήσιμων Α΄ υλών (π.χ. κοπριά, καλάμια) από τους χώρους αποθήκευσης προς το συγκρότημα χώνευσης να πραγματοποιείται αποκλειστικά με αλυσσομεταφορείς ή ταινιοδρόμους κλειστού τύπου ώστε να ελαχιστοποιούνται [ κατά ] το δυνατόν [ οι ] εκπομπ [ ές ] οσμών» (Α.Ε.Π.Ο. Κεφ. Β, «Περιβαλλοντικοί Όροι» , παρ. 2.Δ. περ. 10, σελ. 27), ενώ στο Κεφάλαιο 10 «Αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων» της Μ.Π.Ε. αναφέρεται ότι: «Θα γίνεται τακτικός έλεγχος και συντήρηση του μηχανολογικού εξοπλισμού που προκαλεί καυσαέρια. Η παραλαβή των υγρών οργανικών αποβλήτων θα γίνεται σε κλειστό χώρο (δεξαμενή) . Όλες οι διαδικασίες για την παραγωγή βιοαερίου θα γίνονται σε κλειστά αυτοματοποιημένα συστήματα. Οι διαδικασί [ ες ] αποθείωσης του βιοαερίου θα γίν [ ον ] ται μέσω αφύγρανσης. Σε περίπτωση που διαπιστωθούν οσμές κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας θα τοποθετηθούν κατάλληλες διατάξεις δέσμευσής τ [ ου ] ς (φίλτρα ενεργού άνθρακα κ.λπ.) . Η μηχανή εσωτερικής καύσης (ΜΕΚ) θα πληρ [ ο ] ί τις προδιαγραφές εκπομπών που τίθενται από την Ε.Ε. και θα ενσωματώνει κατάλληλα συστήματα αντιρρυπαντικής προστασίας» (10.9.2.) . Κατά συνέπεια, στην προσβαλλόμενη πράξη περιλαμβάνονται σαφείς πληροφορίες για τους τρόπους αποφυγής έκλυσης οσμών και είναι κατά το σημείο τούτο επαρκώς αιτιολογημένη, ο δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
- Επειδή, προβάλλεται επίσης ότι η προσβαλλομένη είναι ελλιπής, διότι στη Μ.Π.Ε. του ένδικου έργου δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για την κυκλοφοριακή επιβάρυνση στο τοπικό οδικό δίκτυο από τις μεταφορές τόσο των πρώτων υλών προς τη μονάδα, όσο και των υπολειμμάτων που θα προκύψουν από την επεξεργασία τους. Ο λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, στην προσβαλλόμενη πράξη προβλέπονται συγκεκριμένα μέτρα και όροι για την ασφαλή μεταφορά των πρώτων υλών προς τη μονάδα και των υπολειμμάτων τους προς διάθεση (Α.Ε.Π.Ο., Κεφάλαιο Β.2. «Περιβαλλοντικοί Όροι κατά τη λειτουργία» παρ. Δ όρος 9), σύμφωνα με τους οποίους: «9. Οι στερεές πρώτες ύλες από τη στιγμή που συλλεχθούν θα πρέπει να διακινούνται μέσω κατάλληλων στεγανών κάδων – containers τα οποία θα πρέπει να είναι καλ [ υμ ] μένα με κατάλληλη μεμβράνη. Οι υγρές – αντλήσιμες πρώτες ύλες από τη στιγμή που συλλεχθούν να διακινούνται μέσω κλειστών, υδατοστεγ [ ών ] βυτίων. Σε κάθε περίπτωση οι εν λόγω πρώτες ύλες και συγκεκριμένα: α) Ο κατσίγαρος και τα καλάμια θα πρέπει να συνοδεύ [ ον ] ται από τα σχετικά παραστατικά (έντυπα παρακολούθησης στερεών μη επικίνδυνων αποβλήτων) και να οδηγούνται στη μονάδα από αδειοδοτημένη εταιρεία συλλογής μεταφοράς στερεών μη επικίνδυνων αποβλήτων, στην άδεια της οποίας θα πρέπει να περιλαμβάνονται οι εν λόγω κωδικοί αποβλήτων (κατά ΕΚΑ). β) Τα ζωικά υποπροϊόντα στα οποία συμπεριλαμβάνονται η κοπριά θα πρέπει να συνοδεύονται από τα σχετικά παραστατικά (εμπορικά έγγραφα ή υγειονομικά πιστοποιητικά) σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο Παράρτημα VIII κεφάλαιο ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΚ) με αριθ. 142/2011 (άρθ. 17, παρ. 1 εδάφ. Β του Κανονισμού) όπως προαναφέρθηκε και να οδηγούνται στη μονάδα από αδειοδοτημένη εταιρεία (με σχετικό κωδικό έγκρισης) για τα εν λόγω υλικά». Εξάλλου, δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης η έλλειψη υπογεγραμμένου ιδιωτικού συμφωνητικού με εξειδικευμένη μεταφορική εταιρεία ήδη από το στάδιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης (πρβλ. ΣτΕ 273/2019 σκ. 14). Εάν δε ήθελε θεωρηθεί ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναφέρεται στα απόβλητα έλαια που θα προκύψουν από τη λειτουργία του μηχανολογικού εξοπλισμού, υπάρχει, επίσης, σχετική πρόβλεψη (Α.Ε.Π.Ο., Κεφ. 2, παρ. Δ όρος 28, σελ. 29). Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη πράξη προκύπτει (στοιχ. 50 προοιμίου, σελ. 9) ότι με την από 24.11.2014 αίτηση που υπέβαλε ο φορέας του έργου για την τροποποίηση των πρώτων υλών που θα χρησιμοποιήσει συνυπέβαλε και χάρτη με τους παραγωγούς – προμηθευτές, στον οποίο φαίνονται και οι διαδρομές των οχημάτων μεταφοράς της πρώτης ύλης και, με τον τρόπο αυτό, τεκμηριώνεται η μικρή έως αμελητέα επίπτωση στο οδικό δίκτυο κυκλοφορίας από τη διακίνηση των οχημάτων αυτών, δεδομένου ότι το σύνολο των πρώτων υλών παράγεται στην Π.Ε. Ηρακλείου, εγγύς της μονάδας, ενώ στις απόψεις του φορέα προς το ΠΕ.Σ.Π.Α. αναφέρεται ότι, σύμφωνα με χάρτη που υπέβαλε η μεταφορά των πρώτων υλών, του παραγόμενου υγρού εδαφοβελτιωτικού και του αποξηραμένου χωνεμένου υπολείμματος θα γίνεται με τυπικά εμπορικά οχήματα (φορτηγά και βυτιοφόρα με μέση χωρητικότητα 20 τόνοι/όχημα).
- Επειδή, στην παρ. Δ του Κεφαλαίου 2 της προσβαλλόμενης πράξης αναφέρονται τα εξής: «1. Η παρούσα Α.Ε.Π.Ο. χορηγείται με προκαθορισμένο σενάριο τροφοδοσίας πρώτων υλών και παραγόμενων υπολειμμάτων όπως αναφέρεται στο Κεφ. Α της παρούσας. Σε περίπτωση διαφοροποίησης των πρώτων υλών ώστε να συμπεριληφθούν και άλλα ρεύματα αγρό-κτηνοτροφικών αποβλήτων (όπως π.χ., ενεργειακές καλλιέργειες, σφάγια κ.λπ.) τα οποία θα εισέρχονται στη μονάδα, απαιτείται προηγο [ υμένως ] η τροποποίηση της παρούσας κατόπιν υποβολής και εξέτασης σχετικού φακέλου τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων όπως η νομοθεσία ορίζει. 2. [ … ] . 8.15. [ … ] . Όταν πραγματοποιείται οιαδήποτε τροποποίηση σε προϊόν, σε διεργασία ή σε οιοδήποτε στάδιο της παραγωγής, της μεταποίησης, της αποθήκευσης ή της διανομής, ο Φορέας λειτουργίας του έργου του θέματος θα πρέπει να επανεξετάζει τις διαδικασίες να επιφέρει τις απαιτούμενες αλλαγές (άρθρο 29, παράγραφος 3 του Κανονισμού (ΕΚ) με αριθ. 1069/2009) και να ενημερώσει την Υπηρεσία μας για αυτό, από όπου και θα προκύψει εάν απαιτείται η υποβολή νέας Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Μ.Π.Ε.) . [ … ] . 64. Αλλαγή βασικών χαρακτηριστικών του έργου, όπως αυτό περιγράφεται στη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και στους όρους και περιορισμούς της παρούσας Απόφασης, είναι δυνατή μόνον εφόσον δεν επέρχονται ουσιαστικές διαφοροποιήσεις ως προς τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και μόνο έπειτα από σχετική έγκριση των αρμοδίων Υπηρεσιών. Σε κάθε άλλη περίπτωση απαιτείται η υποβολή Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και η έκδοση νέας Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων». Από τους ανωτέρω όρους της προσβαλλόμενης πράξης προκύπτει ότι ο φορέας του έργου υποχρεούται, πριν επιφέρει οποιαδήποτε αλλαγή στην αδειοδοτούμενη, με την προσβαλλόμενη πράξη, δραστηριότητα να ενημερώσει σχετικώς την περιβαλλοντική αρχή, η οποία περαιτέρω θα αποφανθεί για το αν απαιτείται η υποβολή νέας Μ.Π.Ε. ή αν αρκεί η απλή τροποποίηση της Α.Ε.Π.Ο. Συνεπώς, καμία αντιφατική αναφορά δεν υπάρχει σχετικώς στην προσβαλλόμενη πράξη. Εξάλλου, τα περί παραπλάνησης του Δήμου κατά τη χορήγηση της ……………./28.5.2014 βεβαίωσης του Τμήματος Έργων Υποδομής αλυσιτελώς προβάλλονται δεδομένου ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει, ούτε ο αιτών Δήμος ισχυρίζεται, ότι η συγκεκριμένη βεβαίωση έχει ανακληθεί. Όλα δε τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
- Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων του επίμαχου έργου περιέχει ειδική, νόμιμη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και όλοι οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως και ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
- Επειδή, κατ’ ακολουθία, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.






