ΣΤΕ 1017/2020 [ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΆΡΣΗ ΣΗΜΑΤΟΣ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΓΙΑ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΟΙΚΟΠΕΔΟΥ ΕΝΤΟΣ ΕΝΕΡΓΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ]
Περίληψη
– Για την ανέγερση οποιουδήποτε οικοδοµήµατος εντός ενεργού οικισμού που αποτελεί αρχαιολογικό χώρο, η προβλεπόμενη στο άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 3028/2002 έγκριση πρέπει να προηγείται κάθε υλικής πράξης και δεν είναι επιτρεπτό να χορηγηθεί µετά την εκτέλεση του έργου, διότι σκοπός της ρύθμισης είναι η εκ των προτέρων εκτίμηση των συνεπειών του έργου προκειµένου να αποτρέπεται η αλλοίωση του χαρακτήρα και της φυσιογνωμίας του αποτελούντος αρχαιολογικό χώρο ενεργού οικισμού και η βλάβη των μνημείων και της ευρύτερης περιοχής τους. Εξάλλου, η έλλειψη της ανωτέρω έγκρισης καθιστά την οικοδομική άδεια µη νόµιµη και επιτρέπει στα όργανα του Υπουργείου Πολιτισμού να εκδίδουν πράξη διακοπής των οικοδομικών εργασιών, ανεξαρτήτως αν έχει ανακληθεί ή όχι η οικοδομική άδεια.
Προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη, µε την οποία ήρθη το σήμα διακοπής εργασιών της Εφορείας Αρχαιοτήτων και επετράπη η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών στο οικόπεδο των παρεμβαινόντων, εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 3028/2002, διότι δεν είχε προηγηθεί των οικοδομικών εργασιών αιτιολογηµένη έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, η έλλειψη δε αυτή, η οποία οδήγησε στην έκδοση του σήματος διακοπής των εργασιών από την Εφορεία Αρχαιοτήτων, καθιστά µη νόµιµη την άρση του. Συναφώς, προβάλλεται ότι η ανωτέρω προσβαλλόμενη πράξη στερείται νόμιμης αιτιολογίας, διότι η αιτιολογία της εξαντλείται στην διενέργεια δοκιµαστικών τοµών και τον µη εντοπισμό υποκείµενων αρχαιοτήτων στον αύλειο χώρο του ακινήτου χωρίς να αξιολογούνται οι συνέπειες της κατασκευής στον προστατευόμενο αρχαιολογικό χώρο και την φυσιογνωμία της περιοχής. Ο ανωτέρω λόγος είναι βάσιµος και πρέπει να γίνει δεκτός. Και τούτο, διότι το επίµαχο ακίνητο ευρίσκεται µεν εκτός των ζωνών προστασίας Α’ και Β’ του αρχαιολογικού χώρου, αλλά εντός του κηρυγµένου αρχαιολογικού χώρου, που αναοριοθετήθηκε και περικλείει τον οικισμό, όπου ευρίσκεται το ανωτέρω ακίνητο. Ενόψει δε του ότι η έγκριση της Εφορείας Αρχαιοτήτων πρέπει να προηγείται της άδειας δόµησης και, κατά συνεκδοχή, της ανέγερσης του σκελετού της οικοδομής, δεν ήταν δυνατή, εν προκειμένω, η παροχή έγκρισης εξ επόψεως αρχαιολογικής νομοθεσίας, µετά την ολοκλήρωση του φέροντος οργανισμού της επίµαχης οικοδοµής κατόπιν της διενέργειας δοκιμαστικών τοµών στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και τον µη εντοπισμό αρχαιοτήτων, διότι σκοπός της εκτίµησης της συμβατότητας του προς ανέγερση οικοδοµήµατος µε τον αρχαιολογικό χώρο δεν είναι µόνο ο έλεγχος της ύπαρξης αρχαιοτήτων στο υπέδαφος του συγκεκριμένου ακινήτου, αλλά και η αξιολόγηση της επίδρασης του κτίσματος στη φυσιογνωμία του οικισμού, που αποτελεί αρχαιολογικό χώρο, και της ευρύτερης περιοχής του, η οποία τελεί σε άµεση οπτική επαφή µε τα μνημεία και είναι αναγκαία για την ανάδειξή τους. Συνεπώς, η Εφορεία Αρχαιοτήτων µη νομίμως ήρε το σήμα διακοπής οικοδομικών εργασιών, χωρίς να έχει προηγηθεί η εκτίµηση της συμβατότητας, µε µόνη την εκ των υστέρων διενέργεια δοκιµαστικών τοµών στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, µε την προσβαλλόμενη πράξη της, η οποία για τον λόγο αυτό πρέπει να ακυρωθεί.
Κατόπιν της ανωτέρω ακυρώσεως της πράξης ἁρσεως του σήματος η άδεια δόμησης, η αναθεώρησή της και η απόφαση του Τµήµατος Οικοδοµικών Αδειών της Υπηρεσίας Δόμησης, με τις οποίες επιτρέπεται µη νοµίµως, δηλαδή χωρίς την προηγούµενη ἐγκριση της οικείας αρχαιολογικής υπηρεσίας, η εκτέλεση οικοδομικών εργασιών για την ανέγερση νέας οικοδοµής στο επίμαχο ακίνητο, το οποίο ευρίσκεται εντός θεσμοθετηµένου αρχαιολογικού χώρου, κατέστησαν ακυρωτέες.
Πρόεδρος: Μ. Ελ. Κωνσταντινίδου
Εισηγητής: Π. Καρλή
Το πλήρες κείμενο της απόφασης θα αναρτηθεί αμέσως μετά την καθαρογραφή του από το Δικαστήριο.






