ΣτΕ 2720/2017 [Όροι για τη θέση τμήματος ακινήτου σε κοινή χρήση]
Περίληψη
-Κατά την έκδοση πράξεων εφαρμογής δεν ελέγχθηκε εάν τα συγκεκριμένα επίμαχα τμήματα ακινήτων των αιτούντων προβλέπονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο πόλης ως κοινόχρηστοι χώροι, εάν έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με τη ρητή ή συναγομένη εμμέσως βούληση των ιδιοκτητών ή, τέλος, εάν η κοινοχρησία τους προκύπτει από πραγματική κατάσταση διατηρηθείσα επί μακρό χρόνο κατ’ ανοχήν τους. Οι αιτούντες με την ένστασή τους προέβαλαν ότι δεν συντρέχουν, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις της ως άνω διάταξης και ο Νομάρχης με την απόφασή του απέρριψε την ένσταση χωρίς να απαντήσει στον ως άνω ουσιώδη ισχυρισμό. Επομένως, η ανωτέρω νομαρχιακή απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, κατά τον βασίμως προβαλλόμενο λόγο ακυρώσεως και ως εκ τούτου ακυρωτέα, τόσο αυτή, όσο και η προσβαλλόμενη σιωπηρή απόρριψη, εκ μέρους του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας, της σχετικής προσφυγής των αιτούντων κατά της ανωτέρω νομαρχιακής αποφάσεως.
Πρόεδρος: Αθ. Ράντος
Εισηγητής: Μ. Γκορτζολίδου
Δικηγόροι: Μ. Μουστάκας, Κων. Βαρδακαστάνης
Βασικές Σκέψεις
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως, η οποία εισάγεται προς συζήτηση μετά την έκδοση της 2639/2013 αναβλητικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας της Επικρατείας, ζητείται η ακύρωση της σιωπηρής απόρριψης εκ μέρους του Γενικού Γραμματέως Περιφέρειας Θεσσαλίας της από 1.3.2001 ένστασης των αιτούντων κατά της 2955/2.11.2000 απόφασης του Νομάρχη Λάρισας. Με την τελευταία αυτή απόφαση κυρώθηκε η 1/2000 πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης επέκτασης σχεδίου πόλης Δήμου Γιάννουλης του Νομού Λάρισας, καθώς και της ως άνω απόφασης του Νομάρχη.
3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως ασκείται, κατά τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση 2639/2013 του Δικαστηρίου, εμπροθέσμως και με προφανές έννομο συμφέρον.
4. Επειδή, με την 2955/2.11.2000 απόφαση του Νομάρχη Λάρισας κυρώθηκε η 1/2000 πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης σχεδίου πόλης Δήμου Γιάννουλης του Νομού Λάρισας, και απερρίφθησαν οι ενστάσεις που είχαν ασκήσει μεταξύ άλλων, οι αιτούντες κατ’ αυτής. Στην ως άνω απόφαση, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι επιτρέπεται η υποβολή προσφυγής κατ’ αυτής στον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας σε προθεσμία 30 ημερών από την κοινοποίησή της ή την δημοσίευση της σχετικής πρόσκλησης στον τύπο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου, η σχετική πρόσκληση δημοσιεύτηκε στον Τύπο στις 16.2. 2001 (βλ. το 2234/30.4.2001 έγγραφο του Δήμου Γιάννουλης προς την Περιφέρεια Θεσσαλίας). Οι αιτούντες κατέθεσαν ένσταση κατά της απόφασης αυτής την 1.3.2001 στο Δήμο Γιάννουλης, απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας. Από τα στοιχεία του φακέλου (βλ. το 1132/4.5.2001 έγγραφο της Περιφέρειας) προκύπτει ότι η ανωτέρω προσφυγή περιήλθε στην Περιφέρεια Θεσσαλίας στις 4.5.2001. Στη συνέχεια, μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 του ν. 3200/55 60νθήμερης προθεσμίας (ήτοι την 4.7.2001), γνωστοποιήθηκε στους αιτούντες, με το 2065/27.7.2001 έγγραφο της Περιφέρειας Θεσσαλίας, η απόρριψη της ενστάσεώς τους. Συγκεκριμένα το ανωτέρω έγγραφο πληροφορούσε τους αιτούντες ότι «… δεν εξεδόθη απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας μέσα στην αποκλειστική προθεσμία των 60 ημερών που τάσσει το άρθρο 8 του ν. 3200/55, με συνέπεια αυτή να θεωρείται σιωπηρώς απορριφθείσα από τις 4.7.2001». Τέλος, οι ήδη αιτούντες άσκησαν την κρινόμενη από 4.10.2001 αίτηση ακύρωσης κατά της ως άνω σιωπηρής απορρίψεως της ενστάσεώς τους ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία με την από 18.12.2001 πράξη του Προέδρου του Ε’ Τμήματος παραπέμφθηκε λόγω αρμοδιότητας στο Διοικητικό Εφετείο Λάρισας. Επί της ως άνω αιτήσεως εκδόθηκε η 382/2005 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, θεωρώντας ότι η 60νθήμερη προθεσμία του άρθρου 8 του ν. 3200/55 έληγε στις 2.5.2001 (ως έναρξη της προθεσμίας έλαβε την 2.3.2001, επομένη της κατάθεσης της επίδικης προσφυγής στο Δήμο Γιάννουλης).
5. Επειδή, με την ως άνω 2639/2013 απόφαση του ΣτΕ εκδικάσθηκε η έφεση που άσκησαν οι αιτούντες κατά της εν λόγω αποφάσεως και, αφού έγινε δεκτός ο λόγος εφέσεως ότι η αιτιολογία της εκκαλουμένης με την οποία κρίθηκε εκπρόθεσμη η αίτηση ακυρώσεως των ήδη εκκαλούντων είναι εσφαλμένη, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια αναβλήθηκε η εκδίκαση της αιτήσεως ακυρώσεως προκειμένου να αποσταλούν εκ μέρους των διαδίκων συμπληρωματικά στοιχεία. Ήδη, μετά την αποστολή των συμπληρωματικών αυτών στοιχείων, ήτοι τοπογραφικού διαγράμματος της επίμαχης περιοχής, αποσπάσματος σχεδίου αναδασμού και σχεδιαγράμματος της προτεινόμενης επέκτασης, καθώς και πωλητηρίων συμβολαίων, εισάγεται προς εκδίκαση η ως άνω αίτηση ακυρώσεως.
6. Επειδή, όπως έχει κριθεί, κατά την έννοια του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 1337/1983 (Α΄ 33) και της απόφασης 79881/3445/6.12.1984 του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. «Διαδικασία και τρόπος σύνταξης της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης» (Β΄ 862), η πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης εκδίδεται κατά ειδική διοικητική διαδικασία που περιλαμβάνει και στάδιο ενστάσεων από τους ενδιαφερομένους, κατόπιν προσκλήσεώς τους, πριν από την κύρωση της πράξης. Κατά τον ρητό δε ορισμό αλλά και την έννοια της διάταξης της περ. ε΄ της παρ. 7 του άρθρου 12 του ν. 1337/1983, η πράξη αυτή καθίσταται οριστική και αμετάκλητη μετά την κύρωσή της. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος ενδιαφερομένου, η επάνοδος της Διοίκησης επί του θέματος, οι πράξεις δε αυτές δεν υπόκεινται σε ανάκληση ή ανασύνταξη ούτε για λόγους νομιμότητας. Δεν επιτρέπεται, εξάλλου, η ανάκληση ή ανασύνταξη κυρωθείσας πράξης εφαρμογής ούτε στην περίπτωση κατά την οποία με απόφαση των αρμοδίων κατά το Σύνταγμα δικαστηρίων βεβαιώνονται διαφορές ως προς το μέγεθος της εισφοράς σε γη και το μέγεθος των ιδιοκτησιών, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή ο νόμος προβλέπει την μετατροπή των διαφορών αυτών σε χρηματική αποζημίωση. (βλ. ΣτΕ 1730/2000 Ολομ., 3826/2007, 2601/2008, 4489/2009, 4573/2009, 2928/2011, 1497/2015 κ.ά.). Οι διατάξεις αυτές του ν. 1337/1983 τροποποιήθηκαν στη συνέχεια με το
ν. 3212/2003 (Α΄ 308/31.12.2003), με το άρθρο δε 11 παρ. 1, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (βλ. άρθρο 24), αντικαταστάθηκε η περίπτωση ε΄ της
παρ. 7 του άρθρου 12 του ν. 1337/1983 ως εξής: «ε) Η πράξη εφαρμογής μετά την κύρωσή της γίνεται οριστική και, με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου, αμετάκλητη. Η Διοίκηση κατ’ εξαίρεση μόνο επιτρέπεται να ανακαλεί εν όλω ή εν μέρει την πράξη εφαρμογής, για λόγους νομιμότητας ή για πλάνη περί τα πράγματα που αποδεικνύεται από στοιχεία που δεν ήταν γνωστά κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης ή από τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Η ανάκληση γίνεται αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου. Η πράξη ανακαλείται μόνο κατά το μέρος που διαπιστώνεται η παράβαση ή η πλάνη, μέσα σε εύλογο χρόνο από την κύρωση της πράξης εφαρμογής και συντάσσεται διορθωτική πράξη …». Κατά την έννοια και τον σκοπό των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 12 (παρ. 7 περ. ε΄) του ν. 1337/1983, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Διοίκηση διαπιστώνει, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3212/2003, ότι συντρέχουν οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις αυτές προϋποθέσεις για την τροποποίηση των πράξεων εφαρμογής, μπορεί να προβαίνει στη διόρθωσή τους, χωρίς να εξετάζεται αν αυτές είχαν κυρωθεί πριν ή μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3212/2003, αφού κρίσιμο στοιχείο είναι πλέον ο χρόνος έκδοσης των νέων διορθωτικών πράξεων και όχι αυτός της κύρωσης των εσφαλμένων αρχικών.
7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, τόσο η κύρωση της πράξης εφαρμογής όσο και η απόρριψη της ένστασης των αιτούντων έλαβαν χώρα πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 3212/2003 και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να υπαχθούν σε αυτόν, ανεξάρτητα από το χρόνο έκδοσης της απόφασης με την οποία κυρώθηκε η πράξη εφαρμογής (η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τυρνάβου την 17.9.2001). Συνεπώς, η εν λόγω πράξη εφαρμογής κατέστη οριστική και αμετάκλητη μετά την κύρωσή της και δεν είναι δυνατή, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος ενδιαφερομένου, η επάνοδος της Διοίκησης επί του θέματος, η δε πράξη εφαρμογής δεν υπόκειται σε ανάκληση ή ανασύνταξη ούτε για λόγους νομιμότητας αλλά μόνον σε αίτηση ακυρώσεως. Δεδομένου, όμως, ότι στην κυρωτική απόφαση του Νομάρχη περιέχεται η ρήτρα ότι «επιτρέπεται η υποβολή προσφυγής κατ’ αυτής στον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας σε προθεσμία 30 ημερών από την κοινοποίησή της ή την δημοσίευση της σχετικής πρόσκλησης στον τύπο», οι αιτούντες παραπλανήθηκαν από τη Διοίκηση ως προς τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής και πρέπει να θεωρηθεί ότι η εμπρόθεσμη (βλ. ΣτΕ 2639/2013) άσκηση εκ μέρους τους προσφυγής νομιμότητας ενώπιον του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας διέκοψε την προθεσμία προς άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά της κυρωτικής αποφάσεως, ώστε οι ανωτέρω να μην στερηθούν του συνταγματικού δικαιώματος προς παροχή δικαστικής προστασίας
(ΣτΕ 4573/2009). Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι η ασκηθείσα αίτηση ακυρώσεως εμπροθέσμως στρέφεται και κατά της ως άνω κυρωτικής αποφάσεως του Νομάρχη.
8. Επειδή, εξ άλλου, με το άρθρο 28 του ν. 1337/1983 (βλ. και αντίστοιχο άρθρο 415 του Κ.Β.Π.Ν.) ορίζεται ότι: «Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματιστεί με οποιονδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα. Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις». Όπως έχει κριθεί, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς να καταβληθεί αποζημίωση ιδιωτικά ακίνητα, εφόσον αυτά προβλέπονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ως κοινόχρηστοι χώροι και έχουν τεθεί σε κοινή χρήση, με την προϋπόθεση ότι η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγομένης εμμέσως από ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση διατηρηθείσα επί μακρό χρόνο κατ’ ανοχήν του ιδιοκτήτη. Για τη μετάθεση λοιπόν της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να υπάρχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια (ΣτΕ 744/1987 Ολομ., 2070/2007 σκ. 3, 3842/2007 σκ. 3, 2396/2008 σκ. 8, 2604/2008 σκ. 4, 2924/2012 σκ. 10, 497/2013 7μ. σκ. 10, 1994/2013 σκ. 15, 4629/2013
σκ. 11, 392/2014 σκ. 5, 2311/2014 σκ. 7, 250/2015 σκ. 5, ΑΠ 1194/2011, 1729/2011, 307/2012 κ.ά.).
8. Επειδή, ειδικότερα, κατά της ως άνω 1/2000 πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης σχεδίου πόλης Δήμου Γιάννουλης του Νομού Λάρισας οι αιτούντες είχαν υποβάλει την από 1.3.2000 ένστασή τους (αριθμ. πρωτ. 1291/9.3.2000), ισχυριζόμενοι ότι παρά το νόμο, δεν προσμετρήθηκαν στην εισφορά σε γη της ιδιοκτησίας τους, οι ιδιωτικοί δρόμοι που είχαν ήδη αφήσει, πριν την υλοποίηση της Πολεοδομικής μελέτης με την επίδικη πράξη εφαρμογής, προκειμένου να διαχωρίζονται οι ιδιοκτησίες επί των οικοπέδων που είχαν, ήδη, πωλήσει. Ειδικότερα στην εν λόγω ένσταση ανέφεραν ότι: «… Σύμφωνα με συνταχθέν σχέδιο σε τμήμα του αγροτεμαχίου 595, εκτάσεως 70 περίπου [στρεμμάτων] αρχίσαμε να πωλούμε οικόπεδα με προσύμφωνα στα οποία υποσχεθήκαμε να αφήσουμε δρόμους προσπέλασης όταν η περιοχή θα εντασσόταν στο σχέδιο πόλης. Ήμασταν βέβαιοι και θεωρούσαμε ότι οι δρόμοι αυτοί ως κοινόχρηστοι χώροι θα κάλυπταν και την τυχόν εισφορά μας σε γη προκειμένου ο οικισμός να γίνει λειτουργικός. Να σημειωθεί ότι οι δρόμοι που υποσχεθήκαμε να αφήσουμε δεν έχουν σχηματιστεί και διαμορφωθεί επί του εδάφους μέχρι σήμερα και οι αγοράσαντες διέρχονται από χώρους που ανήκουν σε μας και όχι από διαμορφωθέντες δρόμους με κράσπεδα και άσφαλτο οι οποίοι υφίστανται μόνο στα σχέδια και όχι στην υπάρχουσα πραγματική κατάσταση. Επειδή τμήμα του αγροτεμαχίου μας εντάσσεται, σήμερα, στο σχέδιο πόλης της Γιάννουλης, στον πίνακα της πράξης εφαρμογής εμφανίζονται ως ιδιοκτησία μας μόνο 23 στρέμματα, ενώ οι εκτάσεις των υποσχεθέντων δρόμων δεν συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτήν. Επειδή θεωρούμε ότι οι προταθέντες δρόμοι και κοινόχρηστοι χώροι αποτελούν τμήμα της εισφοράς γης που υποχρεούμαστε να συνεισφέρουμε και συνεπώς έπρεπε να συνυπολογιστούν στη γη που πρέπει να εισφέρουμε σήμερα. Επειδή οι δρόμοι που υποσχεθήκαμε δεν είχαν σχηματιστεί και διαμορφωθεί επί του εδάφους μέχρι σήμερα και συνεπώς δεν υπαγόμαστε στις διατάξεις του άρθρου 28 του Ν. 1337/83. … Επειδή εάν δεν θεωρηθούν οι προταθέντες από εμάς δρόμοι ως εισφορά γης, τότε θα έχουμε το παράδοξο να ζητείται από μας να εισφέρουμε διπλή φορά και αυτό θα δημιουργήσει τρομερή αδικία εις βάρος μας … σε αντίθεση με πάγιες συνταγματικές διατάξεις περί ισότητας των πολιτών, καθ’ όσον καλούμεθα να καταβάλλουμε δύο φορές εισφορά γης για μια έκταση η οποία ανήκει αποκλειστικά σε μας και αφαιρείται άνευ αιτίας έκταση η οποία αγοράστηκε, καλλιεργήθηκε και αξιοποιήθηκε από μας. Γι’ αυτό ζητούμε … να υπολογιστεί η ιδιοκτησία μας στα 37 στρέμματα και να αφαιρεθεί η εισφορά μας από τα 37 στρέμματα, αφού συμπεριληφθεί στην ως άνω εισφορά η έκταση των δρόμων τους οποίους … αφήσαμε επί χάρτου και όχι επί του εδάφους και θεωρηθούν μέρος της εισφοράς». Επί του εγγράφου της ως άνω ένστασης ανεγράφη η από 14.9.2000 σημείωση ότι: «Ο ισχυρισμός των ενισταμένων κρίνεται απορριπτέος. Οι δρόμοι που υλοποιήθηκαν ελήφθησαν ότι είναι σε κοινή χρήση ενώ οι μη υλοποιημένοι εντάσσονται στην αρχική ιδιοκτησία». Με την 2955/2.11.2000 απόφαση του Νομάρχη Λάρισας, όπως αυτή συμπληρώθηκε και διορθώθηκε με την 7428/ 18.12.2000 απόφαση του ιδίου και με την οποία κυρώθηκε η 1/2000 πράξη εφαρμογής, οι ισχυρισμοί των αιτούντων απερρίφθησαν με την αιτιολογία: «Επειδή ο πρώτος ισχυρισμός των ενισταμένων κ.κ. Γέμτου Θεοφάνη και Στέφανου του Αναστασίου, ότι δηλ. σύμφωνα με το συνταχθέν σχέδιο τμήμα του αγροτεμαχίου 595 εντάχθηκε στο σχέδιο, από το τεμάχιο αυτό των 70 στρεμμάτων πωλήθηκαν 42 στρ. και απόμειναν 37 περίπου στρέμ., στον πίνακα της πράξης φαίνονται μόνο
23 στρ., ενώ οι δρόμοι που αφέθηκαν στα σχέδια χωρίς να υλοποιηθούν στο έδαφος έπρεπε να συνυπολογισθούν στην ιδιοκτησία τους και όχι να λαμβάνονται υπόψη ως κοινόχρηστοι χώροι, κρίνεται απορριπτέος, διότι οι δρόμοι που υλοποιήθηκαν στο έδαφος ελήφθησαν υπόψη ως κοινόχρηστοι χώροι, ενώ οι δρόμοι που δεν υλοποιήθηκαν στο έδαφος έχουν συνυπολογισθεί στην έκταση της ιδιοκτησίας τους. Επειδή ο δεύτερος ισχυρισμός των, ότι δηλ. εάν δεν θεωρηθούν οι φερόμενοι στο αρχικό σχέδιο δρόμοι, ως εισφορά γης, υποχρεούνται στην εκ νέου εισφορά γης, τότε αυτό [αποτελεί] μεγάλη αδικία, κρίνεται απορριπτέος, διότι η εισφορά σε γη υπολογίσθηκε σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις».
9. Επειδή, από το περιεχόμενο της απορριπτικής της ενστάσεως των αιτούντων νομαρχιακής αποφάσεως προκύπτει ότι σ’ αυτή δεν βεβαιώνεται η εν προκειμένω συνδρομή των κατά την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 28 του ν.1337/1983 προϋποθέσεων. Ειδικότερα, κατά την έκδοση της πράξεως εφαρμογής δεν ελέγχθηκε εάν τα συγκεκριμένα επίμαχα τμήματα ακινήτων των αιτούντων προβλέπονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο πόλης του Δήμου Γιάννουλης ως κοινόχρηστοι χώροι, εάν έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με τη ρητή ή συναγομένη εμμέσως βούληση των ιδιοκτητών ή, τέλος, εάν η κοινοχρησία τους προκύπτει από πραγματική κατάσταση διατηρηθείσα επί μακρό χρόνο κατ’ ανοχήν τους. Οι αιτούντες με την ένστασή τους προέβαλαν ότι δεν συντρέχουν, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις της ως άνω διάταξης και ο Νομάρχης Λάρισας με την 2955/2.11.2000 απόφασή του απέρριψε την ένσταση χωρίς να απαντήσει στον ως άνω ουσιώδη ισχυρισμό. Επομένως, η ανωτέρω νομαρχιακή απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, κατά τον βασίμως προβαλλόμενο λόγο ακυρώσεως και ως εκ τούτου ακυρωτέα, τόσο αυτή, όσο και η προσβαλλόμενη σιωπηρή απόρριψη, εκ μέρους του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας, της σχετικής προσφυγής των αιτούντων κατά της ανωτέρω νομαρχιακής αποφάσεως.






