ΣτΕ 2646/2017 [Μη καταβολή αποζημίωσης για στέρηση χρήσης ακινήτου περιλαμβανόμενου σε αρχαιολογικό χώρο]
Περίληψη
-Στο προβαλλόμενο έγγραφο αναφέρεται ότι αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης 92.000 τ.μ., η οποία χαρακτηρίζεται στο σχέδιο πόλεως ως αρχαιολογικός χώρος χωρίς ειδικούς όρους δόμησης, δηλαδή ως περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως, όπως άλλωστε κρίθηκε μεταγενεστέρως και με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Εφόσον, επομένως, στο έγγραφο περιγράφονται απλώς οι ρυθμίσεις του σχεδίου πόλεως και δεν δίδεται απάντηση σε αίτημα των αιτουσών για την έκδοση διοικητικής πράξης, το έγγραφο αυτό δεν συνιστά εκτελεστή πράξη, αλλά εσωτερικό έγγραφο της Διοίκησης, ακόμη και αν αποκλίνει, ενδεχομένως, κατά το ως άνω περιεχόμενό του από την μέχρι τότε άποψη των οργάνων της Διοίκησης ή του Δήμου Ρόδου για το πολεοδομικό καθεστώς που διέπει το επίμαχο ακίνητο. Κατά συνέπεια, το ανωτέρω έγγραφο απαραδέκτως προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, ο περί του αντιθέτου δε ισχυρισμός των αιτουσών, με τον οποίο προβάλλεται ότι το έγγραφο αυτό έχει εκτελεστό χαρακτήρα, διότι ανατρέπει το πρώτον την πάγια θέση της Διοίκησης η οποία επί σειρά ετών θεωρούσε ότι το ακίνητό τους είχε όρους δόμησης και μπορούσε να δομηθεί, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. To πρακτικό της Επιτροπής του άρθρου 19 παρ. ό του ν. 3028/2002 αποτελεί, κατά τη διάταξη αυτή, απλή γνώμη προς τον Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού, ο οτιοίος αποφασίζει κατά νόμο για την καταβολή ή μη της αποζημίωσης στον ενδιαφερόμενο, και ως εκ τούτου το ως άνω πρακτικό, ελλείψει εκτελεστότητας, απαραδέκτως, επίσης, προσβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση. Και ναι μεν εκδόθηκε απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, με την οποία δεν εγκρίθηκε η καταβολή αποζημίωσης στις αιτούσες για το χρονικό διάστημα 1.5.2008 έως 30.4.2011, πλην η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε 16 περίπου μήνες μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, δεν μπορεί να θεωρηθεί συμπροσβαλλομένη, όπως ζητούν οι αιτούσες με υπόμνημα, εφόσον δεν υπάρχει παραδεκτός προσβαλλόμενη πράξη, αλλά υπόκειται αυτοτελώς σε αίτηση ακυρώσεως.
Πρόεδρος: Αικ. Σακελλαροπούλου
Εισηγητής: Δ. Βασιλειάδης
Δικηγόροι: Παν. Λαζαράτος, Κων. Βαρδακαστάνης
Βασικές Σκέψεις
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση α) του 47/2011/15.3.2011 εγγράφου του Διευθυντή Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού Δωδεκανήσου της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου προς τον Δήμο Ρόδου και την ΚΒ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (ΕΚΠΑ), στο οποίο εκτίθεται, σε απάντηση σχετικού εγγράφου της Εφορείας, ότι σύμφωνα με το σχέδιο πόλεως η ΚΜΓ 547 και η ΚΜΟ 131 της πρώην Κοινότητας Τριάντα (Ιαλυσού) Ρόδου, περιλαμβάνονται σε αρχαιολογικό χώρο έκτασης 92.000 τ.μ. για τον οποίο δεν καθορίσθηκαν ειδικοί όροι δόμησης και η περιοχή θεωρείται αδόμητη, β) του 8/28.2.2013 εγγράφου της Διευθύντριας Πολ. Σχεδιασμού του Δήμου Ρόδου, με το οποίο η από 28.12.2012 αίτηση των αιτουσών διαβιβάσθηκε στην ΚΒ΄ ΕΠΚΑ, για να διατυπώσει τη γνώμη της επί του αιτήματος τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου Ιαλυσού με σκοπό τον καθορισμό όρων δόμησης στις ανωτέρω μερίδες γαιών και οικοδομών και γ) του από 11.12.2012 πρακτικού, με το οποίο η Επιτροπή του άρθρου 19 παρ. 6 του ν. 3028/2002 γνωμοδότησε αρνητικά για την καταβολή αποζημίωσης στις αιτούσες, λόγω στέρησης της χρήσης της ΚΜ 547 γαιών από 1.5.2008 έως 30.4.2011.
3. Επειδή, η υπόθεση παραδεκτώς συζητήθηκε, αν και δεν παρέστη ο Δήμος Ρόδου, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό που υπάρχει στον φάκελο, στον εν λόγω Δήμο επιδόθηκαν αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης και της πράξης της Προέδρου του Τμήματος, με την οποία ορίσθηκαν δικάσιμος και εισηγητής της υπόθεσης.
4. Επειδή, η υπόθεση αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση στο Ε΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας (πρβλ. ΣτΕ 2127/2014).
5. Επειδή, η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, κατά το άρθρο 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος, οργανώνεται και εξειδικεύεται με τον ν. 3028/2002 (Α΄ 153). Με τις διατάξεις του νόμου αυτού, και ιδίως των άρθρων 10 (παρ. 1, 3, 4), 12, 13, 17, 18 (παρ. 1, 2, 6), 19 και 73 (παρ. 10), τίθενται οι αναγκαίοι όροι για την προστασία των μνημείων και των αρχαιολογικών χώρων και ρυθμίζεται το θέμα της απαλλοτρίωσης μνημείων ή ακινήτων στα οποία υπάρχουν μνημεία ή της αποζημίωσης του ιδιοκτήτη ακινήτου, στο οποίο επιβλήθηκαν δυσμενείς όροι που έχουν ως συνέπεια τον περιορισμό ή τη στέρηση της χρήσης του. Στο άρθρο 19 του νόμου ορίζονται, ειδικότερα, τα εξής: «1. Για την προστασία μνημείων, αρχαιολογικών χώρων ή ιστορικών τόπων ή για τη διενέργεια ανασκαφών ο Υπουργός Πολιτισμού μπορεί να επιβάλλει προσωρινή ή οριστική στέρηση ή περιορισμό της χρήσης ακινήτου. 2. Σε περίπτωση ουσιώδους προσωρινού περιορισμού ή ουσιώδους προσωρινής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης του όλου ακινήτου, καταβάλλεται αποζημίωση, η οποία υπολογίζεται με βάση τη μέση κατά προορισμό απόδοση του ακινήτου πριν τον περιορισμό ή τη στέρηση της χρήσης, λαμβανομένης υπόψη και της ιδιότητας του ακινήτου ως μνημείου, εφόσον αυτή συντρέχει. 3. Σε περίπτωση ουσιώδους οριστικού περιορισμού ή οριστικής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης του όλου ακινήτου καταβάλλεται πλήρης αποζημίωση. Και στην περίπτωση αυτή λαμβάνεται υπόψη η ιδιότητα του ακινήτου ως μνημείου, εφόσον αυτή συντρέχει. 4. Σε περίπτωση προσωρινής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης του όλου ή μέρους ακινήτου μέσα στο οποίο υπάρχουν μνημεία ή άλλων παρακείμενων ακινήτων, εάν κρίνεται απαραίτητο για την προστασία των μνημείων αυτών, κάθε θιγόμενος μπορεί να υποβάλει αίτηση για αποζημίωση, για τον προσδιορισμό της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2.
5. Σε περίπτωση ουσιώδους οριστικού περιορισμού ή οριστικής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης τμήματος του ακινήτου, που απαιτείται για την προστασία του μνημείου, η αποζημίωση καταβάλλεται για το τμήμα αυτό, μόνο εάν ο περιορισμός ή η στέρηση δεν επιφέρει ουσιώδη οριστικό περιορισμό ή οριστική στέρηση της κατά προορισμό χρήσης του όλου ακινήτου, οπότε καταβάλλεται η αποζημίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 3. 6. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη επιτροπής, διαπιστώνεται εάν συντρέχει περίπτωση καταβολής αποζημίωσης κατά τις παραγράφους 1 έως 5, καθώς και το ύψος της. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού καθορίζεται η συγκρότηση και οι αρμοδιότητες της επιτροπής, η διαδικασία κατά την οποία γνωμοδοτεί, τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη, το είδος και ο τρόπος καταβολής της αποζημίωσης και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. 7. Σε περίπτωση κατά την οποία το ποσό που έχει ή προβλέπεται να καταβληθεί ως αποζημίωση λόγω στέρησης ή περιορισμού χρήσης ακινήτου, προσεγγίζει την αξία του ακινήτου τότε αυτό κηρύσσεται απαλλοτριωτέο […]». Κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 6 του ως άνω άρθρου 19 εκδόθηκε η ΥΠΠΟ/ΓΝΟΣ/9130/26.2.2003 κοινή απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Πολιτισμού «Σύσταση Επιτροπής του άρθρου 19 παρ. 6 του
ν. 3028/2002» (Β΄ 229), στην παρ. 4 της οποίας προβλέπεται ότι «Για την έκδοση της γνωμοδότησης της Επιτροπής λαμβάνονται υπόψη: α. Ο περιορισμός ή η στέρηση της κατά προορισμό νόμιμης χρήσης του όλου ή τμήματος ενός εκτός σχεδίου κειμένου ακινήτου, όταν είναι ουσιώδης, ήτοι όταν συνεπεία αυτού επέρχεται εκμηδένιση της εκμεταλλεύσεως του ακινήτου, ή ουσιωδώς μειούται η εκμετάλλευση, χρήση και απόδοση αυτού. β. Ο περιορισμός ή η στέρηση της κατά προορισμό νόμιμης χρήσης του όλου ή τμήματος ενός ακινήτου, όταν είναι προσωρινός, ήτοι όταν προβλέπεται να διαρκέσει μέχρι της λήξεως διενεργουμένου, ή προγραμματιζόμενου αρχαιολογικού έργου και πάντως όχι πέραν της πενταετίας σε κάθε περίπτωση. γ. Ο περιορισμός ή η στέρηση της κατά προορισμό νόμιμης χρήσης του όλου ή τμήματος ενός ακινήτου, όταν αυτός είναι οριστικός, ήτοι όταν αυτός διαρκεί πέραν της πενταετίας. Και οι δύο ως άνω περιπτώσεις τελούν υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής της παρ. 7 του άρθρου 19 του ν. 3028/2002 […]».
6. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του
ν. 3028/2002, οι οποίες περιέχουν ολοκληρωμένο πλέγμα ρυθμίσεων για το θέμα της αποζημίωσης του ιδιοκτήτη ακινήτου, επί του οποίου επιβάλλονται μέτρα περιοριστικά της ιδιοκτησίας με σκοπό την προστασία των στοιχείων του πολιτιστικού περιβάλλοντος, για τη διεκδίκηση της αποζημίωσης με βάση τις διατάξεις αυτές απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη, για το οποίο αποφαίνεται ο Υπουργός Πολιτισμού με πράξη εκδιδόμενη ύστερα από γνώμη της οικείας επιτροπής, η απόφαση δε του Υπουργού Πολιτισμού, με την οποία ολοκληρώνεται η διαδικασία αυτή, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία υπόκειται σε αίτηση ακυρώσεως, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται άλλο ένδικο βοήθημα κατ’ αυτής (πρβλ. ΣτΕ 4926/2013, 4641/2011, 3419/2011 7μ.). Εφόσον δε με τις διατάξεις αυτές αναγνωρίζεται πλέον ρητώς δικαίωμα προς αποζημίωση λόγω επιβολής περιορισμών στην ιδιοκτησία για την προστασία πολιτιστικών στοιχείων και θεσπίζεται σχετική διαδικασία, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να ασκήσει το δικαίωμά του με την τήρηση της διαδικασίας αυτής και δεν δικαιούται, πλέον, όπως είχε γίνει δεκτό υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 3146/1986 κ.ά.), να ασκήσει αγωγή ερειδομένη ευθέως στο άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγματος, δεδομένου ότι με τις ανωτέρω ρυθμίσεις του άρθρου 19 του ν. 3028/2002 εξέλιπε το νομοθετικό κενό, για την κάλυψη του οποίου είχε γίνει δεκτή η δυνατότητα ευθείας αγωγής για αποζημίωση, έτσι ώστε η παράλειψη του νομοθέτη να θεσπίσει διατάξεις σχετικές με την αποζημίωση ιδιοκτήτη για την επιβολή ουσιωδών περιορισμών στην ιδιοκτησία του κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς να μην οδηγεί σε αδρανοποίηση της ρητής συνταγματικής επιταγής για την καταβολή αυτής της αποζημίωσης
(ΣτΕ 2128/2014, 4627/2013 7μ.). Περαιτέρω, μέσω της διαδικασίας αυτής ο ενδιαφερόμενος δύναται να απαιτήσει την ικανοποίηση κάθε είδους αξιώσεών του που πηγάζουν από τους ανωτέρω συγκεκριμένους περιορισμούς της ιδιοκτησίας του, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις για την κατά το παρελθόν στέρηση χρήσης της. Στην περίπτωση δε που τα αιτήματα αυτά αφορούν τόσο τον παρόντα όσο και τον διαδραμόντα χρόνο δεν αποκλείεται να υποβληθούν και από κοινού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 45 παρ. 4 και 46 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, αν ο ενδιαφερόμενος υποβάλει αίτηση προς τη Διοίκηση, και η τελευταία αδρανήσει σε σχέση με τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τα άρθρα 18 και 19 του ν. 3028/2002, με την πάροδο άπρακτου τριμήνου από την υποβολή της αίτησης τεκμαίρεται η απόρριψή της, η δε προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως κατά της σχετικής παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας της Διοίκησης αρχίζει μετά την πάροδο του ανωτέρω τριμήνου (πρβλ. ΣτΕ 4778/2014).
7. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου και την 2127/2014 απόφαση του Δικαστηρίου προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: Με την ΑΙ/Φ22/47481/2386/1979 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών (Β΄ 212/1980) καθορίσθηκαν, σε συνέχεια προγενέστερων αποφάσεών του, οι αρχαιολογικές ζώνες Ιαλυσού Ρόδου και τα μέτρα προστασίας τους. Οι αιτούσες φέρονται ως συγκύριες, εξ αδιαιρέτου, ενός ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στην περιφέρεια της πρώην Κοινότητας Ιαλυσού (Τριάντα) Ρόδου και αποτελείται από την Κτηματολογική Μερίδα Γαιών [ΚΜΓ] 547 εμβαδού 4.534,00 τ.μ. και την Κτηματολογική Μερίδα Οικοδομών [ΚΜΟ] 131 εμβαδού 562,00 τ.μ. Το σύνολο του ακινήτου αυτού βρίσκεται εντός του χώρου που χαρακτηρίζεται ως αρχαιολογικός στο
π.δ. της 8.8-4.9.1995 περί αναθεωρήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Ιαλυσού (Δ΄ 665), ενώ στο τμήμα του που αποτελεί τη Μερίδα Οικοδομών βρίσκεται κτίριο, γνωστό ως «Πύργος». Το εν λόγω κτίριο έχει χαρακτηρισθεί ως έργο τέχνης χρήζον ειδικής κρατικής προστασίας, με την ΥΠΠΕ/ΔΙΛΑΠ/Γ/893/21304/1982 απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών (Β΄ 369), βάσει των διατάξεων του κ.ν. 5351/1932 και του ν. 1469/1950. Με την 27718/15.6.1989 πράξη της ανωτέρω Υπουργού απαλλοτριώθηκαν διάφορα ακίνητα στον αρχαιολογικό χώρο Ιαλυσού Ρόδου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ΚΜΓ 547, «για την προστασία, συντήρηση και ανάδειξη του μινωικού οικισμού στα Τριάντα της Ρόδου», η πράξη όμως αυτή ακυρώθηκε, με την 3744/1992 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, διότι δεν δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. Μετά την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης, η ΚΒ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων [ΕΠΚΑ] ζήτησε από τις κεντρικές υπηρεσίες του Υπουργείου να κινήσουν εκ νέου τη διαδικασία για την απαλλοτρίωση των επίμαχων ακινήτων, λόγω της σημασίας του αρχαιολογικού χώρου. Οι αιτούσες, με αίτηση που κατατέθηκε στην ανωτέρω Εφορεία (ΚΒ΄ ΕΠΚΑ) στις 7.6.2002, ζήτησαν αποζημίωση 580.696,00 ευρώ, λόγω στέρησης της χρήσης του ακινήτου της ΚΜΓ 547 για το χρονικό διάστημα από 7.6.1997 μέχρι 16.6.2002, «ή το ποσό που θα ορισθεί μετά από την κρίση της αρμόδιας … επιτροπής», ισχυριζόμενες ότι θα μπορούσαν να το εκμεταλλευθούν ως ακάλυπτο χώρο ή με την εκμίσθωση καταστημάτων και οικιών, κατόπιν ανεγέρσεως οικοδομής στο «οικόπεδό» τους. Η επιτροπή του άρθρου 19 παρ. 6 του ν. 3028/2002 για τον Νομό Δωδεκανήσου εξέτασε το ανωτέρω αίτημα στη συνεδρίαση της 19.3.2004 και γνωμοδότησε υπέρ της καταβολής στις αιτούσες αποζημίωσης συνολικού ύψους 42.672,57 ευρώ. Κατόπιν της γνωμοδότησης εκδόθηκε η 1957/17.5.2004 απόφαση της Διευθύντριας της ΚΒ΄ ΕΠΚΑ, με την οποία εγκρίθηκε η καταβολή στις αιτούσες του ανωτέρω ποσού (42.672,57 ευρώ), λόγω στέρησης της χρήσης του ακινήτου τους για αρχαιολογικούς λόγους κατά το διάστημα από 6.6.1997 μέχρι 31.5.2002. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, και ειδικότερα καθ’ ο μέρος δεν ενέκρινε την καταβολή όλου του ποσού (580.696,00 ευρώ), οι αιτούσες άσκησαν αίτηση ακυρώσεως, η οποία απορρίφθηκε με την 2127/2014 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε, πλην άλλων, ότι με το π.δ. της 8.8-4.9.1995 τροποποιήθηκε το σχέδιο πόλεως και ο συγκεκριμένος αρχαιολογικός χώρος, στον οποίο περιλαμβάνεται η
ΚΜΓ 547, εξαιρέθηκε από την εντός σχεδίου περιοχή και κατέστη αρχαιολογικός χώρος εκτός σχεδίου, ότι τούτο προκύπτει από το άρθρο 3 του ανωτέρω π.δ. και από τα διαγράμματα που το συνοδεύουν, ότι η περιοχή που καθορίζεται στο π.δ. της 8.8-4.9.1995 ως «αρχαιολογικός χώρος» είναι περιοχή εκτός σχεδίου και ότι, υπό τα δεδομένα αυτά, νομίμως εν πάση περιπτώσει απορρίφθηκε το αίτημα των αιτουσών να τους καταβληθεί αποζημίωση για εντός σχεδίου ακίνητο. Εξάλλου, ως προς τις προσβαλλόμενες με την κρινόμενη αίτηση πράξεις από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι με το 47/2011/15.3.2011 έγγραφο
(α΄ προσβαλλομένη) του Διευθυντή Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού Δωδεκανήσου της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, το οποίο εκδόθηκε σε απάντηση σχετικού εγγράφου της Εφορείας, ενημερώθηκαν ο Δήμος Ρόδου και η ΚΒ΄ ΕΚΠΑ για το πολεοδομικό καθεστώς της περιοχής. Στο παραπάνω έγγραφο εκτίθεται ότι σύμφωνα με το σχέδιο πόλεως, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το από 8.8-4.9.1995 π.δ., η ΚΜΓ 547 και η ΚΜΟ 131 περιλαμβάνονται σε αρχαιολογικό χώρο εμβαδού 92.000 τ.μ. για τον οποίο δεν καθορίσθηκαν ειδικοί όροι δόμησης και η περιοχή θεωρείται αδόμητη. Στη συνέχεια, οι αιτούσες με την από 28.12.2012 αίτηση (αρ. πρωτ. 8/3.1.2013) προς τη Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Δήμου Ρόδου ζήτησαν την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου Ιαλυσού ως προς την ΚΜΓ 547 γαιών και την ΚΜΟ 131 και την επαναφορά του πολεοδομικού καθεστώτος που ίσχυε πριν από την έκδοση του από 8.8-4.9.1995 π.δ. Με το 8/28.2.2013 έγγραφο της Διευθύντριας Πολ. Σχεδιασμού του Δήμου Ρόδου
(β΄ προσβαλλομένη) η αίτηση αυτή για την τροποποίηση του σχεδίου πόλεως διαβιβάσθηκε στην ΚΒ΄ ΕΠΚΑ, προκειμένου η τελευταία να διατυπώσει τη γνώμη της. Εξάλλου, οι αιτούσες με την από 2.5.2011 αίτηση προς την ίδια Εφορεία (αρ. πρωτ. 2561/4.5.2011) είχαν ζητήσει αποζημίωση, ύψους 891.203,04 ευρώ, και για το χρονικό διάστημα 1.5.2008 έως 30.4.2011. Η Επιτροπή του άρθρου 19 παρ. 6 του
ν. 3028/2002 με το από 11.12.2012 πρακτικό της (γ΄ προσβαλλομένη), γνωμοδότησε υπέρ της απόρριψης του ανωτέρω αιτήματος, κατ’ επίκληση και του προαναφερθέντος 47/2011/15.3.2011 εγγράφου της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου. Κατά των ανωτέρω (α΄, β΄ και γ΄) πράξεων οι αιτούσες άσκησαν, στις 24.4.2013, την υπό κρίση αίτηση. Στη συνέχεια, 16 περίπου μήνες μετά την κατάθεση της αίτησης εκδόθηκε η απόφαση ΥΠΠΟΑ/ΓΔΑΠΚ/ΔΑΑΠ/Φ.60Α578/223399/131585/1185/2.9.2014 του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, με την οποία, κατόπιν και του από 11.12.2012 πρακτικού της Επιτροπής, δεν εγκρίθηκε η χορήγηση αποζημίωσης για τη στέρηση της χρήσης του ακινήτου (ΚΜΓ 547) των αιτουσών από 1.5.2008 έως 30.4.2011, με την αιτιολογία ότι το ακίνητο αυτό εμπίπτει στα όρια του αρχαιολογικού χώρου και δεν μπορεί να δομηθεί.
8. Επειδή, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, με το 47/2011/15.3.2011 έγγραφο της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου ενημερώθηκαν οι υπηρεσίες του Δήμου Ρόδου και η ΚΒ΄ ΕΠΚΑ για το πολεοδομικό καθεστώς που διέπει, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του από 8.8-4.9.1995 π.δ., το ακίνητο των αιτουσών (ΚΜΓ 547) στην Ιαλυσό Ρόδου. Ειδικότερα, στο ανωτέρω έγγραφο αναφέρεται ότι η ΚΜΓ 547 αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης 92.000 τ.μ., η οποία χαρακτηρίζεται στο σχέδιο πόλεως ως αρχαιολογικός χώρος χωρίς ειδικούς όρους δόμησης, δηλαδή ως περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως, όπως άλλωστε κρίθηκε μεταγενεστέρως και με την προαναφερθείσα 2127/2014 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Εφόσον, επομένως, στο 47/2011/15.3.2011 έγγραφο περιγράφονται απλώς οι ρυθμίσεις του σχεδίου πόλεως και δεν δίδεται απάντηση σε αίτημα των αιτουσών για την έκδοση διοικητικής πράξης, το έγγραφο αυτό δεν συνιστά εκτελεστή πράξη, αλλά εσωτερικό έγγραφο της Διοίκησης, ακόμη και αν αποκλίνει, ενδεχομένως, κατά το ως άνω περιεχόμενό του από την μέχρι τότε άποψη των οργάνων της Διοίκησης ή του Δήμου Ρόδου για το πολεοδομικό καθεστώς που διέπει το επίμαχο ακίνητο (πρβλ. ΣτΕ 4944/2014, 3347/2014). Κατά συνέπεια, το ανωτέρω έγγραφο της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου απαραδέκτως προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, ο περί του αντιθέτου δε ισχυρισμός των αιτουσών, με τον οποίο προβάλλεται ότι το έγγραφο αυτό έχει εκτελεστό χαρακτήρα, διότι ανατρέπει το πρώτον την πάγια θέση της Διοίκησης η οποία επί σειρά ετών θεωρούσε ότι το ακίνητό τους είχε όρους δόμησης και μπορούσε να δομηθεί, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
9. Επειδή, στερείται, ομοίως, εκτελεστότητας, διότι αποτελεί εσωτερικό έγγραφο της Διοίκησης, και απαραδέκτως προσβάλλεται το 8/28.2.2013 έγγραφο της Διευθύντριας Πολ. Σχεδιασμού του Δήμου Ρόδου, με το οποίο διαβιβάσθηκε στην ΚΒ΄ ΕΠΚΑ η από 28.12.2012 αίτηση των αιτουσών για την τροποποίηση του σχεδίου πόλεως στις ανωτέρω κτηματικές μερίδες γαιών και οικοδομών (πρβλ. ΣτΕ 4944/2014, 3347/2014). Τέλος, το από 11.12.2012 πρακτικό της Επιτροπής του άρθρου 19 παρ. 6 του ν. 3028/2002 αποτελεί, κατά τη διάταξη αυτή, απλή γνώμη προς τον Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού, ο οποίος αποφασίζει κατά νόμο για την καταβολή ή μη της αποζημίωσης στον ενδιαφερόμενο, και ως εκ τούτου το ως άνω πρακτικό, ελλείψει εκτελεστότητας, απαραδέκτως, επίσης, προσβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση. Και ναι μεν εκδόθηκε η προαναφερθείσα ΥΠΠΟΑ/ΓΔΑΠΚ/ ΔΑΑΠ/Φ.60Α578/223399/131585/1185/2.9.2014 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, με την οποία δεν εγκρίθηκε η καταβολή αποζημίωσης στις αιτούσες για το χρονικό διάστημα 1.5.2008 έως 30.4.2011, πλην η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε 16 περίπου μήνες μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, δεν μπορεί να θεωρηθεί συμπροσβαλλομένη, όπως ζητούν οι αιτούσες με το από 24.2.2015 υπόμνημα, εφόσον δεν υπάρχει παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη, αλλά υπόκειται αυτοτελώς σε αίτηση ακυρώσεως (βλ. ΣτΕ 4385/2015 σκ.6, 88/2015 σκ. 10, 1153/2010 σκ.6, 2632/2006 σκ. 4, 3576/2005 σκ. 5, 2477/2003 σκ. 4 κ.ά.).
10. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.






