ΣτΕ 2558/2017 [Παράνομη ΑΕΠΟ για λατομικό χώρο βιομηχανικού ορυκτού]
Περίληψη
-Κατά την έκδοση της πράξειος εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων, εξετάζονται όχι μόνο τα στοιχεία που, κατά την οικεία νομοθεσία, ερευνώνται κατά την έκδοση της πράξεως αυτής αλλά και όλα τα λοιπά στοιχεία που, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου, αποτελούν αντικείμενο εξετάσεως κατά τα προγενέστερα στάδια της σχετικής διοικητικής διαδικασίας. Τα στοιχεία αυτά είναι, μεταξύ άλλων, η κατ! αρχήν συμβατότητα της ασκήσεως της συγκεκριμένης εξορυκτικής δραστηριότητος προς τις απαιτήσεις προστασίας του περιβάλλοντος, η οποία δεν αποκλείεται να καταλήξει. υπό τις ειδικές εκάστοτε περιστάσεις, σε άρνηση της έγκρισης της ασκήσεως της δραστηριότητος ακόμη και σε περιοχή όπου έχει εντοπισθεί κοίτασμα μεταλλευτικών ορυκτών, καθώς και η επιλογή της συγκεκριμένης περιοχής, από. την οποία θα εκκινήσει ή στην οποία θα εντοπισθεί η εξορυκτική δραστηριότητα, σε συνδυασμό πάντοτε προς τις τυχόν εκάστοτε υφιστάμενες γενικότερες κατευθύνσεις του χωροταξικού σχεδιασμού.
-Εν προκειμένω νομίμως παρελείφθη η διαδικασία προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης (π.π.ε.α.), λόγω του χαρακτήρα του κοιτάσματος του επίμαχου λατομικού χώρου ως βιομηχανικού ορυκτού.
-Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου με του Δασαρχείου Βέροιας η εν λόγω έκταση χαρακτηρίσθηκε ως «δάσος» του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 998/1979 και υπάγεται στην κατηγορία του άρθ. 4 παρ. 1.γ. του ίδιου νόμου [«γ) Δάση και δασικαί εκτάσεις, τα οποία παρουσιάζουν ιδιαιτέραν σημασίαν από απόψεως παραγωγής δασικών προϊόντων ή άλλων αγαθών πρωτογενούς παραγωγής (εκμεταλλεύσίμα ή παραγωγικά δάση και δασικαί εκτάσεις»]. Εν όψει τούτου όμως η προσβαλλόμενη πράξη αιτιολογείται πλημμελώς, διότι δεν αντιμετωπίζονται οι επιπτώσεις από τη λειτουργία του λατομείου στο δασικό οικοσύστημα, σε συνδυασμό μάλιστα με τις πλησίον περιοχές Natura και συνεπώς δεν έγινε ορθή στάθμιση των ωφελειών και της βλάβης από την λειτουργία του έργου. Περαιτέρω, εφ’ όσον το οριοθετηθέν τμήμα ρέματος διέρχεται μέσω δάσους, η οριοθέτηση έπρεπε να γίνει με π.δ. και όχι με απόφαση του Γ.Γ.Π. Για τυς λόγους αυτούς, που προβάλλονται βασίμως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση.
Πρόεδρος: Ν. Ρόζος
Εισηγητής: Θ. Αραβάνης
Δικηγόροι:Γ. Παπαστεργίου, Χρ. Πολίτης
Βασικές Σκέψεις
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώνεται με το από 2.11.2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση: α) της κοινής αποφάσεως 123472/2403/30.7.2009 των Υπουργών ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., Ανάπτυξης και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με την οποία εγκρίθηκαν περιβαλλοντικοί όροι για την εκμετάλλευση λατομικού χώρου βιομηχανικού ορυκτού (ανθρακικού ασβεστίου) της εταιρείας «ΟΜΥΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.» στη θέση «Ξερολίβαδο» του Δήμου Βέροιας, Ν. Ημαθίας, β) της Δ13β-2873/18.10.2007 θετικής γνωμοδοτήσεως της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Ν. Α. Ημαθίας για την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων, γ) του Δ8-Β/Φ6.19.2/10298/2372/21.5.2007 εγγράφου της Δ/νσης Μεταλλευτικών και Βιομηχανικών Ορυκτών του Υπουργείου Ανάπτυξης, με το οποίο δεν προβάλλονται αντιρρήσεις για την έγκριση της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων (μ.π.ε.), δ) της 232557/3264/8.10.2007 θετικής γνωμοδοτήσεως της Διεύθυνσης Χωροταξίας και Προστασίας Περιβάλλοντος του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων και ε) του 95660/3055/5.7.2007 εγγράφου απόψεων της Διεύθυνσης Αισθητικών Δασών, Δρυμών και Θήρας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων επί της μ.π.ε.
3. Επειδή, στη δίκη παρεμβαίνει παραδεκτώς η εταιρεία «ΟΜΥΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.», υπέρ της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων.
4. Επειδή, οι υπό στοιχεία β) – ε) πράξεις έχουν προπαρασκευαστικό ή γνωμοδοτικό χαρακτήρα και προσβάλλονται απαραδέκτως. Η πρώτη πράξη προσβάλλεται με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς από τον αιτούντα Δήμο, ο οποίος προβάλλει ότι ο η λατομική δραστηριότητα στον ανωτέρω χώρο, που εμπίπτει στην εδαφική του περιφέρεια, επιβαρύνει το περιβάλλον και την υγεία των κατοίκων της περιοχής.
5. Επειδή, στο άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, ορίζεται ότι : «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας …». Εν όψει της ανωτέρω συνταγματικής επιταγής, όπως είχε πριν την αναθεώρηση του 2001, εκδόθηκε ο ν. 1650/1986 (Α΄ 160), με τον οποίο θεσπίζονται κανόνες αναφερόμενοι, πλην άλλων, στις προϋποθέσεις και στην διαδικασία για την έγκριση της εγκαταστάσεως δραστηριοτήτων ή εκτελέσεως έργων από τα οποία απειλούνται δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον, οι σχετικές διατάξεις του οποίου αντικαταστάθηκαν με το
ν. 3010/2002 (Α΄ 91) προκειμένου να εναρμονισθούν με τις οδηγίες 97/11/Ε.Ε. και 96/61/Ε.Ε. Με βάση εξουσιοδοτήσεις των άρθρων 3, 4 παράγραφοι 10 και 11 και 5 παράγραφος 1 του ν. 1650/1986, αλλά και σε συμμόρφωση προς τις Οδηγίες 84/360/ΕΟΚ και 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ε.Κ., εκδόθηκε αρχικά η κ.υ.α. 69269/5387/24.10.1990 (Β΄ 678) με την οποία καθορίζονται, μεταξύ άλλων, τα απαιτούμενα στοιχεία και προδιαγραφές του περιεχομένου των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων καθώς και η διαδικασία εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων και, κατ’ εξουσιοδότηση των ίδιων διατάξεων του ν.1650/1986, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 1 και 2 του
ν. 3010/2002, εκδόθηκε η κ.υ.α. 15393/2332/5.8.2002 (Β΄ 1022) που ρυθμίζει τα αντίστοιχα θέματα.
6. Επειδή, όπως έχει κριθεί, με τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος το φυσικό περιβάλλον έχει αναχθεί σε αυτοτελώς προστατευόμενο αγαθό προκειμένου να εξασφαλισθεί η οικολογική ισορροπία και η διαφύλαξη των φυσικών πόρων προς χάρη και των επομένων γενεών. Όπως προκύπτει, μάλιστα, από την προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη, ο συντακτικός νομοθέτης δεν αρκέσθηκε στην πρόβλεψη δυνατότητας να θεσπίζονται μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος αλλά επέβαλε στα όργανα του Κράτους που έχουν σχετική αρμοδιότητα να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για την διαφύλαξη του προστατευομένου αγαθού και, ειδικότερα, να λαμβάνουν τα απαιτούμενα νομοθετικά και διοικητικά, προληπτικά και κατασταλτικά, μέτρα, παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βαθμό και στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα. Κατά την λήψη, εξ άλλου, των μέτρων αυτών τα όργανα της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας οφείλουν, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ερμηνευομένης εν όψει και των άρθρων 106 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, να σταθμίζουν και άλλους παράγοντες αναγόμενους στο γενικότερο εθνικό και δημόσιο συμφέρον, όπως είναι εκείνοι που σχετίζονται με τους σκοπούς της οικονομικής αναπτύξεως, της αξιοποιήσεως του εθνικού πλούτου, της ενισχύσεως της περιφερειακής αναπτύξεως και της εξασφαλίσεως εργασίας στους πολίτες, δηλαδή σκοπούς για τους οποίους λαμβάνεται πρόνοια στο Σύνταγμα και, συγκεκριμένα, στα προαναφερόμενα άρθρα 106 και 22 παρ. 1. Η επιδίωξη όμως των σκοπών αυτών και η στάθμιση των προστατευομένων αντιστοίχων εννόμων αγαθών πρέπει να συμπορεύεται προς την υποχρέωση της Πολιτείας να μεριμνά για την προστασία του περιβάλλοντος κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται βιώσιμη ανάπτυξη, στην οποία απέβλεψε ο συντακτικός αλλά και ο κοινοτικός νομοθέτης. Κατά την στάθμιση εξ άλλου αυτή, σε συμμόρφωση προς την αρχή της προλήψεως και προφυλάξεως στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, που απορρέει από τις ανωτέρω διατάξεις, τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας πρέπει να λαμβάνουν προεχόντως υπόψη την τυχόν ύπαρξη ιδιαιτέρου κινδύνου για το φυσικό περιβάλλον από την κατασκευή και λειτουργία συγκεκριμένου έργου ή την ανάπτυξη συγκεκριμένης δραστηριότητας και να μη παρέχουν τη σχετική έγκριση αν διαπιστώσουν αιτιολογημένα ότι ο κίνδυνος αυτός, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο επαπειλούμενος από ενδεχόμενη πλημμελή λειτουργία του έργου, υπερακοντίζει προδήλως τα προσδοκώμενα οφέλη από την λειτουργία του. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση πρέπει, προκειμένου η στάθμιση αυτή να γίνεται κατά τρόπο ανταποκρινόμενο στην ανάγκη προστασίας των εκατέρωθεν διακυβευομένων εννόμων αγαθών, να εκτίθενται και να συνεκτιμώνται κατά τρόπο επαρκή αφ’ ενός μεν ο τρόπος και η μέθοδος κατασκευής και λειτουργίας της συγκεκριμένης εγκαταστάσεως και αφ’ ετέρου ο ειδικότερος χαρακτήρας του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο προσδοκάται ότι θα εξυπηρετηθεί από το έργο ή την δραστηριότητα αυτή, δεδομένου ότι η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη στάθμιση συναρτάται εκάστοτε με το είδος και την έκταση της επαπειλούμενης βλάβης και την φύση της εξυπηρετούμενης με την εκτέλεση του έργου ανάγκης. Περαιτέρω, σε περίπτωση προσβολής με αίτηση ακυρώσεως των διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία, με την οποία τα αρμόδια όργανα της Διοικήσεως εκτιμούν εκ των προτέρων τις αναμενόμενες συνέπειες για το περιβάλλον από σχεδιαζόμενα έργα ή δραστηριότητες και κρίνουν αν και με ποιους όρους μπορεί να πραγματοποιηθεί το έργο ή η δραστηριότητα ώστε να μη παραβιάζεται η αρχή της βιώσιμης αναπτύξεως, ο ακυρωτικός δικαστής ερευνά εάν τηρήθηκε συννόμως από ουσιαστική και τυπική άποψη η διαδικασία αυτή και αν τα στοιχεία, στα οποία στηρίζεται η ελεγχόμενη διοικητική πράξη, είναι σύμφωνα με τους σχετικούς ορισμούς της νομοθεσίας και επαρκή για να προσδώσουν έρεισμα στην πράξη. Ειδικότερα, κατά την άσκηση του ακυρωτικού ελέγχου, στον οποίο περιλαμβάνεται και η πλάνη περί τα πράγματα, ο δικαστής εξετάζει, μεταξύ άλλων, αν η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, που αποτελεί το βασικό μέσο εφαρμογής της αρχής της προλήψεως και προφυλάξεως, ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις του νόμου και αν το περιεχόμενό της είναι επαρκές ώστε να παρέχεται στα αρμόδια διοικητικά όργανα η δυνατότητα να διακριβώνουν και αξιολογούν τους κινδύνους και τις συνέπειες του έργου ή της δραστηριότητας και να εκτιμούν αν η πραγματοποίησή του είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας και τις συνταγματικές επιταγές, καθώς και αν το προσδοκώμενο από αυτό όφελος τελεί σε σχέση αναλογίας με την τυχόν επαπειλούμενη βλάβη του φυσικού περιβάλλοντος. Η ευθεία, όμως, αξιολόγηση εκ μέρους του δικαστή των συνεπειών ορισμένου έργου ή δραστηριότητας και η κρίση αν η πραγματοποίησή του αντίκειται στην αρχή της βιώσιμης αναπτύξεως εξέρχονται των ορίων του ακυρωτικού ελέγχου διότι προϋποθέτουν διαπίστωση πραγματικών καταστάσεων, διερεύνηση τεχνικών θεμάτων, ουσιαστικές εκτιμήσεις και στάθμιση στηριζομένη στις εκτιμήσεις αυτές. Κατ’ ακολουθίαν, παράβαση της αρχής της βιώσιμης αναπτύξεως μπορεί να ελεγχθεί ευθέως από τον ακυρωτικό δικαστή μόνον αν από τα στοιχεία της δικογραφίας και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι η προκαλούμενη από το έργο ή τη δραστηριότητα βλάβη για το περιβάλλον είναι μη επανορθώσιμη ή είναι προφανώς δυσανάλογη με το προσδοκώμενο όφελος και έχει τέτοια έκταση και συνέπειες ώστε προδήλως να αντιστρατεύεται την ανωτέρω συνταγματική αρχή
(ΣΕ 613/2002, 3478/2000 Ολομ., 1990, 2059/2007 7μ. κ.ά.).
7. Επειδή, ο ν. 1650/1986 στο άρθρο 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3010/2002, προβλέπει την κατάταξη των έργων και δραστηριοτήτων σε τρεις κατηγορίες, με κριτήριο το είδος και το μέγεθός τους, το είδος και την ποσότητα των εκπεμπομένων ρύπων και άλλων επιδράσεων στο περιβάλλον, τη δυνατότητα να προληφθεί η παραγωγή ρύπων, τον κίνδυνο σοβαρού ατυχήματος και την ανάγκη επιβολής περιορισμών για την προστασία του περιβάλλοντος. Περαιτέρω, στο άρθρο 4 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του
ν. 3010/2002, και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 31 παρ.2 και 3 ν. 4014/2011 (Α΄ 209), προβλέπονται τα εξής: «1.α. Για την πραγματοποίηση νέων έργων ή δραστηριοτήτων ή τη μετεγκατάσταση υφισταμένων, τα οποία έχουν καταταγεί στις κατηγορίες που προβλέπονται στο προηγούμενο άρθρο, απαιτείται η έγκριση όρων για την προστασία του περιβάλλοντος. Έγκριση όρων για την προστασία του περιβάλλοντος απαιτείται επίσης για την επέκταση, την τροποποίηση ή και τον εκσυγχρονισμό υφιστάμενων έργων ή δραστηριοτήτων, που έχουν καταταγεί στις παραπάνω κατηγορίες, εφόσον επέρχονται ουσιαστικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον. β. Με την απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων η Διοίκηση επιβάλλει προϋποθέσεις, όρους, περιορισμούς και διαφοροποιήσεις για την πραγματοποίηση του έργου ή της δραστηριότητας, ιδίως ως προς τη θέση, το μέγεθος, το είδος, την εφαρμοζόμενη τεχνολογία και τα γενικά τεχνικά χαρακτηριστικά. γ. Η απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση των διοικητικών πράξεων που απαιτούνται κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις για την πραγματοποίηση του έργου ή της δραστηριότητας δ. Για την έκδοση της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων πρέπει να τηρείται: δα) η διαδικασία της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης του προτεινόμενου έργου ή δραστηριότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 6α και 10α και η δημοσιοποίηση της θετικής γνωμοδότησης ή της αρνητικής απόφασης επί της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης της αρμόδιας αρχής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 5, […] 2. Για την έκδοση απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για έργα και δραστηριότητες της πρώτης (Α) κατηγορίας απαιτείται υποβολή Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. … 6. α. Για νέα έργα και δραστηριότητες ή τη μετεγκατάσταση, τον εκσυγχρονισμό, επέκταση ή τροποποίηση των υφισταμένων, της πρώτης (Α) κατηγορίας, εφόσον επέρχονται ουσιαστικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον, απαιτείται μαζί με την αίτηση και η υποβολή Προμελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Επί της Προμελέτης αυτής η αρμόδια για έγκριση περιβαλλοντικών όρων αρχή προβαίνει σε προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση και αξιολόγηση της πρότασης που συνίσταται σε γνωμοδότηση ως προς τη θέση, το μέγεθος, το είδος, την εφαρμοζόμενη τεχνολογία, τα γενικά τεχνικά χαρακτηριστικά, τη χρήση των φυσικών πόρων, τη συσσωρευτική δράση με άλλα έργα, την παραγωγή αποβλήτων, τη ρύπανση και τις οχλήσεις, καθώς και τον κίνδυνο ατυχημάτων ιδίως από τη χρήση ουσιών ή τεχνολογίας. … στ. Προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση και αξιολόγηση δεν απαιτείται στις θεσμοθετημένες βιομηχανικές περιοχές και ζώνες, … στις περιοχές που εντοπίζονται κοιτάσματα μεταλλευτικών ορυκτών, βιομηχανικών ορυκτών και μαρμάρων, σύμφωνα με την περ. Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 2837/2000 (ΦΕΚ 178 Α΄), καθώς και στις μεταλλευτικές και λατομικές περιοχές που έχουν καθορισθεί σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία”. Στην δε 5η ομάδα της ως άνω πρώτης κατηγορίας έργων, Υποκατηγορία 1η, κατατάσσεται, κατά το άρθρο 4 της κ.υ.α. 15393/2332/5.8.2002 και η επιφανειακή και υπόγεια εξόρυξη μεταλλευμάτων. Περαιτέρω, στο άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2837/ 2000 (Α΄ 178) ορίζονται τα εξής: «1.α. Ο χώρος στον οποίο εντοπίζεται κοίτασμα μεταλλευτικών, βιομηχανικών ορυκτών και μαρμάρων θεωρείται εκ του νόμου χωροθετημένο μεταλλείο ή λατομείο, αντίστοιχα. β. Για την έρευνα και εκμετάλλευση όλων των παραπάνω έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του δευτέρου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 9 του
Ν. 1428/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 2115/ 1993.
γ. Πριν από την έναρξη εργασιών έρευνας και εκμετάλλευσης μεταλλείου απαιτείται να εφοδιασθεί ο έχων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33, 59, 74, 76, 143, 144, 146 του ν.δ/τος 210/1973 «περί Μεταλλευτικού Κώδικος» μεταλλευτικό δικαίωμα, με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 1650/1986 (ΦΕΚ 160 Α΄) έγκριση περιβαλλοντικών όρων, που εκδίδεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού. Για τον σκοπό αυτόν, υποβάλλεται από τους ενδιαφερόμενους αίτηση, που συνοδεύεται από μελέτη, που συντάσσεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές της Κ.Υ.Α. 183037/5115/19-8-1980 (ΦΕΚ 820 Β΄), και το ερωτηματολόγιο του πίνακα 3 του άρθρου 16 της Κ.Υ.Α. 69269/5387/24-10-1990 (ΦΕΚ 687 Β΄)». Τέλος, η ως άνω διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 1428/1984, όπως αντικαταστάθηκε, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 12 παρ. 1 του
ν. 2837/ 2000, ορίζει ότι «Για την εκμετάλλευση λατομείων αδρανών υλικών, καθώς και την εντός αυτών ανέγερση και λειτουργία μηχανολογικών εγκαταστάσεων και κτιρίων που εξυπηρετούν την εκμετάλλευση δεν απαιτείται η υπό της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του ν. 1650/1986 (ΦΕΚ 160 Α΄) προβλεπόμενη προέγκριση χωροθετήσεως».
8. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ερμηνευομένων υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος και των οδηγιών 84/360/ΕΟΚ, 85/337/ΕΟΚ, 97/11/Ε.Ε. και 96/61/Ε.Ε., καταργείται μεν το αυτοτελές στάδιο της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης της μεταλλευτικής δραστηριότητας, μετατίθεται όμως η εξέταση όλων των κατά νόμο στοιχείων στο στάδιο της έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων, δηλαδή η συμβατότητα προς τις γενικότερες κατευθύνσεις του χωροταξικού σχεδιασμού και προς τις απαιτήσεις προστασίας του περιβάλλοντος, η επιλογή των ειδικότερων θέσεων χωροθέτησης των επιμέρους μονάδων και υποδομών της εξορυκτικής δραστηριότητας, καθώς και η εξέταση εναλλακτικών λύσεων, συμπεριλαμβανομένης της μηδενικής (βλ.
ΣΕ 1492/2013 7μ., πρβλ. ΣΕ Ολομ. 998/2005, 1990/2007 7μ., 4491/2009 7μ.). Περαιτέρω, κατά την έννοια των αυτών διατάξεων, ναι μεν για την εξόρυξη βιομηχανικών ορυκτών δεν απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας προεγκρίσεως χωροθετήσεως κατά το ν. 1650/1986 ούτε ήδη η τήρηση της κατά το ν. 3010/2002 διαδικασίας προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης, επιβάλλεται όμως η έκδοση, κατά το άρθρο 4 του ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 3010/2002, πράξης εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων. Η ρύθμιση αυτή, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό τόσο με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος, όσο και με τις διατάξεις των οδηγιών 84/360/ΕΟΚ, 85/337/ΕΟΚ, 97/11/Ε.Ε. και 96/61/Ε.Ε. του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σε συμμόρφωση προς τις οποίες εκδόθηκε ο ν. 1650/1986 και ο
ν. 3010/2002, προϋποθέτει ότι, κατά την έκδοση της πράξεως εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων, εξετάζονται όχι μόνο τα στοιχεία που, κατά την οικεία νομοθεσία, ερευνώνται κατά την έκδοση της πράξεως αυτής, αλλά και όλα τα λοιπά στοιχεία που, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου, αποτελούν αντικείμενο εξετάσεως κατά τα προγενέστερα στάδια της σχετικής διοικητικής διαδικασίας. Τα στοιχεία αυτά είναι, μεταξύ άλλων, η κατ’ αρχήν συμβατότητα της ασκήσεως της συγκεκριμένης εξορυκτικής δραστηριότητας προς τις απαιτήσεις προστασίας του περιβάλλοντος, η οποία δεν αποκλείεται να καταλήξει, υπό τις ειδικές εκάστοτε περιστάσεις, σε άρνηση της εγκρίσεως ασκήσεως της δραστηριότητας ακόμη και σε περιοχή όπου έχει εντοπισθεί κοίτασμα μεταλλευτικών ορυκτών, καθώς και η επιλογή της συγκεκριμένης περιοχής, από την οποία θα εκκινήσει ή στην οποία θα εντοπισθεί η εξορυκτική δραστηριότητα, σε συνδυασμό πάντοτε προς τις τυχόν εκάστοτε υφιστάμενες γενικότερες κατευθύνσεις του χωροταξικού σχεδιασμού. Κατά την διαδικασία, εξ άλλου, εγκρίσεως, κατά τις ειδικές αυτές διατάξεις, των περιβαλλοντικών όρων ασκήσεως της εξορυκτικής δραστηριότητας τηρούνται, επίσης, και όλες οι απαιτήσεις της κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας για την εξέταση εναλλακτικών λύσεων και για την ενημέρωση και συμμετοχή του κοινού στην διαδικασία εγκρίσεως του οικείου σχεδίου. Με την ερμηνεία αυτή, οι ως άνω διατάξεις, κατά το μέρος που προβλέπουν την απαλλαγή από την υποχρέωση τηρήσεως του προηγούμενου σταδίου της προεγκρίσεως χωροθετήσεως και ήδη της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης, μεταθέτουν δε την εξέταση όλων των κατά νόμο στοιχείων στο στάδιο της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων, δεν παραβιάζουν τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του κοινοτικού δικαίου, δεδομένου ότι η διαδικασία έρευνας των περιβαλλοντικών επιπτώσεων συγκεκριμένου έργου σε δύο στάδια δεν έχει έρεισμα στο Σύνταγμα ή σε ορισμούς των ως άνω κοινοτικών οδηγιών (βλ. ΣΕ 2590/2014, 739/2011, 4491, 293/2009, 2059, 1990/2007, πρβλ. ΣΕ 463, 462/2010 Ολομ., 998/2005 Ολομ.).
9. Επειδή, όπως έχει κριθεί, τα ρέματα ως στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος αποτελούν αντικείμενα συνταγματικής προστασίας, που αποβλέπει στη διατήρηση της φυσικής τους κατάστασης και στη διασφάλιση της επιτελούμενης από αυτά λειτουργίας της απορροής των υδάτων και συνεπώς η εκτέλεση τεχνικών έργων πλησίον ρέματος επιτρέπεται μόνο εφόσον διασφαλίζεται η ανεμπόδιστη εκτέλεση της φυσικής αυτής λειτουργίας τους. Για να εξασφαλισθεί ο σκοπός αυτός απαιτείται, πριν την εκτέλεση των τεχνικών έργων πλησίον ρέματος, ο καθορισμός της οριογραμμής του σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 6 του ν. 880/1979 (Α΄ 58), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του
ν. 3010/2002, έτσι ώστε η μελετώμενη επέμβαση να γίνεται εν όψει της υπάρξεως του ρέματος, αποκλειομένης σε κάθε περίπτωση οιασδήποτε εργασίας επιχωματώσεως ή καλύψεως αυτού (ΣΕ 453/2003 κ.ά.). Κατ’ ακολουθίαν, ο καθορισμός των οριογραμμών του ρέματος αποτελεί κατά νόμο προϋπόθεση για την έκδοση των πράξεων χωροθετήσεως και εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων έργου ή δραστηριότητας που βρίσκεται πλησίον ρέματος (ΣΕ 1990/2007, 2133/2003, 3780/2001). Εξ άλλου, όπως επίσης έχει κριθεί, η οριοθέτηση υδατορεμάτων, τα οποία ευρίσκονται σε οικισμούς ή σε περιοχές εντός ή εκτός σχεδίου, οι οποίες λόγω του χαρακτήρα τους χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας, όπως είναι οι αρχαιολογικοί χώροι, τα αρχιτεκτονικά ή παραδοσιακά σύνολα, οι παραδοσιακοί οικισμοί, οι παραλιακές περιοχές ή οικισμοί, οι τουριστικοί τόποι, τα δάση, οι δασικές εκτάσεις, τα τοπία ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους, τα ευαίσθητα οικοσυστήματα, οι περιοχές ιδιαίτερου περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος και οι υπαγόμενες σε ειδικό καθεστώς προστασίας περιοχές, δεν επιτρέπεται κατά το Σύνταγμα να ανατεθεί σε άλλο, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανο της εκτελεστικής εξουσίας
(βλ. ΠΕ 262/2003 Ολομ., ΣΕ 4494/2009 7μ., 1242/2008 7μ.).
10. Επειδή, τέλος, με την οδηγία 92/43/ ΕΟΚ «για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας» συστήθηκε ένα συνεκτικό ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο ειδικών ζωνών (Natura 2000) που αποσκοπεί στην προστασία της βιοποικιλότητας στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 της οδηγίας: «3. Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο (…) οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη». Παρόμοιες ρυθμίσεις περιέχονται στο άρθρο 6 παρ. 1 περ. η΄ της κ.υ.α. 33318/ 30281/1998 (Β΄ 1289), η οποία εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 92/43. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η κατ’ άρθρο 6 παρ. 3 της οδηγίας για τους οικοτόπους δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων του σχεδίου ή του έργου στον προστατευόμενο τόπο προϋποθέτει ότι, πριν από την έγκριση του σχεδίου ή του έργου, προσδιορίζονται, λαμβανομένων υπόψη των βέλτιστων επιστημονικών γνώσεων επί του θέματος, όλες οι πτυχές του σχεδίου ή του έργου που θα μπορούσαν, είτε η καθεμία από μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλα σχέδια ή έργα, να επηρεάσουν τους στόχους διατήρησης του τόπου αυτού. Η αρμόδια αρχή επιτρέπει την άσκηση δραστηριότητας στον οικείο τόπο μόνο εφόσον δεν υφίσταται, από επιστημονικής απόψεως, καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απουσία επιβλαβών συνεπειών για την ακεραιότητά του (βλ. αποφάσεις ΔΕΕ της 24.11.2011, C-404/09, Επιτροπή/Ισπανίας (Alto Sil), της 4.3.2010, C-241/08 Επιτροπή/Γαλλικής Δημοκρατίας κ.ά.) Τούτων έπεται ότι η δέουσα εκτίμηση θα πρέπει να διενεργείται και σε σχέδια ή έργα χωροθετημένα εκτός του προστατευόμενου τόπου, εφ’ όσον ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις σε αυτόν (βλ. απόφαση ΔΕΕ της 10.1.2006, C-98/03 Επιτροπή/Γερμανίας, προαναφερθείσα απόφαση C-404/09 (Alto Sil) κ.ά.). Εξ άλλου, όπως έχει κριθεί, οι διατάξεις του άρθρου 6 της οδηγίας για τους οικοτόπους δεν απαγορεύουν, κατ’ αρχήν, την άσκηση εξορυκτικών δραστηριοτήτων εντός ή πλησίον των προστατευόμενων τόπων, εφ’ όσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού, δηλαδή διασφαλίζεται, κατόπιν δέουσας εκτιμήσεως και πέραν κάθε εύλογης αμφιβολίας, ότι η εν λόγω δραστηριότητα έχει σχεδιασθεί κατά τρόπο ώστε να μην παραβλάπτεται η ακεραιότητα του τόπου (βλ. ΣΕ 1492/2013 7μ., 1964/2015, πρβλ. ΣΕ 1990/2007 7μ., ΔΕΕ C-404/09, Alto Sil).
11. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την από 13.3.2007 αίτηση της παρεμβαίνουσας υποβλήθηκε στην Διεύθυνση περιβαλλοντικού Σχεδιασμού του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ η από Φεβρουαρίου 2007 μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων για την εκμετάλλευση λατομικού χώρου βιομηχανικού ορυκτού (ανθρακικού ασβεστίου) στη θέση «Ξερολίβαδο» του Δήμου Βέροιας, Ν. Ημαθίας. Ο χώρος αυτός ευρίσκεται ΝΑ του ομώνυμου οικισμού, σε απόσταση από 1.900 έως 6.400 μ. από γειτονικούς οικισμούς, σε υψόμετρο
1080 – 1230 μ., έχει έκταση 540,975 στρ., την οποία έχει μισθώσει η παρεμβαίνουσα, και αποτελεί τμήμα ιδιωτικής δασικής εκτάσεως 4.477 στρ. με την ονομασία «Έλατα Ξερολίβαδου» (βλ. μ.π.ε. σελ. 5, 17) που καλύπτεται από θαμνώδη βλάστηση λόγω υποβάθμισης από την υπερβόσκηση (σελ. 22, 33, 55). Σύμφωνα με την μελέτη, η παραγωγή του λατομείου θα τροφοδοτεί κυρίως το ευρισκόμενο στη Σίνδο Θεσσαλονίκης εργοστάσιο επεξεργασίας και παραγωγής ανθρακικού ασβεστίου της εταιρείας IKNG S.A., στην οποία μετέχει η παρεμβαίνουσα, και δευτερευόντως τα αντίστοιχα εργοστάσια της μητρικής της εταιρείας ΟΜΥΑ AG στην περιοχή της Ν.Α. Μεσογείου (σελ. 5). Κατά τη μελέτη δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις όπως εύρεση άλλου λατομικού χώρου ή μη εκτέλεση της δραστηριότητας (μηδενική λύση), διότι η εκμετάλλευση του συγκεκριμένου λατομείου είναι αναγκαία για την τροφοδότηση του εργοστασίου της παρεμβαίνουσας, η ύπαρξη ανθρακικού ασβεστίου στη χώρα μας είναι σπάνια, το δε συγκεκριμένο κοίτασμα είναι υψηλής ποιότητας (δείκτης λευκότητας 95/100 έναντι συνήθως 75/100) και είναι «το μοναδικό κοίτασμα ανθρακικού ασβεστίου που μπορεί να εγγυηθεί την τροφοδοσία του εργοστασίου σε ποιοτική και συμφέρουσα ύλη» (σελ. 12, 13, 44), εξ ου άλλες υποψήφιες περιοχές στην Β. Ελλάδα αποκλείσθηκαν λόγω μικρότερης καθαρότητας των κοιτασμάτων ή λόγω αποστάσεως από τη Σίνδο που αυξάνει το κόστος (σελ. 43 – 45). Εξετάσθηκαν μόνο εναλλακτικές λύσεις ως προς τον τρόπο εκμετάλλευσης του λατομείου, ενώ άλλες λύσεις με μικρότερες επιπτώσεις, όπως η υπόγεια εκσκαφή, αποκλείσθηκαν για λόγους οικονομοτεχνικούς και ασφάλειας. Κατά την μ.π.ε., η αξιοποίηση του λατομείου αναμένεται ότι θα συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη σε τοπικό και εθνικό επίπεδο (αύξηση παραγωγής λευκών ανθρακικών προϊόντων, δημιουργία θέσεων εργασίας, συγκράτηση του πληθυσμού, εισροή συναλλάγματος, σελ. 25, 26, 77, 78). Πλησίον του λατομικού χώρου υπάρχουν μεν προστατευόμενες περιοχές Natura (GR 1210001, Όρος Βέρμιο, σε απόσταση 2.500 μ. Β-Β.Δ.,
GR 1210002, Στενά Αλιάκμονα, στα 5.500 μ. Ν.Α.), καθώς επίσης και καταφύγια άγριας ζωής (καταφύγια με κωδικούς: Κ126 «Ξηρολίβαδο», 3.000 μ. Β.Δ., Κ120 «Κωστοχώρι», 3.800 μ. Β., και Κ134, 3.000 μ. Ν.Α. του λατομικού χώρου), πλην η επίμαχη έκταση δεν υπάγεται σε καθεστώς προστασίας. Η επίμαχη έκταση διαρρέεται από ρέμα συνολικού μήκους 810 μ. εκ των οποίων τμήμα 170 μ. εντός του λατομικού χώρου (σελ. 51, 52, 68) το οποίο έχει οριοθετηθεί με την απόφαση 7626/14.12.2006 του Γ.Γ.Π. Κεντρικής Μακεδονίας (Δ΄ 1087). Οι επιπτώσεις στο φυσικό τοπίο θα προέλθουν από τις εκσκαφές και την απόθεση στείρων, πλην θα μειωθούν με την μέθοδο της εκμετάλλευσης των ανοικτών βαθμίδων
(σελ. 75). Διανοίγεται νέα οδός προσπέλασης μήκους 1446 μ. και πλάτους 6 μ. που θα απαιτήσει 11000 κ.μ. εκσκαφών. Κατόπιν τηρήσεως της διαδικασίας διαβουλεύσεως και της διατυπώσεως θετικών και αρνητικών γνωμοδοτήσεων των αρμόδιων φορέων, η Διεύθυνση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας εισηγήθηκε θετικά για το έργο με το έγγραφο Δ13β-2873/18.10.2007, στο οποίο αναφέρονται τα εξής: «1) Η εν λόγω αιτούμενη έκταση βρίσκεται νοτιοανατολικά του οικισμού Ξηρολίβαδο σε απόσταση 1.900 μ. περίπου, ανατολικά του Δ.Δ. Γεωργιανών σε απόσταση 4.900 μέτρων περίπου, βορειοανατολικά του Δ.Δ. Τριποτάμου σε απόσταση 6.900 μέτρων περίπου, νοτιοανατολικά ο οικισμός Λευκόπετρας σε απόσταση 5.900 μέτρων περίπου, νότια το
Δ.Δ. Καστανιάς σε απόσταση 4.200 μέτρων περίπου, νότια ο οικισμός Ζωοδόχος πηγή σε απόσταση 5.600 μέτρων και το Δ.Δ. Κουμαριάς σε απόσταση 6.400 μέτρων περίπου, και σε υψόμετρο 1080 – 1230 μ. Έχει έκταση 540,975 στρέμματα, η εκμετάλλευση του λατομείου όμως θα γίνει σε 90 περίπου στρέμματα. 2) Πρόκειται για ιδιωτική δασική έκταση του Δ.Δ. Κουμαριάς, εντός της οποίας διέρχεται οριοθετημένο ρέμα περιοδικής ροής με κατεύθυνση βορειοανατολική και το οποίο οριοθετήθηκε με την υπ’ αριθμ. 7626/14-12-2006 Απόφαση Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας (ΦΕΚ 1087Δ/29-12-2006). 3) Στην ευρύτερη περιοχή και σε απόσταση 400 μέτρων ανατολικά, λειτουργούν και άλλες λατομικές δραστηριότητες όπως απεικονίζεται και στο χάρτη άμεσης επιρροής (Νο 13) που συνοδεύει τη Μ.Π.Ε. 4) Η έκταση βρίσκεται σε απόσταση 2.500 μέτρων από τη προστατευτέα περιοχή Natura 2000 «GR 1210002 – Στενά Αλιάκμονα». 5) Επιπλέον σε απόσταση 3.000 βορειοδυτικά είναι τα όρια Καταφυγίου Αγρίας Πανίδας Κ126 με κωδική ονομασία «Ξηρολίβαδο», σε απόσταση 3.800 μέτρων βόρεια το Κ120 με κωδική ονομασία «Κωστοχώρι» και σε απόσταση 3.000 μέτρων το Κ134 με κωδική ονομασία «Μικρή Σάντα». Εισηγούμαστε θετικά για την εκμετάλλευση λατομείου βιομηχανικού ορυκτού (ανθρακικού ασβεστίου) σε ιδιωτική δασική έκταση εμβαδού 540.975 μ2 στην τοποθεσία «Ξηρολίβαδο» του Δ.Δ. Κουμαριάς του Δήμου Βέροιας Ν. Ημαθίας από την εταιρεία «ΟΜΥΑ ΕΛΛΑΣ» για τους εξής λόγους Α) Δεν επηρεάζονται τα υπόγεια νερά, οι γεωτρήσεις και οι πηγές της περιοχής. Β) Στο ζήτημα της αισθητικής επίδρασης καθώς και της επίδρασης στη χλωρίδα και πανίδα της περιοχής, το λατομείο είναι εν μέρει ενοχλητικό, στο φυσικό τοπίο και στα ζώα, αφού θα λειτουργεί μόνο ημέρα και μόνο τις καλές (περίπου 200) μέρες του χρόνου και βέβαια θα κοπούν δένδρα ή θάμνοι όπως γίνεται πάντοτε, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 2094/02.08.2005 κατ’ αρχήν έγκριση του Δασαρχείου Βέροιας. Γ) Όσον αφορά αυτή καθαυτή τη λειτουργία των αιτούμενων μηχανημάτων (διατρητικό, ελαστιχοφόροι φορτωτές, ερπυστριοφόρο υδραυλικό εκσκαφέα, αεροσυμπιεστής, προωθητής γαιών φορτηγά και βυτιοφόρο για τη διαβροχή), φαίνεται ότι ο μεν θόρυβος θα είναι μικρός περίπου 65 – 70 db (Α) στα όρια του λατομικού χώρου, η δε σκόνη θα είναι μικρής ποσότητας αφού θα γίνεται διαβροχή του χώρου και του σπαστήρα, που την περιορίζει αισθητά. Δ) Τέλος, επειδή η κυριότερη επέμβαση της αιτούμενης εγκατάστασης στο περιβάλλον, δηλ. αυτή της διαμόρφωσης των στείρων υλικών του λατομείου είναι σαφώς υπέρ του περιβάλλοντος αφού τμήμα αυτών χρησιμοποιείται για τη διάστρωση του εσωτερικού οδικού δικτύου προσπέλασης και για τη διάστρωση των δαπέδων των τελικών βαθμίδων και τα υπόλοιπα θα μεταφέρονται στο νότιο τμήμα του λατομικού χώρου και στη συνέχεια στις κατώτερες βαθμίδες εξόρυξης, όπου και θα πραγματοποιείται η απόθεσή τους σε βαθμίδες ύψους 6 – 7 μέτρων μεταξύ των υψομέτρων 1166 και 1076».
12. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η 424/18.5.2007 ανακοίνωση του Νομαρχιακού Συμβουλίου της Ν.Α. Ημαθίας προς το κοινό και τους ενδιαφερόμενους φορείς να λάβουν γνώση της Μ.Π.Ε. δημοσιεύθηκε στην τοπική εφημερία “ΛΑΟΣ” στο φύλλο της 19.5.2007. Η ανακοίνωση αναφέρεται σε λατομικό χώρο βιομηχανικού ορυκτού (Ανθρακικού Ασβεστίου) εκτάσεως “540,975 τ.μ.”. Εν όψει τούτου, ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται ότι μη νομίμως η δημοσιευθείσα ανακοίνωση αναφερόταν σε έκταση 540 τ.μ., αντί του ορθού 540 στρεμμάτων είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
13. Επειδή, στην από Ιουλίου 2007 τεχνική μελέτη εκμετάλλευσης λατομείου του μηχανικού μεταλλείων Αλέξανδρου Παπακώστα, η οποία εγκρίθηκε με την απόφαση Δ8-Β/Φ.6.19.2/5599/936/11.3.2008 του προϊσταμένου της Διεύθυνσης Μεταλλευτικών και Βιομηχανικών Ορυκτών του Υπουργείου Ανάπτυξης, αναφέρεται ότι “προκειμένου να εξετασθεί η ποιότητα και καταλληλότητα του κοιτάσματος του λατομικού χώρου για βιομηχανική χρήση, κατόπιν αιτήματος της εταιρείας, το Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (Ι.Γ.Μ.Ε.) πραγματοποίησε τις απαιτούμενες γεωλογικές ερευνητικές εργασίες εντός του λατομικού χώρου με την λήψη επιφανειακών δειγμάτων, εκτέλεσε και αξιολόγησε χημικές αναλύσεις και μετρήσεις λευκότητας και βεβαίωσε ότι τα εξεταζόμενα πετρώματα της περιοχής Ξηρολίβαδου χαρακτηρίζονται ως βιομηχανικά ορυκτά” Ειδικότερα, στην 2374/7.11.2002 βεβαίωση της Περιφερειακής Μονάδας Κεντρικής Μακεδονίας του Ι.Γ.Μ.Ε. αναφέρεται ότι: “Από την αξιολόγηση των χημικών αναλύσεων και μετρήσεων λευκότητας, προκύπτει ότι τα ασβεστιτικά πετρώματα περιοχής Ξηρολίβαδου Ν. Ημαθίας μπορούν να χαρακτηρισθούν ως βιομηχανικά ορυκτά…). Εξ άλλου, στην 1395/19.8.2005 βεβαίωση της ίδιας υπηρεσίας αναφέρεται ότι “Το ΙΓΜΕ στην εν λόγω περιοχή δεν έχει πραγματοποιήσει ερευνητικές εργασίες τακτικού σταδίου. Μετά από αίτημα της εταιρείας εκτέλεσε εργασίες υπαίθρου και εργαστηριακές μελέτες για λογαριασμό της και εξέδωσε βεβαίωση χαρακτηρίζοντας τα ανθρακικά πετρώματα βιομηχανικά ορυκτά”. Με τα δεδομένα αυτά, νομίμως παρελείφθη η διαδικασία προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης (π.π.ε.α.) σύμφωνα με τις διατάξεις που παρατίθενται στην 7η σκέψη λόγω του χαρακτήρα του κοιτάσματος του επίμαχου λατομικού χώρου ως βιομηχανικού ορυκτού (βλ. και μ.π.ε. σελ. 14, 41), ο δε λόγος με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
14. Επειδή, στην μ.π.ε. η επίδικη έκταση αναφέρεται ως “ιδιωτική δασική έκταση” (βλ. σελ. 17, 22) στον δε από Φεβρουαρίου 2007 χάρτη χρήσεων γης αριθ. 11 ως «θαμνώδης και χορτολιβαδική έκταση». Με τον ίδιο χαρακτήρα εξ άλλου αναφέρεται η έκταση στην προσβαλλόμενη α.ε.π.ο. και την προηγηθείσα υπηρεσιακή εισήγηση. Όπως όμως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με το έγγραφο 1854/24.6.2005 του Δασάρχη Βέροιας, το οποίο εν όψει του περιεχομένου του αποτελεί πράξη χαρακτηρισμού κατ’ άρθρο 14 του ν. 998/1979 (ΣτΕ 4486-87/2009, 3448/2007 7μ, 2216/2004 κ.ά.), η εν λόγω έκταση έχει χαρακτηρισθεί ως «δάσος» του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 998/1979 και υπάγεται στην κατηγορία του άρθ. 4 παρ. 1.γ. του ίδιου νόμου [«γ) Δάση και δασικαί εκτάσεις, τα οποία παρουσιάζουν ιδιαιτέραν σημασίαν από απόψεως παραγωγής δασικών προϊόντων ή άλλων αγαθών πρωτογενούς παραγωγής (εκμεταλλεύσιμα ή παραγωγικά δάση και δασικαί εκτάσεις»]. Με τα δεδομένα όμως αυτά η προσβαλλόμενη πράξη αιτιολογείται πλημμελώς, διότι λόγω μη λήψεως υπ’ όψη του αληθούς χαρακτήρα της επίμαχης εκτάσεως ως δάσους δεν αντιμετωπίσθηκαν οι επιπτώσεις από τη λειτουργία του λατομείου στο δασικό οκοσύστημα, σε συνδυασμό μάλιστα με τις πλησίον προστατευόμενες περιοχές Natura και καταφύγια άγριων ζώων, και συνεπώς δεν έγινε ορθή στάθμιση των ωφελειών και της βλάβης από την λειτουργία του έργου. Περαιτέρω, εν όψει της πλημμέλειας αυτής, δεν ερευνήθηκαν επαρκώς τυχόν εναλλακτικές θέσεις εξορύξεως στην ευρύτερη περιοχή, η εκμετάλλευση των οποίων θα ήταν ενδεχομένως λιγότερο επικερδής, αλλά θα είχε μικρότερες επιπτώσεις στο περιβάλλον. Τέλος, εφ’ όσον το οριοθετηθέν τμήμα ρέματος διέρχεται μέσω δάσους, η οριοθέτηση έπρεπε να γίνει με π.δ. και όχι με απόφαση του Γ.Γ.Π. Για τους λόγους αυτούς, που προβάλλονται βασίμως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη και να απορριφθεί η παρέμβαση.






