ΣτΕ 2554/2017 [Παράνομη αναθεώρηση οικοδομικής άδειας]
Περίληψη
-Σε περίπτωση ανέγερσης οικοδομής σε έδαφος επικλινές, οι αναγκαίες για τους παραπάνω λόγους επεμβάσεις στο φυσικό έδαφος πρέπει να γίνονται κατά τρόπο, ώστε η διαμορφούμενη οριστική στάθμη του εδάφους να είναι κλιμακωτή, προκειμένου η ανωτέρω μέγιστη επιτρεπόμενη απόκλιση από το φυσικό έδαφος να τηρείται σε κάθε σημείο του οικοπέδου. Τούτο δε προκειμένου να μη διατα ράασετσί κατά το δυνατό το φυσικό ανάγλυφο και να προστατεύεται το αστικό ή φυσικό τοπίο, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα.
-Κλονίζεται η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αναθεώρησης, τόσο από τη διενέργεια αυτοψίας, με την οποία, ήδη από την υποβολή της από 28.7.2004 αίτησης αναθεωρήσεως, διαπιστώθηκε το μη νόμιμο των επιχώσεων που είχαν γίνει μέχρι τότε. Τέλος, ουδόλως αιτιολογείται η άρση των λόγων που είχαν επιβάλει την προηγούμενη διακοπή, κατόπιν της αυτοψίας, των οικοδομικών εργασιών. Για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ, τέλος, παρέλκει ως αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων ακυρώσεως.
Πρόεδρος: Γ. Παπαγεωργίου
Εισηγητής: M. Γκορτζολίδου
Δικηγόροι: Παν. Τσακανίκας
Βασικές Σκέψεις
2. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση ζητείται, εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς, η εξαφάνιση της 71/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, με την οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη, ελλείψει κοινοποιήσεώς της στους ήδη εφεσιβλήτους, παρέμβαση της εκκαλούσας υπέρ του κύρους της 4304/4.11.2004 πράξεως αναθεωρήσεως της 287/2003 οικοδομικής αδείας του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών Αιγιαλείας και Καλαβρύτων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, κατ’ αποδοχή δε αιτήσεως ακυρώσεως των εφεσιβλήτων, ακυρώθηκε η ως άνω πράξη αναθεωρήσεως. Με την προαναφερθείσα 287/2003 οικοδομική άδεια είχε επιτραπεί στην εκκαλούσα η ανέγερση διώροφης οικοδομής με υπόγειο σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της, εμβαδού 1.019,90 τ.μ., στον οικισμό Ρήρα του δημοτικού διαμερίσματος Σελιανίτικων του Δήμου Συμπολιτείας, με την δε προσβληθείσα πράξη αναθεωρήθηκε, χωρίς αυτοψία, για «αύξηση του όγκου και διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου του οικοπέδου», η ως άνω οικοδομική άδεια.
3. Επειδή, οι εφεσίβλητοι Αγγελική συζ. Στεφάνου Ναξάκη, το γένος Παναγιώτη Σκούρα και Στέφανος Ναξάκης με το κατατεθέν στις 23.4.2014 υπόμνημά τους ζητούν την απόρριψη της κρινομένης εφέσεως.
4. Επειδή, στο άρθρο 4 του ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως ισχύει, ορίζονται τα εξής: «1. Ενώπιον των διοικητικών εφετείων, δικαζόντων κατά τον παρόντα νόμον επί αιτήσεων ακυρώσεως, εφαρμόζονται αναλόγως αι αφορώσαι εις το ένδικον τούτο μέσον διατάξεις του Ν.Δ. 170/1973 «περί του Συμβουλίου της Επικρατείας», ως εκάστοτε ισχύουν, με τας ακολούθους τροποποιήσεις: α) Όπου εν αυταίς αναφέρεται το Συμβούλιον της Επικρατείας, ο Πρόεδρος, τα μέλη ή η Γραμματεία αυτού νοείται το οικείον διοικητικόν εφετείον, ο Πρόεδρος αυτού, οι εφέται και η Γραμματεία αυτού … γ) Με εντολή του προέδρου του τμήματος, αντίγραφο του δικογράφου του ένδικου μέσου με μνεία της χρονολογίας κατάθεσης και της πράξης της προηγούμενης περίπτωσης, κοινοποιείται με φροντίδα της γραμματείας του τμήματος, είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, στα πρόσωπα που ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 21 του ν.δ. 170/1973 (ΦΕΚ 229), όπως ισχύει ….». Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 21 του π. δ/τος 18/1989 (Α΄ 8): «1. Με εντολή του Προέδρου κοινοποιούνται, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις επόμενες παραγράφους, αντίγραφο του δικογράφου του ενδίκου μέσου με μνεία της χρονολογίας κατάθεσης και αντίγραφο της πράξης που προβλέπεται στο προηγούμενο άρθρο. Η κοινοποίηση γίνεται με επιμέλεια της Γραμματείας είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο … 2. α) Σε περίπτωση αίτησης ακυρώσεως κατά πράξης διοικητικής αρχής, η κοινοποίηση γίνεται προς τον αρμόδιο υπουργό ο οποίος επέχει θέση διαδίκου είτε η πράξη εκδόθηκε από τον ίδιο, είτε από αρχή που υπόκειται σε αυτόν, β) Σε περίπτωση αίτησης ακυρώσεως κατά πράξης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η κοινοποίηση γίνεται προς αυτό, το οποίο καθίσταται κύριος διάδικος. Κοινοποιείται επίσης στον υπουργό που το εποπτεύει, ο οποίος μπορεί να παρέμβει στο ακροατήριο και χωρίς να καταθέσει δικόγραφο παρέμβασης, είτε υπέρ, είτε κατά του κύρους της προσβαλλόμενης πράξης …. 6. Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, αν οι διάδικοι παρίστανται και δεν αντιλέγουν, το Δικαστήριο χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί ως προς αυτούς οι διατάξεις του παρόντος άρθρου για τις κοινοποιήσεις». Περαιτέρω, στο άρθρο 49 του ως άνω διατάγματος ορίζεται ότι: «1. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να παρέμβει στη δίκη επί αιτήσεως ακυρώσεως, μόνο για τη διατήρηση της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης. 2. Η παρέμβαση ασκείται επί ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο που κατατίθεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 19 παρ. 1 του παρόντος και κοινοποιείται με επιμέλεια του παρεμβαίνοντος, έξι τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με επίδοση κυρωμένου αντιγράφου προς τους διαδίκους. 3. Η παράγραφος 6 του άρθρου 21 έχει εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή …».
5. Επειδή, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για το παραδεκτό της παρεμβάσεως απαιτείται να κατατεθεί το σχετικό δικόγραφο στη γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του διοικητικού εφετείου έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση και ότι η ίδια προθεσμία πρέπει να τηρηθεί και για την κοινοποίηση του δικογράφου της παρεμβάσεως, με επιμέλεια του παρεμβαίνοντος, στους λοιπούς διαδίκους. Εξ άλλου, η παράσταση των διαδίκων στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση και η μη προβολή σχετικής ενστάσεως, σε περίπτωση μη τηρήσεως της εξαήμερης αυτής προθεσμίας, καθώς και η ρητή συναίνεση αυτών για την άρση του απαραδέκτου της παρεμβάσεως το οποίο προκύπτει από το λόγο αυτό δεν καλύπτει μεν, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 21 του π. δ/τος 18/1989, το απαράδεκτο από τη μη έγκαιρη κατάθεση της παρεμβάσεως στη γραμματεία, απαράδεκτο που ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και δεν εξαρτάται από τη βούληση των διαδίκων, καλύπτει, όμως, το απαράδεκτο λόγω της μη εμπρόθεσμης κοινοποιήσεως της παρεμβάσεως στους διαδίκους (ΣΕ 3194/1990 Ολομ., 301/2012, 860/2008 κ.ά.), για την ταυτότητα δε του λόγου, και το απαράδεκτο λόγω ελλείψεως κοινοποιήσεως. Σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι μη νομίμως απερρίφθη από το διοικητικό εφετείο παρέμβαση ως απαράδεκτη, το Δικαστήριο μπορεί, αφού εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση, να κρατήσει και να δικάσει την αίτηση ακυρώσεως σύμφωνα με τη δυνατότητά του να διακρατεί και να εκδικάζει εκκρεμείς ενώπιόν του ακυρωτικές υποθέσεις υπαγόμενες στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων (βλ. άρθρο 34 του ν. 1968/1991), ανεξάρτητα από τον τρόπο περιελεύσεως σε αυτό των εν λόγω υποθέσεων (πρβλ. ΣΕ 1823/2012, Ολομ., ΣΕ 4522/2012, 850, 361/2013, βλ. και ΣΕ 3368/2014 σκ. 6, 7).
6. Επειδή, εν προκειμένω, η παρέμβαση που είχε ασκήσει η εκκαλούσα Ελισάβετ Τασιοπούλου ενώπιον του δικάσαντος διοικητικού εφετείου απερρίφθη, με την εκκαλουμένη απόφαση, «ως απαράδεκτη, λόγω μη κοινοποίησης, με επιμέλεια της παρεμβαίνουσας, κυρωμένου αντιγράφου αυτής στους διαδίκους έξι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση (άρθρο 49 παρ. 2 π.δ. 18/1989)».
7. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση, με την οποία παραδεκτώς προβάλλονται λόγοι εφέσεως μόνον κατά το μέρος που πλήσσουν ως εσφαλμένη την απόρριψη της παρεμβάσεως της ήδη εκκαλούσας ως απαράδεκτης, ελλείψει κοινοποιήσεώς της στους λοιπούς διαδίκους (βλ. ΣτΕ 860/2008 σκ. 5, πρβλ. ΣΕ 931/2008 σκ. 2), η εκκαλούσα παραπονείται ότι η κρίση αυτή του διοικητικού εφετείου είναι εσφαλμένη, αφ’ ενός διότι επικυρωμένα αντίγραφα της από 3.6.2008 παρεμβάσεώς της είχαν επιδοθεί στους λοιπούς διαδίκους, δηλ. στον Στέφανο Ναξάκη, την Αγγελική Ναξάκη και τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αχαΐας, νομότυπα και εμπρόθεσμα (έξι πλήρεις πριν τη συζήτηση της υποθέσεως κατά τη δικάσιμο της 17.10.2008) όπως, αντιστοίχως, προκύπτει από τις 4603/5.6.2008, 4604/5.6.2008 και 4605/5.6.2008 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών Δημητρίου Δημόπουλου και, αφ’ ετέρου, διότι δεν προκύπτει από την εκκαλουμένη, τα πρακτικά της συζητήσεως στο ακροατήριο ή από άλλο διαδικαστικό έγγραφο ότι αντέλεξε οποιοσδήποτε διάδικος κατά τη συζήτηση σε σχέση με το εμπρόθεσμο της κοινοποιήσεως της παρεμβάσεως και, επομένως, όφειλε, σε κάθε περίπτωση, το διοικητικό εφετείο να θεωρήσει νομότυπη την άσκηση της παρεμβάσεως, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 21 του π. δ/τος 18/1989, εφαρμοζόμενη και στην περίπτωση αυτή, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 49 παρ. 3 του ίδιου π. δ/τος.
8. Επειδή, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως προκύπτει ότι η παρέμβαση της εκκαλούσας Ελισάβετ Τασιοπούλου, κατατεθείσα στη Γραμματεία του Διοικητικού Εφετείου Πατρών στις 4.6.2008, είχε ασκηθεί σε χρόνο απέχοντα πολύ πέραν των έξι πλήρων ημερών προ της δικασίμου κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση (17.10.2008). Και ναι μεν στη δικογραφία που απεστάλη στο Συμβούλιο της Επικρατείας από το Διοικητικό Εφετείο Πατρών δεν περιλαμβάνονται οι εκθέσεις επιδόσεως που η εκκαλούσα επικαλείται, το πρώτον κατ’ έφεση, (δίχως πάντως να ισχυρίζεται ότι τις είχε προσκομίσει στο δικάσαν διοικητικό εφετείο, ούτε να προσδιορίζει με ποιο συγκεκριμένα δικόγραφο τις είχε επικαλεσθεί, ενώ ούτε και ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας τις προσκομίζει), εφ’ όσον, όμως, οι παραστάντες δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, αντίδικοι της εκκαλούσας και ήδη εφεσίβλητοι, Αγγελική και Στέφανος Ναξάκη, δεν αντέλεξαν (πρβλ. ΣΕ 1351/2014 7μ. σκ. 12 και 13), όπως δεν αντέλεξε ούτε και η υπέρ ης η παρέμβαση Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, μη νομίμως το διοικητικό εφετείο απέρριψε την παρέμβαση ως απαράδεκτη λόγω μη κοινοποιήσεώς της έξι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση στους διαδίκους, εφ’ όσον, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 49 παρ. 3 και 21 παρ. 6 του π. δ/τος 18/1989, η μη αμφισβήτηση του παραδεκτού της παρεμβάσεως από τους παραστάντες διαδίκους, όπως εν προκειμένω, καλύπτει τυχόν απαράδεκτο εκ της μη κοινοποιήσεως της παρεμβάσεως σε αυτούς (πρβλ. και Ολ. ΣτΕ 1900/2014 σκ. 8, ΣτΕ 1156/2004 σκ. 5). Για το λόγο, επομένως, αυτό, βασίμως προβαλλόμενο με την υπό κρίση έφεση, θα πρέπει η εκκαλουμένη να εξαφανισθεί και, περαιτέρω, να εξετασθεί, σύμφωνα με το άρθρο 64 του π. δ/τος 18/1989, η αίτηση ακυρώσεως των εφεσιβλήτων.
9. Επειδή, ο ν. 1577/1985 «Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός» (Α΄ 210) ορίζει στην παρ. 1 του άρθρου 3, όπως αυτή έχει αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1772/1988 (Α΄ 91, ημαρτ. Α΄ 104), και το περιεχόμενο της οποίας αποδίδεται με το άρθρο 327 παρ. 2 του Κ.Β.Π.Ν., ότι: «Κάθε κτίριο η εγκατάσταση πρέπει, α) … β) να εντάσσεται στο φυσικό και οικιστικό περιβάλλον, ώστε στα πλαίσια των στόχων της οικιστικής ανάπτυξης και της προστασίας του περιβάλλοντος να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Ο έλεγχος της τήρησης των πιο πάνω προϋποθέσεων ασκείται από την πολεοδομική υπηρεσία με βάση τη μελέτη της άδειας οικοδομής που συνοδεύεται από αιτιολογημένη έκθεση του μελετητή μηχανικού …», στο δε άρθρο 2 παρ. 16 (άρθρο 242 αρ. 16 Κ.Β.Π.Ν., Δ΄ 580/1999) ορίζει ότι: «Οριστική στάθμη εδάφους οικοπέδου είναι η στάθμη του εδάφους, όπως διαμορφώνεται οριστικά, σύμφωνα με το νόμο, με εκσκαφή, επίχωση ή επίστρωση» και στο άρθρο 17 παρ. 1 (άρθρο 256 Κ.Β.Π.Ν) ορίζεται ότι: «Στους ακάλυπτους χώρους του οικοπέδου επιτρέπεται η μερική εκσκαφή ή επίχωση του εδάφους για την προσαρμογή του κτιρίου σε αυτό με την προϋπόθεση ότι σε κανένα σημείο η οριστική στάθμη του εδάφους δεν θα βρίσκεται ψηλότερα ή χαμηλότερα από 1,50 μ. από τη φυσική του στάθμη. …» . Εξ άλλου, το άρθρο 5 του π. δ/τος της 24.4/31.5.1985 με τίτλο «Τρόπος καθορισμού ορίων οικισμών της Χώρας μέχρι 2000 κατοίκους, κατηγορίες αυτών και καθορισμός όρων και περιορισμών δόμησής τους» (Δ΄ 181), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του π. δ/τος της 25.4/16.5.1989 (Δ΄ 293) και ήδη κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 85 του Κ.Β.Π.Ν., ορίζει, στην παρ. 4 (όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2δ του π. δ/τος της 14/23.2.1987, Δ’ 133, και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν δηλ. οι περ. α΄ και β΄ αντικατασταθούν με το άρθρο 1 παρ. 4 του π. δ/τος της 4.11.2011, τ. ΑΑΠ 289), τα εξής: «Μέγιστο ύψος κτιρίων. α) το μέγιστο ύψος κτιρίων ορίζεται σε 7,50 μ. … β) το μέγιστο ύψος κτιρίων σε κάθε όψη τους μετράται από την οριστική στάθμη του εδάφους (φυσικού ή διαμορφωμένου) με την επιφύλαξη της παρ. 1 του άρθρου 256. γ) … δ) … ε) … ». Σύμφωνα δε με την 7604/12.6.1997 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας «Κατηγοριοποίηση και καθορισμός ορίων οικισμού Ρήρα Κοιν. Σελιανίτικων επαρχείας Αιγιαλείας Ν. Αχαΐας» (Δ’ 806/23.9.1997), «εντός των ορίων του οικισμού ισχύουν οι γενικοί όροι δόμησης που προβλέπονται από το Π.Δ. ΦΕΚ 181/Δ/3.5.85 όπως τροποποιήθηκε με τα από 14.2.87 Π.Δ. ΦΕΚ 133Δ/23.2.87 και 25.4.89 (ΦΕΚ 293 Δ/16.5.89)…» Τέλος, στο άρθρο 6 («Ισχύς και αναθεώρηση οικοδομικής άδειας»), του π. δ/τος της 8/13.7.1993 «Τρόπος έκδοσης οικοδομικών αδειών και έλεγχος των ανεγειρομένων οικοδομών» (Δ΄ 795), προβλέπεται η διαδικασία και ο έλεγχος αναθεώρησης των οικοδομικών αδειών.
10. Επειδή, όπως έχει γίνει δεκτό, οι διατάξεις αυτές, με τις οποίες οριοθετούνται οι επιτρεπόμενες επεμβάσεις στο φυσικό έδαφος κατά την ανέγερση οικοδομής, πρέπει να ερμηνεύονται εν όψει της κατά το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, κατά τρόπο ώστε η εφαρμογή τους να κατατείνει στην ανέγερση κτιρίων εναρμονιζομένων, κατ’ αρχήν, προς το φυσικό ανάγλυφο και την μορφολογία του εδάφους, που αποτελούν στοιχεία του προστατευομένου φυσικού περιβάλλοντος και να αποκλείεται η δόμηση με σημαντικές επεμβάσεις στο φυσικό έδαφος και σοβαρές αλλοιώσεις της αισθητικής του τοπίου. Από τις διατάξεις, συνεπώς, αυτές προκύπτει ότι, κατά την ανέγερση οικοδομής, οι τυχόν επιτρεπόμενες από τον νόμο επεμβάσεις επί της φυσικής στάθμης του εδάφους στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, από τις οποίες είναι ενδεχόμενο να επηρεάζεται και το τελικό νόμιμο ύψος της οικοδομής, επιτρέπονται μόνον αν είναι αναγκαίες για την προσαρμογή του κτιρίου στο έδαφος, όχι δε και στην αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή για την προσαρμογή του εδάφους στις διαστάσεις και τα λοιπά τεχνικά χαρακτηριστικά που επιθυμεί να προσδώσει στο κτίριο ο κατασκευαστής του. Αντίθετη, άλλωστε, ερμηνευτική εκδοχή θα επέτρεπε στον κατασκευαστή του κτιρίου να αναδιαμορφώσει εκείνος, ανάλογα με τον τρόπο κατασκευής που επιλέγει, ουσιώδεις όρους δομήσεως του κτιρίου, καταστρατηγώντας, έτσι, τις αντίστοιχες προβλέψεις του πολεοδομικού νομοθέτη, που θεσπίσθηκαν για την εξασφάλιση των καλυτέρων δυνατών όρων διαβιώσεως στην περιοχή (ΣτΕ 4933/2013, 3428/2012, 2671, 945/2010, 2699/2006, πρβλ ΣτΕ 6500/1995). Περαιτέρω, κατά την έννοια των αυτών διατάξεων, σε περίπτωση ανέγερσης οικοδομής σε έδαφος επικλινές, οι αναγκαίες για τους παραπάνω λόγους επεμβάσεις στο φυσικό έδαφος πρέπει να γίνονται κατά τρόπο, ώστε η διαμορφούμενη οριστική στάθμη του εδάφους να είναι κλιμακωτή, προκειμένου η ανωτέρω μέγιστη επιτρεπόμενη απόκλιση από το φυσικό έδαφος να τηρείται σε κάθε σημείο του οικοπέδου. Τούτο δε προκειμένου να μη διαταράσσεται κατά το δυνατό το φυσικό ανάγλυφο και να προστατεύεται το αστικό ή φυσικό τοπίο, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα (βλ. ως άνω ΣΕ 2671/2010).
11. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, με την 287/30.6.2003 οικοδομική άδεια του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών Αιγιαλείας και Καλαβρύτων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Ν. Α. Αχαΐας επετράπη στην ήδη εκκαλούσα η ανέγερση διώροφης οικοδομής με υπόγειο σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της εντός του (κάτω των 2.000 κατοίκων) οικισμού «Ρήρα» του δημοτικού διαμερίσματος Σελιανίτικων του Δήμου Συμπολιτείας. Το οικόπεδο για το οποίο εκδόθηκε η 287/2003 οικοδομική άδεια είναι επικλινές και συγκεκριμένα παρουσιάζει έντονη κλίση στον άξονα Νότος-Βορράς και ηπιότερη κλίση στον άξονα Δυτικά – Ανατολικά (βλ. οικ. 659/10.2.2005 έγγραφο απόψεων Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών Αιγιαλείας και Καλαβρύτων προς Διοικ. Εφετείο επί της συναφούς αιτήσεως αναστολής). Η άδεια αυτή αναθεωρήθηκε λόγω αλλαγής επιβλέποντος μηχανικού με την 3929/28.9.2003 πράξη της ως άνω πολεοδομικής υπηρεσίας, ενώ δεν είχαν αρχίσει να εκτελούνται εργασίες. Νέο αίτημα αναθεωρήσεως για διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου, που υπεβλήθη τον Απρίλιο του 2004, διαβιβάσθηκε, με το 1750/13.4.2004 έγγραφο της πολεοδομικής υπηρεσίας, στην Ε.Π.Α.Ε. «λόγω του ότι προβλέπονταν επιχώσεις και τοίχος αντιστήριξης άνω του 1,50 μ.» (βλ. οικ. 3555/4.12.2014 έγγραφο Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης Δήμου Αιγιαλείας προς το Δικαστήριο), όπως, όμως, προκύπτει από το υπ’ αρ. 15/14.4.2004 πρακτικό της ΕΠΑΕ, η εξέταση του αιτήματος αυτού ανεβλήθη προκειμένου να προσκομισθούν «φωτογραφίες περιμετρικά του κτιρίου και του δρόμου». Στις 27.8.2004 η εκκαλούσα παραιτήθηκε του ως άνω αιτήματος αναθεωρήσεως, δίχως να έχει προσκομίσει τις φωτογραφίες που ζητούσε η ΕΠΑΕ προκειμένου να αποφανθεί (βλ. ως άνω έγγραφο Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης Δήμου Αιγιαλείας). Στο μεταξύ, κατόπιν καταγγελίας (από 2.6.2004) που υπέβαλαν οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι είναι συγκύριοι οικοδομής στο όμορο προς ανατολάς οικόπεδο, που βρίσκεται κατάντη της επίμαχης οικοδομής, διαπιστώθηκε σε αυτοψία που διενεργήθηκε στις 15.6.2004 από υπαλλήλους της ως άνω υπηρεσίας, ότι η διαμόρφωση του ακαλύπτου χώρου γινόταν καθ’ υπέρβαση της επιτρεπομένης, βάσει της παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 1577/1985, επεμβάσεως (-+ 1,5 μ. από τη φυσική στάθμη του εδάφους) σε σχέση με τα εγκεκριμένα σχέδια της μελέτης και για το λόγο αυτό διατάχθηκε, με το 2962/17.6.2004 έγγραφο του ως άνω Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών, η διακοπή των οικοδομικών εργασιών επί του ακινήτου (οι οποίες τότε βρίσκονταν στο στάδιο των επιχρισμάτων). Κατόπιν τούτου η εκκαλούσα υπέβαλε στην πολεοδομική υπηρεσία αίτηση και φάκελο για την αναθεώρηση της άδειας «λόγω αύξησης εμβαδού και όγκου και τροποποίηση σχεδίων (τομές – όψεις) ως προς τη διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου» (αρ. πρωτ. 4304/28.7.2004). Με το οικ. 4782/25.8.2004 έγγραφό της η πολεοδομική υπηρεσία ζήτησε οδηγίες από την ιεραρχικά προϊσταμένη της αρχή (Δ/νση ΠΕΧΩ Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας) σχετικά με την ορθή εφαρμογή του νόμου και ιδίως του άρθρου 17 του ν. 1577/1985 (Γ.Ο.Κ.) για την εξέταση του υποβληθέντος αιτήματος που περιελάμβανε «.. μερική επίχωση σε τμήμα του οικοπέδου μέχρι 1,50 μ., ώστε να καλυφθεί υπέρβαση του μέγιστου ύψους στο συγκεκριμένο σημείο» (τούτο δε με δεδομένο ότι η στάθμη του ισογείου ξεκίνησε, στην ανάντη πλευρά, από τη στάθμη του φυσικού εδάφους και λόγω της έντονης κλίσης του φυσικού αναγλύφου κατέστη αναγκαία η επίχωση). Η Διεύθυνση ΠΕ.ΧΩ. της Περιφέρειας Δυτ. Ελλάδας απάντησε (βλ. 7857/26.10.2004 έγγραφο) ότι η νομιμότητα της αιτηθείσας αναθεωρήσεως έπρεπε να εξετασθεί με σημείο αναφοράς τη «μορφή» του φυσικού εδάφους που είχε διαπιστωθεί από την πολεοδομία, κατά τη διενεργηθείσα τότε αυτοψία και το οποίο (φυσικό έδαφος) «όπως φαίνεται από τις συνημμένες στο φάκελο … φωτογραφίες, έχει αλλοιωθεί σε πολλά σημεία του σήμερα, λόγω των εργασιών στο εν λόγω οικόπεδο σε βαθμό που να είναι αδύνατο να διαπιστωθεί το φυσικό ανάγλυφο του εδάφους», ενώ επεσήμανε ότι το άρθρο 17 του ΓΟΚ/1985 επιτρέπει μερική μόνον επίχωση ή εκσκαφή και μόνον εφ’ όσον αυτή είναι απαραίτητη για την προσαρμογή του κτιρίου στο έδαφος (εφ’ όσον δηλαδή δεν μπορεί να μειωθεί με κατάλληλη αρχιτεκτονική μελέτη και τοποθέτηση του κτιρίου), καθώς τμηματικές μεν αλλά μεγάλου ύψους επιχώσεις έχουν ως συνέπεια την έμμεση, μη νόμιμη, αύξηση του ύψους των οικοδομών. Κατόπιν τούτου, στις 4.11.2004 χορηγήθηκε στην εκκαλούσα η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση 4304/4.11.2004 αναθεώρηση της 287/2003 οικοδομικής αδείας «για αύξηση όγκου και διαμόρφωση εξωτερικού χώρου» δίχως, όπως προκύπτει από το στέλεχος της οικοδομικής άδειας, να προηγηθεί αυτοψία, ενώ στις 5.11.2004 επετράπη και μερική συνέχιση των οικοδομικών εργασιών, για τη διαμόρφωση του ακαλύπτου, για διάστημα ενός μηνός (6374/5.11.2004 έγγραφο).
12. Επειδή, με την αίτηση ακυρώσεως που άσκησαν κατά της 4304/4.11.2004 πράξεως αναθεωρήσεως της 287/2003 οικοδομικής άδειας οι εφεσίβλητοι προέβαλαν ότι η διοίκηση προέβη στη η χορήγηση της επίδικης αναθεωρήσεως αναιτιολογήτως και δίχως προηγουμένως να διενεργηθεί αυτοψία (όπως προέβλεπε η 23/1995 εγκύκλιος του ΥΠΕΧΩΔΕ και είχε ζητήσει η ΔΙΠΕΧΩ με το 7857/26.10.2004 έγγραφό της), κατά παράβαση των άρθρων 7 και 17 παρ. 1 του ν. 1577/1985. Περαιτέρω, η διάδικος πολεοδομική αρχή με το 32/10.1.2005 έγγραφο των απόψεών της επί της αιτήσεως ακυρώσεως, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι: « … μετά από καταγγελία … και αυτοψία που πραγματοποιήσαμε στην οικοδομή, διαπιστώσαμε ότι δεν εφαρμοζόταν η εγκεκριμένη μελέτη και διακόψαμε τις εργασίες με το 2962/17.6.2004 έγγραφό μας. Η ενδιαφερόμενη κατέθεσε την 4304/28.7.04 αίτηση αναθεώρησης … με την οποία αποτυπώνετο η υφιστάμενη κατάσταση του εδάφους και προσαρμοζόταν το κτίριο στα δεδομένα του φυσικού ανάγλυφου της περιοχής με την απαίτηση επιχώσεως μεγίστου ύψους 1,50 μ. σε τμήμα του οικοπέδου ώστε να μην υπάρχει υπέρβαση του μεγίστου επιτρεπομένου ύψους της περιοχής. Το αίτημα της αναθεώρησης εγκρίθηκε … αφού προηγήθηκε συνεννόηση με την Δ/νση ΠΕΧΩ Δυτ. Ελλάδος, στην οποία θέσαμε υπ’ όψη το σύνολο των στοιχείων του φακέλου της αναθεώρησης … Εννοείται ότι πριν από την έγκριση της αναθεώρησης είχε προηγηθεί αυτοψία … και είχαμε λάβει γνώση της πραγματικής κατάστασης, έχοντας και γι’ αυτό το λόγο διακόψει τις οικοδομικές εργασίες. … Η οικοδομή έχει τοποθετηθεί με μηδενικό υψόμετρο στην Νοτιοδυτική της πλευρά (δηλαδή η στάθμη δαπέδου ισογείου συμπίπτει με τη στάθμη του φυσικού εδάφους) και απαιτείται επίχωση τουλάχιστον 1,50 μ. από το φυσικό έδαφος στην Βόριο-Ανατολική πλευρά, ώστε αφενός να εξαλείφεται η φαινομενική υπέρβαση του μεγίστου ύψους αλλά και να εξισορροπείται η έντονη κλίση της επιφάνειας του οικοπέδου. Τα παραπάνω είναι τα στοιχεία της διαμόρφωσης του ακαλύπτου που ζητήθηκαν και χορηγήθηκαν από την Υπηρεσία μας και τα οποία είναι σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 17 ΓΟΚ ’85 … Η ορθότητα των στοιχείων προκύπτει από την προηγηθείσα αυτοψία της Υπηρεσίας μας, την τοπογραφική και υψομετρική αποτύπωση των φυσικών στάθμεων (sic) του οικοπέδου και το φωτογραφικό υλικό που μας έχει κατατεθεί …». Ακολούθως, όμως, με το 6878/5.2.2008 έγγραφο απόψεων η ίδια αρχή προσθέτει ότι: « … Με το υπ’ αρ. 4782/25.8.2004 έγγραφό μας προς τη ΔΙΠΕΧΩ ΔΥΤ. ΕΛΛΑΔΟΣ ζητούνται οδηγίες, αν στα πλαίσια αναθεώρησης οικοδομικής άδειας δύναται να καλυφτεί η υπέρβαση του μεγίστου ύψους με μερική επίχωση. … Στις 4.11.2004 χορηγείται η με αρ. πρωτ. 4304/28.7.2004 αναθεώρηση … χωρίς αυτοψία, για αύξηση όγκου και διαμόρφωση εξωτερικού χώρου. … Σύμφωνα με την ΕΓ23/95 και το υπ’ αρ 7857/26.10.2004 έγγραφο της ΔΙΠΕΧΩ έπρεπε πριν την χορήγηση της … 4304/28.7.04 αναθεώρησης … να γίνει αυτοψία. Από τα στοιχεία (στέλεχος οικ. άδειας) προκύπτει ότι η παραπάνω αναθεώρηση χορηγήθηκε χωρίς αυτοψία και δεν ελήφθηκαν υπ’ όψη οι οδηγίες της ΕΓ23/95 και … του εγγράφου 7857/26.10.2004 της ΔΙΠΕΧΩ».
13. Επειδή, από τα διαλαμβανόμενα στις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι κλονίζεται η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αναθεώρησης, τόσο από την διενέργεια της από 15.6.2004 αυτοψίας, με την οποία, ήδη πριν από την υποβολή της από 28.7.2004 αίτησης αναθεωρήσεως, διαπιστώθηκε το μη νόμιμο των επιχώσεων που είχαν γίνει μέχρι τότε, όσο και από τα στοιχεία που αναφέρονται στο τελευταίο ως άνω (6878/5.2.2008) έγγραφο απόψεων της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, δηλαδή τη μη διενέργεια αυτοψίας πριν από την προσβαλλόμενη αναθεώρηση (παρά την επισήμανση της σχετικής υποχρέωσης με το 7858/26.10.2004 έγγραφο της Διεύθυνσης ΠΕ.ΧΩ. της Περιφέρειας Δυτ. Ελλάδας) και τη μη λήψη υπόψη των οδηγιών της εγκυκλίου ΕΓ 23/95. Τέλος, ουδόλως αιτιολογείται η άρση των λόγων που είχαν επιβάλει την προηγούμενη διακοπή, κατόπιν της προαναφερθείσας αυτοψίας, των οικοδομικών εργασιών. Για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ, τέλος, παρέλκει ως αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων ακυρώσεως.
14. Επειδή, το δικαστήριο, εκτιμώντας, κατά το άρθρο 39 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, τις περιστάσεις, κρίνει ότι πρέπει να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.






