ΣτΕ 1973/2017 [Νόμιμη περιβαλλοντική αδειοδότηση ΑΣΠΗΕ]
Περίληψη
-Οι επιπτώσεις από την εγκατάσταση και λειτουργία του αιολικού πάρκου στην χλωρίδα της προστατευόμενης περιοχής θα είναι μικρής κλίμακας και αντιμετωπίζονται αιτιολογημένα από τη σχετική μ.π.ε., στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά στα ιδιαίτερα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής εγκαταστάσεως του έργου. Επίσης, η μελέτη περιέχει εκτενείς αναφορές στους πληθυσμούς των άγριων πτηνών της περιοχής και τους τόπους διαχειμάσεως και διελεύσεώς τους, στοιχεία τα οποία ελήφθησαν υπόψη για την επιλογή της θέσης εγκαταστάσεως της επίμαχης μονάδας. Ειδικά μέτρα, εξάλλου, προτείνονται για την αντιμετώπισή των επιπτώσεων του έργου τόσο στην χλωρίδα όσο και στην πανίδα και δη στην ορνιθοπανίδα, κατά τρόπο αποτελεσματικό, ώστε να μην επέρχεται υποβάθμιση της περιοχής. Επομένως, η προσβαλλόμενη πράξη εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, ερειδόμενη στη σχετική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη ως προς τα ζητήματα που τίθενται με την κρινόμενη αίτηση, περαιτέρω δε έλεγχος των σχετικών ουσιαστικών εκτιμήσεων της διοικήσεως εξέρχεται των ορίων δικαστικού ελέγχου κατά την προκειμένη ακυρωτική δίκη.
-Στην οικεία μ.π.ε. γίνεται εφαρμογή των κριτηρίων εντάξεως του επίδικου έργου στο τοπίο, ενώ όλοι οι γειτονικοί οικισμοί απέχουν περισσότερο από 500 μ. από το έργο και η ηχητική επιβάρυνση σε αυτούς αναμένεται κάτω των 35 dB, ενώ, εξ άλλου, σε ακτίνα 1.500 μ. από το έργο, δεν υπάρχει οικισμός που να έχει χαρακτηρισθεί ως παραδοσιακός.
-Κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης πράξεως δεν υφίστατο υποχρέωση εκπονήσεως, για το σύνολο του νησιού, μελέτης για τις ενεργειακές ανάγκες που επρόκειτο να καλύψει ο υπό αδειοδότηση σταθμός, τις πιθανολογούμενες δυσμενείς επιπτώσεις από τη λειτουργία του συνόλου των ήδη εγκατεστημένων και προς εγκατάσταση αιολικών μονάδων και την τυχόν υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας της νήσου και, ως εκ τούτου, ο λόγος ακυρώσεως που ανάγεται στη μη συνεκτίμηση των ενεργειακών αναγκών και της φέρουσας ικανότητας της νήσου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δοθέντος, άλλωστε, ότι οι αιτούσες δεν προσδιορίζουν την ακριβή
του επίμαχου έργου, καθώς και το συγκεκριμένο δυνητικό αθροιστικό ζημιογόνο αποτέλεσμα ούτε, άλλωστε, προκύπτει υπέρβαση της μέγιστης πυκνότητας του οικείου O.T.A.
-Δεδομένου ότι η επίμαχη δραστηριότητα δεν χωροθετείται σε ζώνη ειδικής προστασίας της ορνιθοπανίδας ή σε σημαντική περιοχή για τα πτηνά, δεν απαιτείτο, προ της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων της επίμαχης μονάδας, η σύνταξη ειδικής ορνιθολογικής μελέτης και, ως εκ τούτου, όσα περί του αντιθέτου προβάλλονται πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
-Δεδομένου ότι από το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ δεν προκύπτει απαγόρευση για εγκατάσταση σταθμών από Α.Π,Ε. εντός Καταφυγίων Άγριας Ζωής, ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο δεν αμφισβητούνται, άλλωστε, τα διαλαμβανόμενα από την μ.π.ε. ότι η εν λόγω χαρακτηρισθείσα ως ΚΑ.Ζ. έκταση κείται κοντά στην περιοχή εγκαταστάσεως του έργου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
-Οι αιολικοί σταθμοί δεν απαιτείται να χωροθετούνται μόνον σε ειδικώς καθορισμένες ζώνες υποδοχής παραγωγικών δραστηριοτήτων, αλλά αντιθέτως επιτρέπεται, κατ’ αρχήν, να τοποθετούνται σε οποιαδήποτε περιοχή διαθέτει επαρκές και εκμεταλλεύσιμο αιολικό δυναμικό, εξαιρουμένων των περιοχών στις οποίες, δυνάμει ρητής νομοθετικής ή κανονιστικής διατάξεως, απαγορεύεται απολύτως η εγκατάστασή τους, ρύθμιση η οποία, κατά βάση, υιοθετείται και από το ισχύον κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ειδικό χωροταξικό πλαίσιο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
-Ανεξαρτήτως αν η προσβαλλόμενη πράξη περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών που, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3861/2010, πρέπει να αναρτώνται στο διαδίκτυο, η μη ανάρτησή της στο πρόγραμμα «ΔΙΑΥΓΕΙΑ» δεν συνιστά λόγο ακυρώσεως αυτής, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του ως άνω νόμου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, η ανάρτηση στο πρόγραμμα αυτό των αναρτητέων, αλλά μη δημοσιευτέων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως πράξεων δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο αυτών.
Πρόεδρος: Αγγ. Θεοφιλοπούλου
Εισηγητής: Μ. Γκορτζολίδου
Βασικές Σκέψεις
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το από 20.9.2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της 22668/13.12.2010 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέως Περιφερείας Ιονίων Νήσων περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων Αιολικού Πάρκου συνολικής ισχύος 24 MW της εταιρείας «ENOVA HELLAS Windenergie ΑΕ», στην περιοχή του όρους Παντοκράτορα, σε γήπεδο εκτάσεως 773.420,97 τ.μ., εκτός ορίων οικισμού, στην περιφέρεια των Δήμων Φαιάκων και Θιναλίων, στη νήσο Κέρκυρας, καθώς και του συνοδού έργου που αφορά τις οδούς προσβάσεως και προσπελάσεως για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα και το δίκτυο διασυνδέσεως με τον υποσταθμό 150/20 KV στη θέση Παλαιοχώραφα – Φουρνιές, στην περιφέρεια του Δήμου Φαιάκων Ν. Κέρκυρας.
3. Επειδή, με προφανές έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς παρεμβαίνει στην παρούσα δίκη υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης πράξεως, η δικαιούχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων και της συναφούς άδειας εγκαταστάσεως του επίμαχου έργου (βλ. ΣτΕ 2817, 2814/2013, 4891/2014 κ.ά.)
4. Επειδή, ο πρώτος αιτών, κυνηγετικός σύλλογος, ο οποίος έχει ως καταστατικό σκοπό, πλην άλλων, την στενή επαφή και συνεργασία μεταξύ του Κράτους και της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας και των Κυνηγετικών Συλλόγων, προς εναρμόνιση των φιλοθηραματικών σκοπών και φιλοδασικών επιδιώξεών τους και ισχυρίζεται ότι από την εγκατάσταση του αιολικού πάρκου στην παραπάνω περιοχή κινδυνεύει ο θηραματικός πλούτος, με έννομο συμφέρον ασκεί την υπό κρίση αίτηση. Ομοίως, με έννομο συμφέρον, ασκεί την υπό κρίση αίτηση, ισχυριζόμενη ότι από την κατασκευή και λειτουργία του αιολικού πάρκου θα πληγεί η εικόνα του φυσικού τοπίου της περιοχής, θα προκληθεί εκτεταμένη διάβρωση του εδάφους και ζημία στο φυσικό, πολιτιστικό και ιστορικό περιβάλλον της περιοχής, η δεύτερη των αιτουσών, αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία με την επωνυμία «Περιβαλλοντική Παρέμβαση – Η Αντινιώτη», μεταξύ των καταστατικών σκοπών της οποίας περιλαμβάνεται η διάσωση της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της Βόρειας Κέρκυρας και όλης της νήσου Κέρκυρας, η προστασία του ιστορικού βενετσιάνικου ορεινού χωριού της Παλιάς Περίθειας και των λοιπών ιστορικών μνημείων της Κέρκυρας, καθώς και η διάσωση του οικοσυστήματος της λιμνοθάλασσας Αντινιώτη και των λοιπών βιοτόπων της ευρύτερης περιοχής (βλ. ΣτΕ 2817/2013 σκ. 4, 1719/2012 σκ. 6, πρβλ. ΣτΕ 2741/2014 σκ. 3, 1422/2013 σκ. 3). Όσα δε περί του αντιθέτου προβάλλει η παρεμβαίνουσα εταιρεία περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των αιτουσών και δη της πρώτης των αιτουσών πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Τέλος, οι ως άνω αιτούσες, παραδεκτώς ομοδικούν, προβάλλοντας κοινούς λόγους ακυρώσεως ερειδόμενους στην αυτή πραγματική και νομική βάση.
5. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ασκείται εμπροθέσμως στις 8.3.2011 και συγκεκριμένα την 42η ημέρα από της 25.1.2011, ότε και περιήλθε σε γνώση των αιτουσών η προσβαλλόμενη πράξη, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 24839ΠΕ/25.1.2011 έγγραφο της Προϊσταμένης της Διευθύνσεως ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., το οποίο εκδόθηκε κατόπιν της από 30.12.2010 αιτήσεως της δεύτερης των αιτουσών. Ο ισχυρισμός της παρεμβαίνουσας περί εκπροθέσμου της αιτήσεως λόγω περιελεύσεως σε γνώση των αιτουσών της προσβαλλόμενης πράξεως την 23.12.2010, ημερομηνία δημοσιεύσεως της πράξεως αυτής στον τοπικό τύπο και, πάντως, την 30.12.2010, όταν η δεύτερη των αιτουσών ζήτησε να λάβει αντίγραφο της προσβαλλόμενης πράξεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι μόνη η δημοσιότητα της προσβαλλόμενης πράξεως δεν αρκεί καθ’ εαυτή για να θεμελιώσει τεκμήριο πλήρους γνώσεως της πράξεως εκ μέρους των ενδιαφερομένων (βλ. ΣτΕ 2464/2009 σκ. 10, πρβλ. και ΣτΕ 5418/2012 σκ. 5, 4891/2013 σκ.9). Περαιτέρω, ο διαδραμών χρόνος από τη δημοσιοποίηση της προσβαλλόμενης πράξεως έως την κατάθεση της κρινόμενης αιτήσεως δεν συνιστά εν προκειμένω ικανό χρονικό διάστημα, ώστε, σε συνδυασμό με το εύλογο ενδιαφέρον των αιτουσών, να στοιχειοθετηθεί τεκμήριο γνώσεως της προσβαλλόμενης από αυτές σε χρόνο που να καθιστά εκπρόθεσμη την κρινόμενη αίτηση. Ούτε, άλλωστε, τέτοιο τεκμήριο μπορεί να συναχθεί από μόνο το γεγονός ότι οι αιτούσες, γνωρίζοντας ότι έχει εκδοθεί η επίμαχη πράξη, ζήτησαν να λάβουν αντίγραφο της πράξεως αυτής.
6. Επειδή, μετά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως, εκδόθηκε η οικ.7892/7513/30.6.2011 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, με την οποία χορηγήθηκε στην ως άνω εταιρεία άδεια εγκαταστάσεως για το ως άνω έργο με χρονική ισχύ δύο ετών, η οποία αναβίωσε, με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 506/21753/18.2.2014 απόφαση του ρηθέντος Γενικού Γραμματέα, από την ημερομηνία λήξεως της και για χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών από τη δημοσίευση του ν. 4203/2013 (Α΄ 235/1.11.2013), δηλαδή μέχρι και 31.10.2014. Η τελευταία αυτή πράξη εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 20 παρ. 4 του ν. 4203/2013 (Α΄ 235), κατόπιν σχετικού αιτήματος της παρεμβαίνουσας και αφού λήφθηκε υπόψη ότι η ισχύς της εν λόγω άδειας είχε λήξει πριν την ημερομηνία δημοσιεύσεως του ν. 4203/2013 (1.11.2013) και είχε υποβληθεί εμπρόθεσμα (26.6.2013), και μετά την ισχύ του ν. 3851/2010, αίτημα της παρεμβαίνουσας εταιρείας για παράτασή της, το οποίο εκκρεμούσε κατά το χρόνο δημοσιεύσεως του ν. 4203/2013. Η ανωτέρω οικ.7892/7513/ 30.6.2011 άδεια εγκαταστάσεως, καίτοι συναφής με την προσβαλλόμενη απόφαση περί εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων, η οποία αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση εκδόσεως της πρώτης (βλ. ΣτΕ 172/2003 7μ., 3619/1998 Ολομ., κ.ά.), απαραδέκτως προσβάλλεται με το δικόγραφο προσθέτων λόγων, με το οποίο κατά πάγια νομολογία δεν είναι επιτρεπτή η διεύρυνση του αντικειμένου της δίκης (βλ. ΣτΕ 3376/2012, 3941/2008, 2367/2007 Ολομ., κ.ά.), ενώ εξάλλου, ουδείς αυτοτελής λόγος ακυρώσεως προβάλλεται κατ’ αυτής.
7. Επειδή, με τις διατάξεις του ν. 3468/2006 (Α΄ 129), μεταφέρθηκε στο ελληνικό δίκαιο η Οδηγία 2001/77/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, με την οποία το ποσοστό συμμετοχής των Α.Π.Ε. στην ακαθάριστη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, αρχικώς ορίστηκε σε 20,1% μέχρι το 2010. Ακολούθως, ενόψει της νεότερης Οδηγίας 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, με το άρθρο 1 του ν. 3851/2010 (Α΄ 85), προστέθηκε στο άρθρο 1 του ανωτέρω ν. 3468/2006 παράγραφος 3, με την περίπτωση β΄ της οποίας ορίστηκε ως στόχος το ποσοστό συμμετοχής των Α.Π.Ε. στην ακαθάριστη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας να ανέλθει σε 40% μέχρι το 2020, το ποσοστό δε αυτό δεν μεταβλήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 8 του ν. 3889/2010 (Α΄ 182), με την οποία αντικαταστάθηκε η προαναφερόμενη περίπτωση β΄. Εξ άλλου, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Κυότο, που κυρώθηκε με το ν. 3017/2002 (Α΄ 117), η Ελλάδα έχει για την περίοδο 2008 – 2012 υποχρέωση συγκράτησης της αύξησης των εκπομπών αερίου που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου με την προώθηση, μεταξύ άλλων, της χρήσης Α.Π.Ε. για την παραγωγή ηλεκτρισμού. Περαιτέρω, στο άρθρο 7 του ως άνω ν. 3468/2006 ορίζεται ότι: «Οι σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Θ.Υ.Α., καθώς και κάθε έργο που συνδέεται με την κατασκευή και τη λειτουργία τους, συμπεριλαμβανομένων των έργων οδοποιίας πρόσβασης και των έργων σύνδεσής τους με το Σύστημα ή το Δίκτυο, επιτρέπεται να εγκαθίστανται και να λειτουργούν: Α) Σε γήπεδο ή σε χώρο, επί των οποίων ο αιτών έχει το δικαίωμα νόμιμης χρήσης. Β) Σε δάση ή δασικές εκτάσεις, εφόσον έχει επιτραπεί, επ’ αυτών, η εκτέλεση έργων σύμφωνα με τα άρθρα 45 και 58 του ν. 998/1979 (ΦΕΚ 289 Α΄), όπως ισχύει, ή το άρθρο 13 του ν. 1734/1987 (ΦΕΚ 189 Α΄), όπως ισχύει. Γ) …» και στο άρθρο 8 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου προβλέπεται ότι για την εγκατάσταση και επέκταση σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. απαιτείται σχετική άδεια. Στην παρ. 3 του αυτού ως άνω άρθρου προβλέπεται ειδικότερα ότι: «3. Μετά την έκδοση της άδειας παραγωγής από τη Ρ.Α.Ε., ο ενδιαφερόμενος προκειμένου να του χορηγηθεί άδεια εγκατάστασης, ζητά ταυτόχρονα την έκδοση: α) Προσφοράς Σύνδεσης από τον αρμόδιο Διαχειριστή. β) Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (Ε.Π.Ο.), κατά το άρθρο 4 του ν. 1650/1986, όπως ισχύει, και γ) Άδειας Επέμβασης σε δάσος ή δασική έκταση, κατά την παρ. 2 του άρθρου 58 του ν. 998/1979 (ΦΕΚ 289 Α΄), εφόσον απαιτείται, ή γενικά των αναγκαίων αδειών για την απόκτηση του δικαιώματος χρήσης της θέσης εγκατάστασης του έργου …» ενώ στην παρ. 6 αυτού ορίζεται ότι: «6. Για την έκδοση απόφασης Ε.Π.Ο. των έργων από Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Θ.Υ.Α. κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 1650/1986, όπως ισχύει, υποβάλλεται πλήρης φάκελος και Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Μ.Π.Ε.) στην αρμόδια για την περιβαλλοντική αδειοδότηση αρχή. Η αρμόδια αρχή εξετάζει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και τα προτεινόμενα μέτρα πρόληψης και αποκατάστασης, μεριμνά για την τήρηση των διαδικασιών δημοσιοποίησης και αποφαίνεται για τη χορήγηση ή μη απόφασης Ε.Π.Ο. μέσα σε τέσσερις (4) μήνες από το χρόνο που ο φάκελος θεωρήθηκε πλήρης. Ο φάκελος θεωρείται πλήρης, εάν μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την υποβολή του δεν ζητηθούν εγγράφως από τον ενδιαφερόμενο συμπληρωματικά στοιχεία. Η αδειοδοτούσα αρχή δεν μπορεί να ζητήσει εκ νέου από τον ενδιαφερόμενο συμπληρωματικά στοιχεία εκτός από διευκρινίσεις επί στοιχείων που είχαν ήδη ζητηθεί εγγράφως. … Οι αρμόδιες υπηρεσίες και φορείς στους οποίους διαβιβάζεται ο φάκελος από την αρμόδια για την περιβαλλοντική αδειοδότηση αρχή υποχρεούνται να γνωμοδοτούν για τα θέματα αρμοδιότητάς τους και μέσα στα πλαίσια των όρων και προϋποθέσεων χωροθέτησης που προβλέπονται στο Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΦΕΚ 2464 Β΄), όπως ισχύει κατά περίπτωση, μέσα στις προθεσμίες που καθορίζονται από το νόμο ή τάσσονται από την αρμόδια υπηρεσία …». Τέλος, κατά τις παρ. 1α και 2 του άρθρου 4 του ν. 1650/1986 (Α΄ 160), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3010/2002, (Α΄ 91), και ίσχυε κατά την έκδοση της προσβαλλομένης πράξεως, για την πραγματοποίηση νέων δημόσιων ή ιδιωτικών έργων ή δραστηριοτήτων απαιτείται η έγκριση όρων για την προστασία του περιβάλλοντος, μετά από υποβολή, για τα έργα τα οποία ανήκουν στην Α΄ κατηγορία κατά τη διάκριση που εισάγεται με το προηγούμενο άρθρο 3 του ίδιου ν. 1650/1986, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του αυτού ν. 3010/2002, δηλαδή για τα έργα που είναι πιθανόν να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον, μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 και το Παράρτημα 1 της κατ’ εξουσιοδότηση του ανωτέρω άρθρου 3 του ν. 1650/1986 εκδοθείσας κοινής υπουργικής αποφάσεως. Η.Π.: 15393/2332/5.8.2002 (Β΄ 1022), η «ηλεκτροπαραγωγή από αιολική και ηλιακή ενέργεια 40-5 MW», που ανήκει στην Ομάδα 10 (ειδικά έργα) κατατάσσεται στη δεύτερη υποκατηγορία της πρώτης κατηγορίας. Κατά τις ανωτέρω διατάξεις, για τη χορήγηση άδειας εγκαταστάσεως αιολικού σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας απαιτείται, μεταξύ άλλων, και η εξέταση και εκτίμηση των περιβαλλοντικών και άλλων επιπτώσεων από την εγκατάσταση σταθμού στην πέριξ αυτού περιοχή, η εκτίμηση δε αυτή γίνεται, κατ’ αρχήν, κατά το στάδιο της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων εγκαταστάσεως και λειτουργίας του, που γίνεται σύμφωνα με τους ορισμούς των ανωτέρω διατάξεων του ν. 1650/1986. Κατά την αξιολόγηση αυτή λαμβάνονται υπόψη οι όροι των Περιφερειακών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης των Περιφερειών της χώρας, καθώς και το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις Α.Π.Ε. (ΣτΕ 1719/2012, 2814, 2816, 2817, 4891/2013, βλ. και ΣτΕ 2741/2014).
8. Επειδή, με την 48976/5-12-2003 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (Β΄ 56), η οποία εκδόθηκε, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 8 του Ν. 2742/1999, εγκρίθηκε το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφερείας Ιονίων Νήσων (ΠΠΧΣΑΑ). Κατά το άρθρο 2 της αποφάσεως αυτής, το ΠΠΧΣΑΑ Περιφερείας Ιονίων Νήσων στοχεύει, μεταξύ άλλων, στην εναρμόνιση με τα εγκεκριμένα ή υπό διαμόρφωση κείμενα του Γενικού και των Ειδικών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης και την εξειδίκευση και συμπλήρωση των βασικών προτεραιοτήτων και επιλογών τους, στο επίπεδο της Περιφέρειας, καθώς και στην εξειδίκευση και συμπλήρωση των βασικών προτεραιοτήτων – επιλογών των χωρικών κατευθύνσεων αναφορικά με τις περιοχές στις οποίες θα ενεργοποιούνται τα εργαλεία και οι μηχανισμοί του Ν. 2742/1999, ειδικότερα δε οι Περιοχές Ειδικών Χωρικών Παρεμβάσεων και τέλος οι Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων. Με την απόφαση αυτή διαπιστώνεται μεν η υπάρχουσα κατάσταση ως προς την ενεργειακή επάρκεια της περιφέρειας, ανεξαρτήτως του τρόπου παραγωγής της, ουδόλως όμως αποκλείεται κατά την έννοια των ρυθμίσεων του σχεδίου αυτού η περαιτέρω ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε όλη την έκταση της περιφέρειας. Ειδικότερα, αφού διαπιστώνεται, μεταξύ άλλων, α) όσον αφορά την ενεργειακή υποδομή ότι τα Ιόνια Νησιά εξαρτώνται πλήρως από την Ηπειρωτική Ελλάδα και δεν αντιμετωπίζουν πρόβλημα επάρκειας ενέργειας και β) όσον αφορά το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, ότι η Περιφέρεια διαθέτει πλούσιο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, η προστασία και η διαχείριση του οποίου πρέπει να έχει μια προεξάρχουσα θέση σε επίπεδο πολιτικής, περαιτέρω δε προτείνεται στον τομέα της ενέργειας, μεταξύ άλλων, η ανάπτυξη ήπιων μορφών ενέργειας (αιολική, ηλιακή) (άρθρο 3, Γ.3.6.2), καθώς και να συνταχθεί μελέτη αξιοποιήσεως ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για ενεργειακή οικονομία στους παραγωγικούς τομείς (Γ.3.12).
9. Επειδή, περαιτέρω, με το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (βλ. την 6876/4871/2.7.2008 απόφαση της Βουλής των Ελλήνων, Α΄ 128/2008), τέθηκε, ως στρατηγικού χαρακτήρα στόχος της εθνικής ενεργειακής πολιτικής, η διασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας, η αύξηση της διείσδυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για την αντιμετώπιση του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής στο πλαίσιο και των σχετικών δεσμεύσεων της χώρας, η προώθηση της χρήσης εναλλακτικών καυσίμων και η πλήρης αξιοποίηση των εγχώριων ενεργειακών πόρων (πρβλ. και άρθρα 7 παρ. 9 του ν. 3468/2006 και 2 παρ. 1 περ. δ΄ και 2 περ. ια΄ του ν. 2742/1999). Το γενικό πλαίσιο περιέχει, και ειδικές προτάσεις για τις ορεινές, παράκτιες, νησιωτικές και παραμεθόριες περιοχές, οι οποίες, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, αποτελούν αντικείμενο ιδιαίτερης ρύθμισης στη διάταξη του άρθρου 9. Γενικές κατευθύνσεις της χωροταξικής οργάνωσης των περιοχών αυτών είναι «η ενίσχυση της ανάπτυξης με βιώσιμο τρόπο», «η διαφύλαξη της πλούσιας βιοποικιλότητας και των τοπίων που αποτελούν βασικά στοιχεία έλξης και συγκριτικά πλεονεκτήματα των περιοχών αυτών», καθώς και η εκπόνηση χωροταξικού σχεδιασμού μετά από συνεκτίμηση της κλίμακας του χώρου και της φέρουσας ικανότητας των οικείων οικοσυστημάτων. Στις ειδικές κατευθύνσεις του σχεδίου περιλαμβάνεται «η αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων των νησιών και η στήριξη εναλλακτικών και ήπιων μορφών ανάπτυξης».
10. Επειδή, ακολούθως, με την 49828/2008 απόφαση της Επιτροπής Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής με θέμα «Έγκριση ειδικού πλαισίου χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και της στρατηγικής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων αυτού» (Β΄ 2464), τίθενται οι βασικές κατευθύνσεις και οι γενικοί κανόνες για τη χωροθέτηση Α.Π.Ε., στο σύνολο του εθνικού χώρου ο οποίος, προκειμένου για τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων, διακρίνεται σε κατηγορίες ανάλογα με το εν δυνάμει εκμεταλλεύσιμο αιολικό δυναμικό του. Το άρθρο 6 της αποφάσεως αυτής, το οποίο τιτλοφορείται «Περιοχές αποκλεισμού και ζώνης ασυμβατότητας», ορίζει ότι: «1. Σε όλες τις κατηγορίες περιοχών του προηγούμενου άρθρου, πρέπει να αποκλείεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός: α. Των κηρυγμένων διατηρητέων μνημείων της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς και των άλλων μνημείων μείζονος σημασίας της παρ. 5 ββ) του άρθρου 50 του ν. 3028/2002, καθώς και των οριοθετημένων αρχαιολογικών ζωνών προστασίας Α που έχουν καθορισθεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 90 του ν. 1892/1991 ή καθορίζονται κατά τις διατάξεις του ν. 3028/2002. β. Των περιοχών απολύτου προστασίας της φύσης και προστασίας της φύσης που καθορίζονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 και 2 και 21 του ν. 1650/1986. γ. Των ορίων των Υγροτόπων Διεθνούς Σημασίας (Υγρότοποι Ραμσάρ). δ. … ε. Των οικοτόπων προτεραιότητας περιοχών της Επικράτειας που έχουν ενταχθεί ως τόποι κοινοτικής σημασίας στο δίκτυο NATURA 2000 σύμφωνα με την απόφαση 2006/613/ΕΚ της Επιτροπής (EE L 259 της 21.9.20016, σ.1). στ. … 2. Οι κατευθύνσεις των εδαφίων α, β, γ, δ, ε, θ και ι της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και για τη χωροθέτηση των συνοδευτικών έργων Α.Π.Ε. (δίκτυα πρόσβασης και μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας). Η πιθανή παρέκκλιση πρέπει να τεκμηριώνεται περιβαλλοντικά. Επιπρόσθετα δίδονται οι παρακάτω κατευθύνσεις: Ενδείκνυται η αξιοποίηση/χρήση υφισταμένων οδών για την εξυπηρέτηση των αιολικών πάρκων με τις απαραίτητες βελτιώσεις και επεκτάσεις. Ο σχεδιασμός των έργων αυτών πρέπει να γίνεται κατά τρόπον ώστε να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, μεγάλου βαθμού και εκτεταμένες εκσκαφές το δε πλάτος των δρόμων πρόσβασης πρέπει να περιορίζεται στο αναγκαίο μέτρο. Παράλληλα πρέπει να εκτελούνται όλα τα απαραίτητα αντιπλημμυρικά έργα και έργα ανάσχεσης της διάβρωσης, ώστε να μην υπάρξει φόβος αλλοίωσης του τοπίου λόγω του έργου. Η φθορά της βλάστησης πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατόν (η εκχέρσωση θάμνων και δέντρων θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις υποδείξεις της τοπικής Δασικής Υπηρεσίας) και να αποκαθίσταται η αισθητική του τοπίου. … 3. Επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός των Ζωνών Ειδικής Προστασίας (Ζ.Ε.Π.) της ορνιθοπανίδας της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ ύστερα από τη σύνταξη ειδικής ορνιθολογικής μελέτης και σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις και περιορισμούς που θα καθορίζονται στην οικεία πράξη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. 4. Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός δασών, δασικών και αναδασωτέων εκτάσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 45 και 58 του ν. 998/1979 και άρθρου 13 του ν. 1734/1987 όπως ισχύουν. Στις παραπάνω περιοχές πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τον περιορισμό της βλάβης της δασικής βλάστησης. 5. …». Ακολούθως το άρθρο 8 της αυτής αποφάσεως ορίζει ότι: «Για τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων στα κατοικημένα νησιά του Αιγαίου και Ιονίου Πελάγους και στην Κρήτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα εξής ειδικά κριτήρια: 1. Το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό κάλυψης εδαφών σε επίπεδο πρωτοβάθμιου Ο.Τ.Α. δεν μπορεί να υπερβαίνει το 4% ανά Ο.Τ.Α. δηλαδή 0,53 τυπικές ανεμογεννήτριες/1000 στρέμματα. … 2. Κριτήρια ένταξης των αιολικών εγκαταστάσεων στο τοπίο: Εφαρμόζονται οι κανόνες τοπίου που ορίζονται στο Παράρτημα IV της παρούσας απόφασης». Στο Παράρτημα ΙΙ της ως άνω αποφάσεως ορίζονται οι αποστάσεις αιολικών εγκαταστάσεων από γειτνιάζουσες χρήσεις γης, δραστηριότητες και δίκτυα τεχνικής υποδομής, μεταξύ άλλων, ως εξής: «Α. … Β. Αποστάσεις από περιοχές περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος … Περιοχές ΖΕΠ ορνιθοπανίδας (SPA): Κρίνεται κατά περίπτωση στο πλαίσιο της ΕΠΟ, μετά από ειδική ορνιθολογική μελέτη. Γ. Αποστάσεις από περιοχές και στοιχεία αρχαιολογικού ενδιαφέροντος … Εγγεγραμμένα στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς και τα άλλα μείζονος σημασίας μνημεία, αρχαιολογικοί χώροι και ιστορικοί τόποι της παρ. 5 εδάφιο ββ του άρθρου 50 του Ν. 3028/02: 3.000 μ. Ζώνη απολύτου προστασίας (Ζώνη Α) λοιπών αρχαιολογικών χώρων: Α=7d, όπου (d) η διάμετρος της φτερωτής της ανεμογεννήτριας, τουλάχιστον 500 μ. Κηρυγμένα πολιτιστικά μνημεία και ιστορικοί τόποι: Α= 7d, όπου (d) η διάμετρος της φτερωτής της ανεμογεννήτριας, τουλάχιστον 500 μ. Δ. Αποστάσεις από οικιστικές δραστηριότητες … Πόλεις και οικισμοί με πληθυσμό > 2000 κατοίκων ή οικισμοί με πληθυσμό < 2000 κατοίκων που χαρακτηρίζονται ως δυναμικοί, τουριστικοί ή αξιόλογοι κατά την έννοια του άρθρου 2 του π.δ. 14.4./3.5.1985: 1.000 μ. από το όριο του οικισμού ή του σχεδίου πόλης κατά περίπτωση Παραδοσιακοί οικισμοί: 1.500 μ. από το όριο του οικισμού … Λοιποί οικισμοί: 500 μ. από το όριο του οικισμού … Ιερές Μονές: 500 μ. από τα όρια της Μονής … Μεμονωμένη κατοικία: Εξασφάλιση ελάχιστου επιπέδου θορύβου μικρότερου των 45 db. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να εξασφαλίζεται ελάχιστον επιπέδου θορύβου στα όρια των ανωτέρω οικιστικών δραστηριοτήτων μικρότερο των 45 db. …». Στο Παράρτημα IV της αυτής αποφάσεως ορίζονται τα κριτήρια ένταξης των αιολικών εγκαταστάσεων στο τοπίο, μεταξύ άλλων, ως εξής: «Το πλησιέστερο όριο των εγγεγραμμένων στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς και των άλλων μείζονος σημασίας μνημείων, αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών τόπων της παρ. 5 εδάφιο ββ του άρθρου 50 του Ν. 3028/02: … Εντός Π.Α.Κ. – Κατοικημένα Νησιά: 6 χλμ. Το πλησιέστερο όριο ζώνης απολύτου προστασίας (ζώνη Α) λοιπών αρχαιολογικών χώρων:… Εντός Π.Α.Κ. – Κατοικημένα Νησιά: 6 χλμ …. Το πλησιέστερο όριο θεσμοθετημένου παραδοσιακού οικισμού: Εντός ΠΑΚ- Κατοικημένα Νησιά: 6 χλμ. Το πλησιέστερο όριο πόλεων ή οικισμών: Εντός ΠΑΚ – Κατοικημένα Νησιά: 2 χλμ. …Οι ανεμογεννήτριες που χωροθετούνται εκτός του κύκλου ή που η άτρακτός τους δεν έχει οπτική επαφή με το σημείο, δεν λαμβάνονται υπόψη. …».
11. Επειδή, όπως έχει περαιτέρω κριθεί (ΣτΕ 1422, 2816/2013, 711, 807, 2741/2014 κ.ά.), από τις διατάξεις των οδηγιών 79/409/ΕΟΚ και 92/43/ΕΟΚ, σε συμμόρφωση προς τις οποίες εκδόθηκαν, αντιστοίχως, οι κοινές υπουργικές αποφάσεις 414985/29.11.1985 «Μέτρα διαχείρισης της άγριας πτηνοπανίδας» (Β΄ 757) και 33318/3028/11.12.1998 «Καθορισμός μέτρων και διαδικασιών για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων (ενδιαιτημάτων) καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας» (Β΄ 1289), δεν απορρέει απόλυτη απαγόρευση εγκαταστάσεως αιολικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας εντός ή πλησίον περιοχών του δικτύου Natura 2000 και ζωνών ειδικής προστασίας, ζήτημα που εξετάζεται κατά περίπτωση μετά από εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του υπό αδειοδότηση έργου. Εντός του πλαισίου αυτού, αιολικά πάρκα που είναι δυνατόν να επηρεάζουν σημαντικά περιοχές ενταγμένες στο δίκτυο Natura 2000 πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 και 4 της οδηγίας 92/43 ΕΟΚ, να υπόκεινται σε δέουσα εκτίμηση των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων, ενώ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 της οδηγίας 79/409 ΕΟΚ, προκύπτει ότι η εγκατάσταση αιολικών πάρκων δεν επιτρέπεται να προκαλεί σημαντική καταστροφή ή ενόχληση σε είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος, μεταξύ των οποίων τα πτηνά που προστατεύονται από την οδηγία αυτή ή στους σημαντικούς οικοτόπους τους, είτε βρίσκονται εντός είτε εκτός προστατευμένων περιοχών. Η κατασκευή αιολικού πάρκου υπόκειται παράλληλα και στις διατάξεις της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων έργων, η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με τον ν. 1650/1985 για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον ν. 3010/2002, εντάσσεται δε, κατά περίπτωση, είτε στα έργα της 1ης και 2ης υποκατηγορίας της Α΄ κατηγορίας, είτε στα έργα της 3ης και 4ης υποκατηγορίας της Β΄ κατηγορίας, κατά τις διατάξεις της Κ.Υ.Α. Η.Π. 15393/2332/2002, όπως συμπληρώθηκε με την Κ.Υ.Α. 145799/2005, με τις οποίες προβλέπεται διαδικασία προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης και έγκρισης περιβαλλοντικών όρων ή μόνο η τελευταία αυτή διαδικασία, ανάλογα με την κατηγορία του έργου. Με τις κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 1650/1985 κοινές υπουργικές αποφάσεις 104247/2006 και 10428/2006 (Β΄ 663), με τις οποίες όπως έχει ήδη εκτεθεί στη σκέψη 9 καθορίσθηκε, ειδικώς για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η διαδικασία προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και έγκρισης περιβαλλοντικών όρων και το περιεχόμενο της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, προβλέπεται ότι, κατά την προηγούμενη εκτίμηση των επιπτώσεων των εγκαταστάσεων αυτών στο φυσικό περιβάλλον, πρέπει να εξετάζονται και οι επιπτώσεις στην ορνιθοπανίδα, ενώ στη σχετική μελέτη πρέπει να περιλαμβάνεται και ειδική αναφορά σε «ειδικές φυσικές περιοχές». Εκ τούτων συνάγεται ότι, κατά τη διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης αιολικών πάρκων που βρίσκονται σε περιοχές εκτός ζωνών ειδικής προστασίας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις σε προστατευόμενα είδη πουλιών που είναι εν δυνάμει ευαίσθητα στη λειτουργία των εν λόγω εγκαταστάσεων, ιδίως, αν το υπό έγκριση αιολικό πάρκο βρίσκεται σε περιοχή σημαντικού διαδρόμου αποδημητικών πτηνών (μεταναστευτικής στενωπού) ή σε θαλάσσια περιοχή σημαντική για τα πουλιά ή σε σημαντική περιοχή για τα πουλιά (Σ.Π.Π.), ακόμη και αν δεν έχει χαρακτηριστεί ως ζώνη ειδικής προστασίας (Ζ.Ε.Π.). Το καθεστώς προστασίας των Σ.Π.Π. είναι, μάλιστα, αυστηρότερο σε σχέση με το καθεστώς των Ζ.Ε.Π., διότι, όπως έχει ήδη εκτεθεί, δεν επιδέχεται τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 παρ. 4 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, δεν παρέχει, δηλαδή, τη δυνατότητα έγκρισης έργων για επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως (βλ. C-374/1998, Basses Corbières, Επιτροπή / Γαλλικής Δημοκρατίας, σκ. 44-58, C-355/1990, Santona, Επιτροπή / Ισπανίας, C-186/2006, Επιτροπή / Ισπανίας σκ. 26-28). Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 3 του ειδικού χωροταξικού πλαισίου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι σύμφωνη προς τις προαναφερόμενες οδηγίες, κατά το μέρος που προβλέπει ότι για τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός των ζωνών ειδικής προστασίας της ορνιθοπανίδας επιβάλλεται η προηγούμενη σύνταξη ειδικής ορνιθολογικής μελέτης, επιπροσθέτως της προβλεπομένης από τη νομοθεσία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, κατά τη διαδικασία της οποίας μπορεί να επιβληθούν και πρόσθετοι περιορισμοί ή να κριθεί μη επιτρεπτή η χωροθέτηση, ενόψει της φύσης των εγκαταστάσεων και των χαρακτηριστικών της περιοχής. Κρίθηκε, επίσης, ότι ενόψει της αυστηρής προστασίας που απολαμβάνουν, κατά την οδηγία 79/409/ΕΟΚ, και οι τόποι εκτός ζωνών ειδικής προστασίας που χαρακτηρίζονται ως σημαντικές περιοχές για πουλιά, επιβάλλεται η σύνταξη ειδικής ορνιθολογικής μελέτης και για τις περιοχές αυτές. (ΣτΕ 1422/2013, 807/2014).
12. Επειδή, τέλος, ο ν. 998/1979, ο οποίος εκδόθηκε σε εκτέλεση των διατάξεων των άρθρων 24 και 117 παρ.3 του Συντάγματος εισάγει ρυθμίσεις προστατευτικές των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας. Συγκεκριμένα, με τις διατάξεις του άρθρου 45 του νόμου αυτού, το οποίο εντάσσεται στο έκτο κεφάλαιό του υπό τον τίτλο «Επιτρεπταί επεμβάσεις εις τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις» (άρθρα 45- 61), καθορίζονται οι γενικές ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις του επιτρεπτού των επεμβάσεων σε δασικά οικοσυστήματα και με τις λοιπές διατάξεις του κεφαλαίου αυτού καθορίζονται οι κατηγορίες των κατ΄ αρχήν επιτρεπτών επεμβάσεων σε δάση ή δασικές εκτάσεις που μεταβάλλουν ή αλλοιώνουν το δασικό τους χαρακτήρα, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνεται και η κατ΄ άρθρο 58 περίπτωση της εκτελέσεως μεγάλων δημοσίων έργων και έργων υποδομής. Ειδικότερα, στην παράγραφο 2 του τελευταίου αυτού άρθρου, όπως ίσχυε εν προκειμένω μετά, δηλαδή, τη διαδοχική τροποποίησή της με την παράγραφο 3 του δέκατου τρίτου άρθρου του ν.1822/1988 και τα άρθρα 2 παρ. 3 του ν. 2941/2001 (Α΄ 201), 30 του ν. 3229/2004 (Α΄ 38), 19 παρ. 2 του ν. 3377/2005 (Α΄ 202), 24 παρ. Α.1 του ν. 3468/2006 (Α΄ 129), 29 παρ. 8β του ν. 3734/2009 (Α΄ 8) και 12 παρ. 10 περ. α΄ ν. 3851/2010 (Α΄ 85/4.6.2010) και πριν την αντικατάσταση των άρθρων 45 έως 61 του ν. 998/79 με το άρθρο 36 του ν. 4280/2014 (Α΄ 159), οριζόταν ότι: «Για την εκτέλεση έργων υποδομής, την εγκατάσταση δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, την κατασκευή υποσταθμών και κάθε, εν γένει, τεχνικού έργου που αφορά την υποδομή και εγκατάσταση σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Ο.Υ.Α. με χρήση Α.Π.Ε., περιλαμβανομένων των έργων σύνδεσης με το Σύστημα ή το Δίκτυο, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του ν. 2773/1999 και των συνοδών έργων, καθώς και των δικτύων μεταφοράς και διανομής φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων μέσα σε δάση ή δασικές εκτάσεις, απαιτείται έγκριση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας που χορηγείται κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, η οποία συνοδεύεται από συνοπτική περιγραφή της θέσης του έργου και των κύριων χαρακτηριστικών του». Περαιτέρω, στην παράγραφο 3 του άρθρου 58 του ν. 998/1979, όπως ίσχυε εν προκειμένω μετά την προσθήκη της με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2941/2001 και την αντικατάστασή της με το άρθρο 19 παρ. 3 του ν. 3377/2005 και πριν την ως άνω αντικατάσταση με το άρθρο 36 του ν. 4280/2014, οριζόταν ότι: «Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου στα έργα υποδομής της προηγούμενης παραγράφου περιλαμβάνονται και οι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής και τα συνοδά αυτών έργα. Η διάταξη της παραγράφου αυτής ισχύει από την έναρξη εφαρμογής του ν. 2244/1994 (ΦΕΚ 168 Α΄)». Συναφώς, με την παράγραφο 4 του άρθρου 2 του ν. 2244/1994 (Α΄ 168), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2941/2001, είχε ορισθεί ότι: «Οι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας επιτρέπεται να εγκαθίστανται και να λειτουργούν: α) ….. και β) σε δάση ή δασικές εκτάσεις, εφόσον έχει επιτραπεί σε αυτά η εκτέλεση έργων σύμφωνα με τα άρθρα 45 και 58 του Ν. 998/1979 ή του άρθρου 13 του Ν. 1734/1987 ανάλογα με την περίπτωση». Η διάταξη αυτή καταργήθηκε με το άρθρο 28 του ν. 3468/2006, αλλά ρύθμιση όμοιου περιεχομένου έχει περιληφθεί στο άρθρο 7 του τελευταίου αυτού νόμου. Με τις ανωτέρω διατάξεις του έκτου κεφαλαίου του ν. 998/1979, οι οποίες πρέπει να ερμηνεύονται στενά ως εισάγουσες εξαίρεση από τον γενικώς ισχύοντα κανόνα περί προστασίας των δασικών οικοσυστημάτων, καθορίζονται οι κατ’ αρχήν επιτρεπόμενες σε δάση και δασικές εκτάσεις επεμβάσεις που συνεπάγονται τη μεταβολή της κατά προορισμό χρήσεώς τους, καθώς και τα κριτήρια, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται η εκτίμηση των αρμόδιων διοικητικών αρχών σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Με τις ίδιες διατάξεις καθιερώνεται η αρχή του όλως εξαιρετικού χαρακτήρα των διενεργούμενων σε δάση και δασικές εκτάσεις επεμβάσεων, κατά την οποία οι κατ’ αρχήν επιτρεπόμενες επεμβάσεις πρέπει να προβλέπονται ειδικώς στο νόμο, να υλοποιούνται μόνο στο μέτρο που δεν μπορούν να διατεθούν άλλες εκτάσεις για την εξυπηρέτηση των συγκεκριμένων σκοπών δημοσίου συμφέροντος, και σε κάθε περίπτωση, να περιορίζονται στην κατά το δυνατό ελάχιστη θυσία δασικής βλάστησης, η συνδρομή δε των προϋποθέσεων αυτών εξετάζεται και κατά το στάδιο της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων για την εκτέλεση έργου σε περιοχή με δασικό χαρακτήρα, υποκείμενη και στον ακυρωτικό έλεγχο. Κατά ρητή, εξάλλου, πρόβλεψη των διατάξεων που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, επιτρέπονται επεμβάσεις σε εκτάσεις με δασικό χαρακτήρα προκειμένου να εγκατασταθούν μονάδες ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η λειτουργία των οποίων εξαρτάται κυρίως από το διαθέσιμο ενεργειακό δυναμικό της περιοχής εγκαταστάσεώς τους, που αναγκαίως αποτελεί, ως εκ τούτου, το βασικό κριτήριο για την επιλογή της κατάλληλης θέσης. Προκειμένου, εξ άλλου, να εγκατασταθούν οι μονάδες αυτές και να εκτελεστούν τα απαραίτητα συνοδά έργα σε περιοχές με δασικό χαρακτήρα, με τις διατάξεις αυτές καθιερώθηκε, περαιτέρω, ως ελάχιστη διαδικαστική εγγύηση για τη διαφύλαξη του δασικού οικοσυστήματος, η προηγούμενη έκδοση ειδικώς αιτιολογημένης εγκρίσεως των αρμοδίων προς τούτο οργάνων της διοικήσεως. Κατά την έννοια, εξάλλου, των ίδιων διατάξεων, με τις οποίες, επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα, προβλέπεται καταρχήν δυνατότητα εγκατάστασης μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές όχι μόνο σε δάση και δασικές εκτάσεις, αλλά και σε εκτάσεις που έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες, όπως κρίθηκε με την απόφαση 2499/2012 της Ολομελείας του Δικαστηρίου, κατ’ εξαίρεση από τον καθιερωμένο με το Σύνταγμα κανόνα της προστασίας των δασικών οικοσυστημάτων, ο δημόσιος σκοπός που υπηρετείται με τη λειτουργία των μονάδων αυτών πρέπει να ικανοποιείται με τη μικρότερη δυνατή απώλεια δασικού πλούτου και με τον περιορισμό στο ελάχιστο αναγκαίο της αλλοίωσης της δασικής μορφής των σχετικών εκτάσεων (ΣτΕ 1421/2013 7μ., πρβλ. ΣτΕ 3816/2010 σκ. 8).
13. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, στο πλαίσιο της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδοτήσεως της επίδικης ηλεκτροπαραγωγικής μονάδας, η οποία είχε λάβει άδεια εγκαταστάσεως (οικ.7892/7513/30.6.2011 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, η οποία αναβίωσε, με την 506/21753/18.2.2014 απόφαση του αυτού Γ.Γ.) και άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (Δ6/Φ17.1332/οικ.20666/16.10.2006 απόφαση του Γ.Γ. Ανάπτυξης, Δ6/Φ.17/οικ.20625/24.9.2009 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Δ6/Φ17.1332/οικ.8760/6.5.2010 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, εκδοθείσες μετά τις 179/2006, 268/2009 και 75/2010 θετικές γνωμοδοτήσεις της Ρ.Α.Ε.), εκδόθηκε, κατ’ επίκληση των διατάξεων του άρθρου 58 παρ. 2 του ν. 998/1979, η 22173/23.11.2010 θετική γνωμοδότηση της Διευθύνσεως Δασών Κέρκυρας της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων για την εγκατάσταση του αιολικού πάρκου, για την κατασκευή του οποίου θα πραγματοποιηθεί επέμβαση σε έκταση συνολικού εμβαδού 93,18 στρεμμάτων, των οποίων 34.427,77 τ.μ. θα καταλαμβάνουν οι ανεμογεννήτριες, 32.799,77 τ.μ. οι οδοί προσπέλασης, 25.350 τ.μ. η νέα διάνοιξη και 605,54 τ.μ. το κτήριο και ο περιβάλλων χώρος. Εξ άλλου, στο πλαίσιο της διαδικασίας Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης, ο Γενικός Γραμματέας Περιφερείας Ιονίων Νήσων με την 8992/8.5.2009 πράξη του, γνωμοδότησε θετικά, ως προς την κατασκευή και λειτουργία του έργου, λαμβάνοντας υπ’ όψη θετικές γνωμοδοτήσεις της Διευθύνσεως Δασών της Κέρκυρας, του Υπουργού Πολιτισμού, της Η΄ Ε.Κ.Π.Α., της Εφορίας Νεώτερων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Ηπείρου, του Γ.Ε.ΕΘ.Α., του Ο.Τ.Ε., της Υ.Π.Α. και του Ε.Ο.Τ.. Ακολούθησε η έκδοση της 33226/09/2.12.2010 αποφάσεως του Νομάρχη Κέρκυρας για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων του έργου: «Διασύνδεση Αιολικού Πάρκου στον Παντοκράτορα με νέο Υποσταθμό 150/20 kV στη θέση Παλαιοχώραφα – Φουρνιές του Δήμου Φαιάκων» και της προσβαλλόμενης 22668/13.12.2010 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέως Περιφερείας Ιονίων Νήσων, με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι για την εγκατάσταση αιολικού πάρκου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ισχύος 24 MW στην περιοχή του όρους Παντοκράτορος στη νήσο Κέρκυρας, σε εκτός ορίων οικισμού γήπεδο, συνολικής εκτάσεως 773.420,97 τ.μ., καθώς και του συνοδού έργου που αφορά τις οδούς προσβάσεως και προσπελάσεως για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα και το δίκτυο διασυνδέσεως με τον υποσταθμό 150/20 KV στη θέση Παλαιοχώραφα – Φουρνιές του Δήμου Φαιάκων Ν. Κέρκυρας. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και ιδίως τη σχετική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (Μ.Π.Ε.), το επίμαχο αιολικό πάρκο αποτελούμενο από 12 ανεμογεννήτριες ισχύος 2 MW η καθεμιά και συνολικής ισχύος 24 MW, εγκαθίσταται σε περιοχή του όρους Παντοκράτορος, η οποία, σύμφωνα με την 5902/5897/16.4.2008 πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεως της Διευθύνσεως Δασών Νομού Κέρκυρας, όπως συμπληρώθηκε με το 20365/25.10.2010 έγγραφο της αυτής Υπηρεσίας, έχει, κατά τμήματα, το χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης, η δε πρόσβαση στο χώρο του αιολικού πάρκου επιτυγχάνεται μέσω του υφιστάμενου οδικού δικτύου της περιοχής, επεκτεινόμενου με τη διάνοιξη και νέου τμήματος, και με την κατασκευή δικτύου εσωτερικής οδοποιίας συνολικού μήκους 3.504,18 μ. για την πρόσβαση στις ανεμογεννήτριες. Στην ως άνω Μ.Π.Ε. αναφέρεται ότι η επίμαχη θέση επελέγη ως η καταλληλότερη, αφού εξετάσθηκε ως εναλλακτική λύση και η μηδενική (σελ. 89 επ.), ενώ τμήμα της περιοχής εγκαταστάσεως των επίμαχων ανεμογεννητριών περιγράφεται ως δασική έκταση χωρίς, όμως, αξιόλογη βλάστηση, η οποία θα αποκατασταθεί μετά το πέρας του έργου. Εξ άλλου, στην προμνημονευθείσα 22173/23.11.2010 γνωμοδότηση της Διευθύνσεως Δασών Κέρκυρας, τίθενται ως όροι, μεταξύ άλλων, η αποκατάσταση της δασικής βλάστησης των διαταραχθέντων χώρων σύμφωνα με την εγκριθείσα φυτοτεχνική μελέτη, απομάκρυνση τυχόν πλεοναζόντων προϊόντων εκσκαφής και υποχρέωση λήψεως μέτρων αντιπυρικής προστασίας. Κατά την Μ.Π.Ε., η περιοχή εγκατάστασης δεν βρίσκεται εντός ή πλησίον περιοχής που έχει ενταχθεί στο Δίκτυο NATURA 2000, εντός ή πλησίον περιοχής που έχει χαρακτηρισθεί ως Ζ.Ε.Π. (Ζώνη Ειδικής Προστασίας) ή εντός ή πλησίον περιοχής Σ.Π.Π. (Σημαντική Περιοχή για τα Πουλιά), η μόνη θεσμοθετημένη περιοχή κοντά στην περιοχή είναι αυτή του καταφυγίου άγριας ζωής με κωδικό 217, όπου απαγορεύεται το κυνήγι του λαγού και της πέρδικας, ο δε ακριβής προσδιορισμός των ορίων της ζώνης αυτής καθίσταται δύσκολος, καθώς είναι γενικός (Παντοκράτορας – Λακκώματα) και ο χάρτης του Υπουργείου Γεωργίας μεγάλης κλίμακας (επισυνάπτεται στο παράρτημα) (σελ. 115, 131). Στην ως άνω Μ.Π.Ε, αφού αναλύονται οι τύποι οικοτόπων της ευρύτερης περιοχής και επισημαίνεται η σπουδαιότητά τους από ζωολογική και κυρίως από ορνιθολογική άποψη, ακολουθεί ιδιαίτερη ανάλυση των πιθανών επιπτώσεων στην ορνιθοπανίδα της περιοχής, ειδικότερα δε στα πουλιά που διαβιούν στις λιμνοθάλασσες της νήσου Κέρκυρας (Κορησσίων, Αντινιώτη και Χαλικοπούλου), καθώς και στο γεράκι που υπάρχει στην άμεση περιοχή του έργου, το οποίο όμως πραγματοποιεί μεγάλου ύψους πτήσεις και ως εκ τούτου είναι λιγότερο ευάλωτο στις προσκρούσεις. Αναφέρονται, ακολούθως, ως παράγοντες μειώσεως των επιπτώσεων στην ορνιθοπανίδα οι σύγχρονες ανεμογεννήτριες που θα χρησιμοποιηθούν στο εν λόγω έργο, η σωστή χωροθέτησή τους και η μικρή διαστασιολόγηση των συνοδών έργων, ενώ επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τα δεδομένα του web site της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας, δεν υπάρχουν επίσημα καταγεγραμμένοι διάδρομοι μετακίνησης μεταναστευτικών πτηνών, οι οποίοι να διέρχονται της περιοχής εγκατάστασης του αιολικού πάρκου, ο δε χώρος ανάπτυξης του αιολικού πάρκου δεν βρίσκεται στις ευθείες που ενώνουν τις περιοχές NATURA του νησιού (σελ. 11, 91). Περαιτέρω, στο υποκεφάλαιο 6.Δ.3. με τίτλο «Ιστορικό και Πολιτιστικό Περιβάλλον», (σελ. 136 και επ.), αναφέρεται ότι στην άμεση περιοχή του έργου δεν υπάρχουν τόποι ιστορικής και πολιτιστικής αξίας, στην δε ευρύτερη περιοχή και σε οριζόντια απόσταση 1.602,94 μ. από το έργο κείται η μονή του Υψηλού Παντοκράτορα, από δε τους ευρισκόμενους στην ευρύτερη περιοχή του έργου μόνον ο οικισμός Μέγκουλα προστατεύεται ως παραδοσιακός οικισμός, ο οποίος απέχει 3674 μ., ενώ η απόσταση των εγκαταστάσεων από κατοικημένη περιοχή (500 μ. και άνω) σε συνδυασμό με τη μεγάλη υψομετρική διαφορά μεταξύ του έργου και των οικισμών και η ύπαρξη κορυφών περιορίζουν την οπτική όχληση, ως προς δε την ακουστική όχληση αναφέρεται ότι οι δέκτες κοντά στους πιο κοντινούς οικισμούς Σπαρτύλα και Μπαρμπάτι είναι κάτω των 35 db. Εξ άλλου, για την αξιολόγηση των επιπτώσεων του επίμαχου έργου στη Μ.Π.Ε. (Κεφάλαιο Β) έγινε συνεκτίμηση της συμβατότητας του έργου με το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις Α.Π.Ε. και ιδίως βάσει των άρθρων 6 και 8 αυτού. Ειδικότερα, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι: «Η προς χωροθέτηση αιολική εγκατάσταση και τα συνοδά έργα αυτής δεν βρίσκονται εντός των παρακάτω περιοχών: α. Κηρυγμένων διατηρητέων μνημείων της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς και των άλλων μνημείων μείζονος σημασίας της παρ. 5 ββ) του άρθρου 50 του ν. 3028/2002, καθώς και των οριοθετημένων αρχαιολογικών ζωνών προστασίας Α που έχουν καθορισθεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 91 του ν. 1892/1991 ή καθορίζονται κατά τις διατάξεις του ν. 3028/2002. β. Περιοχών απολύτου προστασίας της φύσης και προστασίας της φύσης που καθορίζονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 και 2 και 21 του ν. 1650/1986. γ. Ορίων των υγροτόπων Διεθνούς Σημασίας (Υγρότοποι Ραμσάρ) … ε. Οικοτόπων προτεραιότητας περιοχών της Επικράτειας που έχουν ενταχθεί ως τόποι κοινοτικής σημασίας στο δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 σύμφωνα με την απόφαση 2006/613/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 259 της 21.9.2996, σ. 1). στ. Εντός σχεδίων πόλεων και ορίων οικισμών προ του 1923 ή κάτω των 2.000 κατοίκων περιοχών. ζ. Π.Ο.Τ.Α. του άρθρου 29 του ν. 2545/97, των Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων του τριτογενούς τομέα του άρθρου 10 του ν. 2742/99, των θεματικών πάρκων και των τουριστικών λιμένων. η. Ατύπως διαμορφωμένων, στο πλαίσιο της εκτός σχεδίου δόμησης, τουριστικών και οικιστικών περιοχών. θ …. ιβ. Εντός των Ζωνών Ειδικής Προστασίας (Ζ.Ε.Π.) της ορνιθοπανίδας της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ.. …. Σε σχέση με τις οδούς πρόσβασης χρησιμοποιούνται υφιστάμενες οδοί δασικού και αντιπυρρικού χαρακτήρα, στις οποίες πραγματοποιούνται οι απαιτούμενες βελτιώσεις. Μόνο μικρό τμήμα -1981,20 m- στο σύνολο των 22083,36 m, αποτελεί νέα χάραξη, λόγω μη εύρεσης άλλης λύσης. Ο σχεδιασμός των έργων οδοποιίας γίνεται κατά τρόπο ώστε να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, μεγάλου βάθους και εκτεταμένες εκσκαφές το δε πλάτος των δρόμων περιορίζεται στο αναγκαίο μέτρο. .. Η φθορά της βλάστησης περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό (η εκχέρσωση θάμνων και δέντρων θα πρέπει να γίνει σύμφωνα με τις υποδείξεις της τοπικής Δασικής Υπηρεσίας) και θα αποκατασταθεί κατά το δυνατόν η αισθητική του τοπίου. … ». Ως προς την τήρηση δε των απαιτούμενων αποστάσεων αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι: «οι λιμνοθάλασσες της Κέρκυρας με κωδικό GR 083 αποτελούν σημαντικούς τόπους για τα πουλιά. Απέχουν απόσταση μεγαλύτερων των 8,5 km από το έργο και αφορούν στην Λιμνοθάλασσα Αντινιώτη, λίμνη Χαλκιοπούλου και λιμνοθάλασσα Κορισσίων. .. Η πόλη της Κέρκυρας έχει κηρυχθεί μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO. Η οριζόντια απόσταση του έργου από την πόλη της Κέρκυρας είναι 17,5 χιλιόμετρα. Για το προτεινόμενο αιολικό πάρκο έχει γνωμοδοτήσει θετικά το Κεντρικό Συμβούλιο του Υπουργείου Πολιτισμού, σύμφωνα με την ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ ΑΡΧ/Β1/Φ52/7989/3528/18.8.2008 απόφαση. … Δεν υπάρχουν ζώνες απολύτου προστασίας αρχαιολογικών χώρων. … Δεν υπάρχουν κηρυγμένα πολιστικά μνημεία και αρχαιολογικοί τόποι στην ευρύτερη περιοχή. … Ο οικισμός Μπαρμπάτι μπορεί να χαρακτηρισθεί ως τουριστικά αναπτυσσόμενος, παρόλο που ο χαρακτηρισμός του είναι παραλιακός και αδιάφορος. … Η απόσταση της πιο κοντινής ανεμογεννήτριας -wec 8- είναι 1.013 μέτρα από το βόρειο όριο του οικισμού. …Ο οικισμός Μέγγουλας είναι χαρακτηρισμένος ως παραδοσιακός οικισμός. Δεν αποτελεί οριοθετημένο οικισμό. Η απόσταση του έργου -wec 12- είναι 3674 μέτρα από το δυτικότερο κτίσμα (μαντρί) του οικισμού. … Ο οικισμός Σπαρτύλας που απομένει απέχει από την wec 1, που είναι η πιο κοντινή σε αυτόν ανεμογεννήτρια απόσταση 655,29 μέτρων. … Για τον έλεγχο των τουριστικών υποδομών έχει γνωμοδοτήσει ο ΕΟΤ. …». Τέλος, τα οριζόμενα στο Παράρτημα IV του Ειδικού Πλαισίου κριτήρια ένταξης των αιολικών εγκαταστάσεων στο τοπίο, εξετάσθηκαν αναφορικά με τους οικισμούς Σπαρτύλα και Μπασμπάτι, ως σημεία «ιδιαίτερου ενδιαφέροντος», που ευρίσκονται εντός κύκλου, που ορίζεται με κέντρο την μονάδα και ακτίνα που διαφοροποιείται ανάλογα με τη σημασία και την ποιότητα του σημείου ενδιαφέροντος. Εν όψει των ανωτέρω, η Μ.Π.Ε. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το υπό εγκατάσταση αιολικό πάρκο δεν θα επιφέρει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Όσον αφορά δε στα μέτρα που προτείνονται για την προστασία και αποκατάσταση κυρίως του φυσικού περιβάλλοντος (σελ. 179 επ. της Μ.Π.Ε.), προτείνεται, μεταξύ άλλων, η διαμόρφωση πρανών με στόχο τη μείωση της μορφολογικής κλίσης, τάφρος για τη διαμήκη απαγωγή των νερών από το κύριο σώμα των οδών, κατά τον καθαρισμό και αποψίλωση των εργοταξιών να διατηρηθούν, ει δυνατόν, ζωντανά το φυτικό υπόστρωμα, η χαμηλή βλάστηση και τα δένδρα που απομακρύνονται, πλησίον του χώρου εργασιών για επαναφύτευση, σταθεροποίηση των εδαφών με διαβροχή ή χημικό τρόπο, το πράσινο και η περιμετρική βλάστηση να αποκατασταθούν το συντομότερο δυνατόν, γεωλογική και γεωτεχνική μελέτη όπου απαιτηθεί, χρήση συστήματος συγκράτησης πρανών μέχρι την ανάπτυξη βλάστησης που θα αναλάβει αυτόν τον ρόλο, κατά τη φάση κατασκευής προτείνεται η χρήση ηχοσκεπασμάτων στις θέσεις των εργοταξίων, εφαρμογή μέτρων μείωσης του θορύβου στο εργοτάξιο, λήψη μέτρων αποκατάστασης της βλάστησης, με επαναφύτευση της βλάστης που θα έχει φυλαχθεί και φύτευση νέων δενδυλίων όμοιων ειδών που θα θανατωθούν, στα πρανή κι όπου συμβεί καταστροφή αυτής σε συνεργασία με το Τμήμα Δασών, κατά τη λειτουργία του έργου οι ανεμογεννήτριες με την ειδική ημερήσια σήμανση αλλά και τον αναλάμποντα φακό που θα φέρουν στην κορυφή τους, ο οποίος θα ανάβει από το λυκόφως και κατά τη διάρκεια της νύκτας, όπως επίσης και σε συνθήκες ομίχλης νέφωσης, θα είναι ορατές από την ορνιθοπανίδα. Μεταξύ των προτεινόμενων περιβαλλοντικών όρων, είναι και η δημιουργία πυρήνων με ευνοϊκή χλωρίδα στις γειτνιάζουσες περιοχές των ανεμογεννητριών, ώστε να ενθαρρυνθεί η παραμονή και αναπαραγωγή της ορνιθοπανίδας σε αυτές, καθώς και η παρακολούθηση της περιοχής για ικανοποιητικό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο θα συλλέγονται πληροφορίες για τα περιστατικά θανάτων από τις προσκρούσες στις ανεμογεννήτριες. Τέλος, στην ίδια την προσβαλλόμενη πράξη αναφέρεται ότι ισχύουν οι περιβαλλοντικοί όροι που προτείνονται στη ΜΠΕ, εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με την πράξη αυτή, ενώ τίθενται περιβαλλοντικοί όροι για τη φάση κατασκευής του έργου για τον περιορισμό στο ελάχιστο φθοράς δασικής βλάστησης και την αποκατάσταση της φυσικής βλάστησης, τη διατήρηση της φυσιογνωμίας του τοπίου και την αποφυγή ασταθών καταστάσεων του εδάφους.
14. Επειδή, εν όψει των διαλαμβανομένων στις προηγούμενες σκέψεις, κρίνεται ότι οι επιπτώσεις από την εγκατάσταση και λειτουργία του αιολικού πάρκου στην χλωρίδα της προστατευόμενης περιοχής θα είναι μικρής κλίμακας και αντιμετωπίζονται αιτιολογημένα από τη σχετική Μ.Π.Ε., στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά στα ιδιαίτερα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής εγκαταστάσεως του έργου. Επίσης, η μελέτη περιέχει εκτενείς αναφορές στους πληθυσμούς των άγριων πτηνών της περιοχής και τους τόπους διαχειμάσεως και διελεύσεώς τους, στοιχεία τα οποία ελήφθησαν υπόψη για την επιλογή της θέσης εγκαταστάσεως της επίμαχης μονάδας. Ειδικά μέτρα, εξάλλου, προτείνονται για την αντιμετώπισή των επιπτώσεων του έργου τόσο στην χλωρίδα όσο και στην πανίδα και δη στην ορνιθοπανίδα, κατά τρόπο αποτελεσματικό, ώστε να μην επέρχεται υποβάθμιση της περιοχής. Επομένως, η προσβαλλόμενη πράξη εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, ερειδόμενη στη σχετική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη ως προς τα ζητήματα που τίθενται με την κρινόμενη αίτηση, περαιτέρω δε έλεγχος των σχετικών ουσιαστικών εκτιμήσεων της διοικήσεως εξέρχεται των ορίων δικαστικού ελέγχου κατά την προκειμένη ακυρωτική δίκη (βλ. ΣτΕ 2741/2014, 4891/2013, κ.ά.). Εν όψει τούτων, απορριπτέοι τυγχάνουν και οι ειδικότεροι ισχυρισμοί περί μη αξιολογήσεως της δυσανάλογης κατά τις αιτούσες επιδεινώσεως του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος εν όψει και των χαρακτηριστικών του συγκεκριμένου έργου από πλευράς όγκου και διαστάσεων ήτοι σημαντική οπτική και ακουστική όχληση, δέσμευση ασυνήθιστα μεγάλης εκτάσεως και μάλιστα δασικής, μόνιμη αλλαγή εδαφοκαλύψεως, αδυναμία απομακρύνσεως όλων των εγκαταστάσεων και απαγόρευση επί μακρόν της βοσκήσεως μετά το πέρας της επίμαχης εκμεταλλεύσεως. Ομοίως, εξ άλλου, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός των αιτουσών ότι με την ένδικη Μ.Π.Ε. δεν έχει αξιολογηθεί η διατάραξη της αρμονίας φυσικού τοπίου του όρους Παντοκράτορα, το οποίο είχε προταθεί να υπαχθεί σε καθεστώς προστασίας από τη μελέτη του χωροταξικού σχεδίου της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων του Φεβρουαρίου 2003 και έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα LEADER και ΟΠΑΑΧ (ΠΕΠ) και η αισθητική αλλοίωση του φυσικού παραδοσιακού και τουριστικού περιβάλλοντος και ειδικότερα το γεγονός ότι οι ανεμογεννήτριες θα είναι ορατές αφενός από τη νότια πλευρά της πόλης της Κέρκυρας, η οποία έχει χαρακτηρισθεί ως αρχιτεκτονικό παράδειγμα παγκόσμιας εμβέλειας και από την οποία απέχουν 12 χιλιόμετρα (και όχι 17,5 όπως αναφέρεται στη Μ.Π.Ε.) και αφετέρου από τον παραδοσιακό οικισμό Σπαρτίλα, από τον οποίο απέχουν 655 μέτρα καθώς και από τον τουριστικό οικισμό Μπαρμπάτι, από τον οποίο απέχουν 1.100 μέτρα. Τούτο δε, διότι από τα εκτεθέντα ανωτέρω προκύπτει ότι στην οικεία Μ.Π.Ε. γίνεται εφαρμογή των κριτηρίων εντάξεως του επίδικου έργου στο τοπίο, ενώ όλοι οι γειτονικοί οικισμοί απέχουν περισσότερο από 500 μ. από το έργο και η ηχητική επιβάρυνση σε αυτούς αναμένεται κάτω των 35 dB , ενώ, εξ άλλου, σε ακτίνα 1.500 μ. από το έργο, δεν υπάρχει οικισμός που να έχει χαρακτηρισθεί ως παραδοσιακός. Ομοίως, απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, είναι και ο ισχυρισμός ότι εσφαλμένως αναφέρεται στη Μ.Π.Ε. (σελ. 28 αυτής) ότι «η χωροθέτηση έγινε βάσει της συναίνεσης των κατοίκων», παρά την ύπαρξη των αρνητικών γνωμοδοτήσεων του Δήμου Φαιάκων και του Νομαρχιακού Συμβουλίου Κέρκυρας, δεδομένου, άλλωστε, ότι στο προοίμιο της προσβαλλομένης μνημονεύεται (με αριθ. 23), το με αριθ. 597/21.9.2010 έγγραφο της Ν.Α. Κέρκυρας, με το οποίο διαβιβάσθηκε η γνωμοδότηση του οικείου Νομαρχιακού Συμβουλίου για το επίδικο έργο.
15. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι κατά την έκδοση της προσβαλλομένης εμφιλοχώρησε πλάνη περί τα πράγματα, διότι έκταση 2.266,043 στρεμμάτων της επίδικης περιοχής θεωρείται ιδιωτική μισθωμένη έκταση, ενώ αποτελεί αμφισβητούμενη ιδιωτική δασική έκταση, η οποία θεωρείται ως δημόσια δασική έκταση Ο λόγος, όμως, αυτός απορριπτέος, διότι κατά την αναφερόμενη στο προοίμιο της προσβαλλομένης υπ’ αριθμ. 22173/23.11.2010 γνωμοδότηση της Διευθύνσεως Δασών Κέρκυρας «οι εν λόγω εκτάσεις δεν έχουν αναγνωρισθεί μέχρι σήμερα με κανένα από τους τρόπους που ο νόμος ορίζει ως ιδιωτικές (είτε με αναγνωριστική αγωγή ενώπιον του Σ.Ι.Δ. είτε ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων) και ως εκ τούτου τις διαχειρίζονται ως δημόσιες», στο δε υπ’ αριθμ. πρωτ. 12400/11487/2.11.2011 έγγραφο των απόψεων της Διοικήσεως, αναφέρεται ότι «όσον αφορά την έκταση της εγκατάστασης, πρόκειται για ιδιωτικές εκτάσεις τις οποίες λόγω της αυτοφυούς δασικής κατά θέσεις βλάστησης η Διεύθυνση Δασών Ν. Κέρκυρας τις διαχειρίζεται ως προς την προστασία τους ως Δημόσιες Δασικές εκτάσεις». Εξ άλλου, κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι με τον λόγο αυτό προβάλλεται ότι μη νομίμως επιτρέπεται επέμβαση σε δημόσια και όχι ιδιωτική δασική έκταση, αυτός είναι απορριπτέος, διότι στην ιδιότητα μιας εκτάσεως ως δάσους ή δασικής εκτάσεως ουδεμία ασκεί επιρροή ο χαρακτήρας της ως δημόσιας ή ιδιωτικής (ΣτΕ 1719/2012 σκ. 10).
16. Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται παράβαση της δασικής νομοθεσίας, διότι καίτοι έκταση 6.000 στρεμμάτων της επίδικης περιοχής, στην οποία περιλαμβάνεται και η ως άνω έκταση των 2.266,043 στρεμμάτων, είναι δημόσια δασική έκταση, εμπίπτουσα στις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 2 και 3 του Ν. 998/1979, εντούτοις δεν έχει κριθεί αιτιολογημένα ότι η ικανοποίηση των συγκεκριμένων αναγκών που επιδιώκεται με την επέμβαση στο δάσος υπερτερεί της ανάγκης διαφυλάξεως της δασικής βλαστήσεως.
17. Επειδή, κατά τα ήδη εκτεθέντα στη σκέψη 12 της παρούσας, η εγκατάσταση αιολικών σταθμών, συνιστά, υπό προϋποθέσεις επέμβαση σε δάση ή δασικές εκτάσεις (άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2941/2001, Α΄ 201) επιτρεπτή κατά το Σύνταγμα, η οποία πρέπει να πραγματοποιείται με τη μικρότερη δυνατή απώλεια δασικού πλούτου (ΣτΕ 4891/2013, βλ. ΣτΕ 3816/2010, 1508/2008, 2569/2004). Εν προκειμένω, έχει χορηγηθεί θετική γνωμοδοτήση της Διευθύνσεως Δασών Κέρκυρας για την επέμβαση, με συνεκτίμηση των επιπτώσεων στην συγκεκριμένη περιοχή• ενώ, από την οικεία Μ.Π.Ε. προκύπτει ότι προηγήθηκε πλήρης έρευνα και η επίμαχη θέση επελέγη ως καταλληλότερη, δεν προκύπτουν δε δυσμενείς επιπτώσεις για το περιβάλλον, ενόψει και του είδους του μεγέθους αλλά και της σημασίας της επίμαχης δραστηριότητας (βλ. ΣτΕ 4891/2013 σκ. 16). Τέλος, ο ισχυρισμός ότι δεν εξετάσθηκαν εναλλακτικές λύσεις για την χωροθέτηση του εν λόγω αιολικού πάρκου σε άλλη μη δασική περιοχή, όπως τέτοια είναι, κατά τις αιτούσες, η περιοχή της Ηγουμενίτσας έως τα βόρεια σύνορα της χώρας, όπου υφίστανται ορεινές εκτάσεις, απομονωμένες και χωρίς ουδεμία δασική βλάστηση, δεν ερείδεται σε συγκεκριμένα στοιχεία, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από την παρεμβαίνουσα, ενώ δεν προβάλλεται ότι είχε προταθεί από τις αιτούσες ή από άλλο ενδιαφερόμενο κατά το στάδιο της περιβαλλοντικής αδειοδοτήσεως του έργου και ειδικότερα, κατά το στάδιο ανακοινώσεως των μελετών και υποβολής προτάσεων και εντάσεων, στο πλαίσιο της ενημέρωσης και συμμετοχής στη διαδικασία του κοινού, που προηγήθηκε της εκδόσεως της προσβαλλόμενης πράξης (βλ. ΣτΕ 3170/2012 σκ. 8).
18. Επειδή, στην περίπτωση υποβολής αιτήματος για την εγκατάσταση αιολικού σταθμού, μεταξύ άλλων, σε περιοχή για την οποία έχει ήδη εκδοθεί μεγάλος αριθμός παρομοίων αδειών ή εκκρεμεί, για τον σκοπό αυτό, μεγάλος αριθμός αιτήσεων, τότε, κατά την έννοια των ειδικών διατάξεων του ν. 2244/1994 και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσης υπουργικής αποφάσεως, η άδεια εγκαταστάσεως χορηγείται μόνον εάν έχει προηγηθεί η σύνταξη των κατά τα άρθρα 7 και 8 του ν. 2742/1999 (Α΄ 207) Ειδικών ή Περιφερειακών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης ή ο χαρακτηρισμός της περιοχής, κατά το άρθρο 10 του αυτού νόμου, ως Περιοχής Οργανωμένης Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων. Μέχρις ότου δε ολοκληρωθεί η διαδικασία αυτή, που πρέπει να λάβει χώρα, εν όψει του ζητήματος αυτού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, η χορήγηση της αδείας εγκαταστάσεως επιτρέπεται μόνον εάν έχει προηγηθεί σε επίπεδο νομού ή, πάντως, σχετικώς ευρείας διοικητικής περιφέρειας (επαρχίας κλπ.) συνολική μελέτη, κατά την οποία έχουν συνεκτιμηθεί αφ’ ενός μεν οι ενεργειακές ανάγκες, τις οποίες πρόκειται να καλύψουν οι προς εγκατάσταση σταθμοί, αφ’ ετέρου δε, και προεχόντως, οι επιπτώσεις στην περιοχή από την εγκατάσταση του συνόλου των ανεμογεννητριών και να προσδιορίζεται ο συνολικός αριθμός των αιολικών σταθμών και ανεμογεννητριών που μπορεί να εγκατασταθούν στην περιοχή, ενιαίως ή κατά τμήματα αυτής, χωρίς να σημειώνεται υπέρβαση στην φέρουσα ικανότητά τους στον τομέα αυτόν. Η συνδρομή δε των ανωτέρω προϋποθέσεων εξετάζεται στην περίπτωση αυτή, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας τόσο της πράξεως εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων όσο και της αδείας εγκαταστάσεως κάθε σταθμού (ΣτΕ 3597/2007 σκ. 12, 2569/2004, πρβλ. και ΣτΕ 1422/2013 σκ. 9, 569/2012 σκ. 15).
19. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι με τη Μ.Π.Ε. δεν έχουν αξιολογηθεί οι συνολικές επιπτώσεις στο περιβάλλον της νήσου Κέρκυρας, η οποία θεωρείται νησί κορεσμένο με φυσικό απόθεμα 30% με όριο 50%, λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι εκκρεμούν άλλες τρεις αιτήσεις εγκαταστάσεως αιολικού πάρκου στο νησί, δύο της εταιρείας SPRIDER Ενεργειακή Α.Ε. και μία της εταιρείας ΜΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ, συνολικής ισχύος 15, 30, 18 και 9,35 MW, αντιστοίχως. Εξ άλλου, κατά τις αιτούσες, το έργο είναι αμφίβολης χρησιμότητας, από απόψεως καλύψεως ενεργειακών αναγκών τόσο του νησιού όσο και της επικράτειας, λόγω της χαμηλής αποδόσεώς του σε ενέργεια (120-150 W).
20. Επειδή, στη Μ.Π.Ε., με βάση την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη έγκριση περιβαλλοντικών όρων, γίνεται συσχέτιση του έργου με άλλα έργα και δραστηριότητες (βλ. Κεφ. 3.6, σελ. 25), ενώ αναφέρεται ότι δεν υφίσταται άλλη εγκατεστημένη δραστηριότητα που εκμεταλλεύεται το αιολικό δυναμικό του νησιού, από τη διοχέτευση δε του συνόλου της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας στο σύστημα αναμένεται μεγαλύτερη και καλύτερη απόδοση του έως σήμερα λειτουργούντος συστήματος στο νησί της Κέρκυρας (σελ. 19-20). Επίσης, στην εν λόγω μελέτη γίνεται έλεγχος της συμβατότητας του έργου με τα προβλεπόμενα στο προπαρατεθέν άρθρο 8 του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις Α.Π.Ε., από τον οποίο συνάγεται, εν όψει και των διαθέσιμων έως 6.10.2009 στην Ρ.Α.Ε. στοιχείων και δεδομένων σε επίπεδο Ο.Τ.Α., ότι «για τον Δήμο Φαιάκων το προτεινόμενο αιολικό πάρκο καλύπτει ποσοστό 24,06% από το επιτρεπόμενο με 6,72 ισοδύναμες τυπικές ανεμογεννήτριες, ενώ για τον Δήμο Θιναλίων καλύπτει ποσοστό 12,10% από το επιτρεπόμενο με 4,8 ισοδύναμες τυπικές ανεμογεννήτριες». Επομένως, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης πράξεως δεν υφίστατο υποχρέωση εκπονήσεως, για το σύνολο του νησιού, μελέτης για τις ενεργειακές ανάγκες που επρόκειτο να καλύψει ο υπό αδειοδότηση σταθμός, τις πιθανολογούμενες δυσμενείς επιπτώσεις από τη λειτουργία του συνόλου των ήδη εγκατεστημένων και προς εγκατάσταση αιολικών μονάδων και την τυχόν υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας της νήσου και, ως εκ τούτου, ο ανωτέρω λόγος που ανάγεται στη μη συνεκτίμηση των ενεργειακών αναγκών και της φέρουσας ικανότητας της νήσου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος (πρβλ. ΣτΕ 2741/2014 ), δοθέντος, άλλωστε, ότι οι αιτούσες δεν προσδιορίζουν την ακριβή θέση των άλλων ομοειδών εγκαταστάσεων σε σχέση με το σημείο του επίμαχου έργου, καθώς και το συγκεκριμένο δυνητικό αθροιστικό ζημιογόνο αποτέλεσμα ούτε, άλλωστε, προκύπτει υπέρβαση της μέγιστης πυκνότητας του οικείου Ο.Τ.Α. (πρβλ. ΣτΕ 2814/2013 σκ. 17, 2474/2011, 2618/2010, 2981/2009).
21. Επειδή, ακολούθως, προβάλλεται ότι της εκδόσεως της προσβαλλόμενης πράξεως δεν προηγήθηκε ορνιθολογική μελέτη για τις επιπτώσεις στα πτηνά της περιοχής. Προβάλλεται ειδικότερα ότι η επίμαχη έκταση εγκαταστάσεως του αιολικού σταθμού στην περιοχή του όρους “Παντοκράτορα” εντάσσεται σε σημαντική για τα πουλιά περιοχή και βρίσκεται πλησίον περιοχών Natura, όπως οι λιμνοθάλασσες Αντινιώτη με κωδικό «GR 2230001», Χαλικιοπούλου, που αποτελεί τμήμα της παράκτιας ζώνης Κανόνι -περ Μεσογγή με κωδικό «GR 2230005» και Κορισσίων με κωδικό «GR 2230002», καθώς και ότι η εγκατάσταση και λειτουργία του επίμαχου αιολικού πάρκου, για το οποίο προβλέπονται μεγάλες σε έκταση και ύψος εγκαταστάσεις, συνιστά απειλή για σπάνια και απειλούμενα είδη πουλιών, τα οποία διαβιούν στις λιμνοθάλασσες της νήσου Κέρκυρας (με κωδικό GR 083), δοθέντος ότι ο κύριος αεροδιάδρομος των πτήσεων των πουλιών που συνδέει τις λιμνοθάλασσες διασχίζει το χώρο των ανεμογεννητριών. Δεδομένου, όμως, ότι η επίμαχη δραστηριότητα δεν χωροθετείται, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 13, σε ζώνη ειδικής προστασίας της ορνιθοπανίδας της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ ή σε σημαντική περιοχή για τα πτηνά, δεν απαιτείτο, προ της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων της επίμαχης μονάδας, η σύνταξη ειδικής ορνιθολογικής μελέτης και, ως εκ τούτου, όσα περί του αντιθέτου προβάλλονται πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα (βλ. ΣτΕ 2741/2014 σκ. 27).
22. Επειδή, το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 637/1998, ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, προ της καταργήσεώς του με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3937/2011 (Α΄ 60), όριζε ότι: «Οι παράγραφοι 5, 6, 7 και 8 του άρθρου 254 του ν.δ. 86/1969, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 177/1975 (ΦΕΚ 205 Α΄), αντικαθίστανται ως εξής: “5. Με αποφάσεις του οικείου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ιδρύονται καταφύγια άγριας ζωής σε δασικές, δασοσκεπείς, χορτολιβαδικές, ελώδεις, υγροτοπικές, αγροτικές, παρόχθιες, παραλίμνιες και παράκτιες εκτάσεις, καθώς και σε ερημονησίδες, με την προϋπόθεση ότι οι εκτάσεις αυτές, είτε είναι απαραίτητες για τη διατροφή, διαχείμανση, αναπαραγωγή ή τη διάσωση των ειδών της άγριας πανίδας ή αυτοφυούς χλωρίδας που είναι μοναδικά, σπάνια ή απειλούνται με εξαφάνιση ή είτε αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα τύπου βιοτόπου. 6. Εντός των καταφυγίων άγριας ζωής απαγορεύεται η θήρα κάθε θηράματος και κάθε είδους της άγριας πανίδας, η σύλληψη κάθε είδους της άγριας πανίδας για μη ερευνητικούς σκοπούς, η καταστροφή κάθε είδους ζώνης με φυσική βλάστηση, η καταστροφή των ζωντανών φυτοφρακτών, … και η ένταξη έκτασης καταφυγίου άγριας ζωής σε πολεοδομικό ή ρυμοτομικό σχεδιασμό. Η εκτέλεση έργων ή εργασιών και ιδίως, αλιευτικά έργα, έργα αναδασμού, τουριστικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, κατασκηνώσεις, λατομεία, μεταλλεία και δρόμοι εκτελούνται αφού προηγουμένως έχει υποβληθεί μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων τύπου Α΄ και έχει χορηγηθεί έγκριση περιβαλλοντικών όρων.».
23. Επειδή, προβάλλεται ότι η επίμαχη περιοχή έχει χαρακτηρισθεί, με τις υπ’ αριθμ. 4825/501/4.2.1970 και 32570/1671/ 21.4.1976 αποφάσεις του τότε Υπουργού Γεωργίας με Κωδικό 217 Παντοκράτορας – Λακκώματα, σε έκταση 6.000 στρεμμάτων, ως μόνιμο καταφύγιο άγριας ζωής (ΚΑΖ), εντός του οποίου απαγορεύεται, κατ’ άρθρο 57 παρ. 3 του Ν. 2637/1998, η καταστροφή κάθε είδους ζώνης με φυσική βλάστηση. Σύμφωνα με το 204517/3600/4.11.2010 έγγραφο της Διευθύνσεως Αισθητικών Δασών, Δρυμών και Θήρας του ΥΠΕΚΑ, μνημονευόμενο στο προοίμιο (με αριθ. 30) της προσβαλλομένης και στο προοίμιο (με αριθ. 25) της πράξεως εγκρίσεως επεμβάσεως, επιτρέπεται η εγκατάσταση αιολικών πάρκων εντός καταφυγίου άγριας ζωής. Εν όψει τούτου και δεδομένου ότι από το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ δεν προκύπτει απαγόρευση για εγκατάσταση σταθμών από Α.Π.Ε. εντός Καταφυγίων Άγριας Ζωής, ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο δεν αμφισβητούνται, άλλωστε, τα διαλαμβανόμενα από την Μ.Π.Ε. (σελ. 115), ότι η εν λόγω χαρακτηρισθείσα ως Κ.Α.Ζ. έκταση κείται κοντά στην περιοχή εγκαταστάσεως του έργου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
24. Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται, ότι κατά παράβαση του άρθρου 10 του ν. 3028/2002 και του άρθρου 6 του Ειδικού Περιφερειακού Πλαισίου χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης για τις ΑΠΕ, η Μ.Π.Ε. δεν αξιολόγησε το γεγονός ότι στην κορυφή του όρους Παντοκράτορος, σε απόσταση 1 χλμ. και σε οπτική επαφή με την επίμαχη εγκατάσταση, υπάρχει η Ιερά Μονή Παντοκράτορος, η οποία έχει κηρυχθεί με την απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως 15794/1962 (Β΄ 35) αρχαιολογικός χώρος και ιστορικό διατηρητέο μνημείο, και σε απόσταση 2 χλμ. ο μεταβυζαντινός οικισμός της Παλαιάς Περίθειας, ο οποίος έχει χαρακτηρισθεί με την απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών ΥΠΠΕ/ΑΡΧ/Β1/Φ33/67316/2590/4/12/1979 (Β΄ 210/1.3.1980) ως τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και αρχιτεκτονικός αξιόλογος οικισμός και με την απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ΥΠΠΕ/ΑΡΧ/Β1/ Φ33/60311/1726πε/4.1.1996 (Β΄ 152/13.3.1996) ιστορικό διατηρητέο μνημείο.
25. Επειδή, κατά τα διαλαμβανόμενα στη σκέψη 13, οι χώροι ενδιαφέροντος για την ανάπτυξη του επίδικου πάρκου μελετήθηκαν από την οικεία Μ.Π.Ε. σύμφωνα με τα οριζόμενα, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 6 του Ειδικού Περιφερειακού Πλαισίου χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης για τις ΑΠΕ. Όπως δε βεβαιώνεται στο υπ’ αριθμ. πρωτ. 12400/11487/2.11.2011 έγγραφο των απόψεων της Διοικήσεως, η Ιερά Μονή Παντοκράτορος και η Παλιά Περίθεια δεν αποτελούν διατηρητέα μνημεία της παγκόσμιας κληρονομιάς, σύμφωνα με τις αρμόδιες υπηρεσίες. Εξ άλλου, από τις αναφορές της Μ.Π.Ε. και τις προσκομιζόμενες από τις αιτούσες φωτογραφίες, προκύπτει ότι λόγω της θέσεως της Ιεράς Μονής (βορειοανατολικά των επίμαχων εγκαταστάσεων) και της υψομετρικής διαφοράς της έναντι των επίμαχων εγκαταστάσεων, το ύψος των ανεμογεννητριών δεν θα υπερβεί εν πάση περιπτώσει το ύψος της Ιεράς Μονής. Τούτο δε, διότι κατά την οικεία Μ.Π.Ε. το αιολικό πάρκο θα αναπτυχθεί σε μέσο υψόμετρο 780 μ. από το επίπεδο της θάλασσας (σελ. 12), η κάθε δε ανεμογεννήτρια θα φτάνει συνολικά στο ύψος των 119 μέτρων (σελ. 128), το μέγιστο υψόμετρο του όρους είναι 903,06 μ., το σύνολο όμως των παρειών του χαρακτηρίζεται από μικρές εδαφικές εξάρσεις οι οποίες χαρακτηρίζουν την περιοχή με υψόμετρα να κυμαίνονται από 711 έως 805 m. (σελ. 97), η δε Ιερά Μονή του Υψηλού Παντοκράτορα κείται στην κορυφή του βουνού. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα μνημονευθέντα ήδη στο ιστορικό της υπόθεσης έγγραφα, στα οποία στηρίχθηκε η έκδοση της αποφάσεως περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, o Υπουργός Πολιτισμού, με την ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ ΑΡΧ/Β1/Φ52/7981/3528/18.8.2008 γνωμοδότησε θετικά για την εγκατάσταση του επίμαχου αιολικού πάρκου, εγκρίνοντας την υποβληθείσα από την παρεμβαίνουσα εταιρεία μελέτη Π.Π.Ε.Α. του έργου, κατόπιν της θετικής κατά πλειοψηφία γνωμοδοτήσεως του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (συνεδρ. της 14ης/20ης Μαΐου 2008). Εν όψει τούτων, τα ανωτέρω προβαλλόμενα από τις αιτούσες, καθώς και οι ειδικότεροι ισχυρισμοί, οι οποίοι ερείδονται επί παρωχημένων εγγράφων του φακέλου της υποθέσεως, μη ανταποκρινομένων στις σχετικές εκτιμήσεις που διέλαβε κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως η Διοίκηση, είναι απορριπτέοι στο σύνολό τους ως αβάσιμοι.
26. Επειδή, στη συνέχεια προβάλλεται ως λόγος ακυρώσεως ότι δεν έχει προηγηθεί της εκδόσεως της προσβαλλόμενης πράξεως η σύνταξη των κατά τα άρθρα 7 και 8 του Ν. 2742/1999 Ειδικών ή Περιφερειακών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης ή ο χαρακτηρισμός της περιοχής, κατά το άρθρο 10 του νόμου αυτού, ως περιοχής οργανωμένης ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στις σκέψεις 9 και 10, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης πράξεως είχαν ήδη εκδοθεί τόσο το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφερείας Ιονίων Νήσων, όσο και το Ειδικό Χωροταξικό των Α.Π.Ε. (πρβλ. ΣτΕ 2474/2011 παραπ. στην Ολομ. σκ. 11, πρβλ. Ε.Α. 68/2011 σκ. 7), σύμφωνα με τα οποία, κατά τα ρηθέντα, είναι, καταρχήν, επιτρεπτή σε όλη την έκταση της εν λόγω περιφέρειας η εγκατάσταση Α.Σ.Π.Η.Ε.. Εξ άλλου, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 2741/2014 σκ. 8), οι αιολικοί σταθμοί δεν απαιτείται να χωροθετούνται μόνον σε ειδικώς καθορισμένες ζώνες υποδοχής παραγωγικών δραστηριοτήτων, αλλ’ αντιθέτως επιτρέπεται, κατ’ αρχήν, να τοποθετούνται σε οποιαδήποτε περιοχή διαθέτει επαρκές και εκμεταλλεύσιμο αιολικό δυναμικό, εξαιρουμένων των περιοχών στις οποίες, δυνάμει ρητής νομοθετικής ή κανονιστικής διατάξεως, απαγορεύεται απολύτως η εγκατάστασή τους, ρύθμιση η οποία, κατά βάση, υιοθετείται και από το ισχύον κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ειδικό χωροταξικό πλαίσιο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
27. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη έχει εκδοθεί κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 3827/2010 (Α΄ 30), με τον οποίο κυρώθηκε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου, που υπεγράφη στη Φλωρεντία, στις 20 Οκτωβρίου 2000 και ιδίως του άρθρου 5 αυτού, με το οποίο ορίζεται ότι: «Κάθε μέρος αναλαμβάνει: α. να αναγνωρίζει νομικά τα τοπία ως ένα απαραίτητο συστατικό στοιχείο του ανθρώπινου περιβάλλοντος, ως μια έκφραση της ποικιλίας της κοινής πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς τους, και ως θεμέλιο της ταυτότητας τους. β. Να εγκαθιδρύει και να εφαρμόζει πολιτικές τοπίων που αποσκοπούν στην προστασία, διαχείριση και σχεδιασμό των τοπίων δια της υιοθέτησης των συγκεκριμένων μέτρων που παρατίθενται στο άρθρο 6. γ. …». Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα, στη συνοδεύουσα την προσβαλλόμενη πράξη Μ.Π.Ε. γίνεται εφαρμογή των κριτηρίων εντάξεως του επίδικου έργου στο τοπίο (βλ. κεφ. 8, σελ. 161, 170 επ.).
28. Επειδή, τέλος, ο ν. 3861/2010 (Α΄ 112) στο άρθρο 1 ορίζει ότι «Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η εισαγωγή της υποχρέωσης ανάρτησης των νόμων, των προεδρικών διαταγμάτων, και των πράξεων που εκδίδουν τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 πρόσωπα και όργανα στο Διαδίκτυο και η δημιουργία των προϋποθέσεων και διαδικασιών για τη διασφάλιση ευρύτατης δημοσιότητας αυτών»· στο άρθρο 2 ορίζει ότι «1. Οι ρυθμίσεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται σε νόμους, προεδρικά διατάγματα, αποφάσεις και πράξεις που εκδίδουν ο Πρωθυπουργός, το Υπουργικό Συμβούλιο και τα συλλογικά κυβερνητικά όργανα, οι Υπουργοί, Αναπληρωτές Υπουργοί, Υφυπουργοί, Γενικοί Γραμματείς Υπουργείων και Περιφερειών, Ειδικοί Γραμματείς Υπουργείων, τα όργανα διοίκησης νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.), οι ανεξάρτητες και ρυθμιστικές διοικητικές αρχές, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, τα όργανα διοίκησης φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα στις περιπτώσεις που αναφέρονται στον παρόντα νόμο, καθώς και τα όργανα των φορέων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού. Οι ρυθμίσεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται επίσης και σε πράξεις ή αποφάσεις που εκδίδουν όργανα, στα οποία τα αναφερόμενα στην παράγραφο αυτή όργανα έχουν χορηγήσει εξουσιοδότηση προς υπογραφή ή έχουν μεταβιβάσει αρμοδιότητα. 4. Στο διαδίκτυο αναρτώνται: … 22) ατομικές διοικητικές πράξεις, η δημοσίευση των οποίων προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου»· στο άρθρο 4 ορίζει ότι «1. Οι πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 2, όταν είναι κατά νόμο δημοσιευτέες, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ισχύουν από τη δημοσίευση τους, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. 2. Με εξαίρεση τις πράξεις της προηγούμενης παραγράφου, οι λοιπές πράξεις που κατά τον παρόντα νόμο αναρτώνται στο Διαδίκτυο δεν εκτελούνται, εάν δεν έχει προηγηθεί η ανάρτηση τους στο Διαδίκτυο κατά τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο. 3. … 4. …».
29. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη, κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 3861/2010, δεν αναρτήθηκε στο διαδίκτυο και ως εκ τούτου δεν δύναται να εκτελεσθεί κατά το προαναφερθέν άρθρο 4 παρ. 2 του νόμου αυτού. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, ανεξαρτήτως αν η προσβαλλόμενη πράξη περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών που, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3861/2010, πρέπει να αναρτώνται στο διαδίκτυο, η μη ανάρτησή της στο πρόγραμμα «ΔΙΑΥΓΕΙΑ» δεν συνιστά λόγο ακυρώσεως αυτής, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από την παρ. 4 του άρθρου 23 του ν. 4210/2013 – Α΄ 254/21.11.2013 κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, η ανάρτηση στο πρόγραμμα αυτό των αναρτητέων, αλλά μη δημοσιευτέων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως πράξεων (βλ. και κ.υ.α. 37111/2021/2003, Β΄ 1391) δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο αυτών (βλ. ΣτΕ 915/2014).
30. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα στο σύνολό της.






