ΣτΕ 414/2017 [Νόμιμη απαγορευτική διάταξη θήρας]
Περίληψη
-Η έκδοση κανονιστικής πράξης περί επ’ αόριστον απαγορεύσεως της θήρας σε ορισμένη έκταση, η οποία πληροί τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού της ως καταφυγίου άγριας ζωής, είναι δυνατή και πριν η εν λόγω έκταση χαρακτηρισθεί ως καταφύγιο. Η ίδρυση του καταφυγίου, εφόσον εκδοθεί, θα ενεργοποιήσει, πλην της απαγορεύσεως της θήρας, η οποία αποτελεί τον γενικό κανόνα στα καταφύγια άγριας ζωής, και την εφαρμογή των λοιπών.ρυθμίσεων του νόμου ως προς τα Κ.Α.Ζ. και, πάντως, μπορεί να έπεται χρονικώς της κανονιστικής απόφασης απαγόρευσης της θήρας. Η ερμηνεία αυτή των ως άνω διατάξεων υπαγορεύεται από τις συνταγματικές διατάξεις περί προστασίας του (ρυσικού περιβάλλοντος (άρθρο 2η παρ. ι), θεμελιώδης συνιστώσα της οποίας είναι η διατήρηση και προστασία της άγριας ζωής, ιδίως σε εκτάσεις του χώρου που κατ’ εξοχήν προσφέρόνται γι’ αυτό, εναρμονίζεται δε και με την διέπουσα το δίκαιο του περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρχή της πρόληψης. Εξάλλου, στην ειδική περίπτωση που πρόκειται ειδικώς για υγροτοπικές εκτάσεις όπου σταθμεύουν και διαβιούν πτερωτά θηράματα- ή για περιοχές που περιλαμβάνουν εκτάσεις του χαρακτήρα αυτού, η απαγόρευση της θήρας, νοούμενη ως πρόσφορο μέτρο για τη διατήρηση, διαφύλαξη και αύξηση του θηραματικού κεφαλαίου, μπορεί να έχει ως αυτοτελές εξουσιοδοτικό έρεισμα και τη διάταξη του άρθρου 257 παρ. 2 του Δασικού Κώδικα.
-Η απαγόρευση της θήρας χωρίς χρονικό περιορισμό σε ορισμένη έκταση που προσφέρεται για την ενδιαίτηση, αναπαραγωγή, διέλευση κ.λπ. των άγριων πτηνών λόγω των ειδικών χαρακτηβιοτικών της, αποσκοπούσα στη διατήρηση της πανίδας καυ της ποικιλότητάς της, όχι απλώς δεν είναι αντίθετη με το άρθρο 24 παρ. ι του Συντάγματος, αλλά μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να θεωρηθεί ότι επιβάλλεται από αυτό για την προφύλαξη και πρόληψη της καταστροφής της. Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ήταν αντίθετη προς το Σύνταγμα, όχι μόνο, η επ’ αόριστον απαγόρευση της θήρας σε μία περιοχή, αλλά και η ίδια η ίδρυση μονίμων καταφυγίων θηραμάτων βάσει του προϊσχύσαντος δικαίου και, ήδη, καταφυγίων άγριας ζωής, όπου η απόλυτη απαγόρευση της θήρας αποτελεί τον κανόνα.
-Ανεξαρτήτως, αν, κατά το Σύνταγμα, η τοπικότητα του ρυθμιζόμενου ζητήματος με κανονιστική πράξη διάφορη του προεδρικού διατάγματος εξαρτάται από το αν η θεσπιζόμενη ρύθμιση επηρεάζει πρόσωπα συνδεόμενα με ορισμένη μόνο περιοχή, εν προκειμένω, πάντως, το ρυθμιζόμενο ζήτημα αποτελεί ειδικότερο θέμα σε σχέση με τη γενική απαγόρευση θήρας σε περιοχές με τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης, η οποία προβλεπόταν κατα γενικό κανόνα, τοσο απο την ισχυουσα κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης νομοθεσία, όσο και από την προϊσχύσασα για το λόγο δε αυτό οι σχετικές κανονιστικές ρυθμισείς μπορούν να τεθούν με πράξη διάφορη του προεδρικού διατάγματος.
-Με την προσβαλλόμενη πράξη επιβλήθηκε, παρά τον τίτλο της “Απαγορευτική διάταξη θήρας” επ’ αόριστον απαγόρευση θήρας στην προαναφερομενη περιοχή, κατά τον κανόνα που περιέχει διαχρονικώς η νομοθεσία προκειμένου για εκτάσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις χαρακτηρίσμου τους ως μονίμων καταφυγίων θηραματων και, ήδη, καταφυγίων άγριας ζωής, με το περιεχόμενα δε αυτό, η έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ουδεμία ειδική μελέτη προϋπέθετε. Κατά συνέπεια, είναι απορριπτέος αυτός ο λόγος ακυρώσεως, όπως και οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως, οι οποίοι εκκινούν από την εκδοχή ότι η προσβαλλόμενη, πλήρης και επ’ αόριστον, απαγόρευση θήρας στην επίμαχη έκταση, συνιστά είτε πράξη ίδρυσης ελεγχόμενης κυνηγετικής περιοχής είτε δασική απαγορευτική διάταξη.
Πρόεδρος: Αικ. Σακελλαροπούλου
Εισηγητής: Χρ. Ντουχάνης
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της 4142/ 27.7.2009 Απαγορευτικής Διάταξης Θήρας στην περιοχή Φράγματος Ποταμών του Νομού Ρεθύμνης (B΄ 1730), που εκδόθηκε από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης, με την οποία απαγορεύθηκε επ’ αόριστον η θήρα στην περιοχή αυτή.
- Επειδή, στο άρθρο 253 του Δασικού Κώδικα (ν.δ. 86/1969, Α΄ 7), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 177/1975 (Α΄ 205) και, στη συνέχεια τροποποιήθηκε με το άρθρο 57 παρ. 2 του ν. 2637/1998 (Α΄ 200), ορίζονται τα εξής: «Δι’ αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, δύναται, δια την προστασίαν και διάσωσιν του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας εν γένει, καθώς επίσης και προς τον σκοπόν της διατηρήσεως, αναπτύξεως και εκμεταλλεύσεως των πληθυσμών των θηραμάτων και των λοιπών ειδών της άγριας πανίδας ως και των ειδών της αυτοφυούς χλωρίδας να ιδρύονται α) Εκτροφεία Θηραμάτων, β) Καταφύγια Θηραμάτων και γ) Ελεγχόμεναι Κυνηγετικαί Περιοχαί, επί ωρισμένων, σαφώς προδιορισμένων δια της αποφάσεως αυτού, εδαφικών εκτάσεων, απαγορευομένης απολύτως της εντός αυτών θήρας ή επιτρεπομένης ταύτης υπό ωρισμένας προϋποθέσεις κατά τα εν άρθρω 254 του παρόντος ειδικώτερον οριζόμενα». Στην επόμενο άρθρο 254 του ίδιου νομοθετήματος, προβλέπεται η ίδρυση, πάντοτε με απόφαση του (τότε) Υπουργού Γεωργίας, εκτροφείων θηραμάτων, προσδιορισμένων κατ’ αριθμό (μέχρις 60), με τον ειδικό σκοπό της αναπαραγωγής, της αύξησης των ενδημικών θηραμάτων και της εισαγωγής ξενικών προς εμπλουτισμό άλλων περιοχών (παρ. 1), καθώς και η ίδρυση, με όμοια απόφαση, αλλά από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εκτροφείων θηραμάτων επί μη δημοσίων εκτάσεων, δασικού ή μη χαρακτήρα, με σκοπό ομοίως ειδικό, αλλά εν μέρει διαφορετικό από εκείνο των εκτροφείων της παρ. 1, και, ειδικότερα, την αναπαραγωγή ή το εμπόριο κρέατος, πτερών κ.λπ. και τον εμπλουτισμό περιοχών με θηρεύσιμα είδη (παρ. 2, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 10 του ν. 3208/2003, Α΄ 303). Όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 3176/2012), η αρμοδιότητα ίδρυσης εκτροφείων θηραμάτων κατά το άρθρο 254 του Δασικού Κώδικα περιήλθε αρχικώς στον μετέπειτα κρατικό νομάρχη και, στη συνέχεια, στον μετέπειτα ομοίως κρατικό Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας του ν. 2503/1997 (Α΄ 107), στον ίδιο δε γενικό Γραμματέα περιήλθε τελικώς, μετά το ν. 2503/1997, και η αρμοδιότητα ίδρυσης των εκτροφείων θηραμάτων του άρθρου 253 του Δασικού Κώδικα, εκείνων, δηλαδή, που δεν έχουν τα ειδικά χαρακτηριστικά του άρθρου 254 παρ. 1 και 2, καθώς και καταφυγίων θηραμάτων και ελεγχομένων κυνηγετικών περιοχών, που προβλέπονται επίσης στο άρθρο 253 του Δασικού Κώδικα.
- Επειδή, περαιτέρω, οι παράγραφοι 5 – 8 του άρθρου 254 του Δασικού Κώδικα, οι οποίες, με το αρχικό τους περιεχόμενο, πριν, δηλαδή, αντικατασταθούν με το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 2637/1998, ρύθμιζαν την ίδρυση μονίμων καταφυγίων θηραμάτων με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας εξειδικεύοντας τις σχετικές ρυθμίσεις του άρθρου 253, προέβλεψαν στη συνέχεια, μετά, δηλαδή, την αντικατάστασή τους με το ως άνω άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 2637/1998, την ίδρυση με αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα καταφυγίων άγριας ζωής. Τα Κ.Α.Ζ. αποτελούν, κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, τη διάδοχη μορφή προστατευτικού ενδιαιτήματος σε σχέση με τα (μόνιμα, βλ. άρθρο 254 παρ. 5 του Δασικού Κώδικα υπό την αρχική του μορφή) καταφύγια θηραμάτων, τα οποία, με το άρθρο 57 παρ. 1 του ν. 2637/1998, μετονομάσθηκαν σε Κ.Α.Ζ. Ο ορισμός του Κ.Α.Ζ. δόθηκε από το νομοθέτη σε χρόνο μεταγενέστερο από την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, με το άρθρο 5 του ν. 3937/2011 (Α΄ 60), με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 19 του ν. 1650/1986 (Α΄ 160) και, στην παράγραφο 4.3., ορίσθηκαν ως Καταφύγια Άγριας Ζωής (Wildlife refuges) « α) …φυσικές περιοχές (χερσαίες, υγροτοπικές ή θαλάσσιες), που έχουν ιδιαίτερη σημασία ως σημαντικοί τόποι ανάπτυξης της άγριας χλωρίδας ή ως βιότοποι αναπαραγωγής, διατροφής, διαχείμασης ειδών της άγριας πανίδας, ή ως περιοχές αναπαραγωγής ψαριών και συγκέντρωσης γόνου, ή, τέλος, ως σημαντικοί θαλάσσιοι οικότοποι …», ορίσθηκε δε περαιτέρω, ότι «… β) Μέσα στα καταφύγια άγριας ζωής απαγορεύονται η θήρα … [απαγόρευση, η οποία διατηρήθηκε και μετά τη νέα τροποποίηση της διάταξης με το άρθρο 59 του ν. 4315/2014 (Α΄ 269)]». Αλλά και οι ισχύουσες κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης διατάξεις του άρθρου 254 παρ. 5 και 6 του Δασικού Κώδικα, όπως είχαν τροποποιηθεί με το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 2637/1998 και πριν καταργηθούν στη συνέχεια με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3937/2011, επανέλαβαν τον κανόνα της απόλυτης απαγόρευσης της θήρας που προβλέπει και το άρθρο 253 του Δασικού Κώδικα, προέβλεπε δε κατά τρόπο σαφή και αδιάστικτο και το άρθρο 254 παρ. 8, υπό την αρχική του μορφή, για τα μόνιμα καταφύγια θηραμάτων, και όριζαν, ειδικότερα, τα εξής: «5. Με αποφάσεις του οικείου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ιδρύονται καταφύγια άγριας ζωής σε δασικές, δασοσκεπείς, χορτολιβαδικές, ελώδεις, υγροτοπικές, αγροτικές, παρόχθιες, παραλίμνιες και παράκτιες εκτάσεις, καθώς και ερημονησίδες, με την προϋπόθεση ότι οι εκτάσεις αυτές, είτε είναι απαραίτητες για τη διατροφή, διαχείμαση, αναπαραγωγή ή τη διάσωση των ειδών της άγριας πανίδας ή αυτοφυούς χλωρίδας που είναι μοναδικά, σπάνια ή απειλούνται με εξαφάνιση [ή] είτε αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα τύπου βιοτόπου. 6. Εντός των καταφυγίων άγριας ζωής απαγορεύεται η θήρα κάθε θηράματος και κάθε είδους της άγριας πανίδας, η σύλληψη κάθε είδους της άγριας πανίδας για μη ερευνητικούς σκοπούς, η καταστροφή κάθε είδους ζώνης με φυσική βλάστηση, η καταστροφή των ζωντανών φυτοφρακτών, η αμμοληψία, η αποστράγγιση και αποξήρανση ελωδών εκτάσεων, η ρύπανση των υδατικών πόρων και η ένταξη έκτασης καταφυγίου άγριας ζωής σε πολεοδομικό ή ρυμοτομικό σχεδιασμό. … Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η σύλληψη ειδών της άγριας πανίδας και η μεταφορά τους προς εμπλουτισμό άλλων κατάλληλων περιοχών μόνον από τη Δασική Υπηρεσία». Περαιτέρω, στην παρ. 8 του ίδιου άρθρου 254 ορίσθηκε ότι «εντός των καταφυγίων άγριας ζωής η Δασική Υπηρεσία δύναται να προγραμματίζει και να εκτελεί ειδικά έργα βελτίωσης του βιοτόπου των καταφυγίων άγριας ζωής και έργα ικανοποίησης των οικολογικών αναγκών του βιολογικού κύκλου των ειδών της άγριας πανίδας και αυτοφυούς χλωρίδας και ιδίως αναδάσωση, διατήρηση ακαλλιέργητων εκτάσεων, διατήρηση εκτάσεων με παραδοσιακές καλλιέργειες, έργα αναβάθμισης και αποκατάστασης υγροτοπικών εκτάσεων, δημιουργία και ανάπτυξη ζωνών φυτικής βλάστησης, δημιουργία δενδροστοιχιών κατά μήκος των αγροτικών δρόμων και ελωδών εκτάσεων. …». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 257 παρ. 2 του Δασικού Κώδικα, «εις περιοχάς περιλαμβανούσας λίμνας, βάλτους, ελώδεις εκτάσεις ή δέλτα ποταμών και ποταμοκόλπους, ως και παροχθίους γενικώς εκτάσεις, εις ας σταθμεύουν και διαβιούν τα υδρόβια πτερωτά θηράματα (ένυδρα και παρυδάτια), δύναται ο Υπουργός Γεωργίας [αρμόδιος κατά το χρόνο θέσπισης της εν λόγω διάταξης] δι’ αποφάσεώς του να λάβη παν μέτρον πρόσφορον αποβλέπον εις την διατήρησιν και αύξησιν του θηραματικού κεφαλαίου, σχετικόν προς την ενάσκησιν της θήρας». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, η έκδοση κανονιστικής πράξης περί επ’ αόριστον απαγορεύσεως της θήρας σε ορισμένη έκταση, η οποία πληροί τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού της ως καταφυγίου άγριας ζωής, είναι δυνατή και πριν η εν λόγω έκταση χαρακτηρισθεί ως καταφύγιο. Η ίδρυση του καταφυγίου, εφόσον εκδοθεί, θα ενεργοποιήσει, πλην της απαγορεύσεως της θήρας, η οποία αποτελεί τον γενικό κανόνα στα καταφύγια άγριας ζωής, και την εφαρμογή των λοιπών ρυθμίσεων του νόμου ως προς τα Κ.Α.Ζ. (άρθρο 254 παρ. 8 του Δασικού Κώδικα) και, πάντως, μπορεί να έπεται χρονικώς της κανονιστικής απόφασης απαγόρευσης της θήρας. Η ερμηνεία αυτή των ως άνω διατάξεων υπαγορεύεται από τις συνταγματικές διατάξεις περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος (άρθρο 24 παρ. 1), θεμελιώδης συνιστώσα της οποίας είναι η διατήρηση και προστασία της άγριας ζωής, ιδίως σε εκτάσεις του χώρου που κατ’ εξοχήν προσφέρονται γι’ αυτό, εναρμονίζεται δε και με την διέπουσα το δίκαιο του περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρχή της πρόληψης. Εξάλλου, στην ειδική περίπτωση που πρόκειται ειδικώς για υγροτοπικές εκτάσεις όπου σταθμεύουν και διαβιούν πτερωτά θηράματα ή για περιοχές που περιλαμβάνουν εκτάσεις του χαρακτήρα αυτού, η απαγόρευση της θήρας, νοούμενη ως πρόσφορο μέτρο για τη διατήρηση, διαφύλαξη και αύξηση του θηραματικού κεφαλαίου, μπορεί να έχει ως αυτοτελές εξουσιοδοτικό έρεισμα και τη διάταξη του άρθρου 257 παρ. 2 του Δασικού Κώδικα.
- Επειδή, εξάλλου, με το άρθρο 4 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ «περί της διατηρήσεως των άγριων πτηνών» (L 103) θεσπίσθηκε τόσο για τα είδη που απαριθμούνται στο παράρτημα I, όσο και για τα αποδημητικά πτηνά, ειδικό και ενισχυμένο σύστημα προστασίας, το οποίο δικαιολογείται από το γεγονός ότι πρόκειται, αντιστοίχως, για είδη που απειλούνται με εξαφάνιση και είδη που αποτελούν κοινή κληρονομιά της Ένωσης (βλ. ΔΕΚ, απόφαση της 23.5.1990, C-169/1989, Van den Burg, απόφαση της 11.7.1996, C-44/1995, Royal Society for the protection of Birds, απόφαση της 28.6.2007, C-235/2004, Επιτροπή κατά Ισπανίας, απόφαση της 13.7.2006, C-191/2005, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, ΣτΕ Πρ. επεξ. Ολομ. 29/2015). Το σύστημα αυτό περιλαμβάνει μέτρα γενικής και ειδικής διατήρησης, όπως είναι η δημιουργία ζωνών προστασίας και ειδικών προστατευτικών ζωνών (Ζ.Ε.Π.), βάσει ορνιθολογικών κριτηρίων, κατά δε τις ειδικότερες προβλέψεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 της οδηγίας αυτής, τα κράτη – μέλη υποχρεούνται να καθιερώνουν, για τις ζώνες ειδικής προστασίας που θεσπίζουν εντός της επικράτειάς τους, αυστηρό νομικό καθεστώς που διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, την επιβίωση και την αναπαραγωγή των πτηνών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I της οδηγίας αυτής, καθώς και την αναπαραγωγή, την αλλαγή φτερώματος και τη διαχείμαση των αποδημητικών πτηνών που δεν περιλαμβάνονται μεν στο παράρτημα I, η διέλευση, όμως, των οποίων από τα εδάφη της Ένωσης είναι τακτική (βλ. ΔΕΚ, απόφαση της 11.12.2008, C-293/2007, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, απόφαση της 2.8.1993, C-355/1990, Επιτροπή κατά Ισπανίας, απόφαση της 18.3.1999, C-166/1997, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας). Σε συμμόρφωση με την εν λόγω κοινοτική οδηγία, εκδόθηκε η ΚΥΑ 414985/29.11.1985 του Υφ. Εθνικής Οικονομίας και του Αν. Υπουργού Γεωργίας (Β΄ 757), με την οποία θεσμοθετήθηκαν «μέτρα διαχείρισης της άγριας πτηνοπανίδας». Καθόσον αφορά ειδικώς τη θήρα, η εν λόγω κανονιστική απόφαση εξαιρεί από τον τιθέμενο, καταρχήν, κανόνα του επιτρεπτού της σε ολόκληρη την επικράτεια (άρθρο 6 παρ. 1) ορισμένες κατηγορίες περιοχών «για τις οποίες ισχύουν ειδικές ρυθμίσεις ή απαγορεύσεις θήρας», προδήλως βάσει ειδικών διατάξεων στις οποίες, κατά την έννοιά της, παραπέμπει, μεταξύ δε των περιοχών αυτών συμπεριλαμβάνονται, κατά τη ρητή διατύπωση της σχετικής διάταξης (άρθρο 6 παρ. 1 περ. α΄ της ΚΥΑ), τα μόνιμα καταφύγια θηραμάτων, δηλαδή η πρόδρομη του καταφυγίου άγριας ζωής μορφή ενδιαιτήματος άγριας πανίδας. Ενόψει τούτων, η διάταξη του άρθρου 11 της εν λόγω ΚΥΑ, σύμφωνα με την οποία «από την έναρξη ισχύος της απόφασης αυτής, οι διατάξεις των άρθρων … 254, … 257 του Ν. Δ/τος … δεν εφαρμόζονται κατά το μέρος που αφορούν τη θήρα των πτηνών», παρά τον τίτλο της («καταργούμενες διατάξεις»), ουδόλως καταργεί πράγματι τις διατάξεις των άρθρων 254 παρ. 5 και 6 και 257 παρ. 2, οι οποίες, υπό την εκτιθέμενη σε προηγούμενη σκέψη έννοιά τους, παρέχουν επαρκές εξουσιοδοτικό έρεισμα για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά περιορίζεται να θέσει εκποδών όσες από τις ρυθμίσεις των «καταργουμένων» διατάξεων του Δασικού Κώδικα νοθεύουν την αυξημένη προστασία της ορνιθοπανίδας που εγγυάται η 79/409 Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η εκδοθείσα σε συμμόρφωση προς αυτήν προαναφερόμενη ΚΥΑ. Αυτή, εξάλλου, την έννοια αποδίδει στο άρθρο 11 της εν λόγω ΚΥΑ και ο μεταγενέστερος νομοθέτης του ν. 2637/1998, ο οποίος, υπολαμβάνοντας τις διατάξεις αυτές ως ισχύουσες, τις τροποποιεί κατά τρόπο, μάλιστα, ώστε να παρέχουν, και υπό το νέο προεκτεθέν περιεχόμενό τους, έρεισμα για την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης. Νομίμως, επομένως, η προσβαλλόμενη πράξη επικαλείται ως εξουσιοδοτικό έρεισμα τις ως άνω διατάξεις του Δασικού Κώδικα, οι οποίες δεν έχουν καταργηθεί από την εν λόγω ΚΥΑ.
- Επειδή, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, με την 56580/2211/25.6.1973 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Γεωργίας ιδρύθηκε μόνιμο καταφύγιο θηραμάτων στις θέσεις «Βρύσσινα – Πρασσιανό Φαράγγι» των Δήμων Ρεθύμνης και Συβρίτου του Ν. Ρεθύμνης. Το καταφύγιο αυτό ιδρύθηκε με βάση τις σχετικές διατάξεις του Δασικού Κώδικα υπό το αρχικό τους περιεχόμενο και είχε έκταση 17.000 στρ. Στη συνέχεια, και αφού οι διατάξεις του Δασικού Κώδικα είχαν, κατά τα ανωτέρω, τροποποιηθεί και τα μόνιμα καταφύγια θηραμάτων είχαν μετατραπεί σε καταφύγια άγριας ζωής, εκδόθηκε η 4230/1.8.2001 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης (Β΄ 1147), με την οποία τροποποιήθηκαν τα όρια του, εν τω μεταξύ μετονομασθέντος, Κ.Α.Ζ. «Βρύσσινα – Πρασσιανό Φαράγγι» και αυξήθηκε η επιφάνειά του από 17.000 στρ. σε 30.000 στρ., ορίσθηκε, τέλος, ρητώς ότι εντός αυτού απαγορεύεται, μεταξύ άλλων, η θήρα κάθε θηράματος και κάθε είδους άγριας πανίδας. Ακολούθησε η έκδοση της 4220/18.7.2002 νεότερης απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας (Β΄ 1090) με την οποία τα όρια του Κ.Α.Ζ. τροποποιήθηκαν και πάλι, αυτή τη φορά με ελάττωση της συνολικής του επιφάνειας, η οποία περιορίσθηκε σε 17.500 στρ. Όπως, εξάλλου, προκύπτει από το 3524/26.6.2015 έγγραφο της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, η συρρίκνωση της επιφάνειας του Κ.Α.Ζ. θεωρήθηκε επιβεβλημένη ώστε να εξαιρεθεί των ορίων του το τμήμα της έκτασης που ήταν αναγκαίο για την κατασκευή φράγματος στην περιοχή (φράγμα Ποταμών). Περαιτέρω, με το 101/26.2.2009 έγγραφο του Οργανισμού Ανάπτυξης Δυτικής Κρήτης ζητήθηκε από τη Διεύθυνση Δασών Ρεθύμνης να λάβει μέτρα για την απαγόρευση της θήρας και στην περιοχή του κατασκευασθέντος στη συνέχεια Φράγματος Ποταμών, η οποία είχε, κατά τα προαναφερόμενα, εξαιρεθεί από το υφιστάμενο Κ.Α.Ζ. Με το εν λόγω έγγραφο επισημάνθηκε στη δασική αρχή ότι το βάθος του νερού στο φράγμα έχει υπερβεί τα 32 μ., ότι απομένουν 12 μ. για να πληρωθεί ο ταμιευτήρας και να αρχίσει η υπερχείλιση, ότι η ευρύτερη περιοχή των 1.700 στρ. του ταμιευτήρα έχει προσλάβει τη μορφή υγροβιοτόπου και έχει δημιουργηθεί ανάλογο νέο οικοσύστημα, ότι στην περιοχή αυτή διαβιούν μονίμως πολλά είδη πουλιών και άλλα διέρχονται ακολουθώντας μεταναστευτικές ροές προς άλλες περιοχές και ότι, τέλος, η περιοχή έχει ενταχθεί στο δίκτυο NATURA με κωδικό GR 4330004. Με το ίδιο έγγραφο ενημερώθηκε, περαιτέρω, η δασική υπηρεσία ότι τα χαρακτηριστικά αυτά της επίμαχης έκτασης προσελκύουν κυνηγούς και από άλλες περιοχές της Κρήτης και έχουν οδηγήσει στην ενταντικοποίηση του κυνηγιού. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η από 25.7.2009 υπηρεσιακή εισήγηση της Διευθύντριας Δασών Ρεθύμνης προς τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης, με την οποία προτάθηκε η επ’ αόριστον απαγόρευση της θήρας στην περιοχή του φράγματος Ποταμών του ν. Ρεθύμνης και σε έκταση 14.842,192 στρ., όπως η έκταση αυτή εμφανίζεται στο οικείο απόσπασμα ορθοφωτοχάρτη, για τους εξής λόγους: α) Η περιοχή είναι εντεταγμένη στο δίκτυο NATURA 2000, β) ο αποτερματισμός της περιοχής έχει σαφέστατα όρια, ταυτιζόμενα με τον υδροκρίτη της λεκάνης απορροής των ομβρίων υδάτων και των πηγών που τροφοδοτούν το φράγμα, γ) η δημιουργία της τεχνητής λίμνης έχει διαμορφώσει μικροπεριβάλλον υγροβιοτόπου με μονίμως διαβιούντα και μεταναστευτικά πουλιά και δ) η περιοχή ήταν ανέκαθεν ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε θηρευτικές πιέσεις λόγω της γειτνίασης με την πόλη του Ρεθύμνου και της καλής βατότητάς της, η δε συνέχιση του κυνηγιού εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους πλήρους αφανισμού της πανίδας εντός του φράγματος και γύρω από αυτό. Τα παραπάνω εκτίθενται αναλυτικότερα και στο 2201/23.6.2011 έγγραφο της Διευθύντριας Δασών Ρεθύμνης προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, στο οποίο αναφέρεται ότι τα είδη που αποτελούν την πανίδα της περιοχής είναι η φαλαρίνα, η χουλιαρόπαπια, ο γλάρος, ο ερωδιός, ο τσιχλογέρακας, η κουκουβάγια, ο λαγός, ο ασβός κ.λπ. Κατ’ επίκληση των ανωτέρω, εκδόθηκε η 4142/27.7.2009 πράξη του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης (B΄ 1730), η οποία τιτλοφορείται «Απαγορευτική Διάταξη Θήρας στην περιοχή Φράγματος Ποταμών του Νομού Ρεθύμνης» και με την οποία απαγορεύθηκε επ’ αόριστον η θήρα στην περιοχή αυτή, εκτάσεως 14.842,192 στρ.
- Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να ακυρωθεί λόγω αντισυνταγματικότητας των εξουσιοδοτικών διατάξεων. Προβάλλεται, ειδικότερα, ότι η θήρα, εφόσον ασκείται κατά τρόπο οργανωμένο και στο πλαίσιο των προβλέψεων του νόμου, συνιστά μορφή διαχείρισης του φυσικού περιβάλλοντος, προστατευόμενη από το Σύνταγμα (άρθρο 24 παρ. 1), η δε δυνατότητα επιβολής πλήρους απαγόρευσής της καθιστά τις σχετικές διατάξεις αντίθετες στο Σύνταγμα. Η διαχείριση, όμως, του φυσικού περιβάλλοντος, πράγματι επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα, πρέπει να συγκεντρώνει τα προβλεπόμενα ακριβώς από το Σύνταγμα χαρακτηριστικά και να κινείται, εν προκειμένω, προς την κατεύθυνση της διατήρησης και της πρόληψης της υποβάθμισης και μείωσης της άγριας πτηνοπανίδας (πρβλ. ΣτΕ 1047/2001 κ.ά.), σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρχές του δικαίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, η απαγόρευση της θήρας χωρίς χρονικό περιορισμό σε ορισμένη έκταση που προσφέρεται για την ενδιαίτηση, αναπαραγωγή, διέλευση κ.λπ. των άγριων πτηνών λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών της, αποσκοπούσα στη διατήρηση της πανίδας και της ποικιλότητάς της, όχι απλώς δεν είναι αντίθετη με το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να θεωρηθεί ότι επιβάλλεται από αυτό για την προφύλαξη και πρόληψη της καταστροφής της. Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ήταν αντίθετη προς το Σύνταγμα, όχι μόνο η επ’ αόριστον απαγόρευση της θήρας σε μία περιοχή, αλλά και η ίδια η ίδρυση μονίμων καταφυγίων θηραμάτων βάσει του προϊσχύσαντος δικαίου και, ήδη, καταφυγίων άγριας ζωής, όπου η απόλυτη απαγόρευση της θήρας αποτελεί, κατά τα προαναφερόμενα, τον κανόνα. Πρέπει, επομένως, ο σχετικός λόγος ακυρώσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.
- Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, «Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όπως γίνεται παγίως δεκτό, ως “ειδικότερα θέματα”, για τη ρύθμιση των οποίων επιτρέπεται η παροχή εξουσιοδότησης σε άλλα πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας όργανα, νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Απαιτείται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ’ ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επί πλέον και την ουσιαστική του ρύθμιση, έστω και σε γενικό, αλλά ορισμένο πλαίσιο (ΣτΕ 235/2012 Ολομ., 1892/2010 Ολομ., 2815/2004 Ολ. κ.ά.).
- Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι μη νομίμως η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε υπό τον τύπο πράξης, που δεν αποτελεί προεδρικό διάταγμα, διότι δεν συντρέχουν οι συνταγματικές προϋποθέσεις (άρθρο 43 παρ. 2 εδ. β΄ Συντ.) παροχής εξουσιοδότησης για την έκδοση κανονιστικής πράξης σε άλλα όργανα, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας. Προβάλλεται, ειδικότερα, ότι το ρυθμιζόμενο με την προσβαλλόμενη πράξη ζήτημα δεν είναι ούτε τεχνικό, αλλά ούτε και τοπικό, αφού η θεσπιζόμενη απαγόρευση αφορά όλους τους κυνηγούς και όχι μόνο τους προερχόμενους από ένα συγκεκριμένο τόπο. Ανεξαρτήτως, όμως, αν, κατά το Σύνταγμα, η τοπικότητα του ρυθμιζόμενου ζητήματος με κανονιστική πράξη διάφορη του προεδρικού διατάγματος εξαρτάται από το αν η θεσπιζόμενη ρύθμιση επηρεάζει πρόσωπα συνδεόμενα με ορισμένη μόνο περιοχή, εν προκειμένω, πάντως, το ρυθμιζόμενο ζήτημα αποτελεί ειδικότερο θέμα σε σχέση με τη γενική απαγόρευση θήρας σε περιοχές με τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης, η οποία προβλεπόταν, κατά γενικό κανόνα, τόσο από την ισχύουσα κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης νομοθεσία, όσο και από την προϊσχύσασα, κατά τα εκτιθέμενα σε προηγούμενη σκέψη, για το λόγο δε αυτό οι σχετικές κανονιστικές ρυθμίσεις μπορούν να τεθούν με πράξη διάφορη του προεδρικού διατάγματος. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί αυτός ο λόγος ακυρώσεως.
- Επειδή, εξάλλου, προβάλλονται λόγοι ακυρώσεως κατ’ επίκληση των διατάξεων των άρθρων 253 και 254 του Δασικού Κώδικα, με τις οποίες προβλέπεται η ίδρυση ελεγχομένων κυνηγετικών περιοχών, στις οποίες, «κατά παρέκκλιση» των λοιπών διατάξεων των εν λόγω άρθρων του ίδιου Κώδικα, επιτρέπεται η θήρα υπό τις ειδικές προϋποθέσεις που τάσσουν οι ειδικές διατάξεις αυτές. Προβάλλεται, ειδικότερα, ότι η έκταση δεν πληροί τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού της ως ελεγχόμενης κυνηγετικής περιοχής από πλευράς εμβαδού, δεν προηγήθηκε δε της προσβαλλομένης αποφάσεως ειδική, λεπτομερής και τεκμηριωμένη μελέτη σχετικά με τη δυνατότητα θήρας στην περιοχή, έστω και υπό όρους και προϋποθέσεις. Εν προκειμένω, όμως, με την προσβαλλόμενη πράξη δεν ιδρύθηκε ελεγχόμενη κυνηγετική περιοχή, η ίδρυση, άλλωστε, της οποίας και η εντός αυτής θήρα θα ήταν μόνον κατ’ εξαίρεση επιτρεπτή (άρθρο 254 παρ. 10 του Δασικού Κώδικα) και θα προϋπέθετε, αυτή και όχι η απαγόρευση της θήρας, «πλήρη μελέτη», κατά την έννοια του άρθρου 254 παρ. 9 του Δασικού Κώδικα. Αντιθέτως, με την προσβαλλόμενη πράξη επιβλήθηκε, παρά τον τίτλο της «Απαγορευτική διάταξη θήρας» (βλ. άρθρο 258 παρ. 5 του Δασικού Κώδικα), η επ’ αόριστον απαγόρευση θήρας στην προαναφερόμενη περιοχή, κατά τον κανόνα που περιέχει διαχρονικώς η νομοθεσία προκειμένου για εκτάσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού τους ως μονίμων καταφυγίων θηραμάτων και, ήδη, καταφυγίων άγριας ζωής, με το περιεχόμενο δε αυτό η έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ουδεμία ειδική μελέτη προϋπέθετε. Κατά συνέπεια, είναι απορριπτέος αυτός ο λόγος ακυρώσεως, όπως και οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως, οι οποίοι εκκινούν από την εκδοχή ότι η προσβαλλόμενη, πλήρης και επ’ αόριστον, απαγόρευση θήρας στην επίμαχη έκταση, συνιστά είτε πράξη ίδρυσης ελεγχόμενης κυνηγετικής περιοχής, είτε δασική απαγορευτική διάταξη του άρθρου 258 παρ. 5 του Δασικού Κώδικα.
- Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας. Η πράξη, όμως, αυτή, η οποία, αντίθετα με όσα υποστηρίζουν οι αιτούντες, έχει κανονιστικό χαρακτήρα και, για το λόγο αυτό, η νομιμότητά της κρίνεται με γνώμονα την τήρηση των ορίων της παρεχόμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης, εκδόθηκε βάσει των εξουσιοδοτικών διατάξεων που παρατίθενται σε προηγούμενη σκέψη, κατά την έννοια των οποίων, η απαγόρευση θήρας σε περιοχές που πληρούν τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού τους ως καταφυγίων άγριας ζωής, είναι οπωσδήποτε δυνατή και πριν από το χαρακτηρισμό τους ως Κ.Α.Ζ., ο οποίος, ούτως ή άλλως, θα επέσυρε αυτοδικαίως την πλήρη απαγόρευση της θήρας. Η δε κρίση της Διοίκησης ότι εν προκειμένω συνέτρεχαν οι νόμιμες αυτές προϋποθέσεις, ευρίσκει έρεισμα στα στοιχεία του φακέλου, από τα οποία προκύπτουν τα κρίσιμα χαρακτηριστικά της έκτασης (δημιουργία υγροτοπικού οικοσυστήματος με μεγάλη συγκέντρωση άγριας πτηνοπανίδας, ενδημικής και μεταναστευτικής, ένταξη στο δίκτυο Natura 2000, μεγάλη έκθεση σε θηρευτικές πιέσεις κ.λπ.). Πρέπει, επομένως να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου λόγος ακυρώσεως, καθώς και ο λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η επιβαλλόμενη με την προσβαλλόμενη απόφαση απαγόρευση είναι αντίθετη με την αρχή της αναλογικότητας και το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
- Επειδή, κατόπιν τούτου, η αίτηση ακυρώσεως είναι απορριπτέα στο σύνολό της.






