ΣτΕ 353*/2017 [Διαδικασία έκδοσης και ακύρωσης πράξης εφαρμογής]
Περίληψη
-Η Διοίκηση υποχρεούται να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για να εφαρμοσθεί η εγκεκριμένη πολεοδομική μελέτη στο σύνολό της, προκειμένου να δημιουργηθούν οι προβλεπόμενοι απο την μελετη κοινόχρηστοι χώροι και, γενικότερα, να διαμορφωθεί η πόλη σύμφωνα με τους ορισμούς αυτής και με τον τροπο αυτό να ικανοποιηθεί ο σκοπός στον οποίο απέβλεψε η έγκριση της μελέτης, χωρίς πάντως να αποκλείεται τμηματική εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης.
-Η μη αναγραφή στο κτηματογραφικό διάγραμμα του διατάγματος εγκρίσεως της πολεοδομικής μελέτης και των όρων δομήσεως για την περιοχή στην οποία αυτή αφορά δεν επιβάλλεται ως συστατικό στοιχείο του κύρους του, η εκκαλούσα δεν επικαλέστηκε ότι λόγω της μη αναφοράς των στοιχείων αυτών στον κτηματολογραφικό πίνακα δεν μπόρεσε να ασκήσει αποτελεσματικούς το δικαίωμά της προς άσκηση ενστάσεως.
-Ως προς το αίτημα της εκκαλούσας περί μετατροπής της εισφοράς γης σε χρηματική εισφορά, η Διοίκηση έχει ευρύτατη διακριτική ευχέρεια ως προς την αποδοχή ή μη του αιτήματος αυτού, μη απαιτουμένης, κατ’ αρχήν, ειδικής αιτιολογίας για την απόρριψη σχετικού αιτήματος, στην προκειμένη δε περίπτωση, δεν είχαν προβληθεί με την υποβληθείσα ένσταση ειδικοί ουσιώδεις ισχυρισμοί, αναγόμενοι στην κατ’ αρχήν συνδρομή των κρίσιμοιν προϋποθέσεων για τη μετατροπή της εισφοράς, ώστε να υποχρεούται η Διοίκηση να τους αντιμετωπίσει αιτιολογημένα.
*Όμοια η ΣτΕ 354/2017
Πρόεδρος: Αγγ. Θεοφιλοπούλου
Εισηγητής: Ελ. Μουργιά
Δικηγόροι: Νικ. Παπαχρήστος
Βασικές Σκέψεις
2. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση ζητείται, παραδεκτώς, η εξαφάνιση της αποφάσεως 33/2004 του Διοικητικού Εφετείων Χανίων, κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε η από 26.11.2002 αίτηση ακυρώσεως της εκκαλούσας εταιρείας κατά της ΔΠ 6731/25.9.2002 αποφάσεως του Νομάρχη Ρεθύμνου, με την οποία κυρώθηκε η 52 πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης περιοχής Περιβολίων του Δήμου Ρεθύμνου.
3. Επειδή, με την παρ. ΙΙ ΣΤ περ. 41 του άρθρου 186 του ν. 3852/2010 (Α´ 87), η οποία προστέθηκε με την παρ. 10 (περ. ε΄) του άρθρου 44 του ν. 3979/2011 (Α´ 138), η αρμοδιότητα κυρώσεως της πράξεως εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης κατά τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1337/1983 (Α΄ 33) και η κρίση των ενστάσεων που υποβλήθηκαν κατ’ αυτής περιήλθαν, τελικώς, στην αρμοδιότητα των Περιφερειών. Συνεπώς, η παρούσα δίκη συνεχίζεται αυτοδικαίως κατά της Περιφέρειας Κρήτης, η οποία υποκατέστησε, κατά τα άρθρα 3 παρ. 1 και 3 περ. ιγ και 283 παρ. 2 του ν. 3852/2010, την καταργηθείσα Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ρεθύμνου.
4. Επειδή, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση, παρά το ότι η εφεσίβλητη Περιφέρεια Κρήτης δεν παρέστη κατά τη συζήτηση, εφόσον αντίγραφα της υπό κρίση εφέσεως και της από 24.11.2005 πράξεως του Προέδρου του Τμήματος περί ορισμού δικασίμου και εισηγητού για την εκδίκαση της εφέσεως επιδόθηκαν νομοτύπως στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ρεθύμνου (βλ. το από 9.12.2005 αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα Παντελή Καραδάκη που βρίσκεται στον φάκελο της υποθέσεως).
5. Επειδή, ο ν. 1337/1983 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι οι εντάξεις και επεκτάσεις του νόμου αυτού γίνονται κατά πολεοδομικές ενότητες (γειτονιές) κυρίως σε πυκνοδομημένες περιοχές, σε αραιοδομημένες ή αδόμητες περιοχές που μαζί με τις πυκνοδομημένες ολοκληρώνουν μία ή περισσότερες πολεοδομικές ενότητες, καθώς σε αδόμητες περιοχές πόλεων ή οικισμών για να καλυφθούν οι ανάγκες αναπτύξεώς τους [άρθρο 1 παρ. 3, όπως η παρ. αυτή συμπληρώθηκε με το άρθ. 4 παρ. 1 του ν. 1685/87 (Α΄ 27), βλ. άρθρο 37 παρ. 3 του Κώδικα βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας (Κ.Β.Π.Ν.), π.δ. της 14-27.7.1999 (Δ΄ 580)], ότι οι ιδιοκτησίες που βρίσκονται σε ζώνες πυκνοδομημένες, οι οποίες εντάσσονται σε πολεοδομικό σχέδιο ή στις οποίες επεκτείνεται το πολεοδομικό σχέδιο με τις διατάξεις του νόμου αυτού, υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δημιουργία των κοινόχρηστων χώρων που προβλέπονται από την πολεοδομική μελέτη και ότι για το ποσοστό συμμετοχής, τη διαδικασία προσδιορισμού και τον τρόπο βεβαιώσεως της συμμετοχής στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 32-39 του ν.δ. της 17.7.1923 (Α΄ 228), του άρθρου 6 του ν. 5269/1931 (Α΄ 274) και των εκτελεστικών τους διαταγμάτων (άρθρο 8 παρ. 1, βλ. άρθρο 45 παρ. 1 Κ.Β.Π.Ν.), ότι προς εφαρμογή εγκεκριμένης πολεοδομικής μελέτης συντάσσεται πράξη εφαρμογής, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει και τις πράξεις αναλογισμού που προβλέπονται για τις περιοχές του άρθρου 8 παρ. 1 (άρθρο 12 παρ. 1, βλ. άρθρο 48 παρ. 1 Κ.Β.Π.Ν.) και ότι η πράξη εφαρμογής «περιλαμβάνει ολόκληρη την έκταση στην οποία αναφέρεται η πολεοδομική μελέτη ή τμήμα της», όμως «[σ]ε εξαιρετικές περιπτώσεις η πράξη εφαρμογής μπορεί να συντάσσεται και για μεμονωμένη ιδιοκτησία, πάντως δε σε ολόκληρη την πλευρά του οικοδομικού τετραγώνου» (άρθρο 12 παρ. 2, βλ. άρθρο 48 παρ. 2 Κ.Β.Π.Ν.). Η πράξη εφαρμογής συνοδεύεται από κτηματογραφικό διάγραμμα και κτηματολογικό πίνακα, οι οποίοι περιλαμβάνουν για κάθε ιδιοκτησία το εμβαδόν της, τα στοιχεία των ιδιοκτητών της και το ποσοστό συμμετοχής τους στην ιδιοκτησία, το ρυμοτομούμενο τμήμα και το απομένον εμβαδόν, τα στοιχεία του τμήματος που απαιτείται ως εισφορά γης και κάθε άλλο στοιχείο αναγκαίο για την εφαρμογή του νόμου (άρθρο 12 παρ. 4, βλ. άρθρο 48 παρ. 4 Κ.Β.Π.Ν.). Η σύνταξη της πράξεως αυτής χωρεί κατά την προβλεπόμενη στις παρ. 5 και 6 του άρθρου 12 διαδικασία (άρθρο 48 παρ. 5-6 Κ.Β.Π.Ν.), που περιλαμβάνει και στάδιο προσκλήσεως και ενστάσεων των ενδιαφερόμενων ιδιοκτητών. Η πράξη εφαρμογής κυρώνεται, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 7 περ. α΄ του αυτού άρθρου 12 (άρθρο 48 παρ. 7 ΚΒΠΝ), όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 1772/1988 (Α΄ 91), με απόφαση του οικείου νομάρχη, αποτελεί ταυτόχρονα και πράξη βεβαιώσεως για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη και μεταγράφεται στο υποθηκοφυλακείο, με την δε μεταγραφή επέρχονται, κατά την ίδια διάταξη, όλες οι αναφερόμενες στην πράξη αυτή μεταβολές στις ιδιοκτησίες, εκτός από αυτές, για τις οποίες οφείλεται αποζημίωση, και για την εκτέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν.δ. της 17.7.1923 και του ν. 2882/2001 (Α΄ 17) [παλαιότερα του ν.δ/τος 797/1971 (Α΄ 1)]. Στην περ. ε΄ της αυτής παρ. 7 του άρθρου 12, όπως η παρ. αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 4 του ν. 1772/1988 και πριν από την εκ νέου αντικατάστασή της με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 3212/2003 (Α΄ 308), ορίζεται ότι «Η πράξη εφαρμογής, μετά την κύρωσή της, γίνεται οριστική και αμετάκλητη. Διαφορές ως προς το μέγεθος της εισφοράς σε γη και το μέγεθος των ιδιοκτησιών, που βεβαιώνονται με απόφαση των αρμόδιων δικαστηρίων, μετατρέπονται σε χρηματική αποζημίωση, όπως ειδικότερα ορίζεται με την απόφαση της παρ. 10 του άρθρου αυτού». Κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 10 του άρθρου 12 εκδόθηκε η απόφαση 79881/3445/6.12.1984 του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος «Διαδικασία και τρόπος σύνταξης της πράξης εφαρμογής της Πολεοδομικής μελέτης» (Β΄ 862), στο άρθρο 3 της οποίας ορίζονται τα εξής: «1. Η πράξη εφαρμογής αποτελείται από το κτηματογραφικό διάγραμμα και πίνακες. 2. Το Κτηματογραφικό διάγραμμα της πράξης εφαρμογής περιλαμβάνει: α) […] β) Διάταγμα εγκρίσεως της Πολεοδομικής μελέτης γ) Όρους δομήσεως για την περιοχή που περιλαμβάνει η πράξη δ) […] 3. Οι πίνακες εφαρμογής περιλαμβάνουν όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 12 του Ν. 1337/1983. Σε ότι αφορά τα επικείμενα, αυτά περιλαμβάνονται σε χωριστό πίνακα που συντάσσεται και κυρώνεται μαζί με τον πίνακα της πράξης ή χωριστά […]» και στο άρθρο 5 τα εξής: «1. Μετά τη σύνταξη της πράξης εφαρμογής (διαγράμματος και πίνακα) καλούνται οι φερόμενοι ιδιοκτήτες […] να λάβουν γνώση αυτής και να ασκήσουν τυχόν ενστάσεις. Η πρόσκληση γίνεται με δημοσίευση σε μία τοπική εφημερίδα όταν υπάρχει και σε μία ημερησία της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης σε δύο συνεχείς δημοσιεύσεις. 2. Οι ενστάσεις υποβάλλονται […] μέσα σε προθεσμία 15 ημερών […] 3. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας [υποβολής ενστάσεων] που αναφέρεται πιο πάνω, η πράξη μαζί με τις τυχόν ενστάσεις υποβάλλεται στον αρμόδιο Νομάρχη για κρίση. Ο Νομάρχης με απόφασή του κυρώνει την πράξη εφαρμογής όπως έχει διαμορφωθεί οριστικά ύστερα από την αποδοχή όσων από τις ενστάσεις κρίθηκαν ορθές. 4. Μετά την έκδοση της απόφασης του Νομάρχη που κυρώνει την πράξη εφαρμογής η αρμόδια Υπηρεσία καλεί τους φερόμενους ιδιοκτήτες μέσα σε προθεσμία 10 ημερών στα γραφεία της για να λάβουν γνώση της απόφασης. Η πρόσκληση αυτή γίνεται με τον τρόπο που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η Διοίκηση υποχρεούται να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για να εφαρμοσθεί η εγκεκριμένη πολεοδομική μελέτη στο σύνολό της, προκειμένου να δημιουργηθούν οι προβλεπόμενοι από την μελέτη κοινόχρηστοι χώροι και, γενικότερα, να διαμορφωθεί η πόλη σύμφωνα με τους ορισμούς αυτής και με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί ο σκοπός στον οποίο απέβλεψε η έγκριση της μελέτης, χωρίς πάντως να αποκλείεται τμηματική εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης (πρβλ. ΣτΕ 1503/2000, 2787/1998 7μ κ.ά.).
6. Επειδή, όπως προκύπτει από την εκκαλούμενη και τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως με το από 26.7.1986 π.δ. (Δ΄ 792) εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη της περιοχής «Περιβόλια» του Δήμου Ρεθύμνου, τμήμα της οποίας αποτελεί οικισμό προϋφιστάμενο του έτους 1923 και έχει χαρακτηρισθεί ως πυκνοδομημένο με την 82013/3451/1985 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων. Με το άρθρο 2 του π.δ. αυτού, το πυκνοδομημένο τμήμα της ως άνω περιοχής υπήχθη στις περί εισφορών διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 1337/1983. Κατόπιν αντιδράσεων εκ μέρους ιδιοκτητών εντασσομένων στο σχέδιο πόλεως ακινήτων για την καταβολή των εισφορών σε γη και των πολλών μεμονωμένων πράξεων εφαρμογής που κυρώθηκαν εν τω μεταξύ λόγω της καθυστερήσεως κυρώσεως ενιαίας πράξεως εφαρμογής, προτάθηκε από τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με το 26232/8170/24.9.1998 έγγραφό του, η τροποποίηση του σχεδίου πόλεως περί εγκρίσεως της πολεοδομικής μελέτης με σκοπό την ολική ή μερική κατάργηση της αποφάσεως περί υπαγωγής της περιοχής Περιβολίων στο άρθρο 13 του ν. 1337/83. Τελικώς, όμως, με την 28284/1524/2.11.2000 απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Τοπικών Εφαρμογών της Γενικής Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., αποφασίσθηκε να προωθηθεί με ταχείς ρυθμούς η διαδικασία κυρώσεως της πράξεως εφαρμογής των οικοδομικών τετραγώνων (Ο.Τ.) για τα οποία δεν είχαν κυρωθεί μεμονωμένες πράξεις εφαρμογής και συγκεκριμένα, ο μελετητής της πράξεως εφαρμογής να παραλάβει από την ήδη συσταθείσα Επιτροπή τις δηλώσεις ιδιοκτησίας και τις ενστάσεις που υποβλήθηκαν κατά την άτυπη διαδικασία που είχε ακολουθηθεί και να διορθώσει την πράξη εφαρμογής, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της επεξεργασίας των στοιχείων που είχε γίνει από την Επιτροπή αυτή. Ορίσθηκε δε ότι μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής εντός ευλόγου χρόνου, την ανάρτηση των στοιχείων της νέας πράξεως και την εξέταση των ενστάσεων που τυχόν υποβληθούν με τη νόμιμη διαδικασία, η ενιαία πράξη εφαρμογής να υποβληθεί στο Νομάρχη για κύρωση. Κατόπιν τούτων, συντάχθηκε από την αρμόδια υπηρεσία του Δήμου Ρεθύμνου πράξη εφαρμογής (διάγραμμα και πίνακας), με την οποία επιβλήθηκε στην εκκαλούσα, ως ιδιοκτήτριας ακινήτου συνολικής εκτάσεως 5106,24 τ.μ. στη θέση «Περιβόλια», εισφορά σε γη 2.095,4 τ.μ. (εκ των οποίων 1.757,4 τ.μ. μετατράπηκε σε εισφορά σε χρήμα) και εισφορά σε χρήμα (507 τ.μ.), ακολούθως, δε, η εκκαλούσα εταιρεία υπέβαλε την 2553/1.3.2002 ένσταση ενώπιον του Δήμου Ρεθύμνου, με την οποία ζήτησε α) τη μη αφαίρεση του ζωτικού και λειτουργικού για την επιχείρησή της χώρου που χρησιμοποιείται ως παιδότοπος και παιδική χαρά και ο οποίος προσκυρώνεται ως αποζημίωση σε τρίτον (Ιωάννη Καφφάτο), καθώς και τη μετατροπή της αναλογούσας εισφοράς σε γη σε εισφορά σε χρήμα, β) τη μετατόπιση δυτικότερα του προβλεπομένου από την οδό Πορταλιού προς τη θάλασσα πεζόδρομου (μεταξύ των Ο.Τ. 325 και 326), γ) το συνυπολογισμό στο αρχικό εμβαδόν της ιδιοκτησίας της εκκαλούσας εκτάσεως 28 τ.μ., που είχε ήδη παραχωρηθεί για τη δημιουργία κοινόχρηστου δρόμου (οδός Τζιφάκη) και δεν είχε συνυπολογισθεί στην οφειλόμενη εισφορά και δ) να θεωρηθεί ότι ολόκληρο οικόπεδο εμπίπτει στο πυκνοδομημένο τμήμα του οικισμού, προκειμένου να ελαττωθεί η οφειλόμενη εισφορά. Η ένστασή της αυτή απορρίφθηκε με την 4508/26.6.2002 απόφαση του Νομάρχη Ρεθύμνου, κατόπιν αποδοχής του από 24.5.2002 πρακτικού της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Περιβολίων. Στο πρακτικό αυτό, ως απάντηση στους ισχυρισμούς της εκκαλούσας αναφέρονται τα εξής: α) έχει γίνει μετατροπή εισφοράς γης σε χρήμα 1.757,4 τ.μ., με εναπομείνασα ιδιοκτησία 4.768,3 τ.μ. και, ως εκ τούτου, η εισφορά σε γη πρέπει να παραμείνει ως έχει, β) για τη μετατόπιση του δρόμου, χρειάζεται τροποποίηση του σχεδίου πόλεως, γ) για το συνυπολογισμό των 28 τ.μ. δεν κατατέθηκε τοπογραφικό διάγραμμα και δ) ότι το πυκνοδομημένο τμήμα του οικισμού έχει καθορισθεί από το διάταγμα και, ως εκ τούτου, παραμένει ως έχει. Με την ΔΠ 6731/25.9.2002 απόφαση του Νομάρχη Ρεθύμνου κυρώθηκε η 52 πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης της περιοχής Περιβολίων του Δήμου Ρεθύμνης, στο προοίμιο της οποίας μνημονεύεται αφενός μεν η προαναφερθείσα 4508/26.6.2002 απόφαση του Νομάρχη, καθώς και η 6493/10.9.2002 απόφαση του ίδιου οργάνου, με την οποία κρίθηκαν οι λοιπές υποβληθείσες ενστάσεις και συμπληρώθηκε η πράξη εφαρμογής. Η εν λόγω πράξη εφαρμογής, η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία των μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ρεθύμνου, (στον τόμο 755 με αριθμό 131193/29.11.2002), είχε δημοσιευθεί σε μία εφημερίδα των Αθηνών και σε μία του Ρεθύμνου, επί δύο συνεχείς ημέρες (16-17 και 18-19.10.2002 αντιστοίχως), είχαν δε κληθεί οι φερόμενοι ιδιοκτήτες των ακινήτων της πολεοδομικής ενότητας «Περιβολίων» να λάβουν, μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών, γνώση αυτής. Αίτηση ακυρώσεως της εκκαλούσας εταιρείας κατά της προαναφερθείσας ΔΠ 6731/25.9.2002 πράξεως του Νομάρχη Ρεθύμνου απορρίφθηκε με την 33/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων. Ειδικότερα, το δικάσαν Εφετείο, αφού διέταξε το χωρισμό του δικογράφου ως προς τους λοιπούς δέκα αιτούντες ιδιοκτήτες ακινήτων στην περιοχή Περιβολίων λόγω ελλείψεως συνάφειας των προσβαλλομένων πράξεων και ομοδικίας των αιτούντων, έκρινε, ως προς την πρώτη προτασσόμενη στο δικόγραφο αιτούσα και ήδη εκκαλούσα, ότι με την κύρωση της επίμαχης πράξεως εφαρμογής μόνον στα Ο.Τ., για τα οποία δεν είχαν κυρωθεί μεμονωμένες πράξεις εφαρμογής, δεν διασπάται ο ενιαίος και καθολικός χαρακτήρας της εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, όπως ισχυρίστηκε η εκκαλούσα, προεχόντως διότι σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 1337/1983, είναι κατ’ εξαίρεση δυνατή η σύνταξη και για μεμονωμένη ιδιοκτησία πράξεως εφαρμογής. Ακολούθως, το δικάσαν εφετείο απέρριψε τον προβαλλόμενο λόγο περί παραβάσεως ουσιώδους τύπου της διαδικασίας λόγω μη προηγούμενης σχετικής ενημερώσεως των ενδιαφερομένων για άσκηση ενστάσεων μετά τη σύνταξη της πράξεως εφαρμογής ή μετά την ανασύνταξή της ή μετά την κύρωσή της από το Νομάρχη, κατά μεν το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με την αιτιολογία ότι η εκκαλούσα άσκησε ένσταση κατά της επίδικης πράξεως εφαρμογής πριν από την κύρωσή της, δεν επικαλέστηκε δε τροποποίηση αυτής σε σχέση με την ιδιοκτησία της κατόπιν ενστάσεων άλλων ιδιοκτητών, κατά δε το τρίτο σκέλος του ως αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία, και τούτο, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η γνωστοποίηση αυτή γίνεται προς ενημέρωση των ιδιοκτητών για το «οριστικό και αμετάκλητο» της κυρουμένης πράξεως και τις επελθούσες με αυτήν μεταβολές στις ιδιοκτησίες τους και την άσκηση τυχόν ενδίκων βοηθημάτων κατ’ αυτής. Περαιτέρω, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο είχε προβληθεί ότι το κτηματογραφικό διάγραμμα δεν περιέχει το διάταγμα της πολεοδομικής μελέτης και τους όρους δομήσεως και ότι δεν συντάχθηκε χωριστός πίνακας επικειμένων, απορρίφθηκε με την αιτιολογία, κατά το πρώτο σκέλος του, ότι το διάταγμα της πολεοδομικής μελέτης και οι όροι δομήσεως δεν θεσπίζονται από την κείμενη νομοθεσία ως συστατικός τύπος για την τελείωση των πράξεων της διοικήσεως, με τις οποίες εφαρμόζεται η πολεοδομική μελέτη, κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι ο σχετικός πίνακας για τα επικείμενα συντάσσεται, κατ’ άρθρο 12 παρ. 4 και 7δ του ν. 1337/1983, μόνον για τα ρυμοτούμενα και για τα αφαιρούμενα ως εισφορά γης τμήματα που δίνονται σε άλλους ιδιοκτήτες, η δε εκκαλούσα δεν επικαλέστηκε ότι υπήρχαν επικείμενα επί των αφαιρούμενων τμημάτων της ιδιοκτησίας της ως εισφορά σε γη. Τέλος, με την εκκαλουμένη απόφαση απορρίφθηκε ο προβαλλόμενος περί αναιτιολογήτου της προσβαλλομένης νομαρχιακής αποφάσεως λόγος, με την αιτιολογία ότι με το από 24.5.2002 πρακτικό της οικείας γνωμοδοτικής επιτροπής, στο οποίο γίνεται ρητή παραπομπή στην προσβαλλόμενη νομαρχιακή απόφαση, δόθηκε αιτιολογημένη απάντηση στους προβληθέντες με την ένσταση της εκκαλούσας λόγους.
7. Επειδή, ο λόγος εφέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η εκκαλουμένη είναι πλημμελής διότι εσφαλμένα έκρινε ότι με την κύρωση της προσβαλλομένης πράξεως εφαρμογής, δεν διασπάται ο «ενιαίος και καθολικός χαρακτήρας της εφαρμογής της επίμαχης πολεοδομικής μελέτης», πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως ορθώς έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη, στην παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 1337/1983 προβλέπεται η δυνατότητα συντάξεως και μεμονωμένης πράξεως εφαρμογής, όταν τούτο υπαγορεύεται από γενικότερους λόγους δημοσίου συμφέροντος (πρβλ. ΣτΕ 4004/2008, 3987/2008, 2311/2001 κ.ά.), με την ένσταση δε και την αίτηση ακυρώσεως η εκκαλούσα δεν αμφισβήτησε ειδικώς τη συνδρομή στην προκειμένη περίπτωση τέτοιων λόγων.
8. Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι μη νομίμως απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως περί παραβάσεως ουσιώδους τύπου της διαδικασίας και ειδικότερα, ότι έπρεπε να επαναληφθεί πριν από την κύρωση της πράξεως εφαρμογής η ανάρτηση αυτής και η κλήση των ενδιαφερομένων ιδιοκτητών, ώστε να δοθεί η δυνατότητα σ’ αυτούς να υποβάλουν ενστάσεις, ενόψει των αλλαγών που έγιναν στην πράξη εφαρμογής, κατόπιν αποδοχής, με τις 6493/10.9.2002 και 4508/28.8.2002 αποφάσεις του Νομάρχη Ρεθύμνου, ορισμένων εκ των υποβληθεισών ενστάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, τηρήθηκαν οι διατυπώσεις γνωστοποιήσεως της προσβαλλομένης πράξεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 4 της υ.α. 7988/13445/6.12.1984, δεν προβλέπεται δε, πριν από την κύρωση της πράξεως εφαρμογής, νέο στάδιο ενστάσεων σε περίπτωση αποδοχής όσων από τις ενστάσεις κρίθηκαν ορθές. Και τούτο, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η εκκαλούσα δεν προβάλλει ότι επήλθε μεταβολή στο συνολικό εμβαδόν της ιδιοκτησίας της στους σχετικούς πίνακες και τα διαγράμματα μεταξύ της αρχικής αναρτήσεως και της τελικώς κυρωθείσας πράξεως εφαρμογής, μετά την αποδοχή των ενστάσεων άλλων ιδιοκτητών (πρβλ. ΣτΕ 3480/2001 κ.ά.). Συνεπώς, η κρίση του δικάσαντος εφετείου είναι ορθή και ο σχετικός λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
9. Επειδή, ακολούθως, προβάλλεται ότι κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 3 της υ.α. 79881/3445/6.12.1984, απορρίφθηκε ο λόγος ακυρώσεως ότι το κτηματογραφικό διάγραμμα δεν περιέχει το διάταγμα της πολεοδομικής μελέτης και τους όρους δομήσεως και ότι δεν συνετάγη ξεχωριστός πίνακας για τα επικείμενα. Ο λόγος αυτός εφέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τις παρατεθείσες σε προηγούμενη σκέψη διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 4 του ν. 1337/1983 και του άρθρου 3 της υ.α. 7988/13445/6.12.1984, προκύπτει ότι η μη αναγραφή στο κτηματογραφικό διάγραμμα του διατάγματος εγκρίσεως της πολεοδομικής μελέτης και των όρων δομήσεως για την περιοχή στην οποία αυτή αφορά δεν επιβάλλεται ως συστατικό στοιχείο του κύρους του, πέραν του ότι η εκκαλούσα δεν επικαλέστηκε ότι λόγω της μη αναφοράς των στοιχείων αυτών στον κτηματολογραφικό πίνακα δεν μπόρεσε να ασκήσει αποτελεσματικώς το δικαίωμά της προς άσκηση ενστάσεως (πρβλ. ΣτΕ 3480/2001). Εξάλλου, ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι δεν συνετάγη πίνακας επικειμένων, είναι επίσης απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, στην προκειμένη περίπτωση συνετάγη ο από Σεπτεμβρίου 2002 χωριστός πίνακας επικειμένων, στον οποίο περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα επικείμενα της εκκαλούσας. Επομένως, νομίμως απορρίφθηκε από το δικάσαν εφετείο ο λόγος αυτός ακυρώσεως, έστω και με διαφορετική αιτιολογία.
10. Επειδή, εξάλλου, όπως παγίως έχει κριθεί, από τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1337/1983 και της υ.α. 7988/13445/6.12.1984, με τις οποίες θεσπίζεται δυνατότητα των ενδιαφερομένων ιδιοκτητών να υποβάλουν ενστάσεις κατά της πράξεως εφαρμογής πριν από την κύρωσή της, συνάγεται ότι ο νομάρχης, στον οποίο ανήκει η αρμοδιότητα να κρίνει τις ενστάσεις αυτές και να κυρώσει την πράξη εφαρμογής, οφείλει να εξετάζει ειδικώς τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που προβάλλονται, η σχετική δε κρίση πρέπει να είναι αιτιολογημένη, της αιτιολογίας δυναμένης να προκύπτει και από τα στοιχεία του φακέλου (ΣτΕ 3567/2013, 2471/2009, 770/2005, 2070/2004, 3480/2001, 428/2001 κ.ά.).
11. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι μη νομίμως απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ο λόγος περί αναιτιολογήτου απορρίψεως εκ μέρους της Διοικήσεως της υποβληθείσας 2553/1.3.2002 ενστάσεως της εκκαλούσας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου που παρατίθενται σε προηγούμενη σκέψη, προκύπτει ότι με το από 24.5.2002 πρακτικό της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Περιβολίων, το οποίο αναφέρεται στο προοίμιο της 4508/26.6.2002 αποφάσεως του Νομάρχη Ρεθύμνου, αντιμετωπίσθηκαν οι προβαλλόμενες με την ένσταση της εκκαλούσας αιτιάσεις, η σχετική δε κρίση της εκκαλουμένης, με την οποία απορρίφθηκε ο σχετικός λόγος ακυρώσεως, είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος εφέσεως. Εξάλλου, ως προς το αίτημα της εκκαλούσας περί μετατροπής της εισφοράς γης σε χρηματική εισφορά, η Διοίκηση έχει ευρύτατη διακριτική ευχέρεια ως προς την αποδοχή ή μη του αιτήματος αυτού, μη απαιτουμένης, κατ’ αρχήν, ειδικής αιτιολογίας για την απόρριψη σχετικού αιτήματος, στην προκειμένη δε περίπτωση, δεν είχαν προβληθεί με την υποβληθείσα ένσταση ειδικοί ουσιώδεις ισχυρισμοί, αναγόμενοι στην κατ’ αρχήν συνδρομή των κρίσιμων προϋποθέσεων για τη μετατροπή της εισφοράς, ώστε να υποχρεούται η Διοίκηση να τους αντιμετωπίσει αιτιολογημένα (πρβλ. ΣτΕ 770/2005, 2138/1999 κ.ά.). Τέλος, και οι λοιπές αιτιάσεις της εκκαλούσας περί μη προσμετρήσεως των 28 τ.μ. στην οφειλόμενη εισφορά δεν έχρηζαν ειδικότερης απαντήσεως, εφόσον είχαν προβληθεί αναποδείκτως, όπως ορθώς έγινε δεκτό από το δικάσαν εφετείο.
12. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση δεν προβάλλεται άλλος λόγος εφέσεως και, επομένως, πρέπει αυτή να απορριφθεί.






