ΣτΕ 2611/2016 [Νόμιμη απόφαση ΥΠΠΟ για τον σταθμό Βενιζέλου (μετρό Θεσσαλονίκης)]
Περίληψη
-Η προσβαλλόμενη απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 3028/2002, καθώς και τις διατάξεις των ν. 2039/1992 και 3378/2005, διότι πριν από την έκδοσή της ο Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού εξέτασε με βάση τις εισηγήσεις των Κεντρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου και των αρμόδιων κατά τόπον Εφορειών Αρχαιοτήτων και ύστερα από τη γνώμη του επιστημονικού συλλογικού οργάνου που έχει συστήσει ο νόμος, ήτοι του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, όλες τις προταθείσες λύσεις και επιπροσθέτως έλαβε υπόψη και αξιολόγησε τις -προτάσεις των ενδιαφερομένων φορέων (Δήμου Θεσσαλονίκης, επιστημονικών φορέων) και διερεύνησε τη δυνατότητα κατάργησης ή μεταφοράς του σταθμού Βενιζέλου αλλά και τη δυνατότητα κατασκευής του σταθμού χωρίς την απόσπαση των αρχαιοτήτων, κατέληξε δε εν τέλει, κατά συνεκτίμηση και της μεγάλης σημασίας του έργου για τους κατοίκους, τη Θεσσαλονίκη αλλά και την ανάπτυξη εν γένει της Χώρας, στην έγκριση της λύσης η οποία προβλέπει τον ανασχεδιασμό από κατασκευαστική και λειτουργική άποψη του σταθμού Βενιζέλου προκειμένου τα αρχαία κατάλοιπα να επανατοποθετηθούν στο μεγαλύτερο μέρος τους στην αρχική τους θέση, μετά την προσωρινή απόσπασή τους, την οποία ενέκρινε υπό όρους. Εξάλλου, το γεγονός ότι το ΚΑΣ και εν συνεχεία ο Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού δεν υιοθέτησαν την προταθείσα από τον Δήμο Θεσσαλονίκης λύση της κλήσης και άλλων εμπειρογνωμόνων, υπέρ της οποίας τάχθηκε και η μειοψηφία των μελών του ΚΑΣ, δεν καθιστά αναιτιολόγητη την προσβαλλόμενη απόφαση, προεχόντως διότι η πρόταση αυτή απορρίφθηκε αιτιολογημένα για τους λόγους που εκτίθενται στην προπαρατεθείσα γνωμοδότηση του ΚΑΣ. Συνεπώς, εφόσον αποκλείσθηκε, κατ’αρχήν, μετά από τον επιστημονικό έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού η δυνατότητα διατήρησής των αρχαιοτήτων στο περιβάλλον τους και συγχρόνως η κατασκευή του σταθμού Βενιζέλου, ο προαναφερθείς λόγος ακυρώσεως με τον οποίο πλήττονται η νομιμότητα και η επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απορριπτέος στο σύνολό του. Στον νόμο δεν τάσσεται ως προϋπόθεση της νομιμότητας της απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού η ομόφωνη γνωμοδότηση του ΚΑΣ, καθ’ ο δε μέρος με τον ισχυρισμό αυτόν πλήττεται και η επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ο λόγος είναι επίσης απορριπτέος, διότι τα μέλη του ΚΑΣ που μειοψήφησαν, δεν τάχθηκαν υπέρ άλλης συγκεκριμένης λύσης, αλλά πρότειναν την αναβολή της διατύπωσης της γνωμοδότησης και την περαιτέρω έρευνα, η λύση όμως αυτή κρίθηκε από την πλειοψηφία των μελών του ΚΑΣ ότι θα επιβάρυνε ακόμη περισσότερο το κόστος του έργου και τον χρόνο της ολοκλήρωσής του. Η ως άνω κρίση των μελών της πλειοψηφίας του ΚΑΣ, η οποία άλλωστε διατυπώθηκε και με βάση τον αρχικό σχεδίασμά του μέτρο της Θεσσαλονίκης, το στάδιο κατασκευής στο οποίο βρίσκεται ήδη το έργο, τις επιπλέον δαπάνες που θα απαιτηθούν, ιδίως όμως την αποτελεσματική, εν τέλει, προστασία των αρχαιοτήτων σε σχέση με τη λύση που επελέγη, ανταποκρίνεται στα στοιχεία του φακέλου και συνεπώς η προσβαλλομένη είναι επαρκώς αιτιολογημένη από την άποψη αυτή.
-Όπως προκύπτει από την γνωμοδότηση του ΚΑΣ η απόσπαση των αρχαιοτήτων δεν αποφασίσθηκε με σκοπό την αρχαιολογική έρευνα των υποκειμένων στρωμάτων εδάφους, αλλά διότι κρίθηκε ότι η απόσπαση είναι αναγκαία για. την προστασία των αρχαιοτήτων και την ολοκλήρωση της κατασκευής του σταθμού, το δε ΚΑΣ εξέτασε και το ενδεχόμενο να αποκαλυφθούν αρχαιότητες. Τέλος, ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλομένη έχει τις αυτές πλημμέλειες με την αρχική απόφαση του έτους 2013, με την οποία επίσης εγκρίθηκε η απόσπαση των αρχαιοτήτων, διότι δεν εξήντλησε και πάλι τη διερεύνηση της δυνατότητας διατήρησης των αρχαίων κατά χώραν, είναι επίσης αβάσιμος, δεδομένου ότι η αρχική απόφαση είχε εκδοθεί χωρίς να προκύπτει ότι εξετάσθηκαν όλες οι εναλλακτικές δυνατότητες και προέβλεπε την έκθεση των αρχαίων σε άλλο χώρο, ενώ η προσβαλλομένη εκδόθηκε αφού διερεύνησε εξαντλητικά όλες τις προτάσεις που εκπονήθηκαν και τις εναλλακτικές λύσεις και κατέληξε στην έγκριση της λύσης που περιλαμβάνει ανασχεδιασμό του σταθμού Βενιζέλου και επανατοποθέτηση του μεγαλύτερου μέρους των αρχαίων καταλοίπων στην αρχική τους θέση.
-Εν όψει των δεδομένων που παραθέτει η Διοίκηση, αλλά και του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, ο λόγος ακυρώσεως κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται ότι πάσχει η προσβαλλόμενη, διότι δεν προβλέπει ρητώς την επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη Υπουργική απόφαση εγκρίνει την προστασία και ανάδειξη των αρχαιοτήτων με ανακατασκευή του σταθμού Βενιζέλου και ορίζει ότι οι αρχαιότητες μετά την προσωρινή απόσπασή τους θα επανατοποθετηθούν υποχρεωτικά στον σταθμό, η δέσμευση δε αυτή που απορρέει από την προσβαλλόμενη δεν αφορά μόνον τον κύριο του έργου, δηλαδή την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ, αλλά και τις Υπηρεσίες της Διοίκησης.
Πρόεδρος: Αγγ. Θεοφιλοπούλου
Εισηγητής: Δ. Βασιλειάδης
Βασικές σκέψεις
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της απόφασης ΥΠΠΟΑ/ΓΔΑΠΚ/ΔΒΜΑ/ΤΑΧΜΑΕ/45879/27147/1569/584/24.2.2014 του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, με την οποία, κατόπιν της 5/28.1.2014 γνωμοδότησης του ΚΑΣ, αποφασίσθηκε η έγκριση της προστασίας και ανάδειξης των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν στον σταθμό Βενιζέλου στο πλαίσιο κατασκευής του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου Θεσσαλονίκης, με την απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων εντός του σταθμού, μετά την κατασκευή του, στη στάθμη -1, σύμφωνα με τις προτάσεις 6 και 4 και υπό τους τεθέντες στην ίδια απόφαση όρους της προηγούμενης έγκρισης (α) της μελέτης προστασίας και ανάδειξης, (β) της μελέτης απόσπασης των αρχαιοτήτων και (γ) των χώρων αποθήκευσης των αρχαιοτήτων μέχρι την επανατοποθέτησή τους.
3. Επειδή, με έννομο συμφέρον ασκείται η υπό κρίση αίτηση από τον Δήμο Θεσσαλονίκης, στα διοικητικά όρια του οποίου βρίσκεται ο σταθμός Βενιζέλου, εφόσον προβάλλεται ότι με την προσβαλλόμενη πράξη βλάπτονται οι αρχαιότητες.
4. Επειδή, με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς παρεμβαίνει στη δίκη υπέρ της ισχύος της προσβαλλόμενης απόφασης η ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε. στους καταστατικούς σκοπούς της οποίας περιλαμβάνεται, πλην άλλων, η μελέτη, κατασκευή, οργάνωση, διοίκηση, λειτουργία, εκμετάλλευση και ανάπτυξη του δικτύου αστικού σιδηροδρόμου των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης (άρθρο 2ο του καταστατικού που εγκρίθηκε με τον ν. 1955/1991, Α΄ 112, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 145 του ν. 4070/2012, Α΄ 82).
5. Επειδή, κατά της προσβαλλόμενης πράξης ο αιτών Δήμος Θεσσαλονίκης άσκησε στις 24.4.2014, εντός της προθεσμίας άσκησης αίτησης ακυρώσεως, την από 24.4.2014 αίτηση θεραπείας ενώπιον του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού δια της 9ης ΕΒΑ, με την οποία ζήτησε την ανάκληση και διόρθωση της προσβαλλομένης. Η άσκηση της αίτησης θεραπείας διέκοψε την προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως επί 30 ημέρες και, ως εκ τούτου, η υπό κρίση αίτηση εμπροθέσμως κατατέθηκε στις 17.6.2014.
6. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος, το φυσικό και το πολιτιστικό περιβάλλον έχουν αναχθεί σε αυτοτελώς προστατευόμενα αγαθά προκειμένου να εξασφαλιστεί στα όρια της Χώρας αφενός η οικολογική ισορροπία και η διαφύλαξη των φυσικών πόρων προς χάριν και των επόμενων γενεών και αφετέρου η διάσωση και προστασία των μνημείων και άλλων στοιχείων προερχόμενων από την ανθρώπινη δραστηριότητα που συνθέτουν την ιστορική, καλλιτεχνική, τεχνολογική και γενικώς την πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας και συμβάλλουν στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Όπως προκύπτει, μάλιστα, από τις προαναφερόμενες διατάξεις, ο συντακτικός νομοθέτης δεν αρκέστηκε στην πρόβλεψη δυνατότητας να θεσπίζονται μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά επέβαλε στα όργανα του Κράτους που έχουν σχετική αρμοδιότητα να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για τη διαφύλαξη του προστατευόμενου αγαθού και ειδικότερα να λαμβάνουν τα απαιτούμενα νομοθετικά και διοικητικά, προληπτικά και κατασταλτικά, μέτρα. Κατά τη λήψη, εξάλλου, των μέτρων αυτών τα όργανα της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας οφείλουν, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, να σταθμίζουν και άλλους παράγοντες, αναγόμενους στο γενικότερο εθνικό και δημόσιο συμφέρον, όπως είναι εκείνοι που σχετίζονται με την εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης των κατοίκων των πόλεων και των οικιστικών εν γένει περιοχών, δηλαδή σκοπούς, για τους οποίους λαμβάνεται πρόνοια στο Σύνταγμα. Η επιδίωξη όμως της εξασφάλισης των όρων διαβίωσης αυτών, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη βασικών έργων υποδομής, πρέπει να συμπορεύεται προς την υποχρέωση της Πολιτείας να μεριμνά για την προστασία του περιβάλλοντος κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται βιώσιμη ανάπτυξη, στην οποία απέβλεψε ο συντακτικός νομοθέτης (Σ.τ.Ε. 5460/2012 7μ. σκ. 5, πρβλ. και Σ.τ.Ε. 3478/2000 Ολομ., 2537/1996 Ολομ., 2755/1994 Ολομ., κ.ά.). Ειδικότερα, ως προς τα στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς, από τις συνταγματικές αυτές διατάξεις συνάγεται ότι δεν επιτρέπονται επεμβάσεις, οι οποίες συνεπάγονται την καταστροφή, την αλλοίωση ή την με οποιονδήποτε τρόπο υποβάθμισή τους, και ότι καταρχήν επιβάλλεται να διατηρούνται τα στοιχεία αυτά, αναλόγως και προς το είδος και τον χαρακτήρα τους, στον τόπο στον οποίο βρίσκονται. Τέλος, κατά την έννοια των ως άνω συνταγματικών διατάξεων, κάθε επέμβαση επί και πλησίον αρχαίου ή μνημείου πρέπει κατ’ αρχήν να αποβλέπει στην προστασία και ανάδειξη αυτού, να ενεργείται δε εν όψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών και του είδους των προστατευτέων στοιχείων και επί τη βάσει των δεδομένων της επιστήμης, απαγορευομένων επεμβάσεων και χρήσεων μη συμβατών προς την κατά προορισμό χρήση του αρχαίου ή του μνημείου, για το οποίο πρόκειται (Σ.τ.Ε. 5460/2012 7μ. σκ. 5, 2224/2008 σκ. 3, πρβλ. Σ.τ.Ε. 1100/2005, 2175/2004 Ολομ., 3279/2003 Ολομ.). Σε εξαιρετικές, όμως, περιπτώσεις κατά τις οποίες επιβάλλεται η επίτευξη της ασφαλούς λειτουργίας έργου υποδομής, που ικανοποιεί ζωτικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, είναι δυνατό να επιτρέπονται τέτοιες επεμβάσεις στο μέτρο που καθίστανται απολύτως αναγκαίες για τους παραπάνω σκοπούς, ύστερα από στάθμιση της αξίας του μνημείου ως στοιχείου της πολιτιστικής κληρονομιάς, της σημασίας του επιδιωκόμενου σκοπού και της αναγκαιότητας να εκτελεστεί το έργο, εφόσον διαπιστωθεί, με βάση εμπεριστατωμένη έρευνα, ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση, με την οποία θα ήταν δυνατό να αποτραπεί η βλάβη του μνημείου (Σ.τ.Ε. 5460/2012 7μ. σκ. 5, πρβλ. Σ.τ.Ε. 3851/2006 7μ. σκ.15, 3478/2000 Ολομ., 2300/1997 Ολομ.).
7. Επειδή, περαιτέρω, όπως συνάγεται από τα άρθρα 1 και 5 της σύμβασης της Γρανάδας για την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Ευρώπης, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2039/1992 (Α΄ 61), δεν είναι καταρχήν επιτρεπτή η μετακίνηση και, κατά μείζονα λόγο, η καταστροφή κάθε κατασκευής, η οποία είναι ιδιαιτέρως σημαντική για τη διατήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς λόγω του ιστορικού, αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, επιστημονικού, κοινωνικού ή τεχνικού ενδιαφέροντός της, εκτός αν επιτακτικοί λόγοι προστασίας του ίδιου του μνημείου επιβάλλουν την μετακίνησή του. Ωστόσο, δεν αποκλείονται, κατά την έννοια των άρθρων αυτών της Σύμβασης, επεμβάσεις και στα προστατευόμενα μνημεία, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, προκειμένου να πραγματοποιηθούν μείζονα έργα, ιδιαιτέρως σημαντικά και αναγκαία για την ικανοποίηση ζωτικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, δεδομένου ότι η παρεμπόδιση τέτοιων έργων προδήλως δεν περιλαμβάνεται στη βούληση των συμβαλλόμενων μερών. Με το περιεχόμενο δε αυτό, οι ορισμοί της παραπάνω Διεθνούς Σύμβασης συμπορεύονται προς τις προεκτεθείσες επιταγές του Συντάγματος. Περαιτέρω, στον εθνικό νομοθέτη απόκειται να εξειδικεύσει τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό κατασκευής ως ιδιαιτέρως σημαντικής, με γνώμονα τον σκοπό, στον οποίο απέβλεψε η κατάρτιση της Διεθνούς Σύμβασης, όπως αυτός προκύπτει από το προοίμιό της, δηλαδή τη διατήρηση της μαρτυρίας για την πολιτιστική κληρονομιά της Ευρώπης και τη μετάδοσή της στις επόμενες γενεές, αφού λάβει υπόψη και τις συνθήκες και τα ιδιαίτερα πολιτιστικά χαρακτηριστικά και δεδομένα του ελληνικού χώρου, καθώς και την πολιτιστική παράδοση και τις πολιτισμικές αναφορές της Χώρας. Αν όμως δεν έχει θεσπιστεί σχετική ρύθμιση, ο χαρακτηρισμός κατασκευής ως ιδιαιτέρως σημαντικής, κατά την έννοια του άρθρου 1 της Σύμβασης, απόκειται στην κρίση των οργάνων της Διοίκησης, τα οποία είναι αρμόδια να εγκρίνουν την πραγματοποίηση εργασιών που συνιστούν επέμβαση στην κατασκευή. Η κρίση αυτή του διοικητικού οργάνου ως προς τον χαρακτήρα της κατασκευής πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη (Σ.τ.Ε. 5460/2012 7μ. σκ. 6, 3852/2006 7μ.).
8. Επειδή, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3378/2005 (Α΄ 203) και τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα την 11.1.2007 (ανακοίνωση Υπ. Εξωτερ. ΑΠ.0546/Μ.5122/ΑΣ1069/7.12.2006,ΦΕΚ Α 283/2006), προβλέπει τα εξής: «Άρθρο 1. 1. Σκοπός της παρούσας (αναθεωρημένης) Συμβάσεως είναι η προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς ως πηγής της ευρωπαϊκής συλλογικής μνήμης και ως μέσου για την ιστορική και επιστημονική μελέτη. 2. Στο πλαίσιο αυτό θεωρούνται ως στοιχεία της αρχαιολογικής κληρονομιάς όλα τα κατάλοιπα και αντικείμενα καθώς και άλλα ίχνη ανθρώπινης υπάρξεως από το παρελθόν, των οποίων συγχρόνως: i) η διαφύλαξη και η μελέτη επιτρέπει την ανάπλαση της ιστορίας των ανθρώπου και της σχέσεώς του με το φυσικό περιβάλλον, ii) οι κύριες πηγές πληροφορίας είναι οι ανασκαφές, οι ανακαλύψεις αλλά και κάθε άλλη μέθοδος έρευνας του ανθρώπινου γένους και του περιβάλλοντος του, και iii) η θέση εντοπίζεται σε οποιαδήποτε περιοχή εμπίπτει στην δικαιοδοσία των Συμβαλλομένων. 3. Στην αρχαιολογική κληρονομιά περιλαμβάνονται κατασκευές, οικοδομήματα, αρχιτεκτονικά σύνολα, οργανωμένοι χώροι και τόποι, κινητά αντικείμενα, μνημεία πάσης φύσεως μαζί με το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται, είτε αυτά βρίσκονται στη γη είτε μέσα στο νερό. Άρθρο 2. Κάθε συμβαλλόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να θεσμοθετήσει, με τα κατάλληλα για κάθε κράτος μέσα, ένα νομικό καθεστώς προστασίας της αρχαιολογικής κληρονομιάς, το οποίο να προβλέπει: i) […] ii) τη δημιουργία εφεδρικών αρχαιολογικών ζωνών, ακόμη κι όταν δεν υπάρχουν ορατά λείψανα στην επιφάνεια του εδάφους ή μέσα στο νερό, για τη διατήρηση των υλικών μαρτυριών, που θα αποτελέσουν αντικείμενο μελέτης για τις μεταγενέστερες γενεές, iii) […] Άρθρο 3. Με σκοπό τη διαφύλαξη της αρχαιολογικής κληρονομιάς καθώς και τη διασφάλιση της επιστημονικής σημασίας της αρχαιολογικής έρευνας, κάθε Συμβαλλόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση i) να θέσει σε εφαρμογή διαδικασίες εγκρίσεως και ελέγχου των ανασκαφικών ερευνών και των άλλων αρχαιολογικών δραστηριοτήτων, ούτως ώστε: α) να αποτρέπεται κάθε παράνομη ανασκαφή ή μετακίνηση στοιχείων της αρχαιολογικής κληρονομιάς, β) να διασφαλίζει ότι οι ανασκαφές και οι αρχαιολογικές έρευνες διεξάγονται με τρόπο επιστημονικό και με την επιφύλαξη ότι: θα εφαρμόζονται μη καταστρεπτικές ερευνητικές μέθοδοι οπουδήποτε αυτό είναι δυνατό, τα στοιχεία της αρχαιολογικής κληρονομιάς δεν θα αποκαλύπτονται ούτε θα αφήνονται εκτεθειμένα, κατά τη διάρκεια ή μετά το πέρας της ανασκαφής, χωρίς να έχουν ληφθεί τα κατάλληλα για την προφύλαξη, συντήρηση και διαχείρισή τους μέτρα, ii) να διασφαλίσει ότι οι ανασκαφές και οι άλλες εν δυνάμει καταστρεπτικές τεχνικές μέθοδοι θα διεξάγονται και θα εφαρμόζονται αποκλειστικά από εξειδικευμένο και ειδικά εξουσιοδοτημένο προσωπικό […] Άρθρο 4. Κάθε Συμβαλλόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να λάβει μέτρα για τη φυσική προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς προβλέποντας, ανάλογα με τις περιστάσεις: i) […] ii) τη συντήρηση και τη διατήρηση της αρχαιολογικής κληρονομιάς κατά προτίμηση στη θέση εύρεσης, iii) την οργάνωση κατάλληλων αποθηκευτικών χώρων για τα αρχαιολογικά ευρήματα που μετακινούνται από την αρχική τους θέση […] Άρθρο 5. Κάθε συμβαλλόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση: i) […] iv) να προβλέπει τη διατήρηση στη θέση εύρεσης, όπου είναι εφικτό, στοιχείων της αρχαιολογικής κληρονομιάς, όταν αυτά ανευρίσκονται κατά τη διάρκεια αναπτυξιακών έργων […]». Εξάλλου, η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος οργανώνεται και εξειδικεύεται, σε εναρμόνιση προς τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Συντάγματος και των διεθνών συνθηκών, με τις διατάξεις του ν. 3028/2002 «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς» (Α΄ 153). Ειδικότερα, στο άρθρο 3 του νόμου αυτού ορίζεται ότι «1. Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της Χώρας συνίσταται κυρίως: α) στον εντοπισμό, την έρευνα, την καταγραφή, την τεκμηρίωση και τη μελέτη των στοιχείων της, β) στη διατήρηση και στην αποτροπή της καταστροφής, της αλλοίωσης και γενικά κάθε άμεσης ή έμμεσης βλάβης της, γ) […] δ) στη συντήρηση και την κατά περίπτωση αναγκαία αποκατάστασή της, ε) στη διευκόλυνση της πρόσβασης και της επικοινωνίας του κοινού με αυτήν, στ) στην ανάδειξη και την ένταξή της στη σύγχρονη κοινωνική ζωή […]» και στο άρθρο 9 ορίζεται ότι «1. Για τη διατήρηση ή μη ακινήτου αρχαίου αποφαίνεται η Υπηρεσία με αιτιολογημένη έκθεση μετά τη διενέργεια διερευνητικής ανασκαφής, εάν αυτό είναι αναγκαίο. Εάν το θέμα κρίνεται ως μείζονος σημασίας είναι δυνατόν το αργότερο σε δύο (2) μήνες από την εύρεση ή ανακάλυψη του αρχαίου να παραπέμπεται στο Συμβούλιο, το οποίο γνωμοδοτεί το αργότερο σε δύο (2) μήνες από την παραπομπή. Στην περίπτωση αυτή για τη διατήρηση αποφαίνεται ο Υπουργός. 2. Σε κάθε περίπτωση που αποφασίζεται να καταχωθεί ή να μην διατηρηθεί στον τόπο όπου βρίσκεται το αρχαίο, απαιτείται η προηγούμενη φωτογράφηση, αποτύπωση και τεκμηρίωσή του, καθώς και η κατάθεση εκτενούς επιστημονικής έκθεσης συνοδευόμενης από λεπτομερή κατάλογο ευρημάτων […]». Εξάλλου, στο άρθρο 10 του αυτού νόμου, τιτλοφορούμενο «Ενέργειες σε ακίνητα μνημεία και στο περιβάλλον τους», όπως ισχύει μετά την προσθήκη εδαφίου στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 10 με την παρ. 6 του άρθρου 9 του ν. 3851/2010 (Α΄ 85), ορίζεται ότι «1. Απαγορεύεται κάθε ενέργεια σε ακίνητο μνημείο, η οποία είναι δυνατόν να επιφέρει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο καταστροφή, βλάβη, ρύπανση ή αλλοίωση της μορφής του […] 3. […] η επιχείρηση οποιουδήποτε τεχνικού ή άλλου έργου ή εργασίας, καθώς και η οικοδομική δραστηριότητα πλησίον αρχαίου επιτρέπεται μόνο μετά από έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Η έγκριση χορηγείται εάν η απόσταση από ακίνητο μνημείο ή η σχέση με αυτό είναι τέτοια ώστε να μην κινδυνεύει να επέλθει άμεση ή έμμεση βλάβη αυτού λόγω του χαρακτήρα του έργου ή της επιχείρησης της εργασίας. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και των κατά περίπτωση συναρμοδίων Υπουργών μπορεί να καθορίζονται κριτήρια, διαδικασίες ελέγχου και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας […] 4. Για κάθε εργασία, επέμβαση ή αλλαγή χρήσης σε ακίνητα μνημεία, ακόμα και αν δεν επέρχεται κάποια από τις συνέπειες της παραγράφου 1 σε αυτά [καταστροφή, βλάβη, ρύπανση ή αλλοίωση], απαιτείται έγκριση που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου […]». Τέλος, στο άρθρο 42 του ανωτέρω ν. 3028/2002 ορίζεται ότι «1. Απαγορεύεται η μεταφορά ακινήτου μνημείου ή τμήματός του χωρίς άδεια του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, εφόσον διασφαλίζονται οι απαραίτητες εγγυήσεις για τη μεταφορά και την επανατοποθέτησή του σε κατάλληλο μέρος. Προκειμένου για μνημεία ιδιαίτερης σημασίας, που χαρακτηρίζονται με απόφαση του Υπουργού μετά από γνώμη του Συμβουλίου, η άδεια μπορεί να χορηγηθεί κατ` εξαίρεση εάν κριθεί ότι η μετακίνησή τους είναι απολύτως αναγκαία για να διασωθούν από κίνδυνο εξαιτίας φυσικών φαινομένων ή λόγω εκτέλεσης μεγάλων τεχνικών έργων τα οποία είναι απαραίτητα για την εθνική άμυνα ή έχουν μείζονα σημασία για την εθνική οικονομία και ικανοποιούν ζωτικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου. Η μετακίνηση μνημείου λόγω τεχνικού έργου εξετάζεται μόνο όταν μετά από σχετικό επιστημονικό έλεγχο αποκλείεται κάθε δυνατότητα διατήρησής του στο περιβάλλον του. 2. […] 3. Οι παραπάνω εργασίες εκτελούνται σύμφωνα με μελέτη, που εγκρίνεται με την οικεία απόφαση. 4. Αν παρίσταται επείγουσα ανάγκη, οι εργασίες διενεργούνται με μέριμνα της Υπηρεσίας χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και χωρίς άλλη διατύπωση». Από τις διατάξεις αυτές, ερμηνευόμενες υπό το φως του άρθρου 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος, που επιβάλλει στην Πολιτεία, κατά τα προαναφερόμενα, την εις το διηνεκές διατήρηση των μνημείων και λοιπών στοιχείων του πολιτιστικού περιβάλλοντος και τη λήψη μέτρων όχι μόνον για την αποφυγή καταστροφής ή βλάβης αυτών, αλλά και για την ανάδειξή τους, προκύπτει ότι τα αποκαλυπτόμενα με την αρχαιολογική έρευνα μνημεία πρέπει κατ’ αρχήν να διατηρούνται ορατά και επισκέψιμα και να αναδεικνύονται, εντασσόμενα στη σύγχρονη κοινωνική ζωή, με τη λήψη των κατάλληλων μέτρων προστασίας τους (Στ.Ε. 3912/2007 σκ. 4, πρβλ. Σ.τ.Ε. 3487/2003). Κατ’ εξαίρεση, όμως, είναι επιτρεπτές επεμβάσεις επί και πλησίον ακινήτου μνημείου, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι ανωτέρω διατάξεις, ύστερα από γνώμη του αρχαιολογικού συμβουλίου, κατόπιν έγκρισης του Υπουργού Πολιτισμού, ειδικά δε για τις οικοδομικές εργασίες, η έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού χορηγείται εάν η απόσταση από το ακίνητο μνημείο, στην έννοια του οποίου συμπεριλαμβάνεται πλέον ρητώς και το άμεσο περιβάλλον του, ή η σχέση με αυτό είναι τέτοια ώστε να μην κινδυνεύει να επέλθει άμεση ή έμμεση βλάβη σε αυτό. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι προκειμένου να εγκριθεί η εκτέλεση έργου επί ή πλησίον αρχαίων απαιτείται να αξιολογούνται τα χαρακτηριστικά του έργου και να εκτιμώνται οι άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις που θα έχει η εκτέλεσή του στα ακίνητα μνημεία, η χορήγηση δε της σχετικής έγκρισης πρέπει να στηρίζεται σε ειδική αιτιολογία που να περιέχει α) περιγραφή των προστατευτέων αρχαίων, β) περιγραφή του προς εκτέλεση έργου και γ) τεκμηριωμένη εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου επί των αρχαίων (βλ. Σ.τ.Ε. 5460/2012 7μ. σκ. 7, 676/2005 Ολομ. σκ. 11, 3454/2004 Ολομ. σκ. 8, 2175/2004 Ολομ. σκ. 12).
9. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου, στα οποία περιλαμβάνεται και το ΥΠΟΠΑΙΘ/ΓΔΑΠΚ/ΔΒΜΑ/130624/77425/3813/ 15.5.2015 έγγραφο με το οποίο διαβιβάσθηκαν οι απόψεις της Διοίκησης στο Δικαστήριο, προκύπτουν τα εξής: Οι αρχαιολογικές έρευνες και εργασίες στο πλαίσιο κατασκευής του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου Θεσσαλονίκης άρχισαν τον Ιούλιο του 2006 βάσει της απόφασης ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ40/89134/5089/29.12.2004 του Υπουργού Πολιτισμού καθώς και του Μνημονίου Συνεργασίας και Συναντίληψης που υπέγραψαν ο Γενικός Γραμματέας του ΥΠΠΟ και ο Πρόεδρος της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε. Η χάραξη του Μετρό Θεσσαλονίκης έχει μήκος δίδυμης σήραγγας 9,6 χλμ. και περιλαμβάνει 13 σταθμούς. Η γραμμή ξεκινά από τη δυτική πλευρά της πόλης με τον Επίσταθμο του Νέου Σιδηροδρομικού Σταθμού, επί της οδού Μοναστηρίου, και καταλήγει στη Ν. Ελβετία. Το μεγαλύτερο τμήμα του έργου είναι χωροθετημένο στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης, εντός και εκτός των τειχών της αρχαίας πόλης, όπου υπάρχει μεγάλη πυκνότητα αρχαίων καταλοίπων, τα οποία αποκαλύπτονται σχεδόν αμέσως μετά την αφαίρεση του σύγχρονου οδοστρώματος και συνεχίζονται σε βάθος, που φθάνει έως και τα 9μ. από την επιφάνεια του εδάφους. Η μεγάλη πυκνότητα των αρχαιοτήτων και ο ανυπολόγιστος αριθμός των ευρημάτων οφείλεται στις αλλεπάλληλες φάσεις κατοίκησης της Θεσσαλονίκης, που χρονολογούνται από τους ελληνιστικούς έως και τους νεώτερους χρόνους, με ένταση όμως κατά τη βυζαντινή εποχή, της οποίας τα οικιστικά κατάλοιπα και αρχιτεκτονήματα καθιέρωσαν τη Θεσσαλονίκη ως μια από τις σημαντικότερες πόλεις του Βυζαντίου. Επίσης, εκτός των τειχών της αρχαίας πόλης έχουν αναπτυχθεί εκτεταμένα νεκροταφεία ελληνιστικών, ρωμαϊκών, παλαιοχριστιανικών και βυζαντινών χρόνων. Στο πλαίσιο της κατασκευής του ΜΕΤΡΟ Θεσσαλονίκης ερευνήθηκαν ανασκαφικά, οι σταθμοί: Νέος Σιδηροδρομικός Σταθμός και Επίσταθμος, σταθμός Δημοκρατίας και Διακλάδωση σταθμού Δημοκρατίας, σταθμός Βενιζέλου, σταθμός Αγ. Σοφίας, σταθμός Σιντριβάνι και Διασταύρωση τροχιογραμμών σταθμού Σιντριβάνι, σταθμός Πανεπιστήμιο, σταθμός Φλέμινγκ και αμαξοστάσιο Πυλαίας κατά στρώματα, που αντιστοιχούν σε μια εκτεταμένη επιφάνεια έκτασης 35.166τ.μ. Ο συνολικός αριθμός των κινητών ευρημάτων που έχουν καταγραφεί και εισαχθεί στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων μέχρι σήμερα ανέρχεται σε 123.535. Ως προς τις διοικητικές πράξεις, συνολικά έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα 76 Υπουργικές Αποφάσεις σχετικά με τη διατήρηση ή μη των αρχαιοτήτων, την απόσπαση και μεταφορά, τη διατήρηση σε κατάχωση ή την αποδόμηση. Το ποσό που έχει δαπανηθεί για τις αρχαιολογικές έρευνες ανέρχεται περίπου σε 85.000.000 ευρώ. Για τις ανάγκες αποθήκευσης και συντήρησης των κινητών ευρημάτων έχει μισθωθεί από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε. μεγάλη έκταση στο Καλοχώρι, όπου και δημιουργήθηκαν αποθηκευτικοί χώροι και εργαστήρια συντήρησης, στα οποία οι αρμόδιες Εφορείες Αρχ/των (σήμερα ΕΦ.Α. Πόλης Θεσσαλονίκης) συντηρούν και τεκμηριώνουν τα ευρήματα. Επίσης διαμορφώθηκαν κατάλληλοι αποθηκευτικοί χώροι και εργαστήριο συντήρησης στα «Λουτρά Φοίνιξ». Η ανασκαφική έρευνα στον σταθμό Βενιζέλου έφερε στο φως στοιχεία που σχετίζονται με την πολεοδομική οργάνωση της πόλης σε ένα κομβικό σημείο της. Σημαίνοντα ρόλο έχει ο λιθόστρωτος ή χαλικόστρωτος κεντρικός οδικός άξονας στην κατεύθυνση Α-Δ, που διατρέχει το σκάμμα σε ολόκληρο το μήκος του, γνωστός ως Φαρδύς Δρόμος στους μεταβυζαντινούς και νεότερους χρόνους, Λεωφόρος των Βυζαντινών ή Μέση οδός στην βυζαντινή περίοδο που διασταυρώνεται με κάθετους οδικούς άξονες. Επιπλέον, μαρτυρείται και ανασκαφικά η διαχρονία της εμπορικής και παραγωγικής δραστηριότητος της περιοχής, με τον εντοπισμό νησίδων της αγοράς της πόλης. Το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο στην 2/15.1.2013 συνεδρίασή του, αφού έλαβε υπόψιν όλα το στοιχεία του φακέλου που αφορούν στην ανασκαφή του στρώματος από τα υψόμετρα. +6,20μ./+5,80μ έως τα υψόμετρα +5,55μ/+4,60μ. του σταθμού Βενιζέλου, τη σχεδιαστική αποτύπωση των αρχαιοτήτων, το φωτογραφικό υλικό, τη σχετική ανασκαφική έκθεση και πρόταση της τότε αρμόδιας 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, διαπίστωσε τη σημαντικότητα και μοναδικότητα του ευρήματος ως συνόλου, δηλαδή ως τμήματος του πολεοδομικού ιστού της βυζαντινής Θεσ/κης, το οποίο δεν μπορεί να κατακερματιστεί και πρέπει να διασωθεί ως σύνολο. Το τμήμα αυτό του πολεοδομικού ιστού της Βυζαντινής Θεσσαλονίκης περιλαμβάνει τον κύριο οδικό άξονα της πόλης (decumanus maximus) σε μήκος 76,60μ., σε όλο του το πλάτος σε εντυπωσιακή κατάσταση διατήρησης, τη διασταύρωση με κάθετο κύριο δρόμο της πόλης (cardo) η οποία διασώζει λείψανα μνημειώδους τετραπύλου. Νότια του κεντρικού δρόμου αναπτύσσεται μεγάλη μαρμαρόστρωτη πλατεία και κτίριο πιθανότατα δημόσιου χαρακτήρα. Το όλο μνημειακό αυτό σύνολο χρονολογείται σύμφωνα με τους ανασκαφείς στα τέλη του 6ου – αρχές 7ου μ.Χ αιώνα . Κατά μήκος του δρόμου σώζεται αγωγός ομβρίων υδάτων ενώ σε πολλά σημεία του μαρμαρόστρωτου δρόμου διακρίνονται οι αρματοτροχιές. Με δεδομένο α) ότι η συνολική έκταση του αποκαλυφθέντος αρχαιολογικού ευρήματος καλύπτει την επιφάνεια του ορύγματος του υπό κατασκευήν σταθμού, β) ότι δεν μπορεί τεχνικά να προχωρήσει η κατασκευή του σταθμού αν δεν αποσπαστούν πρώτα οι αρχαιότητες, γ) ότι στα υποκείμενα στρώματα αναμένονται αρχαιότητες παλαιοχριστιανικών, ρωμαϊκών και ελληνιστικών χρόνων, όπως ήδη είχε αποδειχτεί και στον πλησιέστερο επί της Εγνατίας σταθμό της Αγίας Σοφίας και επομένως είναι αναγκαία η ανασκαφική τους διερεύνηση και δ) ότι το εύρημα ως πολεοδομικό σύνολο της Βυζαντινής Θεσσαλονίκης δεν μπορεί να κατακερματιστεί και πρέπει να εκτεθεί στο σύνολο του, το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο γνωμοδότησε ομόφωνα υπέρ της προσωρινής απόσπασης του συνόλου των αρχαιοτήτων (περίπου 95%) και της αποδόμησης ενός ελαχίστου τμήματος (περίπου 5%) που διασώζει αποσπασματικά λείψανα τοίχων σε κακή κατάσταση διατήρησης. Μετά τη γνωμοδότηση εκδόθηκε η απόφαση ΥΠΑΙΘΠΑ/ ΓΔΑΠΚ/ΔΒΜΑ/ΤΑΧΜΑΕ/10873/4953/408/180/24.1.2013 του Αναπληρωτή Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού με την οποία εγκρίθηκε η προσωρινή απόσπαση των αναφερομένων στην απόφαση αρχαιοτήτων, με την προϋπόθεση ότι θα προηγηθεί δέσμευση παραχώρησης του στρατοπέδου «Παύλου Μελά» ή άλλου ανάλογου χώρου, προκειμένου να εκτεθούν τα αρχαία ως σύνολο και με τον όρο η μελέτη απόσπασης να κατατεθεί προς έγκριση από το αρμόδιο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. Εν τω μεταξύ, με το ΥΠΑΙΘΠΑ-ΓΓΠ/ΓΔΑΠΚ/ ΔΒΜΑ/71858/34826/2453/10.5.2013 έγγραφο προς την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ η αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου ζήτησε την αποστολή όλων των προτάσεων που είχαν εκπονηθεί και κατατεθεί από διάφορους φορείς σχετικά με την τύχη των αρχαιοτήτων του σταθμού Βενιζέλου. Αρχικά απεστάλησαν τέσσερις λύσεις (Ι, ΙΙ, ΙII, IV) που είχαν κατατεθεί από φορείς της πόλης της Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ, ΤΕΕ, Δήμος), στη συνέχεια μία λύση (V) που σχεδιάστηκε από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ και, κατόπιν πρότασης της Κεντρικής Υπηρεσίας, μία λύση (VI). Στη συνέχεια, μετά από αίτηση ακυρώσεως και αναστολής του Δήμου Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε η απόφαση 528/2013 της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία ανεστάλη η εκτέλεση της ανωτέρω υπουργικής απόφασης κατά το μέρος που επετράπη η απόσπαση των αρχαιοτήτων και η έκθεσή τους σε άλλο χώρο. Κατόπιν τούτου, εισήχθη ενώπιον του ΚΑΣ για την κατά νόμο γνωμοδότηση μελέτη προστασίας και ανάδειξης των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν στο σταθμό Βενιζέλου. Κατά τη συζήτηση του θέματος στη συνεδρίαση 5/28.1.2014 του ΚΑΣ εξετάστηκαν ενδελεχώς τόσο το θέμα της διατήρησης των αρχαιοτήτων κατά χώραν (in situ) και κατασκευής του σταθμού σύμφωνα με επιστημονική μελέτη η οποία είχε εκπονηθεί από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ, όσο και το θέμα της κατάργησης του σταθμού και της μεταφοράς του σταθμού σε άλλη θέση. Ειδικότερα, για την ανάδειξη των αρχαιοτήτων στο σταθμό Βενιζέλου, εξετάστηκαν όλες οι μέχρι τότε προταθείσες λύσεις από τους φορείς και τις υπηρεσίες δηλαδή έξι λύσεις/προτάσεις οι οποίες είναι: α) Λύση Ι & ΙΙ του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του ΑΠΘ, β) Λύση ΙΙΙ του Τ.Ε.Ε./Τ.Κ.Μ. – ΑΠΘ Καλογήρου – Σκαλτσά, γ) Λύση IV του ΑΠΘ Παπακώστα – Αλεξοπούλου, δ) Λύση V που εκπονήθηκε από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ, ε) Λύση VI που σχεδιάστηκε από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ κατόπιν πρότασης της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού. Οι λύσεις πραγματεύονταν την ανάδειξη των αρχαιοτήτων και παράλληλα απαιτούσαν, σε διαφορετικό βαθμό η κάθε μία, τον ανασχεδιασμό του σταθμού προκειμένου να συνυπάρξουν οι αρχαιότητες και ο σταθμός του μετρό. Όπως περαιτέρω εκτίθεται στο προαναφερθέν έγγραφο της Διοίκησης, και οι έξι λύσεις προέβλεπαν ότι τα αρχαία πρέπει προσωρινά να απομακρυνθούν, ώστε να συνεχισθεί η εκσκαφή του σταθμού ως το απαραίτητο βάθος και παράλληλα να ολοκληρωθούν οι ανασκαφικές εργασίες στα απομένοντα 2,50μ.- 3μ. γης, όπου εντοπίζεται από γεωτρήσεις και από τη γνώση που αποκτήθηκε από το Σταθμό της Αγίας Σοφίας η περάτωση της ανθρώπινης παρουσίας και κατόπιν τα αρχαιολογικά ευρήματα να επανατοποθετηθούν στον χώρο και στη στάθμη εύρεσής τους. Το ΚΑΣ αφού εξέτασε και συνεκτίμησε όλες τις δυνατότητες της μελέτης της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ «Διερεύνηση εναλλακτικών προτάσεων για το σταθμό Βενιζέλου λόγω των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν κατά την κατασκευή του», ενόψει και του ότι στη μελέτη αυτή εξετάσθηκαν και πρόσθετα ζητήματα τα οποία αφορούσαν I) την κατάργηση του σταθμού, II) τη μετατόπιση του σταθμού σε άλλη θέση, III) τη διατήρηση των αρχαιοτήτων κατά χώραν (in situ) και την κατασκευή του σταθμού. Εν συνεχεία, το ΚΑΣ στάθμισε τη σπουδαιότητα των αρχαιοτήτων σε σχέση με την αναγκαιότητα κατασκευής του εκτελούμενου έργου στο πλαίσιο ικανοποίησης του ευρύτερου δημόσιου συμφέροντος και, τέλος, αφού εξέτασε διεξοδικά όλες τις προταθείσες λύσεις σχετικά με την προστασία και ανάδειξη των αρχαιοτήτων στο σταθμό Βενιζέλου, γνωμοδότησε κατά πλειοψηφία υπέρ της λύσης VI σε συνδυασμό με τη λύση ΙV, υπό όρους. Μετά την ως άνω γνωμοδότηση εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την κρινομένη αίτηση απόφαση ΥΠΠΟΑ/ΓΔΑΠΚ/ ΔΒΜΑ/ΤΑΧΜΑΕ/45879//27147/1569/584/24.2.2014 του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, με την οποία εγκρίθηκε η προστασία και ανάδειξη των αρχαιοτήτων, με την απόσπαση και επανατοποθέτησή τους εντός του σταθμού Βενιζέλου, μετά την κατασκευή του, στη στάθμη –1, σύμφωνα με την πρόταση VI σε συνδυασμό με την πρόταση IV, με την αιτιολογία ότι από τον συνδυασμό των λύσεων αυτών διασφαλίζεται στο μέγιστο βαθμό η προστασία των συγκεκριμένων αρχαιοτήτων, καθώς και η αίσθηση του συνόλου και της ενότητας του αρχαιολογικού χώρου. Η ανωτέρω απόφαση εκδόθηκε με τους εξής όρους: α) να κατατεθεί προς έγκριση στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο δια των αρμοδίων Διευθύνσεων του ΥΠ.ΠΟ.Α. η μελέτη προστασίας και ανάδειξης των αρχαιοτήτων που θα προκύψει από το συνδυασμό των λύσεων VI και IV, β) να κατατεθεί προς έγκριση στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο δια των αρμόδιων Διευθύνσεων του ΥΠ.ΠΟ.Α., η μελέτη απόσπασης των αρχαιοτήτων, γ) να διασφαλιστεί από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ο χώρος αποθήκευσης των αρχαιοτήτων που θα αποσπασθούν, από τη στιγμή της απόσπασης ως την ώρα της επανατοποθέτησής τους εντός του σταθμού Βενιζέλου και να εγκριθεί από το ΥΠ.ΠΟ.Α. Εξάλλου, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης δημοσιεύθηκε η απόφαση 2381/2014 του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία καταργήθηκε η δίκη που άνοιξε με την αίτηση ακύρωσης του Δήμου Θεσσαλονίκης κατά της ΥΠΑΙΘΠΑ/ ΓΔΑΠΚ/ΔΒΜΑ/ΤΑΧΜΑΕ/10873/4953/408/180/24.1.2013 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, δυνάμει της οποίας είχε επιτραπεί, αρχικώς, η απόσπαση των αρχαιοτήτων και η έκθεσή τους σε άλλο χώρο. Ειδικότερα, με την παραπάνω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι μετά την έκδοση της μεταγενέστερης απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού η αρχική απόφαση που αφορούσε, επίσης, την απόσπαση των αρχαιοτήτων, αντικαταστάθηκε πλήρως ως προς το περιεχόμενο, τους όρους και εν γένει το αντικείμενο της. Ακολούθως, τον Ιούλιο του 2014 η ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ κατέθεσε στο ΚΑΣ τη μελέτη ανάδειξης των αρχαιοτήτων στο σταθμό Βενιζέλου, όμως ο Δήμος Θεσσαλονίκης με τα 4758/25.7.2014 και 5170/20.8.2014 έγγραφα ζήτησε την αναβολή της συζήτησης του θέματος στο ΚΑΣ έως 20 Σεπτεμβρίου 2014. Στη συνέχεια, η ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ, μετά από διαβουλεύσεις με τον Δήμο Θεσσαλονίκης, κατέθεσε τον Δεκέμβριο του 2014 επικαιροποιημένη μορφή της μελέτης ανάδειξης των αρχαιοτήτων, που προέκυψε από τον συνδυασμό των λύσεων VI και IV, εντός του ανασχεδιασμένου σταθμού Βενιζέλου, προκειμένου να εισαχθεί στο ΚΑΣ. Το Συμβούλιο γνωμοδότησε ομόφωνα υπέρ της έγκρισης της μελέτης (συνεδρία 42/16.12.2014), κατόπιν δε τούτου εκδόθηκε η απόφαση ΥΠΠΟΑ/ΓΔΑΠΚ/ΔΙΠΚΑ/ΤΣΠΑΕΕ/382/243/32/2/ 23.12.2014 του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού με την οποία εγκρίθηκε η μελέτη ανάδειξης των αρχαιοτήτων, που αποκαλύφθηκαν στο σταθμό «Βενιζέλου» στο πλαίσιο των εργασιών για την κατασκευή του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου Θεσσαλονίκης, εντός του ανασχεδιασμένου σταθμού μετά την κατασκευή του στη στάθμη -1. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την τελευταία αυτή Υπουργική απόφαση, η εγκριθείσα μελέτη διαμορφώθηκε από τον συνδυασμό των προτάσεων IV και VI, σύμφωνα δηλαδή με την προσβαλλόμενη, εν προκειμένω, απόφαση και «…διασφαλίζει στο μέγιστο βαθμό την προστασία των συγκεκριμένων αρχαιοτήτων και την αίσθηση του συνόλου και της ενότητας του αρχαιολογικού χώρου. Το αρχαιολογικό εύρημα διατηρεί την αυτονομία του και αναδεικνύεται σε έναν επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο, ενταγμένο στη σύγχρονη χρήση και τις λειτουργίες του Μητροπολιτικού Σταθμού, προβάλλοντας την ιστορική και πολιτισμική ταυτότητα της πόλης και σηματοδοτώντας την διαχρονικότητα του πολιτιστικού και ιστορικού παρελθόντος της». Τέλος, η εν λόγω έγκριση δόθηκε με τους ακόλουθους όρους: «1. Η μελέτη απόσπασης των αρχαιοτήτων να κατατεθεί προς έγκριση στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο δια των αρμοδίων Διευθύνσεων του ΥΠΠΟΑ. 2. Να προηγηθεί της απόσπασης τρισδιάστατη μέσω 3D laser scanner αποτύπωση, η οποία θα αποτελέσει τη βάση για την εκπόνηση των μελετών απόσπασης, επανατοποθέτησης και οριστικής ανάδειξης των αρχαιοτήτων 3. Αφού αποσπαστούν οι αρχαιότητες και οριστούν τα βάθη θεμελίωσής τους, εκτιμηθούν και τεκμηριωθούν οι υποκείμενες αρχαιότητες, να κατατεθεί από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ σε συνεργασία με την αρμόδια ΕΦ.Α. Πόλης Θεσσαλονίκης, μελέτη επανατοποθέτησης σε επίπεδο μελέτης εφαρμογής. 4. Ενόψει της συνέχισης της ανασκαφής να ληφθεί μέριμνα για την ανάδειξη σημαντικών αρχαιοτήτων προγενέστερων ιστορικών φάσεων που πιθανόν θα αποκαλυφθούν, σε ελεύθερους χώρους των υποκείμενων επιπέδων του σταθμού».
10. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη έχει τις αυτές πλημμέλειες με την προγενέστερη ΥΠΑΙΘΠΑ/ΓΔΑΠΚ/ΔΒΜΑ/ΤΑΧΜΑΕ/ 10873/4953/408/180/24.1.2013 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, η οποία δεν έχει καταργηθεί κατ’ ουσίαν, αφού ούτε η προσβαλλομένη διασφαλίζει επαρκώς την προστασία των αρχαιοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 24 του Συντάγματος και τις διατάξεις του ν. 3028/2002. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως κατά το σκέλος με το οποίο αμφισβητείται η νομιμότητα της προσβαλλομένης κατ’ επίκληση του άρθρου 24 του Συντάγματος και του ν. 3028/2002 με τον ισχυρισμό ότι και η μεταγενέστερη απόφαση έχει τις αυτές πλημμέλειες με την αρχική απόφαση, είναι εξεταστέος με τον λόγο ακυρώσεως που αναφέρεται στην επόμενη σκέψη. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος ακυρώσεως κατά το μέρος που πλήττει ευθέως τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης με τον ισχυρισμό ότι στην πραγματικότητα η έκδοσή της έχει ως συνέπεια να διατηρείται σε ισχύ και η παραπάνω απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, δηλαδή και η αρχική απόφαση που ενέκρινε την απόσπαση των αρχαιοτήτων και την έκθεσή τους σε άλλο χώρο, είναι απορριπτέος, καθώς με την 2381/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κρίθηκε ότι έπαυσε η ισχύς της ΥΠΑΙΘΠΑ/ΓΔΑΠΚ/ΔΒΜΑ/ΤΑΧΜΑΕ/10873/ 4953/408/180/24.1.2013 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και για τον λόγο αυτόν καταργήθηκε η κατ’ αυτής δίκη. Εξάλλου, οι όροι της προσβαλλόμενης με την κρινόμενη αίτηση πράξης, όπως διατυπώνονται στο σώμα της, ουδόλως συναρτώνται με την ισχύ ή τους όρους της ανωτέρω απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού, το γεγονός δε ότι στο προοίμιο της προσβαλλομένης μνημονεύεται και λαμβάνεται υπόψη και η εν λόγω προγενέστερη απόφαση, δεν έχει πάντως την έννοια ότι αυτή διατηρείται σε ισχύ, αφού, όπως κρίθηκε με την 2381/2014 απόφαση του Δικαστηρίου, η νυν προσβαλλόμενη πράξη αντικατέστησε πλήρως την απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού. Επίσης, απορριπτέος είναι και ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται αυτοτελώς ότι η προσβαλλομένη είναι ακυρωτέα, καθώς με αυτήν επιχειρείται να εισαχθεί και πάλι στο ΚΑΣ προς έγκριση η μελέτη απόσπασης των αρχαιοτήτων, η οποία είχε επιχειρηθεί να εισαχθεί (ανεπιτυχώς) στο ΚΑΣ στις 18 Ιουνίου και στις 2 Ιουλίου 2013. Τούτο δε, διότι, οι μελέτες απόσπασης των αρχαιοτήτων που κατατέθηκαν με βάση την αρχική απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού επεστράφησαν στην ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ με το ΥΠΠΟΑ/ΓΔΑΠΚ/ΔΒΜΑ/93267/56391/3125/10.4.2014 έγγραφο του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, επιπροσθέτως δε ορίζεται στην προσβαλλομένη ότι οι αναγκαίες μελέτες (προστασίας και ανάδειξης, απόσπασης, επανατοποθέτησης) πρέπει να εκπονηθούν με βάση τον ανασχεδιασμό της κατασκευής του σταθμού Βενιζέλου (συνδυασμός προτάσεων 6 και 4) που εγκρίθηκε με την προσβαλλομένη. Συνεπώς, οι ανωτέρω λόγοι ακυρώσεως ερείδονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθούν.
11. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 24 του Συντάγματος και των διατάξεων της Σύμβασης της Γρανάδας, του ν. 3378/2005 καθώς και του ν. 3028/2002, για τους ακόλουθους λόγους: α) δεν αποκλείσθηκε πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης κάθε δυνατότητα διατήρησης των αρχαιοτήτων κατά χώραν (in situ) χωρίς την απόσπασή τους κατά τη διάρκεια κατασκευής του σταθμού, αφού δεν προκύπτει ότι έχει προηγηθεί (ούτε έχει προηγηθεί πράγματι) ο απαιτούμενος από τον νόμο επιστημονικός έλεγχος που να αποκλείει τη δυνατότητα αυτή, β) η προσβαλλόμενη πράξη στηρίζεται σε γνωμοδότηση του ΚΑΣ η οποία ελήφθη με οριακή πλειοψηφία, επτά δε μέλη του ΚΑΣ διατύπωσαν εύλογη και έντονη αμφιβολία για την απόσπαση των αρχαιοτήτων και ζήτησαν την αναβολή της διατύπωσης της γνωμοδότησης, προκειμένου να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη από τρίτο φορέα ως προς τη δυνατότητα κατασκευής του σταθμού με διατήρηση των αρχαιοτήτων κατά χώραν, γ) η προσβαλλόμενη ερείδεται σε γνωμοδότηση του ΚΑΣ η οποία διατυπώθηκε χωρίς να συζητηθεί στο ΚΑΣ μεθοδολογία 3d αποτύπωσης των αρχαιοτήτων και μελέτη στατικών παραμέτρων και δ) μη νόμιμα, αποφασίστηκε η απόσπαση των αρχαιοτήτων προς τον σκοπό της έρευνας υποκείμενων στρωμάτων.
12. Επειδή, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα στοιχεία, τα λοιπά στοιχεία του φακέλου και τα πρακτικά της συνεδρίας 5/28.1.2014 του ΚΑΣ προκύπτουν τα εξής: Μετά την έκδοση της απόφασης ΥΠΑΙΘΠΑ/ΓΔΑΠΚ/ΔΒΜΑ/ΤΑΧΜΑΕ/10873/4953/408/180/24.1.2013 του Αναπληρωτή Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού με την οποία εγκρίθηκε η προσωρινή απόσπαση των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν στον σταθμό Βενιζέλου και την εν μέρει αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης αυτής με την 528/2013 της απόφασης της Επιτροπής Αναστολών, το ζήτημα της προστασίας των ως άνω αρχαιοτήτων εξετάσθηκε εκ νέου από όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, ιδίως δε από τις Υπηρεσίες του Υπουργείου, τον Δήμο Θεσσαλονίκης, την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και άλλους επιστημονικούς φορείς. Στο πλαίσιο της μέριμνας των ενδιαφερομένων να ανευρεθεί η βέλτιστη δυνατή λύση για την προστασία και ανάδειξη των αρχαιοτήτων, δηλαδή η κατά χώραν (in situ) διατήρηση των αρχαιοτήτων, εκπονήθηκαν και περιήλθαν στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού έξι επιστημονικές μελέτες, οι οποίες εξετάσθηκαν από το ΚΑΣ (συν. 5/28.1.2014). Όπως αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, κατατέθηκε η μελέτη που εκπονήθηκε από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ με τίτλο «Διερεύνηση εναλλακτικών προτάσεων για το σταθμό Βενιζέλου λόγω των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν κατά την κατασκευή του». Στη συνέχεια, ενώπιον του ΚΑΣ εισηγήθηκαν το θέμα, με χρήση οπτικού υλικού, η Ευγενία Γερούση, Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων (ΔΒΜΑ), ο Θεμιστοκλής Βλαχούλης, Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων και η Νικολέττα Διβάρη – Βαλάκου, Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Η Ε. Γερούση εξέθεσε αναλυτικά το ιστορικό της ανασκαφικής έρευνας και τη σημασία των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν στον σταθμό Βενιζέλου και ανέφερε, πλην άλλων, ότι το ΚΑΣ αφού έλαβε υπ’ όψιν όλα τα ανασκαφικά δεδομένα αναγνώρισε τη σημαντικότητα και μοναδικότητα του ευρήματος ως συνόλου, δηλαδή ως τμήματος του πολεοδομικού ιστού της βυζαντινής Θεσσαλονίκης, το οποίο έκρινε ότι δεν μπορεί να κατακερματισθεί και πρέπει να διασωθεί ως σύνολο, ότι το ΚΑΣ αρχικώς γνωμοδότησε υπέρ της προσωρινής απόσπασης και έκθεσης του μνημειακού συνόλου σε άλλο ανάλογο χώρο, ότι μετά την έκδοση της 528/2013 απόφασης της Επιτροπής Αναστολών το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού ζήτησε από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ να συνταχθεί μελέτη με όλους τους επιστημονικούς ελέγχους που έχουν γίνει μέχρι σήμερα από τη Διοίκηση και ότι σε σειρά συσκέψεων εξετάσθηκε η δυνατότητα διατήρησης των αρχαιοτήτων in situ. Στη συνέχεια, ο Θ. Βλαχούλης, παρουσίασε στο Συμβούλιο τα αρχικά σχέδια του σταθμού Βενιζέλου πριν από την αποκάλυψη των αρχαιοτήτων και ανέφερε ότι ο σταθμός αυτός συνιστά έναν από τους τρεις κεντρικούς σταθμούς του μετρό στο κέντρο βάρους του μητροπολιτικού κέντρου της πόλης, ότι με βάση τον αρχικό σχεδιασμό, ο σταθμός θα είχε 4 επίπεδα (ορόφους) κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, ότι στο επίπεδο -1 χωροθετούνται οι χώροι έκδοσης – ακύρωσης εισιτηρίων, χώροι προσωπικού, εγκαταστάσεις υγιεινής και κεντρικός τεχνικός χώρος αερισμού – κλιματισμού, ότι στο επίπεδο -2 προβλέφθηκαν δωμάτια με Η/Μ εγκαταστάσεις λειτουργίας του σταθμού και με τα βοηθητικά συστήματα, ότι το επίπεδο -3 περιλαμβάνει τους τεχνικούς χώρους και τον υποσταθμό ανόρθωσης της τροφοδοσίας για τη λειτουργία των συρμών, ότι στο επίπεδο -4 βρίσκονται οι αποβάθρες και οι σιδηροτροχιές, ότι για να προσεγγίσει ένας επιβάτης τις εισόδους του μετρό που βρίσκονται στις οδούς Εγνατία και Βενιζέλου, θα χρησιμοποιεί κυρίως δυο πυρήνες κυλιόμενων κλιμάκων ενώ θα υπάρχει και σταθερή κλίμακα και ανελκυστήρας για τα ΑμΕΑ, ότι το έργο περιλαμβάνει πολλές φάσεις κατασκευής με τις απαιτούμενες εκτροπές κυκλοφορίας, ότι στα 6 χρόνια του έργου έχουν ολοκληρωθεί οι παρακάμψεις των δικτύων κοινής ωφέλειας για την εκτέλεση των πρώτων απαραίτητων έργων σύμφωνα με εγκεκριμένες μελέτες, καθώς και η κατασκευή των διαφραγματικών τοίχων, ότι έχει γίνει η ολοκλήρωση της διάνοιξης των σηράγγων και έχει τοποθετηθεί μεταλλική γέφυρα, προς τη θάλασσα στο τμήμα της οδού Εγνατίας για την εκτροπή κυκλοφορίας και τη συνέχιση της αρχαιολογικής ανασκαφής, ότι έχει τοποθετηθεί η πρώτη σειρά μέτρων αντιστήριξης σε βάθος 3 μέτρων από την επιφάνεια για την αντιστήριξη των διαφραγματικών τοίχων και των πασσάλων του σταθμού, ότι η ανασκαφή έχει ολοκληρωθεί μέχρι το βάθος των 6 – 6,70μ. όπου εντοπίστηκε το αρχαιολογικό στρώμα, ότι οι εργασίες έχουν διακοπεί και εκτιμάται ότι τα ευρήματα συνεχίζονται ως το βάθος των 9μ. Στη συνέχεια η Ε. Γερούση παρουσίασε περιπτώσεις αποσπάσεων ή διατήρησης αρχαιοτήτων κατά χώραν σε άλλους σταθμούς με την τεχνική μέθοδο των μικροσηράγγων και τις εναλλακτικές λύσεις που εξετάσθηκαν από τη Διοίκηση για τον σταθμό Βενιζέλου, μετά την εύρεση των αρχαιοτήτων στη στάθμη -1. Κατά τα εκτιθέμενα στην εισήγηση, το πρώτο ζήτημα, με βάση τη μελέτη της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ «Διερεύνηση εναλλακτικών προτάσεων για το σταθμό Βενιζέλου λόγω των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν κατά την κατασκευή του», αφορά την περίπτωση της κατάργησης του σταθμού Βενιζέλου, η οποία όμως, όπως υποστηρίζει η ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ, θα έχει ως αποτέλεσμα την υπέρβαση της μέγιστης αποδεκτής χωρητικότητας αποβαθρών στους δυο άλλους σταθμούς Αγίας Σοφίας και Δημοκρατίας, την υπέρβαση των ορίων λειτουργίας τους, την ανάγκη επανασχεδιασμού και ενίσχυσής τους, τις δυσχέρειες του έργου ως προς τις επεκτάσεις προς την Καλαμαριά και τη Σταυρούπολη, τη δημιουργία νέου φρέατος αερισμού επί της Εγνατίας, τη δημιουργία πρόσθετων ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων και εξόδων εκκένωσης σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης μεταξύ των σταθμών Δημοκρατίας – Αγίας Σοφίας, όπως προβλέπεται από τις διεθνείς προδιαγραφές ασφαλείας έργων μετρό, την πραγματοποίηση νέων αρχαιολογικών ερευνών για το φρέαρ εξαερισμού με αναμενόμενα όμοια ευρήματα και την ανάθεση πρόσθετων εργασιών δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ που θα πρέπει να διατεθούν από τον κρατικό προϋπολογισμό. Ακολούθως, στην εισήγηση περιγράφεται η λύση της μεταφοράς του σταθμού Βενιζέλου και οι ιδιαίτερες δυσχέρειες που παρουσιάζει η εν λόγω λύση, στις οποίες περιλαμβάνονται η αχρήστευση των σηράγγων από τον σταθμό Δημοκρατίας ως τον σταθμό Αγίας Σοφίας, οι νέες απαλλοτριώσεις, οι νέες περιβαλλοντικές μελέτες, οι πρόσθετες αρχαιολογικές έρευνες που θα απαιτηθούν, καθώς και οι ανυπέρβλητες δυσχέρειες που παρουσιάζει το ζήτημα κατασκευής του σταθμού Βενιζέλου με τη διατήρηση των αρχαιοτήτων in situ χωρίς απόσπαση, οι οποίες τεκμηριώνονται και με οπτικό υλικό που παρουσίασε στα μέλη του Συμβουλίου. Σχετικά με τη λύση αυτή τα μέλη του Συμβουλίου ζήτησαν διευκρινίσεις ως προς τις αποκαλυφθείσες αρχαιότητες αλλά και αυτές που αναμένεται να αποκαλυφθούν (βλ. σελ. 7 έως 9 του πρακτικού του ΚΑΣ). Εν συνεχεία, από τους εισηγητές εκτέθηκαν στα μέλη του Συμβουλίου οι προτάσεις που κατατέθηκαν στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού και ειδικότερα οι 4 προτάσεις που εκπονήθηκαν από φορείς της πόλης με πρωτοβουλία του Δήμου Θεσσαλονίκης (1η και 2η πρόταση του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του Α.Π.Θ., η 3η πρόταση Καλογήρου και Σκαλτσά του Τμήματος Κεντρικής Μακεδονίας του Τ.Ε.Ε. και η 4η πρόταση Παπακώστα – Αλεξοπούλου του ΑΠΘ) και επιπλέον 2 ακόμη προτάσεις, η μία με πρωτοβουλία της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ και η άλλη με πρωτοβουλία του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού τον σχεδιασμό της οποίας ανέλαβε η ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ. Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης των ως άνω προτάσεων, τα μέλη του Συμβουλίου ζήτησαν την παροχή διευκρινίσεων για όλα τα επιστημονικά και τεχνικά θέματα, το κόστος του έργου, το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης, την πορεία της ανασκαφικής έρευνας και ιδίως για το ποσοστό διατήρησης των αρχαιοτήτων και τις δυνατότητες της ανάδειξής τους. Σύμφωνα με την εισήγηση, όλες οι προτάσεις προβλέπουν την απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων στη στάθμη -1 του σταθμού, αλλά έχουν επιμέρους διαφορές ως προς το ποσοστό επανατοποθέτησης των αρχαιοτήτων και ως προς τον τρόπο ανάδειξής τους, οι δε προτάσεις εξετάσθηκαν πάντοτε και σε συνάρτηση με τις προτάσεις της αρμόδιας Εφορείας. Συγκεκριμένα, η 1η πρόταση περιλαμβάνει την ανάδειξη των αρχαιοτήτων στο επίπεδο -1 σε συνδυασμό με την κυκλοφορία των επιβατών του μετρό επάνω σε γυάλινο υπερυψωμένο δάπεδο, μειώνει τις διαστάσεις των ανοιγμάτων της πλάκας για τα κλιμακοστάσια, κρατά το αρχικό περίγραμμα του όγκου του σταθμού και έχει μειωμένες λειτουργικές απαιτήσεις των Η/Μ συστημάτων με ό,τι αυτό συνεπάγεται, προβλέπει την απόλυτη συνύπαρξη των αρχαιοτήτων με την καθημερινή κίνηση των επιβατών και τη διατήρηση όλου του μηχανολογικού χώρου εντός του περιγράμματος, με επιπλέον κόστος 1 εκατομμύριο ευρώ περίπου. Η γνώμη της 9ης ΕΒΑ για τη συγκεκριμένη πρόταση είναι ότι μεγάλο τμήμα των αρχαιοτήτων καλύπτεται με γυάλινο δάπεδο για να εξυπηρετηθεί η κίνηση των επιβατών, ότι για την τοποθέτηση του γυάλινου δαπέδου απαιτείται ταπείνωση και διάλυση ικανού τμήματος των εκεί αρχαιοτήτων που σώζονται σε αρκετό ύψος και ότι το ποσοστό επανατοποθέτησης ανέρχεται περίπου στο 69%. Σύμφωνα με την 9η ΕΒΑ η αίσθηση της ενότητας του αρχαιολογικού χώρου είναι μη ικανοποιητική, επειδή ακριβώς παρεμβάλλονται οι δυο κυλιόμενες κλίμακες και οι εγκαταστάσεις των Η/Μ συστημάτων. Δεν απαιτείται πρόσθετη ανασκαφική έρευνα (εκτός σταθμού) και δεν έχει επιπτώσεις στο χρονοδιάγραμμα. Επίσης, στην πρόταση 1 οι κατασκευές που παρεμβάλλονται (Η/Μ εγκαταστάσεις) είναι ογκώδεις και συνεπάγονται την μη επανατοποθέτηση αρχαιοτήτων στους χώρους αυτούς. Η πρόταση 2 έχει τον ίδιο περίπου σχεδιασμό, με μειωμένο τον χώρο των Η/Μ εγκαταστάσεων και με πολύ μικρές διαφορές, μεγαλύτερη σε ποσοστό διατήρηση των αρχαιοτήτων, αυξημένο κόστος κατά 2 εκατομμύρια ευρώ και η καθυστέρηση του όλου έργου για την υλοποίηση της πρότασης 2 υπολογίζεται σε ένα έτος (ενώ στην πρώτη δεν υπήρχε καθυστέρηση). Η 9η ΕΒΑ θεωρεί ότι η αίσθηση της ενότητας του αρχαιολογικού χώρου καθίσταται μη ικανοποιητική καθώς στο επίπεδο -1 διατηρούνται οι κυλιόμενες σκάλες και δεν αποδίδεται οπτικά η αίσθηση του ενιαίου συνόλου. Η πρόταση 3 την οποία εκπόνησε το Τ.Ε.Ε. περιλαμβάνει ομοίως τη ανάδειξη των αρχαιοτήτων στο επίπεδο -1 με γυάλινο δάπεδο, δηλαδή με υποχρεωτική απότμηση των αρχαίων τοίχων που σώζονται σε ικανό ύψος, τη μείωση του αριθμού λωρίδων κυκλοφορίας της οδού Εγνατίας από 6 σε 4, λόγω της κατασκευής φεγγιτών που προβάλλονται στην επιφάνεια του εδάφους, προβλέπει μια κάπως περίπλοκη κίνηση των επιβατών, μειώνεται ο αριθμός των ακυρωτικών μηχανημάτων στην είσοδο και στην έξοδο και δεν είναι εφικτή η κατασκευή ανοιγμάτων μεγάλου μήκους στην πλάκα οροφής για τον φυσικό φωτισμό και αερισμό, λόγω δε της στατικής λειτουργίας του σταθμού με τους ήδη κατασκευασμένους διαφραγματικούς τοίχους, για να υλοποιηθεί αυτή η λύση απαιτούνται νέες μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων, εκπόνηση, έγκριση όλων των τροποποιούμενων Η/Μ συστημάτων, πρόσθετη σωστική αρχαιολογική ανασκαφή στη βόρεια και στη νότια πρόσβαση με επιβάρυνση του προϋπολογισμού στα 5 εκατομμύρια ευρώ και καθυστέρηση στο ένα έτος. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της 9ης ΕΒΑ που επισημαίνει και εδώ την αναγκαστική ταπείνωση ή διάλυση ικανού τμήματος των αρχαιοτήτων που σώζονται σε μεγάλο ύψος για την τοποθέτηση του κρυστάλλινου δαπέδου, η πρόταση 3 προβλέπει την επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων σε ποσοστό μικρότερο του 90% και ότι η αίσθηση της ενότητας του αρχαιολογικού χώρου είναι σχετικά ικανοποιητική, τα προβλήματα δε αφορούν την ανάγκη πρόσθετης ανασκαφικής έρευνας και την υποχρεωτική διέλευση των επιβατών μέσα από τις αρχαιότητες κατά την κάθοδό τους προς τους συρμούς. Σύμφωνα με την πρόταση 4 των Γ. Παπακώστα και Α. Αλεξοπούλου διευρύνεται το εμβαδόν του σταθμού έξω από το υπάρχον περίγραμμα για αρκετά μέτρα προς βορρά και προς νότο, οι Η/Μ εγκαταστάσεις δεν διαφοροποιούνται σε σχέση με τις προηγούμενες προτάσεις, σχεδιάζεται όμως μια ενδιάμεση στάθμη στο χώρο των αρχαίων, που δεν έχει πρόσβαση από την κανονική κλίμακα καθόδου στο σταθμό, αλλά από μια παράλληλη κλίμακα. Η περιήγηση των επισκεπτών στο επίπεδο αυτό γίνεται με ράμπες και περιμετρικό εξώστη, που αναρτάται από την οροφή. Η πρόταση 4 σύμφωνα με τη εισήγηση ξεφεύγει από το υφιστάμενο περίγραμμα του σκάμματος, απαιτούνται μετακινήσεις δικτύων κοινής ωφελείας, τα οποία ήδη έχουν μετακινηθεί με την έναρξη των εκσκαπτικών εργασιών και ακολουθούν το υφιστάμενο περίγραμμα και δεν μπορούν να προβλεφθούν τυχόν αρχαιότητες και το βάθος που θα εντοπιστούν. Για την υλοποίηση της πρότασης πρέπει να γίνει εκβάθυνση ολόκληρης της βόρειας πρόσβασης μέχρι το επίπεδο -2, με το απαιτούμενο σύστημα αντιστήριξης και την αποκοπή ή καθαίρεση τμημάτων των διαφραγματικών τοίχων, που έχουν ήδη γίνει, για τη δημιουργία ανοιγμάτων ώστε να χωροθετηθούν οι διάδρομοι των επιβατών που θα οδηγούν στις κυλιόμενες κλίμακες και τα σταθερά κλιμακοστάσια εισόδου και εξόδου. Όλον αυτόν τον επιπλέον χώρο που χρειάζεται στις πτέρυγες η πρόταση 4 είναι γιατί μεταφέρει τις κυλιόμενες κλίμακες από τη μέση του χώρου (όπως είχαν στις προτάσεις 1 – 3) στα πλάγια. Η κατά πλάτος διεύρυνση της βόρειας και της νότιας πρόσβασης είναι από 12 έως 14 μέτρα, η προσαρμογή του στατικού συστήματος γίνεται με μετατόπιση και προσθήκη τοιχίων από την αρχή, για την εξασφάλιση της στατικής λειτουργίας και της αυτοτέλειας του κυρίου σώματος του σταθμού. Για την υλοποίηση της πρότασης απαιτούνται νέα μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, νέες εγκρίσεις, εκπόνηση όλων των αρχιτεκτονικών, Η/Μ και στατικών μελετών, πρόσθετη σωστική αρχαιολογική ανασκαφή βόρειας και νότιας πρόσβασης σε πλάτος και σε βάθος. Τέλος, η εισήγηση επισημαίνει τον κίνδυνο της αύξησης των καθιζήσεων στο Αλκαζάρ, λόγω των βαθύτερων και αρκετά ευρύτερων εκσκαφών που θα γίνουν κοντά του. Το κόστος της υλοποίησης της πρότασης ανέρχεται στα 5,5 εκατομμύρια λόγω και των πολλών ανασκαφών και η χρονική καθυστέρηση υπολογίζεται στο ένα έτος. Η γνώμη της 9ης ΕΒΑ είναι ότι η λύση αυτή εξασφαλίζει στο μέγιστο βαθμό την αίσθηση του συνόλου και της ενότητας καθώς εντός του αρχαιολογικού χώρου δεν πραγματοποιείται καμία τεχνική επέμβαση, παρά μόνο οι απολύτως απαραίτητες για τη λειτουργία του σταθμού. Σύμφωνα με την πρόταση που εκπονήθηκε από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ με μικρή παρέμβαση από το ΥΠΠΟΑ, η κεντρική ιδέα είναι η συνύπαρξη του σταθμού του μετρό με τον αρχαιολογικό χώρο. Οι επιβάτες περνούν μέσα από αυτόν και οδηγούνται στα παρακάτω επίπεδα μέσα από δύο απολύτως περιορισμένα ανοίγματα, με δυο ζεύγη κυλιόμενων κλιμάκων. Οι κυλιόμενες κλίμακες τοποθετούνται στη ζώνη που σήμερα βρίσκονται τα υποστυλώματα που στηρίζουν το οδόστρωμα της Εγνατίας. Αυτό ακολουθήθηκε περίπου και στις προτάσεις 1 -3, στις οποίες προβλέπονται σκάλες στη μέση του χώρου, εκεί όπου βρίσκονται σήμερα τα υποστυλώματα. Επιπλέον στην πρόταση αυτή προβλέπεται γυάλινη ράμπα κίνησης πεζών. Το ποσοστό διατήρησης των αρχαιοτήτων είναι περίπου 81%, η κυκλοφορία των επιβατών προς τις κλίμακες και τα παρακάτω επίπεδα γίνεται πάνω σ’ ένα περιορισμένο γυάλινο δάπεδο πάνω από τα ευρήματα της Μέσης Οδού. Οι επιβάτες βλέπουν τον αρχαιολογικό χώρο από το γυάλινο δάπεδο, χωρίς να κινούνται γύρω από αυτόν. Η κίνηση των εξερχομένων επιβατών μεταφέρεται πιο κοντά στις εισόδους και εξόδους για την άμεση εκτόνωσή τους. Το γυάλινο δάπεδο είναι υπερυψωμένο κατά περίπου 2,5 μέτρα πάνω από την πλάκα τοποθέτησης των ευρημάτων έτσι ώστε να μη θίγονται υποκείμενες αρχαιότητες. Η τελική στάθμη του γυάλινου δαπέδου θα διαμορφωθεί ακριβώς μετά τη μελέτη επανατοποθέτησης των αρχαιοτήτων. Σύμφωνα με την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ διατηρείται μια ενιαία εικόνα των αρχαιοτήτων και περιλαμβάνεται στον ίδιο χώρο η κυκλοφορία των επιβατών. Οι τροποποιήσεις και οι λειτουργικές επιπτώσεις στο σταθμό είναι οι μικρότερες δυνατές και επιπλέον επιτυγχάνεται ο στόχος της πλήρους ανάδειξης των αρχαιολογικών ευρημάτων. Υπάρχει πρόσθετο κόστος. Η επίπτωση στο χρονοδιάγραμμα του έργου είναι η μικρότερη δυνατή και οι Η/Μ εγκαταστάσεις τοποθετούνται ανατολικά και δυτικά του κεντρικού κελύφους του σταθμού, διατηρείται το ίδιο περίγραμμα με το ήδη υλοποιημένο και διατυπώνεται ανάγκη περαιτέρω εκσκαφών και ανασκαφών εις βάθος, σε τμήματα των εισόδων – εξόδων. Η άποψη της 9ης ΕΒΑ είναι ότι η θέαση της ολότητας του αρχαιολογικού χώρου καταστρέφεται οριστικά, ο χώρος δεν αναπτύσσεται ελεύθερα γύρω από τον επιβάτη/θεατή/επισκέπτη, διότι η εικόνα του αρχαιολογικού χώρου διασπάται από τις μεταλλικές κυλιόμενες κλίμακες, που εμφανίζονται κυρίαρχες. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της ΙΣΤ΄ ΕΠΚΑ η πρόταση 5 μετατρέπει τον αρχαιολογικό χώρο σε ένα ζωντανό ανοιχτό Μουσείο, το οποίο διέρχονται οι επιβάτες του σταθμού, δημιουργούν μια βιωματική σχέση που αναδεικνύει με συναισθηματικό και εμπειρικό τρόπο την ιστορία και τον πολιτισμό της Θεσσαλονίκης. Τέλος, σύμφωνα με την πρόταση 6, προκειμένου να αφεθεί ανέπαφο και χωρίς διακοπή το αρχαιολογικό στρώμα και συγχρόνως να αφεθεί το ίδιο περίγραμμα του σταθμού έπρεπε να βρεθεί ένας άλλος τρόπος πρόσβασης των επιβατών και γι’ αυτό σχεδιάστηκε η πρόταση 6, η οποία προβλέπει ανελκυστήρες και όχι κλίμακες. Τέσσερις ανελκυστήρες σε κάθε πλευρά του σταθμού κατεβαίνουν στο επίπεδο -2, έχουν χωρητικότητα 21 ατόμων ο καθένας, ενώ ένας από τους 4 σε κάθε πλευρά θα πηγαίνει και στο επίπεδο των αρχαιοτήτων. Στην πρόταση 6 οι αρχαιότητες δεν διακόπτονται από άνοιγμα για κλίμακες ανόδου – καθόδου, δεν υπάρχουν γυάλινα δάπεδα, παρά μόνο διάδρομος επισκεπτών, σύμφωνα με την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ – η οποία σχεδίασε και αυτήν την πρόταση κατόπιν οδηγιών της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου- ο σταθμός θα είναι λίγο δύσχρηστος για τους επισκέπτες, καθώς θα αναγκάζονται να αλλάζουν μέσον καθόδου-ανόδου, από το ασανσέρ στις κλίμακες. Η εισηγήτρια εξηγεί ότι οι επιβάτες φθάνουν από την επιφάνεια της πόλης στο επίπεδο -2 με τα ασανσέρ και κατόπιν συνεχίζουν για τις αποβάθρες με τις κλίμακες, ο αρχαιολογικός χώρος θα είναι αμιγής μέσα στο κέλυφος του σταθμού. Σε αυτόν ο επισκέπτης θα έχει πρόσβαση μέσω σταθερής κλίμακας και μέσω ενός από τους 4 ανελκυστήρες που θα είναι υπέργειοι και που τοποθετούνται εκεί που η πρόταση 4 είχε την είσοδο στις κυλιόμενες σκάλες. Το μειονέκτημα της πρότασης είναι ο όγκος των ανελκυστήρων, που θα είναι δίπλα στα μνημεία της περιοχής: Αλκαζάρ και Μπεζεστένι. Σύμφωνα με την 9η ΕΒΑ για την πρόταση 6, οι αρχαιότητες διατηρούνται σε ποσοστό 85%, ο αρχαιολογικός χώρος είναι ανεξάρτητος από τον σταθμό του μετρό και καταλαμβάνει αυτόνομα το επίπεδο -1. Εντός του αρχαιολογικού χώρου κατασκευάζονται μόνο οι απαραίτητες Η/Μ εγκαταστάσεις για τη λειτουργία του σταθμού στο ανατολικό και στο δυτικό πέρας του κελύφους. Ο σχολιασμός αυτής της πρότασης από την 9η ΕΒΑ είναι ότι αντιμετωπίζει θετικά τις αρχαιότητες και προσεγγίζει σε πολλά σημεία την πρόταση 4 που εκπόνησαν οι φορείς της πόλης, δηλαδή οι Γ. Παπακώστας και Α. Αλεξοπούλου ενώ σχετικά με τη σύγκριση των προτάσεων 4 και 6 η 9η ΕΒΑ θεωρεί ότι και οι δυο προτάσεις εξασφαλίζουν στο μέγιστο βαθμό την αίσθηση του συνόλου και της ενότητας καθώς εντός του αρχαιολογικού χώρου δεν πραγματοποιείται καμία τεχνική επέμβαση παρά μόνο οι απολύτως απαραίτητες για τη λειτουργία του σταθμού, αποκλειστικά στο ανατολικό και δυτικό άκρο του κελύφους. Στην πρόταση 4, διασφαλίζεται η ένταξη του αρχαιολογικού χώρου στην καθημερινότητα των πολιτών με την άμεση οπτική αντίληψη των αρχαιοτήτων στην ολότητά τους από το σύνολο των επιβατών του μετρό και το σύνολο των μετακινούμενων πολιτών από το νότιο στο βόρειο και αντίθετα πεζοδρόμιο της Εγνατίας, δηλαδή η δια βίου εκπαίδευση του πληθυσμού και όχι επιλεκτική διαδικασία. Αντιθέτως, στην πρόταση 6 οι επισκέπτες του μνημειακού συνόλου της υπόγειας αρχαίας πόλης, είναι μόνον αυτοί που επιλέγουν να επισκεφθούν τις αρχαιότητες και όχι όλοι οι επιβάτες. Ως προς το σκέλος των τροποποιήσεων και των λειτουργικών επιπτώσεων στο σταθμό, και στις δύο προτάσεις απαιτείται εκβάθυνση των εισόδων έως τη στάθμη -2 και διευρυμένα ανοίγματα στους διαφραγματικούς τοίχους στη στάθμη -2. Σύμφωνα με την 9η ΕΒΑ «Εν κατακλείδι, η λύση 6 είναι μια πολύ καλή λύση στην κατεύθυνση ανάδειξης των αρχαιοτήτων και απόδοσής τους στους πολίτες, των οποίων και ιδιοκτησία αποτελούν, πρέπει όμως να δουλευτεί περισσότερο ώστε να αρθούν τυχόν επιφυλάξεις σε θέματα λειτουργικότητας και να επανεξετασθεί η απρόσκοπτη προσέγγιση στις αρχαιότητες όλων των πολιτών, επιβατών και διερχομένων. Πιθανόν μια συνεργασία των φορέων εκπόνησης της τελικής μελέτης 6 με τους μελετητές της λύσης 4, να οδηγήσει στη βέλτιστη λύση». Στη συνέχεια, παρουσιάστηκε στο Συμβούλιο η εισήγηση της ΙΣΤ΄ ΕΠΚΑ σύμφωνα με την οποία «με την απόδοση της στάθμης -1 στις αρχαιότητες, δημιουργείται ένας νέος ανεξάρτητος αρχαιολογικός χώρος με την κλασική και πιο παραδοσιακή αντίληψη και ο δρόμος ανάγεται σε μουσειακό έκθεμα με τη σημαντικότητα και αξία που του προσδίδεται ως αυτοτελής ενότητα σ’ ένα σύγχρονο τεχνικό έργο. Ο αρχαιολογικός χώρος του σταθμού αν και απομονωμένος, συνδέεται με τα υπόλοιπα μνημεία της περιοχής και προσελκύει αναμφίβολα το φιλάρχαιο επισκέπτη της πόλης. Αλλά δεν εντάσσεται στην καθημερινότητα του πολίτη ο οποίος χρησιμοποιεί το μετρό για τις καθημερινές του ανάγκες. Το μνημειακό σύνολο παραμένει ενιαίο, άθικτο από τις σύγχρονες ανάγκες του σταθμού. Ο αρχαιολογικός χώρος διατηρεί την ιερότητά του αλλά βρίσκεται αποξενωμένος από τη ζωή της πόλης, καθώς δε δίνεται η δυνατότητα της συνεχούς επαφής και σύνδεσης με το μη ειδικό κοινό. Κερδίζει τη μοναδικότητά του αλλά χάνει την καθημερινή συνομιλία με τον κόσμο, λόγω της μοναχικότητάς του, κάτι που δε συνάδει με τη χρήση του ως ενός πολυσύχναστου εμπορικού δημόσιου δρόμου από την όψιμη αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας …». Μετά την παρουσίαση των προαναφερθεισών προτάσεων και των εισηγήσεων των αρμόδιων Εφορειών, τα μέλη του ΚΑΣ συζήτησαν διεξοδικά τα νέα δεδομένα που τέθηκαν υπ’ όψιν του Συμβουλίου, ζήτησαν αναλυτικές διευκρινίσεις σχετικά με τις προταθείσες λύσεις, εξέτασαν ενδελεχώς κάθε παράμετρο και πτυχή των παραπάνω προτάσεων από την άποψη της προστασίας των αρχαιοτήτων ως συνόλου, διερεύνησαν τις τεχνικές – κατασκευαστικές λύσεις που ενσωματώνουν, κατ’ αρχήν, οι προτάσεις καθώς και τη δυνατότητα κατάργησης του σταθμού Βενιζέλου ή της μετατόπισής του και τις συνέπειες της λύσης αυτής στην πορεία του όλου έργου. Ακολούθως, τα μέλη του Συμβουλίου άκουσαν τις απόψεις του Δημάρχου Θεσσαλονίκης και των νομικών συμβούλων του Δήμου, τον Πρόεδρο και τους συμβούλους της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ, τους εκπροσώπους της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, την πρόεδρο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, καθώς και τους καθηγητής του Α.Π.Θ. Αλ. Αλεξοπούλου και Γ. Παπακώστα σχετικά με τις λεπτομέρειες της πρότασης 4 (βλ. σελ. 20 έως 77 των πρακτικών). Μετά την αποχώρηση των ενδιαφερομένων η πρόεδρος του ΚΑΣ διευκρίνισε ορισμένα θέματα και στη συνέχεια η Ε. Γερούση, ενημέρωσε τα μέλη του Συμβουλίου για την τελική εισήγηση της ΔΒΜΑ η οποία έχει ως εξής: «… συνεκτιμήθηκαν τα εναλλακτικά ζητήματα περί κατάργησης του σταθμού, περί κατασκευής σταθμού σε άλλη θέση, περί διατήρησης των αρχαιοτήτων in situ και κατασκευή συνάμα του σταθμού, ζητήματα που ουσιαστικά οδηγούν στην κατάργηση του σταθμού Βενιζέλου και μεγάλου τμήματος του μετρό και που αυξάνουν υπέρμετρα το κόστος και οδηγούν σε απροσδιόριστο χρονικό ορίζοντα. Αφού σταθμίστηκε η σπουδαιότητα των αρχαιοτήτων σε σχέση και με το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον και παρουσιάστηκε η δυνατότητα ανάδειξής τους, [η ΔΒΜΑ] εισηγείται την ανάδειξη των αρχαιοτήτων σύμφωνα με την πρόταση 6, σε συνδυασμό με την πρόταση 4, η οποία προβλέπει την απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων στη στάθμη -1 με τους ακόλουθους όρους: Να υποβληθεί και να εγκριθεί η απαραίτητη μελέτη απόσπασης των αρχαιοτήτων. Οι προτάσεις 4 και 6 δεν προβλέπουν την ύπαρξη κλιμακοστασίου στη μέση του χώρου. Η πρόταση 4 προβλέπει κάποιες κυλιόμενες σκάλες και σύμφωνα με την αρχική εκτίμηση της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ, που έχει κατατεθεί γραπτώς προβλέπει μετακίνηση δικτύων, ορισμένες κατασκευές και συγκεκριμένες επιπλέον ανασκαφές. Η πρόταση 6 δεν έχει επιπλέον ανασκαφές αλλά είναι δύσχρηστη καθώς προβλέπει ασανσέρ που καταλήγει σε κυλιόμενες σκάλες […] η ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ μπορεί να μελετήσει το συνδυασμό των δύο προτάσεων, όσον αφορά τις εισόδους και όχι τις αρχαιότητες, οι οποίες παραμένουν και στις δύο περιπτώσεις αμιγείς. Να εγκριθούν οι μελέτες απόσπασης που προβλέπουν τη δυνατότητα επανατοποθέτησης σύμφωνα με τους δεδομένους κανόνες, ώστε να διατηρηθεί κατά το δυνατόν η αυθεντικότητά του μνημείου. Αφού αποσπασθούν οι αρχαιότητες και οριστούν τα βάθη θεμελίωσής τους, αφού εκτιμηθούν και τεκμηριωθούν οι υποκείμενες αρχαιότητες, να εκπονηθεί από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ μελέτη επανατοποθέτησης σε επίπεδο Μελέτης Εφαρμογής και να διασφαλιστεί από την ίδια εταιρεία ο χώρος αποθήκευσής τους κατά τη διάρκεια των εργασιών στο χώρο του σταθμού. Οι εργασίες απόσπασης να γίνουν υπό την εποπτεία των συναρμοδίων Εφορειών Αρχαιοτήτων, 9ης ΕΒΑ, ΙΣΤ΄ ΕΠΚΑ και μετά το πέρας των ως άνω εργασιών η αρχαιολογική έρευνα να συνεχιστεί σε μεγαλύτερο βάθος για τη διερεύνηση των υποκείμενων αρχαιοτήτων από την αρμόδια ΙΣΤ΄ ΕΠΚΑ». Μετά ταύτα, τα μέλη του Συμβουλίου επισήμαναν, μεταξύ άλλων, ότι οι υποβληθείσες προτάσεις αποτελούν προμελέτες ή προκαταρκτικές μελέτες (βλ. σελ. 47 και σελ. 86) και τόνισαν ότι στην προκειμένη περίπτωση απαιτούνται ιδιαίτερες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις για την άριστη προστασία των αρχαιοτήτων, για το ζήτημα δε αυτό κατά τον νόμο αποκλειστικά αρμόδιο είναι το Συμβούλιο. Στη συνέχεια το ΚΑΣ διερεύνησε τα θέματα που έθεσε η εισήγηση, αλλά και πρόσθετα τεχνικά θέματα, έλαβε υπόψη τον ν. 3028/2002 και τα στοιχεία του φακέλου, μεταξύ των οποίων και τη μελέτη της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ «Διερεύνηση εναλλακτικών προτάσεων για το σταθμό Βενιζέλου λόγω των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν κατά την κατασκευή του», η οποία αντιμετώπισε τα ζητήματα της κατάργησης ή της μετατόπισης του σταθμού σε άλλη θέση και της διατήρησης των αρχαιοτήτων κατά χώραν με παράλληλη κατασκευή του σταθμού. Το ΚΑΣ αφού συνεκτίμησε τις επιπτώσεις των λύσεων που προτάθηκαν και ύστερα από στάθμιση της σπουδαιότητας των αρχαιοτήτων σε σχέση προς την αναγκαιότητα κατασκευής του εκτελούμενου έργου στο πλαίσιο ικανοποίησης του ευρύτερου δημόσιου συμφέροντος, τέλος, δε μετά την ενδελεχή εξέταση των έξι λύσεων – προτάσεων που αφορούσαν την προστασία και ανάδειξη των αρχαιοτήτων στο σταθμό Βενιζέλου γνωμοδότησε κατά πλειοψηφία και υπό τους εκτιθέμενους στη γνωμοδότηση όρους «υπέρ της εισήγησης, η οποία προβλέπει την προστασία και ανάδειξη των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν στο σταθμό Βενιζέλου, με την απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων εντός του σταθμού Βενιζέλου μετά την κατασκευή του, στη στάθμη -1, σύμφωνα με την πρόταση 6 σε συνδυασμό με την πρόταση 4, διότι από το συνδυασμό αυτών διασφαλίζεται στο μέγιστο βαθμό η προστασία των συγκεκριμένων αρχαιοτήτων, καθώς και η αίσθηση του συνόλου και της ενότητας του αρχαιολογικού χώρου …». Επτά μέλη του Συμβουλίου τάχθηκαν υπέρ της αναβολής της διατύπωσης γνωμοδότησης προκειμένου να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη από τρίτο φορέα σχετικά με τη δυνατότητα κατασκευής του σταθμού με διατήρηση των αρχαίων καταλοίπων κατά χώραν. Όπως εκτέθηκε, μετά την γνωμοδότηση αυτή του ΚΑΣ εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ΥΠΠΟΑ/ΓΔΑΠΚ/ΔΒΜΑ/ ΤΑΧΜΑΕ/45879/27147/1569/584/24.2.2014 του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, με την οποία, αποφασίσθηκε η έγκριση της προστασίας και ανάδειξης των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν στο σταθμό Βενιζέλου, στο πλαίσιο του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου Θεσσαλονίκης «με την απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων εντός του σταθμού Βενιζέλου, μετά την κατασκευή του, στη στάθμη -1, σύμφωνα με την πρόταση 6 σε συνδυασμό με την πρόταση 4, διότι από τον συνδυασμό αυτών διασφαλίζεται στο μέγιστο βαθμό η προστασία των συγκεκριμένων αρχαιοτήτων καθώς και η αίσθηση του συνόλου και της ενότητας του αρχαιολογικού χώρου. Η έγκριση δίδεται με τους ακόλουθους όρους: 1. Να κατατεθεί προς έγκριση στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο δια των αρμοδίων Διευθύνσεων του ΥΠ.ΠΟ.Α. η μελέτη προστασίας και ανάδειξης των αρχαιοτήτων που θα προκύψει από τον συνδυασμό των προτάσεων 6 και 4. 2. Να κατατεθεί προς έγκριση στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο δια των αρμοδίων Διευθύνσεων του ΥΠ.ΠΟ.Α. η μελέτη απόσπασης των αρχαιοτήτων. 3. Να διασφαλιστεί από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ο χώρος αποθήκευσης των αρχαιοτήτων, που θα αποσπασθούν, από τη στιγμή της απόσπασης ως την ώρα της επανατοποθέτησής τους εντός του σταθμού Βενιζέλου και να εγκριθεί από το ΥΠ.ΠΟ.Α.». Εξάλλου, η Διοίκηση επί του προαναφερθέντος λόγου ακυρώσεως (σκέψη 11) εκθέτει με το έγγραφο των απόψεων τα ακόλουθα: «α) στη συνεδρίαση 5/28.1.2014 του ΚΑΣ εξετάστηκαν ενδελεχώς τόσο το θέμα της διατήρησης των αρχαιοτήτων κατά χώραν (in situ) και κατασκευής του σταθμού σύμφωνα με επιστημονική μελέτη η οποία είχε εκπονηθεί από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ. Σύμφωνα με αυτή την επιστημονική μελέτη οι αρχαιότητες μπορούσαν να παραμείνουν (in situ) με την εξής διαδικασία: Η υποθεμελίωση θα γινόταν με διάνοιξη μικροσηράγγων, οι οποίες στη συνέχεια θα γέμιζαν με σκυρόδεμα. Οι εργασίες διάνοιξης των μικροσηράγγων προβλέπονταν σε βάθος 2μ. έως 2,50μ. κάτω από το κατώτερο επίπεδο του τελευταίου αρχαιολογικού στρώματος. Σε περίπτωση επιλογής αυτού του συστήματος θα υπήρχε ανάγκη να κατασκευαστούν νέοι παράπλευροι διαφραγματικοί τοίχοι του σκάμματος προκειμένου να κρατήσουν το επιπλέον βάρος. Της κατασκευής αυτών των νέων διαφραγματικών τοίχων θα έπρεπε να προηγηθούν νέες παρακάμψεις δικτύων κοινής ωφέλειας οι οποίες είχαν ήδη πραγματοποιηθεί κατά την κατασκευή του υπάρχοντος κελύφους του σταθμού και θα απαιτούντο κατεδαφίσεις τριών πολυκατοικιών στην βόρεια πλευρά του σταθμού και άλλων τριών πιθανόν στη νότια. Σύμφωνα με την μελέτη αυτή και τις σχετικές εισηγήσεις η όλη διαδικασία συνεπαγόταν μία χρονική διάρκεια γύρω στα 13 χρόνια, δηλαδή, πέντε έτη για την όλη διαδικασία απαλλοτρίωσης και ολοκλήρωσής της, ένα έτος για την καθαίρεση των κτηρίων και την παράκαμψη των δικτύων, τέσσερα έτη για τους νέους διαφραγματικούς τοίχους και τις υποθεμελιώσεις και τρία έτη για την εκσκαφή-κατασκευή υπόγειων και υπέργειων χώρων χωρίς να υπολογιστεί και ο χρόνος που θα απαιτείτο για τις αρχαιολογικές ανασκαφές στα προς απαλλοτρίωση γήπεδα και άλλες τυχόν νομικές εμπλοκές. β) Και οι έξι λύσεις/προτάσεις που εκπονήθηκαν και προτάθηκαν είτε από ανεξάρτητους φορείς (ΑΠΘ, Τ.Ε.Ε./Τ.Κ.Μ., Δήμος) είτε από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ προέβλεπαν ότι τα αρχαία πρέπει προσωρινά να απομακρυνθούν, να ολοκληρωθούν οι ανασκαφικές εργασίες στα απομένοντα 2,50μ. – 3μ. γης, όπου εντοπίζεται από γεωτρήσεις και από τη γνώση που αποκτήθηκε από το Σταθμό της Αγίας Σοφίας, η περάτωση της ανθρώπινης παρουσίας και μετά την ολοκλήρωση των εκσκαφών μέχρι τα -18μ. και την κατασκευή του σταθμού να επανατοποθετηθούν στο χώρο και στη στάθμη εύρεσής τους. γ) […] η μετακίνηση των αρχαιοτήτων δεν είναι μόνιμη όπως έχει συμβεί σε άλλες μετακινήσεις μνημείων (Ιερός ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου Τορνικίου, λουτρικό συγκρότημα πλατείας Συντάγματος, αρχαία γέφυρα Κηφισού, καμαροσκεπείς τάφοι στο Μετρό Θεσσαλονίκης, ρωμαϊκά λουτρά στο φράγμα Ιλαρίωνα κ.ά.) αλλά μόνο προσωρινή, καθώς η εγκεκριμένη μελέτη προβλέπει την επανατοποθέτησή τους στην ίδια στάθμη και στην ίδια θέση. δ) […] ε) Σύμφωνα με τον όρο 2 της ΥΠΠΟΑ/ΓΔΑΠΚ/ΔΙΠΚΑ/ΤΣΠΑΕΕ/382/243/32/2/23.12.2014 Υ.Α. προ της οποιασδήποτε απόσπασης θα προηγηθεί τρισδιάστατη μέσω 3D laser scanner αποτύπωση, η οποία θα αποτελέσει τη βάση για την εκπόνηση μελετών απόσπασης, επανατοποθέτησης και οριστικής ανάδειξης των αρχαιοτήτων στ) Ουδέποτε προβλήθηκε από το Υπουργείο ως επιχείρημα ότι η απόσπαση των αρχαιοτήτων του σταθμού Βενιζέλου αποφασίστηκε προς το σκοπό της διερεύνησης υποκειμένων στρωμάτων…». Τέλος, στην προαναφερθείσα μελέτη «Διερεύνηση εναλλακτικών προτάσεων για το σταθμό Βενιζέλου λόγω των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν κατά την κατασκευή του», που υπάρχει στο φάκελο προσκομίζεται δε και από την παρεμβαίνουσα ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ, εξετάζονται μεταξύ άλλων, τα σενάρια κατασκευής του σταθμού Βενιζέλου με γνώμονα την προστασία των αρχαιοτήτων, που περιλαμβάνουν τα σενάρια Α, Β, Γ, και Δ, ήτοι αντιστοίχως, την κατάργηση του σταθμού Βενιζέλου, τη μεταφορά του σταθμού Βενιζέλου σε άλλη θέση, την κατασκευή του σταθμού Βενιζέλου με διατήρηση των αρχαιοτήτων in situ (χωρίς απόσπαση) και τον προτεινόμενο επανασχεδιασμό του σταθμού με προσωρινή απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων (σελ. 12 έως 28), στο συμπέρασμα δε της μελέτης εκτίθεται ότι το Δ σενάριο είναι το μόνο που διασφαλίζει λογική επιμήκυνση του χρόνου κατασκευής και αντιμετωπίσιμη αύξηση του κόστους και συγχρόνως την προστασία και ανάδειξη των αρχαιοτήτων. Στην ίδια μελέτη το σενάριο Γ΄ κρίνεται ότι είναι εξαιρετικά δυσχερές και μολονότι δεν αποκλείεται η υλοποίησή του επιστημονικά, απορρίπτεται στη συνέχεια λόγω των ανυπέρβλητων προβλημάτων που δημιουργεί, τη μεγάλη και κατά 13 έτη τουλάχιστον παράταση του χρόνου ολοκλήρωσης του έργου και τη σημαντική επιβάρυνση του κόστους. Τέλος, η μελέτη αυτή υπογράφεται από μηχανικούς διαφόρων ειδικοτήτων των Διευθύνσεων Μελετών και Έργων της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ και μηχανικών των Συμβούλων της, στους οποίους περιλαμβάνονται και καθηγητές των Πανεπιστημίων της Χώρας, όπως δε αναφέρθηκε τα ζητήματα που έθεσε η εν λόγω μελέτη εξετάσθηκαν διεξοδικά από το ΚΑΣ πριν από τη διατύπωση της γνωμοδότησής του. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η προσβαλλόμενη απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 3028/2002, καθώς και τις διατάξεις των ν. 2039/1992 και 3378/2005, διότι πριν από την έκδοσή της ο Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού εξέτασε με βάση τις εισηγήσεις των Κεντρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου και των αρμόδιων κατά τόπον Εφορειών Αρχαιοτήτων και ύστερα από τη γνώμη του επιστημονικού συλλογικού οργάνου που έχει συστήσει ο νόμος, ήτοι του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, όλες τις προταθείσες λύσεις και επιπροσθέτως έλαβε υπόψη και αξιολόγησε τις προτάσεις των ενδιαφερομένων φορέων (Δήμου Θεσσαλονίκης, επιστημονικών φορέων) και διερεύνησε τη δυνατότητα κατάργησης ή μεταφοράς του σταθμού Βενιζέλου, αλλά και τη δυνατότητα κατασκευής του σταθμού χωρίς την απόσπαση των αρχαιοτήτων, κατέληξε δε εν τέλει, κατά συνεκτίμηση και της μεγάλης σημασίας του έργου για τους κατοίκους, τη Θεσσαλονίκη αλλά και την ανάπτυξη εν γένει της Χώρας, στην έγκριση της λύσης η οποία προβλέπει τον ανασχεδιασμό από κατασκευαστική και λειτουργική άποψη του σταθμού Βενιζέλου προκειμένου τα αρχαία κατάλοιπα να επανατοποθετηθούν στο μεγαλύτερο μέρος τους στην αρχική τους θέση, μετά την προσωρινή απόσπασή τους, την οποία ενέκρινε υπό όρους. Εξάλλου, το γεγονός ότι το ΚΑΣ και εν συνεχεία ο Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού δεν υιοθέτησαν την προταθείσα από τον Δήμο Θεσσαλονίκης λύση της κλήσης και άλλων εμπειρογνωμόνων, υπέρ της οποίας τάχθηκε και η μειοψηφία των μελών του ΚΑΣ, δεν καθιστά αναιτιολόγητη την προσβαλλόμενη απόφαση, προεχόντως διότι η πρόταση αυτή απορρίφθηκε αιτιολογημένα για τους λόγους που εκτίθενται στην προπαρατεθείσα γνωμοδότηση του ΚΑΣ. Συνεπώς, εφόσον αποκλείσθηκε, κατ’ αρχήν, μετά από τον επιστημονικό έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού η δυνατότητα διατήρησής των αρχαιοτήτων στο περιβάλλον τους και συγχρόνως η κατασκευή του σταθμού Βενιζέλου, ο προαναφερθείς λόγος ακυρώσεως με τον οποίο πλήττονται η νομιμότητα και η επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απορριπτέος στο σύνολό του. Ειδικότερα, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μετά από γνωμοδότηση του ΚΑΣ που ελήφθη με οριακή πλειοψηφία και χωρίς να συζητηθεί στο ΚΑΣ μεθοδολογία 3d αποτύπωσης των αρχαιοτήτων και μελέτης στατικών παραμέτρων, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, διότι στον νόμο δεν τάσσεται ως προϋπόθεση της νομιμότητας της απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού η ομόφωνη γνωμοδότηση του ΚΑΣ, καθ’ ο δε μέρος με τον ισχυρισμό αυτόν πλήττεται και η επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ο λόγος είναι επίσης απορριπτέος, διότι τα μέλη του ΚΑΣ που μειοψήφησαν, δεν τάχθηκαν υπέρ άλλης συγκεκριμένης λύσης, αλλά πρότειναν την αναβολή της διατύπωσης της γνωμοδότησης και την περαιτέρω έρευνα, η λύση όμως αυτή κρίθηκε από την πλειοψηφία των μελών του ΚΑΣ ότι θα επιβάρυνε ακόμη περισσότερο το κόστος του έργου και τον χρόνο της ολοκλήρωσής του. Η ως άνω κρίση των μελών της πλειοψηφίας του ΚΑΣ, η οποία άλλωστε διατυπώθηκε και με βάση τον αρχικό σχεδιασμό του μετρό της Θεσσαλονίκης, το στάδιο κατασκευής στο οποίο βρίσκεται ήδη το έργο, τις επιπλέον δαπάνες που θα απαιτηθούν, ιδίως όμως την αποτελεσματική, εν τέλει, προστασία των αρχαιοτήτων σε σχέση με τη λύση που επελέγη, ανταποκρίνεται στα στοιχεία του φακέλου και συνεπώς η προσβαλλομένη είναι επαρκώς αιτιολογημένη από την άποψη αυτή. Εξάλλου, οι ισχυρισμοί του αιτούντος Δήμου με τους οποίους αμφισβητείται η επάρκεια της επιστημονικής μεθοδολογίας που ακολούθησαν τα μέλη του ΚΑΣ στην ανωτέρω συνεδρίασή του ως προς την αποτύπωση των αρχαιοτήτων και την εξέταση στατικών παραμέτρων, πλήττει την ουσιαστική κρίση της Διοίκησης και είναι απορριπτέοι προεχόντως για τον λόγο αυτόν. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ανωτέρω γνωμοδότηση του ΚΑΣ, η απόσπαση των αρχαιοτήτων δεν αποφασίσθηκε με σκοπό την αρχαιολογική έρευνα των υποκειμένων στρωμάτων εδάφους, αλλά διότι κρίθηκε ότι η απόσπαση είναι αναγκαία για την προστασία των αρχαιοτήτων και την ολοκλήρωση της κατασκευής του σταθμού, το δε ΚΑΣ εξέτασε και το ενδεχόμενο να αποκαλυφθούν αρχαιότητες και μετά το επίπεδο στο οποίο αποκαλύφθηκαν οι προαναφερθείσες αρχαιότητες. Τέλος, ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλομένη έχει τις αυτές πλημμέλειες με την αρχική απόφαση του έτους 2013, με την οποία επίσης εγκρίθηκε η απόσπαση των αρχαιοτήτων, διότι δεν εξήντλησε και πάλι τη διερεύνηση της δυνατότητας διατήρησης των αρχαίων κατά χώραν, είναι επίσης αβάσιμος, δεδομένου ότι η αρχική απόφαση είχε εκδοθεί χωρίς να προκύπτει ότι εξετάσθηκαν όλες οι εναλλακτικές δυνατότητες και προέβλεπε την έκθεση των αρχαίων σε άλλο χώρο, ενώ η προσβαλλομένη εκδόθηκε αφού διερεύνησε εξαντλητικά όλες τις προτάσεις που εκπονήθηκαν και τις εναλλακτικές λύσεις και κατέληξε στην έγκριση της λύσης που περιλαμβάνει ανασχεδιασμό του σταθμού Βενιζέλου και επανατοποθέτηση του μεγαλύτερου μέρους των αρχαίων καταλοίπων στην αρχική τους θέση. Κατά συνέπεια, ο προαναφερθείς στη σκέψη 11 λόγος ακυρώσεως και οι συναφείς με αυτόν ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.
13. Επειδή, προβάλλεται περαιτέρω ότι η προσβαλλομένη είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, καθώς δεν προσδιορίζονται σ’ αυτήν οι συγκεκριμένες αρχαιότητες που πρόκειται να αποσπαστούν. Η Διοίκηση στο έγγραφο των απόψεων εκθέτει τα ακόλουθα: «α) όπως προκύπτει από την Υ.Α. του 2013, αυτή συνοδευόταν από το συνημμένο και θεωρημένο από την ΔΒΜΑ τοπογραφικό διάγραμμα, όπου σημειώνονταν με διαγράμμιση τα αρχαιολογικά κατάλοιπα που επρόκειτο να αποσπαστούν (95% του συνόλου περίπου), το τετράπυλο, οι δρόμοι με στυλοβάτη και αγωγούς, το κτήριο Β και το κτήριο Γ και τα κατάλοιπα που επρόκειτο να αποδομηθούν (5% του συνόλου). β) Στη συνεδρία του ΚΑΣ της 28.1.2014 (μετά τη γνωμοδότηση του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη Υ.Α.) εξετάστηκαν, όπως προαναφέρθηκε, έξι προτάσεις/λύσεις, οι οποίες όλες συνοδεύονταν από τοπογραφικά διαγράμματα, όπου ξεκάθαρα απεικονίζονταν οι αρχαιότητες που επρόκειτο να αποσπαστούν και να επανατοποθετηθούν. Οι λύσεις IV και VI που προκρίθηκαν είναι πανομοιότυπες όσον αφορά τις αρχαιότητες που πρόκειται να αποσπαστούν και να επανατοποθετηθούν και διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τις εισόδους του σταθμού και τον τρόπο πρόσβασης στις αρχαιότητες. γ) Η επικαιροποιημένη μελέτη (που εξετάστηκε και εγκρίθηκε στη συνεδρία της 16.12.2014 του ΚΑΣ, κατόπιν της οποίας εξεδόθη η Υ.Α. του 2014) επίσης περιέχει πλήρες τοπογραφικό διάγραμμα με τις προς απόσπαση αρχαιότητες του μεγάλου αυτού οικοδομικού συνόλου μήκους 80μ. και πλάτους 20μ. Η λεκτική περιγραφή των αρχαιοτήτων που θα αποσπαστούν είναι αδύνατη πρακτικά, καθώς δεν μπορεί να περιγραφούν οι αρχαιότητες με την ίδια ακρίβεια που αποτυπώνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα». Εν όψει των ανωτέρω ισχυρισμών της Διοίκησης, οι οποίοι δεν αμφισβητούνται ειδικώς, ως προς την πραγματική τους βάση, από τον αιτούντα Δήμο με το υπόμνημα που κατατέθηκε εντός της χορηγηθείσας από την Πρόεδρο προθεσμίας, και δεδομένου, επίσης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έθεσε ως πρόσθετους όρους για την υλική απόσπαση των αρχαίων καταλοίπων την εκπόνηση, κατάθεση και έγκριση δύο επιπλέον μελετών, ήτοι της μελέτης προστασίας και ανάδειξης των αρχαιοτήτων που θα προκύψει από τον συνδυασμό των προτάσεων 6 και 4, η οποία άλλωστε εγκρίθηκε μεταγενεστέρως με την απόφαση ΥΠΠΟΑ/ΓΔΑΠΚ/ΔΙΠΚΑ/ΤΣΠΑΕΕ/382/243/32/2/23.12.2014 του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, και της μελέτης της απόσπασης των αρχαιοτήτων, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, αν ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως έχει την έννοια ότι η προσβαλλόμενη δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη, διότι δεν περιλαμβάνει συγχρόνως και την έγκριση των ανωτέρω μελετών, ο λόγος είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι μελέτες αυτές δεν μπορούσαν, κατ’ αρχήν, να εκπονηθούν και να εγκριθούν συγχρόνως με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού η τελευταία έθεσε τους όρους υπό τους οποίους θα διαμορφωθούν οι λοιπές μελέτες προστασίας και απόσπασης των αρχαιοτήτων, ήτοι ενέκρινε τη βέλτιστη από τις περισσότερες προταθείσες τεχνικές λύσεις και η οποία αποτελούσε συνδυασμό των προτάσεων 6 και 4 για τον ανασχεδιασμό του σταθμού στο επίπεδο της στάθμης -1, δηλαδή στο επίπεδο στο οποίο αποκαλύφθηκαν οι αρχαιότητες και στο οποίο θα επανατοποθετηθούν.
14. Επειδή, προβάλλεται ακόμη ότι η προσβαλλομένη είναι μη νόμιμη, διότι δεν προβλέπει ρητά τη μελέτη επανατοποθέτησης των αρχαιοτήτων και μάλιστα ταυτόχρονα με τη μελέτη απόσπασης. Η Διοίκηση εκθέτει τα ακόλουθα: «α) Με την προσβαλλόμενη απόφαση εγκρίνεται η προστασία και ανάδειξη των αρχαιοτήτων “με την απόσπαση και επανατοποθέτηση” αυτών εντός του σταθμού Βενιζέλου. Επιπλέον, ο όρος 3 της προσβαλλόμενης απόφασης απαιτεί να διασφαλιστεί από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ο χώρος αποθήκευσης των αρχαιοτήτων, που θα αποσπαστούν, από τη στιγμή της απόσπασης “ως την ώρα της επανατοποθέτησής τους εντός του σταθμού Βενιζέλου και να εγκριθεί [εννοείται ο χώρος αποθήκευσης] από το ΥΠ.ΠΟ.Α.”. β) Οι μελέτες απόσπασης εξαρχής περιλαμβάνουν στοιχεία τεκμηρίωσης και τεχνικών προδιαγραφών για α) την απόσπαση, β) την μεταφορά και γ) την επανατοποθέτηση σε νέο χώρο του αποσπώμενου μνημείου. Εάν το μνημείο πρόκειται να τοποθετηθεί σε νέο χώρο συνεκτιμώνται πολλοί παράγοντες όπως π.χ. η καταλληλότητα του χώρου, ο προσανατολισμός του μνημείου μετά την επανατοποθέτησή του, η προσβασιμότητα, η γειτνίαση ή όχι με την αρχική θέση κ.λπ. Στην περίπτωση των αρχαίων του Σταθμού Βενιζέλου έχει αποφασιστεί ότι θα επανατοποθετηθούν στον ίδιο χώρο και στο ίδιο βάθος, που αποκαλύφθηκαν. Οι Υπηρεσίες του ΥΠΠΟΑ και το ΚΑΣ έχουν εξετάσει πλείστες μελέτες απόσπασης και ασφαλούς επανατοποθέτησης μνημείων και απαιτούν ειδική αντιμετώπιση ανάλογα με το είδος και την κατάσταση διατήρησης του αποσπώμενου μνημείου. Στην περίπτωση π.χ. του Καθολικού της Ι. Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου το οποίο έπρεπε να μετακινηθεί από το Τορνίκι σε άλλη θέση του Ν. Γρεβενών λόγω κατασκευής του υδροηλεκτρικού έργου Ιλαρίωνος, η μελέτη η οποία εξετάστηκε από τις Υπηρεσίες του ΥΠΠΟΑ και εγκρίθηκε από το ΚΑΣ περιελάμβανε κεφάλαια τα οποία αφορούσαν: α) δομική περιγραφή του κτιρίου και χαρακτηριστικά μεγέθη μεταφοράς, β) εργασίες προετοιμασίας μεταφοράς με την αναλυτική μεθοδολογία (όπως διάνοιξη οπών στο θεμέλιο του κτιρίου και τοποθέτηση μεταλλικών δοκών οι οποίες δημιουργούσαν μεταλλική σχάρα), γ) διαμόρφωση ράμπας και κατασκευή πεδιλοδοκών ολίσθησης, δ) κατασκευή – τοποθέτηση μεταλλικών φορείων με σύστημα δικτυωμάτων ακαμπτοποίησης, ε) σύστημα παρακολούθησης παραμορφώσεων, στ) πραγματοποίηση δοκιμαστικών φορτίσεων, ζ) απόσπαση και έλεγχος βελών κάμψης, η) διαδικασία ρύθμισης της διάταξης ελέγχου στρέβλωσης, θ) σύστημα ολίσθησης, ι) σύστημα προώθησης, ια) εξασφάλιση με τοποθέτηση ελαφράς έλξης για την απόλυτη ασφάλεια του συστήματος προώθησης, ιβ) εναπόθεση στη νέα θέση με την πραγματοποίηση σκυροδέτησης των περιοχών κάτω από την τελική σχάρα μέχρι το φυσικό έδαφος και αφαίρεση όλων των μεταλλικών κατασκευών, ιγ) διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου με την κατάλληλη αρχιτεκτονική σύνθεση και τα κατάλληλα δομικά υλικά. Όπως είναι σαφές από τα ανωτέρω η μελέτη απόσπασης της Μονής του Τορνικίου περιελάβανε και πλήρη μελέτη επανατοποθέτησης. Εάν πάντως κατά την υλοποίηση των εργασιών απόσπασης ενός μνημείου ή μνημειακού συνόλου προκύψουν και επιπρόσθετα στοιχεία, όπως π.χ. υποκείμενες αρχαιότητες σε άλλο βάθος από το αναμενόμενο, διαφορετικά βάθη θεμελίωσης των επιμέρους τμημάτων τότε η ενδεχόμενη μεταβολή δεδομένων θα επιβάλει μεταβολή της διαδικασίας επανατοποθέτησης και προφανώς θα απαιτήσει νέα έγκριση του ΚΑΣ. Αυτό άλλωστε προβλέπεται για τα αρχαία του σταθμού Βενιζέλου και από την Υ.Α. της 23.12.2014, της οποίας ο μεν τρίτος όρος ορίζει ότι “αφού αποσπαστούν οι αρχαιότητες και οριστούν τα βάθη θεμελίωσής τους, εκτιμηθούν και τεκμηριωθούν οι υποκείμενες αρχαιότητες, να κατατεθεί από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ σε συνεργασία με την αρμόδια ΕΦΑ Πόλης Θεσσαλονίκης, μελέτη επανατοποθέτησης σε επίπεδο μελέτης εφαρμογής”, ο δε ο τέταρτος όρος προβλέπει “μέριμνα για την ανάδειξη σημαντικών αρχαιοτήτων προγενέστερων ιστορικών φάσεων που πιθανόν θα αποκαλυφθούν σε ελεύθερους χώρους των υποκείμενων επιπέδων του σταθμού”. γ) Είναι αδύνατη η επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων κατά την διάρκεια κατασκευής του σταθμού για τους εξής προφανείς λόγους: Μετά την απόσπαση των αρχαιοτήτων, την ανασκαφή των υποκείμενων αρχαιολογικών στρωμάτων που, από την εμπειρία μέχρι σήμερα ανασκαφών και γεωτρήσεων στην πόλη της Θεσσαλονίκης, αναμένεται να φθάσουν μέχρι το βάθους περίπου των 9,30μ. , η εκσκαφή μέχρι περίπου το βάθος των 18μ., όπου βρίσκεται η σήραγγα, θα υλοποιηθεί με τεράστια μηχανήματα που θα εισέλθουν στο προκατασκευασμένο κέλυφος του σταθμού. Μετά την απομάκρυνση των χωμάτων θα αρχίσει η κατασκευή των ενδιάμεσων πατωμάτων του σταθμού από κάτω προς τα πάνω με τελευταία την πλάκα του δαπέδου όπου θα επανατοποθετηθούν με ασφάλεια πλέον οι αρχαιότητες […] δ) Η ορθή επανατοποθέτηση θα διασφαλιστεί το πρώτον με τις προβλέψεις της μελέτης απόσπασης, η οποία δεν έχει εκπονηθεί, όταν δε εκπονηθεί θα ελεγχθεί από τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου και θα κατατεθεί στο ΚΑΣ για την κατά νόμο γνωμοδότηση, και ακολούθως με τις προβλέψεις ειδικής μελέτης επανατοποθέτησης που θα ακολουθήσει και επίσης θα ελεγχθεί από τα αρμόδια όργανα». Εν όψει των δεδομένων αυτών που παραθέτει η Διοίκηση, αλλά και του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται ότι πάσχει η προσβαλλομένη, διότι δεν προβλέπει ρητώς την επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη Υπουργική απόφαση εγκρίνει την προστασία και ανάδειξη των αρχαιοτήτων με ανακατασκευή του σταθμού Βενιζέλου και ορίζει ότι οι αρχαιότητες μετά την προσωρινή απόσπασή τους θα επανατοποθετηθούν υποχρεωτικά στον σταθμό, η δέσμευση δε αυτή που απορρέει από την προσβαλλομένη δεν αφορά μόνον τον κύριο του έργου, δηλαδή την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ, αλλά και τις Υπηρεσίες της Διοίκησης. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος ακυρώσεως κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη είναι ελλιπής και ακυρωτέα, διότι δεν ενέκρινε συγχρόνως και τη μελέτη επανατοποθέτησης των αρχαιοτήτων είναι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν σε προηγούμενη σκέψη, απορριπτέος, προεχόντως διότι το περιεχόμενο της μελέτης επαναποθέτησης προϋποθέτει την επιλογή της λύσης κατασκευής του σταθμού την οποία ενέκρινε η προσβαλλομένη και, επιπλέον, διότι η μελέτη επανατοποθέτησης, όπως και η μελέτη απόσπασης, συναρτώνται με το είδος και την κατάσταση των αρχαίων καταλοίπων και τον χώρο και τις συνθήκες απόσπασης και τοποθέτησής τους και το περιεχόμενό τους διαμορφώνεται με βάση ειδικούς τεχνικούς και επιστημονικούς όρους, τους οποίους η Διοίκηση παραθέτει, ενδεικτικά, κατά τα προαναφερθέντα στο έγγραφο των απόψεων. Επομένως, και ο λόγος αυτός ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος στο σύνολό του.
15. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να γίνει δεκτή η παρέμβαση.






