ΣτΕ 2198/2016 [Μη ανάκληση χαρακτηρισμού περιβάλλοντος χώρου διατηρητέου μνημείου]
Περίληψη
-Με την απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο χαρακτηρίστηκε το κτίριο μαζί με τον περιβάλλοντα χώρο του στα όρια της ιδιοκτησίας και όχι απλώς το κτίριο με το άμεσο περιβάλλον του, κρίθηκε δηλαδή προστατευτέο το κτίριο μαζί με τον περιβάλλοντα χώρο του, όπως αυτός αποτυπώνεται και προσδιορίζεται στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα. Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί, με τις διατάξεις του κ.ν. 5351/1932 και του ν. 1469/1950, δυνάμει των οποίων εχώρησε ο χαρακτηρισμός του ακινήτου το έτος 1994, επιδιώκεται η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος προστασία και των μεταγενέστερων του 1830 πολιτιστικών αγαθών με το χαρακτηρισμό ως διατηρητέων, συνέπεια του οποίου είναι η υπαγωγή τους σε περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας που είναι απαραίτητα για την εξασφάλιση της προστασίας αυτής. Ο χαρακτηρισμός δε κτιρίου ως μνημείου, που δεν εξαρτάται ούτε επηρεάζεται από το ιδιοκτησιακό του καθεστώς, μπορεί να αφορά όχι μόνο συγκεκριμένο κτίσμα, αλλά και τον χώρο ο οποίος τον περιβάλλει, αν αυτός, μεταξύ άλλων, είτε είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένος με το κτίσμα, με συνέπεια η μορφολογία του να επηρεάζεται από αυτόν, είτε ως σύνολο έχουν ιστορικό χαρακτήρα είτε είναι αναγκαίους για την προβολή και ανάδειξη του μνημείου.
-Προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη και ακυρωτέα, διότι αποκλίνει χωρίς νόμιμη αιτιολογία, αλλά και με αόριστη και αντιφατική αιτιολογία, από τις εισηγήσεις της Υπηρεσίας Νεώτερων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Δυτικής Ελλάδος και της Διεύθυνσης Νεώτερης και Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς, οι οποίες πρότειναν τη μερική ανάκληση της απόφασης του έτους 1944 ως προς το εύρος του χαρακτηρισμού του περιβάλλοντος χώρου του κτιρίου. Προβάλλεται, ακόμη, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού δεν αιτιολογείται ειδικώς σε περίπτωση απόκλισης από τις εισηγήσεις των Υπηρεσιών καθώς και ότι εκδόθηκε κατά πλάνη περί τα πράγματα. Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός το έτος 1944 του ακινήτου εχώρησε για δύο αυτοτελείς λόγους, οι οποίοι συνεκτιμήθηκαν και οδήγησαν στον χαρακτηρισμό του ακινήτου ως διατηρητέου μνημείου στο σύνολό του. Ειδικότερα, από τα αρμόδια όργανα του Υπουργείου Πολιτισμού αξιολογήθηκε, αφενός, ότι το κτίριο είχε μεγάλη αρχιτεκτονική αξία ως έργο τέχνης, και, αφετέρου, ότι το ακίνητο στο σύνολό του, δηλαδή το κτίριο με τον περιβάλλοντα χώρο του (“ζώνη προστασίας υπό τα στοιχεία ΑΒΓΔΑ”), είχε μεγάλη ιστορική σημασία ως τόπος μαρτυρίου των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, γεγονός το οποίο συνδέεται με τις ιστορικές μνήμες των κατοίκων της Πάτρας. Από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός του ακινήτου ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου περιορίσθηκε μόνον στο κτίριο ή ότι, κατά το μέρος που αφορούσε το σύνολο του ακινήτου, απέβλεψε και σε άλλους σκοπούς, όπως τον περιορισμό της οικοδομικής δραστηριότητας ή τη διαφύλαξη της υφιστάμενης στο οικόπεδο βλάστησης, αφού παρεμφερή στοιχεία κρίσης και αξιολόγησης ουδόλως αναφέρονται στις σχετικές, τότε, εισηγήσεις των αρμόδιων Υπηρεσιών και το πρακτικό του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων δυνάμει των οποίων εχώρησε ο χαρακτηρισμός. Οι μεταγενέστερες εισηγήσεις των αρμοδίων Υπηρεσιών που υποβλήθηκαν επί της αίτησης “αναοριοθέτησης” του προστατευόμενου ακινήτου, καθώς και η γνώμη ορισμένων μελών του ΚΣΝΜ που τάχθηκαν υπέρ της μερικής ανάκλησης του χαρακτηρισμού σε τμήμα του οικοπέδου, δεν κλονίζουν την αιτιολογία της προσβαλλομένης. Οι εισηγήσεις επικεντρώνονται κυρίως στην αξία του κτιρίου ως σημαντικού δείγματος της ιστορίας της αρχιτεκτονικής και δεν αμφισβητούν τη συνδρομή των στοιχείων ως προς την ιστορική σημασία και αξία του μνημείου στο σύνολό του, το οποίο, σύμφωνα με την απόφαση χαρακτηρισμού, αποτυπώθηκε ενιαία και ως ενότητα κτιρίου και περιβάλλοντος χώρου στην ιστορική μνήμη των κατοίκων της Πάτρας. Εξάλλου, σε σχέση με τον χαρακτηρισμό και την ιστορική σημασία και αξία του μνημείου δεν ανέκυψαν νεότερα στοιχεία.
-Η Διοίκηση εν προκειμένω δεν είχε κατά τον νόμο διακριτική ευχέρεια για την εν μέρει ανάκληση του χαρακτηρισμού, αλλά ήταν υποχρεωμένη, είχε δηλαδή δέσμια αρμοδιότητα, να διατηρήσει την προστασία του μνημείου στο σύνολό του με βάση τον υφιστάμενο χαρακτηρισμό.
Πρόεδρος: Ν. Ρόζος
Εισηγητής: Δ. Βασιλειάδης
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της ΥΠΠΟΤ/ΔΝΣΑΚ/67038/1276/23.8.2011 απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού με την οποία δεν εγκρίθηκαν η μερική ανάκληση της απόφασης ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/3658/61137/14.12.1994 του Υπουργού Πολιτισμού (Β΄979) και ο επανακαθορισμός του περιβάλλοντος χώρου κτιρίου επί της οδού Γηροκομείου 12 στην Πάτρα, το οποίο, με την τελευταία αυτή απόφαση, έχει χαρακτηρισθεί μαζί με τον περιβάλλοντα χώρο του ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1469/1950.
- Επειδή, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει εκτελεστό χαρακτήρα και παραδεκτώς προσβάλλεται από την άποψη αυτή, δεδομένου ότι εκδόθηκε επί σχετικής αίτησης του αιτούντος Ιδρύματος και μετά από ουσιαστική έρευνα ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων για τη μερική ανάκληση της προαναφερθείσας απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού έτους 1994 (πρβλ. ΣτΕ 2827/1993).
- Επειδή, η υπό κρίση αίτηση ασκείται με πρόδηλο έννομο συμφέρον, διότι το προαναφερθέν ακίνητο φέρεται ως ιδιοκτησία του αιτούντος Ιδρύματος.
- Επειδή, στο άρθρο 24 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α΄45) ορίζεται ότι «1. Αν από τις σχετικές διατάξεις δεν προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης, της κατά το επόμενο άρθρο, ειδικής διοικητικής ή ενδικοφανούς προσφυγής, ο ενδιαφερόμενος για την αποκατάσταση υλικής ή ηθικής βλάβης των έννομων συμφερόντων του που προκαλείται από ατομική διοικητική πράξη μπορεί, για οποιονδήποτε λόγο, με αίτησή του, να ζητήσει, είτε από την αρχή η οποία εξέδωσε την πράξη, την ανάκληση ή τροποποίησή της (αίτηση θεραπείας), είτε από την αρχή η οποία προΐσταται εκείνης που εξέδωσε την πράξη, την ακύρωσή της (ιεραρχική προσφυγή). 2. Η διοικητική αρχή στην οποία υποβάλλεται η, κατά την προηγούμενη παράγραφο, αίτηση οφείλει να γνωστοποιήσει στον ενδιαφερόμενο την απόφασή της για την αίτηση αυτή το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες, εκτός αν από ειδικές διατάξεις προβλέπεται διαφορετική προθεσμία […]». Εξάλλου, στο άρθρο 46 του π.δ 18/1989 (Α΄8) ορίζεται ότι «1. Η αίτηση ακυρώσεως ασκείται, εάν ειδικώς δεν ορίζεται διαφορετικά, μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών […] 2. Κάθε διοικητική προσφυγή, εκτός από εκείνη που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 45 του παρόντος, καθώς και η απλή αίτηση θεραπείας δι’ αναφοράς στην αρχή που έχει εκδώσει την πράξη ή στην προϊσταμένη αρχή, διακόπτει την προθεσμία της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου για το χρονικό διάστημα που ορίζεται για την έκδοση σχετικής πράξεως ή, αν τέτοιο χρονικό διάστημα δεν ορίζεται, για 30 ημέρες ή έως την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της απάντησης της Διοικήσεως εφόσον αυτές πραγματοποιήθηκαν πριν παρέλθουν οι προθεσμίες αυτές […]». Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως διακόπτεται από την άσκηση αίτησης θεραπείας ή ιεραρχικής προσφυγής για 30 ημέρες, εκτός αν από ειδικές διατάξεις προβλέπεται διακοπή της για μικρότερο ή μεγαλύτερο αριθμό ημερών (ΣτΕ 4525/2009, πρβλ. 282/1995 Ολομ. κ.ά). Εξάλλου, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως αναστέλλεται για όλους τους διαδίκους καθ’ όλη τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, δηλαδή από 1.7 έως 15.9 κάθε έτους (ΣτΕ 1011/2013 Ολομ., 2808/2002 Ολομ., 2807/2002, Ολομ. κ.ά.).
- Επειδή, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών (23.8.2011) και, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, η εξηκονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως κατ’ αυτής κινήθηκε την 16η Σεπτεμβρίου 2011. Η προθεσμία όμως αυτή διεκόπη επί 30 ημέρες, δεδομένου ότι στις 14.11.2011, ήτοι την 60ή ημέρα από την έναρξη της προθεσμίας για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως, το αιτούν Ίδρυμα υπέβαλε στον Υπουργό Πολιτισμού και Τουρισμού αίτηση θεραπείας (αρ.πρωτ. 9537/14.11.2011), ζητώντας την επανεξέταση της υπόθεσης και την ανάκληση-διόρθωση της προσβαλλομένης. Περαιτέρω, εφόσον δεν δόθηκε απάντηση στην ως άνω αίτηση θεραπείας εντός 30 ημερών, η προθεσμία κινήθηκε εκ νέου στις 15.12.2011. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση που κατατέθηκε στις 13.2.2012 εμπροθέσμως ασκήθηκε την 61η ημέρα από την έναρξη εκ νέου της προθεσμίας, καθόσον οι δύο προηγούμενες της κατάθεσης του δικογράφου ημέρες (11.2.2012 και 12.2.2012), ήταν εξαιρετέες (Σάββατο και Κυριακή, αντίστοιχα). Ο ισχυρισμός επομένως της Διοίκησης που προβάλλεται με το έγγραφο των απόψεων, κατά τον οποίο η αίτηση ασκείται εκπροθέσμως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
- Επειδή, το άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζει ότι «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας […]. 6. Τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος. Νόμος θα ορίσει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση της προστασίας αυτής περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας, καθώς και τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης των ιδιοκτητών». Με τις διατάξεις αυτές ο συντακτικός νομοθέτης, αναγνωρίζοντας τη σημασία της διαφύλαξης της πολιτιστικής κληρονομιάς της Χώρας, καθιέρωσε αυξημένη προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, δηλαδή των μνημείων και λοιπών στοιχείων που προέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και συνθέτουν την ιστορική, καλλιτεχνική, τεχνολογική και εν γένει την πολιτιστική κληρονομιά. Η προστασία της κληρονομιάς αυτής συνίσταται στη διατήρηση στο διηνεκές αναλλοίωτων τόσο των παραπάνω μνημείων και κάθε στοιχείου του πολιτιστικού περιβάλλοντος, συνεπάγεται δε τη δυνατότητα επιβολής των αναγκαίων μέτρων και περιορισμών της ιδιοκτησίας για την αποκατάσταση στην αρχική τους μορφή, όταν έχουν φθαρεί από τον χρόνο ή άλλες ανθρώπινες ενέργειες ή άλλα περιστατικά (ΣτΕ 2341/2009 7μ., 2340/2009 7μ., 2339/2009 7μ., 3050/2004 7μ., 2801/1991 Ολομ., 3146/1986 Ολομ. κ.ά.).
- Επειδή, στη Διεθνή Σύμβαση της Γρανάδας έτους 1985 για
την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς στην Ευρώπη, που
κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2039/1992 (Α΄61), προβλέπεται
ότι «Στην παρούσα Σύμβαση σαν “αρχιτεκτονική κληρονομιά”
θεωρείται ότι περιλαμβάνει τα ακόλουθα ακίνητα αγαθά: 1. Τα μνημεία: κάθε κατασκευή ιδιαίτερα σημαντική λόγω του ιστορικού, αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, επιστημονικού, κοινωνικού ή τεχνικού της ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων ή διακοσμητικών στοιχείων, που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα τους. 2. Τα αρχιτεκτονικά σύνολα: ομοιογενή σύνολα αστικών ή αγροτικών κατασκευών, σημαντικών λόγω του ιστορικού, αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, επιστημονικού ή τεχνικού τους ενδιαφέροντος, συναφή μεταξύ τους ώστε να σχηματίζουν ενότητες, που να μπορούν να οριοθετηθούν τοπογραφικά. 3. Οι τόποι: σύνθετα έργα του ανθρώπου και της φύσης, εν μέρει κτισμένα, τα οποία αποτελούν εκτάσεις τόσο χαρακτηριστικές και ομοιογενείς, ώστε να μπορούν να οριοθετηθούν τοπογραφικά και τα οποία είναι σημαντικά λόγω του ιστορικού, αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, επιστημονικού, κοινωνικού και τεχνικού τους ενδιαφέροντος» (άρθρο 1), ότι «Κάθε συμβαλλόμενος υποχρεώνεται: 1. να καθιερώσει ένα νομικό καθεστώς προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. 2. να εξασφαλίσει, μέσα σ’ αυτό το νομικό πλαίσιο και ανάλογα με τα ιδιαίτερα για κάθε Κράτος ή περιφέρεια μέτρα, την προστασία των μνημείων, των αρχιτεκτονικών συνόλων και των τόπων» (άρθρο 3), ότι «Κάθε συμβαλλόμενος υποχρεώνεται: 1. να
θέσει σε εφαρμογή, με βάση τη νομική προστασία των σχετικών
ακινήτων, κατάλληλες διαδικασίες ελέγχου και αδειών, 2. να φροντίσει, ώστε τα προστατευόμενα ακίνητα να μην αλλοιωθούν, ερειπωθούν ή κατεδαφιστούν. Γι’ αυτόν το σκοπό, κάθε συμβαλλόμενος υποχρεώνεται, εάν δεν το έχει ήδη κάνει, να εισαγάγει στη νομοθεσία του διατάξεις, που να προβλέπουν: α. την υποβολή προς τις αρμόδιες αρχές των σχεδίων κατεδάφισης ή μετατροπής μνημείων, που ήδη προστατεύονται, ή μνημείων για τα οποία έχει κινηθεί η διαδικασία προστασίας, όπως και κάθε σχεδίου που θίγει το περιβάλλον τους, β. την υποβολή στις αρμόδιες αρχές των μελετών που θίγουν το σύνολο ή τμήμα ενός αρχιτεκτονικού συνόλου ή ενός τόπου […] γ. τη δυνατότητα που παρέχεται στις δημόσιες υπηρεσίες, να ζητούν από τον ιδιοκτήτη ενός προστατευόμενου ακινήτου να πραγματοποιεί εργασίες ή να τον υποκαθιστούν σε περίπτωση που υπάρχει αδυναμία εκ μέρους του, δ. τη δυνατότητα απαλλοτρίωσης ενός προστατευόμενου ακινήτου» (άρθρο 4) και ότι «Κάθε συμβαλλόμενος υποχρεώνεται να υιοθετήσει πολιτική ολοκληρωμένης προστασίας η οποία: 1. […] 3. θα καθιστά τη συντήρηση, την αναβίωση και την ανάδειξη της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, σημαντικότατο στοιχείο της πολιτιστικής περιβαλλοντολογικής και χωροταξικής πολιτικής. […]» (άρθρο 10)». Τέλος, στο άρθρο 11 της Σύμβασης προβλέπεται ότι κάθε συμβαλλόμενος υποχρεώνεται να ενθαρρύνει: α) τη χρήση των προστατευόμενων ακινήτων, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες της σύγχρονης ζωής και β) την προσαρμογή, όταν είναι δυνατό, παλιών κτηρίων για νέες χρήσεις. Με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος έχουν υπέρτερη του νόμου τυπική ισχύ, επιβάλλεται η προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, στην οποία περιλαμβάνονται τόσο μεμονωμένα οικοδομήματα, όσο και αρχιτεκτονικά σύνολα και τόποι, κατά τα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές και, περαιτέρω, η μέριμνα για την ένταξη των προστατευόμενων αυτών στοιχείων στην οικονομική
και κοινωνική ζωή του οικείου οικισμού και για την κατά το δυνατόν εναρμόνισή τους με τον πολεοδομικό ιστό του οικισμού (ΣτΕ 2341/2009 7μ., 2340/2009 7μ., 2339/2009 7μ. κ.ά.). - Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 3028/2002 «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς» (Α΄153) ορίζεται ότι «1. Στην προστασία που παρέχεται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγεται η πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας από τους αρχαιοτάτους χρόνους μέχρι σήμερα. Η προστασία αυτή έχει ως σκοπό τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης χάριν της παρούσας και των μελλοντικών γενεών και την αναβάθμιση του πολιτιστικού περιβάλλοντος […]», στο άρθρο 2 προβλέπεται ότι «Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου: α) Ως πολιτιστικά αγαθά νοούνται οι μαρτυρίες της ύπαρξης και της ατομικής και συλλογικής δραστηριότητας του ανθρώπου. β) Ως μνημεία νοούνται τα πολιτιστικά αγαθά που αποτελούν υλικές μαρτυρίες και ανήκουν στην πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας και
των οποίων επιβάλλεται η ειδικότερη προστασία βάσει των εξής διακρίσεων: αα) Ως αρχαία μνημεία ή αρχαία νοούνται όλα τα πολιτιστικά αγαθά που ανάγονται στους προϊστορικούς, αρχαίους, βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους και χρονολογούνται έως και το 1830 […] ββ) Ως νεότερα μνημεία νοούνται τα πολιτιστικά αγαθά που είναι μεταγενέστερα του 1830 και των οποίων η προστασία επιβάλλεται λόγω της ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας τους, κατά τις διακρίσεις των άρθρων 6 και 20 γγ) Ως ακίνητα μνημεία νοούνται τα μνημεία που υπήρξαν συνδεδεμένα με το έδαφος και παραμένουν σε αυτό […] Στα ακίνητα μνημεία συμπεριλαμβάνονται οι εγκαταστάσεις, οι κατασκευές και τα διακοσμητικά και λοιπά στοιχεία που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα τους, καθώς και το άμεσο περιβάλλον τους […] δ) Ως ιστορικοί τόποι νοούνται είτε εκτάσεις στην ξηρά ή στη θάλασσα ή στις λίμνες ή στους ποταμούς που αποτέλεσαν ή που υπάρχουν ενδείξεις ότι αποτέλεσαν το χώρο εξαίρετων ιστορικών ή μυθικών γεγονότων, ή εκτάσεις που περιέχουν ή στις οποίες υπάρχουν ενδείξεις ότι περιέχονται μνημεία μεταγενέστερα του 1830, είτε σύνθετα έργα του ανθρώπου και της φύσης μεταγενέστερα του 1830, τα οποία συνιστούν χαρακτηριστικούς και ομοιογενείς χώρους, που είναι δυνατόν να οριοθετηθούν τοπογραφικά,
και των οποίων επιβάλλεται η προστασία λόγω της λαογραφικής, εθνολογικής, κοινωνικής, τεχνικής, αρχιτεκτονικής, βιομηχανικής ή εν γένει ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας τους […]» και στο άρθρο 3 ορίζεται ότι «1. Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της Χώρας συνίσταται κυρίως: α) στον εντοπισμό, την έρευνα, την καταγραφή, την τεκμηρίωση και τη μελέτη των στοιχείων της, β) στη διατήρηση και στην αποτροπή της καταστροφής, της αλλοίωσης και γενικά κάθε άμεσης ή έμμεσης βλάβης της, γ) […]. δ) στη συντήρηση και την κατά περίπτωση αναγκαία αποκατάστασή της, ε) […] στ) στην ανάδειξη και την ένταξή της στη σύγχρονη κοινωνική ζωή και ζ) στην παιδεία, την αισθητική αγωγή και την ευαισθητοποίηση των πολιτών για την πολιτιστική κληρονομιά». Εξάλλου, στο υπό τον τίτλο «Ακίνητα μνημεία και χώροι» κεφάλαιο δεύτερο του αυτού ν. 3028/2002 περιλαμβάνεται το άρθρο 6, με το οποίο ορίζεται ότι «1. Στα ακίνητα μνημεία περιλαμβάνονται: α) τα αρχαία που χρονολογούνται έως και το 1830, β) τα νεότερα πολιτιστικά αγαθά που είναι προγενέστερα των εκάστοτε τελευταίων εκατό ετών και χαρακτηρίζονται μνημεία λόγω της αρχιτεκτονικής, πολεοδομικής, κοινωνικής, εθνολογικής, λαογραφικής, τεχνικής, βιομηχανικής ή εν γένει ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας τους, γ) τα νεότερα πολιτιστικά αγαθά που ανάγονται στην περίοδο των εκάστοτε τελευταίων εκατό ετών και χαρακτηρίζονται μνημεία λόγω της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής, πολεοδομικής, κοινωνικής, εθνολογικής, λαογραφικής, τεχνικής, βιομηχανικής ή εν γένει ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας τους. 2. Ο χαρακτηρισμός ακινήτου μνημείου είναι δυνατόν να αφορά και κινητά που συνδέονται με ορισμένη χρήση του ακινήτου, τις χρήσεις που είναι σύμφωνες με το χαρακτήρα του ως μνημείου, καθώς και τον περιβάλλοντα χώρο ή στοιχεία αυτού. 3. […] 4. Τα αρχαία ακίνητα μνημεία προστατεύονται από το νόμο χωρίς να απαιτείται η έκδοση οποιασδήποτε διοικητικής πράξης. Τα ακίνητα των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 χαρακτηρίζονται μνημεία με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της Υπηρεσίας και γνώμη του Συμβουλίου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως […] 9. Η απόφαση χαρακτηρισμού ακινήτου μνημείου που εκδίδεται σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους μπορεί να ανακληθεί μόνο για πλάνη περί τα πράγματα. Η απόφαση ανάκλησης εκδίδεται κατά τη διαδικασία των παραγράφων 4 και 5 και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αφότου επέρχονται και τα αποτελέσματά της […]».Τέλος, στο άρθρο 73 παρ. 10 του αυτού νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: «Πολιτιστικά αγαθά που έχουν χαρακτηρισθεί ως προστατευόμενα σύμφωνα με τις διατάξεις της προϊσχύουσας νομοθεσίας προστατεύονται στο εξής κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Πολιτιστικά αγαθά που έχουν ήδη χαρακτηρισθεί κατά κατηγορίες χαρακτηρίζονται εκ νέου σύμφωνα με τη διαδικασία και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Έως τότε προστατεύονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου που εφαρμόζονται αναλόγως». Κατά την έννοια της διάταξης της παραγράφου 9 του άρθρου 6 του ν. 3028/2002, που απηχεί νομολογιακό κανόνα, ο οποίος διαμορφώθηκε κατά την ερμηνεία των διατάξεων του ν. 1469/1950 «περί προστασίας ειδικής κατηγορίας οικοδομημάτων και έργων τέχνης μεταγενεστέρων του 1830», εν όψει του σκοπού που επιδιώκεται με τον χαρακτηρισμό κτιρίου ως μνημείου, δηλαδή της διηνεκούς προστασίας του ως στοιχείου της πολιτιστικής κληρονομιάς, η ανάκληση της πράξης χαρακτηρισμού του, η οποία (πράξη χαρακτηρισμού) συνεπάγεται την υπαγωγή του σε ειδικό προστατευτικό καθεστώς, καθώς και η έκδοση πράξης μερικού ή ολικού αποχαρακτηρισμού του, που έχουν ως αποτέλεσμα την έξοδό του από το ανωτέρω καθεστώς, επιτρέπεται μόνο αν διαπιστωθεί αιτιολογημένα, ύστερα από νέα γνωμοδότηση του αρμόδιου Συμβουλίου, ότι ο χαρακτηρισμός είχε γίνει χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου ή ότι εμφιλοχώρησε πλάνη περί τα πράγματα (ΣτΕ 4229/2013, 3999/2004, πρβλ. ΣτΕ 4000/2008, 1712/2002, 4392/1997). - Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. β
εδ. γγ και 6 παρ. 2 του ν. 3028/2002 καθώς και του ν.2039/1992 με τον οποίο κυρώθηκε η Σύμβαση της Γρανάδας, διότι, όπως ισχυρίζεται το αιτούν Ίδρυμα, κατά τη βούληση του νομοθέτη σκοπός των διατάξεων αυτών είναι η προστασία κτιρίων που έχουν χαρακτηριστεί ως μνημεία και του άμεσου περιβάλλοντός των, η δε έννοια του άμεσου περιβάλλοντος ερμηνεύεται συσταλτικά και περιοριστικά όπως επιβάλλεται από τη γραμματική διατύπωση του νόμου με την χρήση του όρου «άμεσος». Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την απόφαση ΥΠΠΟ/
ΔΙΛΑΠ/Γ/3658/61137/14.12.1994 του Υπουργού Πολιτισμού χαρακτηρίστηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του
ν. 1469/1950, το κτίριο επί της οδού Γηροκομείου 12 στην Πάτρα
μαζί με τον περιβάλλοντα χώρο του. Ειδικότερα, ως προστατευόμενο χαρακτηρίσθηκε το ακίνητο στο σύνολό του, όπως αυτό αποτυπώνεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο συνημμένο στην ως άνω απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο επίσης δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β΄979). Ο χαρακτηρισμός του ακινήτου εχώρησε, διότι κρίθηκε ότι το εν λόγω ακίνητο «αποτελεί σημαντικό δείγμα της ιστορίας της αρχιτεκτονικής και είναι συνδεδεμένο με τις ιστορικές μνήμες των κατοίκων της πόλης αφού αποτέλεσε τόπο μαρτυρίου αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής». Σύμφωνα, επομένως, με την απόφαση αυτή του Υπουργού Πολιτισμού ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο χαρακτηρίστηκε το κτίριο μαζί με τον περιβάλλοντα χώρο του στα όρια της ιδιοκτησίας και
όχι απλώς το κτίριο με το άμεσο περιβάλλον του, κρίθηκε δηλαδή προστατευτέο το κτίριο μαζί με τον περιβάλλοντα χώρο του, όπως αυτός αποτυπώνεται και προσδιορίζεται στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα. Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί, με τις διατάξεις του κ.ν. 5351/1932 και του
ν. 1469/1950, δυνάμει των οποίων εχώρησε ο χαρακτηρισμός του ακινήτου το έτος 1994, επιδιώκεται η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος προστασία και των μεταγενεστέρων του 1830 πολιτιστικών αγαθών με τον χαρακτηρισμό ως διατηρητέων, συνέπεια του οποίου είναι η υπαγωγή τους σε περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας που είναι απαραίτητα για την εξασφάλιση της προστασίας αυτής. Ο χαρακτηρισμός δε κτιρίου ως μνημείου, που δεν εξαρτάται ούτε επηρεάζεται από το ιδιοκτησιακό του καθεστώς, μπορεί να αφορά όχι μόνο συγκεκριμένο κτίσμα, αλλά και τον χώρο ο οποίος το περιβάλλει, αν αυτός, μεταξύ άλλων, είτε είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένος με το κτίσμα, με συνέπεια η μορφολογία του να επηρεάζεται από αυτόν, είτε ως σύνολο έχουν ιστορικό χαρακτήρα (ΣτΕ 2179/2008) είτε είναι αναγκαίος για την προβολή και ανάδειξη του μνημείου (ΣτΕ 2401/1978, 3348/1977, 2127/1975 κ.ά.). Εξάλλου, κατά τα ήδη εκτεθέντα, στο άρθρο 73 παρ. 10 του ν. 3028/2002 ορίζεται ότι τα πολιτιστικά αγαθά που έχουν χαρακτηρισθεί ως προστατευόμενα σύμφωνα με τις διατάξεις της προϊσχύουσας νομοθεσίας προστατεύονται στο εξής κατά τις διατάξεις του ν. 3028/2002, στο δε άρθρο 1 της σύμβασης της Γρανάδας ορίζεται ότι στην αρχιτεκτονική κληρονομιά περιλαμβάνονται τα μνημεία, ήτοι κάθε κατασκευή η οποία είναι ιδιαίτερα σημαντική, μεταξύ άλλων, και λόγω του ιστορικού ενδιαφέροντός της. Κατά συνέπεια, ο παραπάνω λόγος ακυρώσεως, καθ’ ο μέρος ερείδεται στον ισχυρισμό ότι η πράξη χαρακτηρισμού του μνημείου αφορούσε κατά τον νόμο ή τον σκοπό της πράξης μόνον το κτίριο και το άμεσο περιβάλλον του, πρέπει να απορριφθεί ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, κατά το μέρος δε με το οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει τις διατάξεις της Σύμβασης της Γρανάδας και των άρθρων 2 (παρ. β εδ. γγ) και 6 παρ. 2 ν. 3028/2002 είναι επίσης απορριπτέος, ως αβάσιμος. - Επειδή, εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο εκπολιτιστικός σύλλογος Καντριάνικα-Συνόρων-Παγώνας Αγίας Αλεξιώτισσας με την από 7.1.1985 αίτηση προς τον Υπουργό Πολιτισμού και Επιστημών ζήτησε τον χαρακτηρισμό του παραδοσιακού νεοκλασικού κτιρίου «βίλα Λυμπερόπουλου» ως διατηρητέου, εκθέτοντας συγχρόνως ότι το κτίριο έχει ιδιαίτερη ιστορική σημασία, διότι στη διάρκεια της κατοχής αποτέλεσε κρατητήριο μελλοθανάτων πατριωτών και οι κάτοικοι της πόλης πραγματοποιούν ετήσιο μνημόσυνο στη μνήμη των εκτελεσθέντων και καταθέτουν στεφάνι στα υπόγεια του κτιρίου. Στη συνέχεια, με το ΥΠΠΟ/2ηΕΝΜ/Φ02-β/1516/28.9.1989 έγγραφο της Προϊσταμένης της 2ης Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων διατυπώθηκε θετική εισήγηση για τον χαρακτηρισμό του ανωτέρω κτιρίου, που βρίσκεται επί της οδού Γηροκομείου 12 στην Πάτρα, ως έργου τέχνης αλλά και ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου. Συγκεκριμένα, στην εισήγηση περιγράφονται αναλυτικά τα αξιόλογα μορφολογικά και αρχιτεκτονικά στοιχεία του κτιρίου και, μεταξύ άλλων, εκτίθεται ότι πρόκειται για κτίριο με εξαιρετικό ενδιαφέρον που κατασκευάσθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα, ότι εκτός από το μορφολογικό του ενδιαφέρον έχει επίσης και μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον, διότι στη διάρκεια της κατοχής χρησιμοποιήθηκε ως αρχηγείο της γερμανικής στρατιωτικής αστυνομίας (Γκεστάπο) και το υπόγειο του κτιρίου χρησίμευε ως κρατητήριο μελλοθανάτων και ομήρων και ως τόπος βασανιστηρίων των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, ότι εκτελέστηκαν ομαδικά κάτοικοι της προσφυγικής συνοικίας που ήταν φυλακισμένοι στο κτίριο και ότι τα γεγονότα αυτά σημάδεψαν τη μνήμη των ανθρώπων της πόλης και για τον λόγο αυτό τελείται ετήσιο μνημόσυνο στην μνήμη των εκτελεσθέντων και στη συνέχεια πραγματοποιείται πορεία και κατάθεση στεφάνου στα υπόγεια του κτιρίου. Η εισήγηση της Εφορείας διαβιβάσθηκε στο Τμήμα Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού και κοινοποιήθηκε στο αιτούν Ίδρυμα “Άρτος Ζωής” για να εκθέσει τις απόψεις του. Εξάλλου, με την εισήγηση συμφώνησαν τόσο ο ιστορικός Μ.Ζάννος του Τμήματος Νεωτέρων Μνημείων, ο οποίος σημείωσε επί της ανωτέρω εισήγησης της Εφορείας ότι συμφωνεί με τον χαρακτηρισμό του κτιρίου ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου, διότι υπήρξε τόπος μαρτυρίου πολλών αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και είναι στενά συνδεδεμένο με τις μνήμες των κατοίκων της Πάτρας, όσο και ο Προϊστάμενος του Τμήματος Δ. Ορφανουδάκης. Ακολούθως, με το ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/3259/48685/21.11.1989 έγγραφο του Τμήματος Νεωτέρων Μνημείων ο φάκελος διαβιβάσθηκε εκ νέου στη 2η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων, προκειμένου να συμπληρωθεί με τις πηγές από τις οποίες αντλούνται τα ιστορικά στοιχεία και με φωτογραφίες για το σύνολο των όψεων του κτιρίου. Στη συνέχεια απεστάλη το Φ02-β/2063π.ε./4.1.1990 έγγραφο της Εφορείας, στο οποίο αναφέρεται ότι οι μαρτυρίες είναι προφορικές και προκύπτουν από τους κατοίκους της περιοχής αλλά και από τα πρόσωπα που υπέστησαν βασανιστήρια στα υπόγεια του κτιρίου, έγγραφη δε μαρτυρία υπάρχει στο «Ιστορικό Λεξικό των Πατρών» του Τριανταφύλλου, στο οποίο το κτίριο αναφέρεται ως «φυλακαί Λυμπεροπούλου». Κατόπιν τούτων, με το ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/88/
1041/6.2.1990 έγγραφο της Διεύθυνσης Λαϊκού Πολιτισμού του Υπουργείου Πολιτισμού το θέμα παραπέμφθηκε στο Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων. Εν όψει της εισαγωγής του θέματος του χαρακτηρισμού του κτιρίου στο Κεντρικό Συμβούλιο απεστάλη συμπληρωματικά από τη 2η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων το Φ02-β/1289/10.10.1990 έγγραφο, συνοδευόμενο από σχετικό σχεδιάγραμμα, στο οποίο αναφέρονται τα εξής: «Σε συνέχεια των α, β σχετικών, σας υποβάλλουμε σχεδιάγραμμα της προτεινόμενης προς προστασία ζώνης που ορίζεται από τα ΑΒΓΔΑ, γύρω από το κτήριο της οδού Γηροκομείου 12… και παρακαλούμε για τις ενέργειές σας δεδομένου ότι το κτήριο έχει προταθεί για χαρακτηρισμό εκτός από έργο τέχνης και σαν ιστορικό διατηρητέο μνημείο». Επακολούθησε η ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/368/4586/6.2.1992 θετική εισήγηση της Διεύθυνσης Λαϊκού Πολιτισμού του Υπουργείου Πολιτισμού προς το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων, κοινοποιηθείσα και στο αιτούν Ίδρυμα, με θέμα «Παραπομπή θέματος περί χαρακτηρισμού ή μη ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου και έργου τέχνης κτιρίου στην οδό Γηροκομείου 12, στην Πάτρα ιδ. Λυμπεροπούλειου Φιλανθρωπικού Ιδρύματος “Άρτου Ζωής” και συμπλήρωση χαρακτηρισμού με ορισμό ζώνης προστασίας με στοιχεία ΑΒΓΔΑ όπως φαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα». Το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων συμφώνησε με την εισήγηση της Διεύθυνσης και γνωμοδότησε ομόφωνα (πρακτικό 26/10.11.1994 θέμα 18ο) υπέρ του χαρακτηρισμού του κτιρίου ως μνημείου μαζί με τον περιβάλλοντα χώρο του, όπως ο χώρος αυτός αποτυπώνεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα. Μετά ταύτα, εκδόθηκε η απόφαση ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/3658/61137/14.12.1994 του Υπουργού Πολιτισμού (Β΄979), με την οποία το κτίριο μαζί με τον περιβάλλοντα χώρο του, όπως ο χώρος αυτός αποτυπώνεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο συνημμένο στην απόφαση τοπογραφικό διάγραμμα, χαρακτηρίσθηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1469/1950, με την αιτιολογία ότι «αποτελεί σημαντικό δείγμα της ιστορίας της αρχιτεκτονικής και είναι συνδεδεμένο με τις ιστορικές μνήμες των κατοίκων της πόλης αφού αποτέλεσε τόπο μαρτυρίου αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής». Μεταγενεστέρως, 16 περίπου έτη μετά τον χαρακτηρισμό, το αιτούν Ίδρυμα υπέβαλε προς την Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Δυτικής Ελλάδος (εφεξής: ΥΝΜΤΕ) την από 30.9.2010 αίτηση-υπόμνημα, με την οποία ζήτησε την αναοριοθέτηση του περιβάλλοντος χώρου του ανωτέρω μνημείου και την άρση του χαρακτηρισμού σε τμήμα του οικοπέδου εμβαδού 3.738,56 τ.μ. Σύμφωνα με την εν λόγω αίτηση το κτίριο βρίσκεται σε οικόπεδο εμβαδού 6.733 τ.μ. κατά τον τίτλο κτήσεως και κατά πρόσφατη καταμέτρηση 4.757,57 τ.μ. εντός των ορίων του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου Πατρών και το οικόπεδο, πλην του κτιρίου, δεν παρουσιάζει κανένα άλλο ιστορικό ή αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, διότι πρόκειται για κενό κατά τα λοιπά γήπεδο άνευ κτισμάτων, μνημείων, σημείων και ιστορικών αναφορών. Επί της ανωτέρω αίτησης συνετάγη η από 17.3.2011 έκθεση τεκμηρίωσης της ΥΝΜΤΕ Δυτικής Ελλάδος, στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο περιβάλλων χώρος του κτιρίου αποτελείται από 4 επίπεδα που «ορίζονται εντός της ιδιοκτησίας με αναλημματικούς πέτρινους φέροντες τοίχους», ότι το κτίριο βρίσκεται στο ΒΔ τμήμα του οικοπέδου προς την οδό Γηροκομείου, μεταξύ του 1ου και του 2ου επιπέδου με την κύρια είσοδό του προς την οδό αυτή, όπου υπάρχει και το διώροφο τμήμα του, ενώ η πίσω όψη βρίσκεται στο 2ο επίπεδο στο οποίο υπάρχει το τριώροφο τμήμα του, ότι ο στενός περιβάλλων χώρος του οριοθετείται από πέτρινους αναλημματικούς τοίχους και χαρακτηρίζεται από πλούσια βλάστηση υψηλών δέντρων κυρίως στην πρόσοψη του οικοπέδου αλλά και στην πίσω όψη όπου υπάρχουν δύο υψηλοί φοίνικες, ότι το υπόλοιπο οικόπεδο χαρακτηρίζεται από χαμηλή βλάστηση κυρίως περιμετρικά από οπωροφόρα δένδρα και ελιές, ότι το εμβαδόν του στενού ακαλύπτου χώρου είναι 1.019 τ.μ., μεγαλύτερο δηλαδή από το εμβαδόν που προβλέπεται από τους όρους δόμησης (300 μ. με 10 μ. πρόσωπο) και ότι οι πλάγιες αποστάσεις του διατηρητέου από τα όρια του στενού περιβάλλοντος χώρου είναι από την ανατολική πλευρά 5,35 μ. και από τη νότια πλευρά 11,6 μ., ήτοι μεγαλύτερες από την προβλεπόμενη απόσταση Δ, που του εξασφαλίζουν τον απαιτούμενο ηλιασμό και αερισμό και καθιστούν το υπάρχον μνημείο εμφανές σε όλες τις όψεις του. Περαιτέρω, στην ανωτέρω έκθεση τεκμηρίωσης αναφέρεται ότι η ΥΝΜΕΤΕ Δυτικής Ελλάδος δεν έχει αντίρρηση για τον επανακαθορισμό του περιβάλλοντος χώρου του κτιρίου, σύμφωνα με το τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την αίτηση του αιτούντος Ιδρύματος. Κατόπιν τούτων, ο φάκελος διαβιβάστηκε στη Διεύθυνση Νεώτερης και Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, η οποία συνέταξε την από 23.5.2011 εισήγηση προς το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων (εφεξής: ΚΣΝΜ). Στην εισήγηση της Διεύθυνσης επαναλαμβάνονται οι προαναφερθείσες απόψεις της ΥΝΜΤΕ Δυτ. Ελλάδος και εκτίθεται περαιτέρω ότι «Η Διεύθυνσή μας εκτιμά ότι η αρχική κήρυξη -σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1469/1950- έγινε με σκοπό αφενός να προστατευθεί το κτίριο και αφετέρου για να ελεγχθεί τυχόν οικοδομική δραστηριότητα εντός του οικοπέδου. Η προστασία του κτιρίου δεν μεταβάλλεται ούτε μειώνεται από τον επανακαθορισμό του περιβάλλοντος χώρου. Επιπλέον για το υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου υφίσταται η δυνατότητα ελέγχου από το ΥΠΠΟΤ κατά τις διατάξεις του άρθρου 10
παρ. 3 του ν. 3028/2002». Τέλος, στην ίδια εισήγηση προς το Κεντρικό Συμβούλιο αναφέρεται ότι η Διεύθυνση εισηγείται υπό όρους (έγκριση του ΥΠΟΤ για κάθε οικοδομική δραστηριότητα, απαγόρευση κοπής δένδρων, συντήρηση και διατήρηση των αναλημματικών τοίχων, των μανδρότοιχων και των λοιπών διαμορφώσεων), την έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 του επανακαθορισμού του περιβάλλοντος χώρου του κτιρίου, όπως ο χώρος αυτός αποτυπώνεται σε σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα, διότι από τον επανακαθορισμό δεν προκαλείται άμεση ή έμμεση βλάβη του προστατευομένου μνημείου. Μετά ταύτα, ο φάκελος της υπόθεσης παραπέμφθηκε στο Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων, το οποίο, με το 18/23.6.2011 πρακτικό του, γνωμοδότησε υπέρ της απόρριψης του αιτήματος της μερικής ανάκλησης της απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού του έτους 1994, ενώ ορισμένα μέλη του Συμβουλίου υποστήριξαν ότι στην Υπουργική Απόφαση του έτους 1994 υπήρξε πλάνη περί τα πράγματα ως προς το τμήμα υπό τα στοιχεία Α,Β,Γ,Υ,Θ,Χ,Ψ. Ειδικότερα, κατά τη συζήτηση ενώπιον του ΚΣΝΜ, όπως προκύπτει από το ανωτέρω πρακτικό, η Προϊσταμένη της ανωτέρω Διεύθυνσης ανέπτυξε προφορικά το ιστορικό της υπόθεσης και την προεκτεθείσα εισήγηση της Υπηρεσίας. Εντούτοις, ο Προεδρεύων του Κεντρικού Συμβουλίου επισήμανε, κατ’ αρχάς, ότι το θέμα δεν τίθεται σωστά από πλευράς των Υπηρεσιών του Υπουργείου, διότι με την απόφαση του έτους 1994 χαρακτηρίσθηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο το κτίριο και ο περιβάλλων χώρος και, συνεπώς, κατά το άρθρο 6 του ν. 3028/2002, αν υπάρχει πλάνη περί τα πράγματα, μπορεί να ανακληθεί εν μέρει η πράξη και όχι να γίνει επανακαθορισμός του χώρου. Το μέλος του Συμβουλίου Ε.Γατοπούλου σημείωσε ότι την περίοδο εκείνη οι χαρακτηρισμοί γινόταν για το κτίριο με τον περιβάλλοντα χώρο ως ζώνη προστασίας του, διότι ο ν. 1469/1950 δεν προέβλεπε, όπως ο ν. 3028/2002, ότι προστατεύεται και το περιβάλλον ενός μνημείου και ότι ο λόγος που είχε περιληφθεί στον χαρακτηρισμό ο περιβάλλων χώρος ήταν να διασφαλιστεί η προβολή και ανάδειξη του μνημείου. Στη συνέχεια, αφού διευκρινίστηκε ότι ο χαρακτηρισμός αφορούσε το σύνολο του οικοπέδου, η εισηγήτρια σημείωσε ότι διαφωνεί με την εισήγηση της Εφορείας, η δε Ε.Γατοπούλου διευκρίνισε ότι γνωρίζει προσωπικώς ότι το κτίριο πράγματι χρησιμοποιήθηκε ως χώρος εγκατάστασης Γερμανών αξιωματούχων, πλην διαπιστώθηκε αργότερα ότι οι εκτελέσεις δεν γινόταν στο κτίριο και ενδεχομένως αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ένα στοιχείο για να θεμελιωθεί πλάνη περί τα πράγματα. Αντιθέτως, η Μ.Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη, μέλος του Συμβουλίου, συμφωνώντας με το μέλος Π.Τουρνικιώτη, σημείωσε ότι ο «… χαρακτηρισμός περιλαμβάνει και το κτήριο και τον περιβάλλοντα χώρο, όσο και να είναι μεγάλος, γιατί αυτός είναι ο περιβάλλων χώρος του συγκεκριμένου κτηρίου, αυτός είναι και στη μνήμη, έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα ανεξάρτητα δηλαδή για τις εκτελέσεις, και στην ιστορική μνήμη της πόλης όλης…». Ακολούθως, προσήλθαν ενώπιον του ΚΣΝΜ και εξέθεσαν τις απόψεις τους η νομική σύμβουλος και ο εκπρόσωπος του αιτούντος Ιδρύματος, οι οποίοι απάντησαν στις ερωτήσεις των μελών και ανέφεραν ότι από παραδρομή χαρακτηρίσθηκε, βάσει τοπογραφικού σκαριφήματος, ως μνημείο το σύνολο του οικοπέδου και ότι το Ίδρυμα ζητεί εν μέρει τον αποχαρακτηρισμό του μνημείου προκειμένου να το αξιοποιήσει, ώστε να ικανοποιήσει τους καταστατικούς του σκοπούς. Το μέλος Γ.Γκανασούλης επισήμανε ότι η διαχείριση του μνημείου γίνεται πλέον δυνάμει του
ν. 3028/2002 και ότι με βάση τα υφιστάμενα στοιχεία ένα τμήμα του χώρου θα μπορούσε να αποδεσμευθεί. Τελικώς, η πλειοψηφία των μελών του ΚΣΝΜ διατύπωσε με το προαναφερθέν πρακτικό 18/23.6.2011 τη γνώμη ότι δεν πρέπει να ανακληθεί εν μέρει η απόφαση χαρακτηρισμού του μνημείου, ενώ τρία μέλη διατύπωσαν την άποψη ότι υπήρξε πλάνη περί τα πράγματα ως προς ένα τμήμα του οικοπέδου του ακινήτου. Μετά ταύτα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού με την οποία δεν εγκρίθηκε η εν μέρει ανάκλησή
της απόφασης ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/3658/61137/14.12.1994 του Υπουργού Πολιτισμού, με την αιτιολογία ότι από τα προαναφερθέντα στοιχεία του φακέλου, στα οποία περιλαμβάνονται η εισήγηση της ΔΝΣΑΚ και η 18/23.6.2011 γνωμοδότηση του ΚΣΝΜ, δεν στοιχειοθετείται πλάνη περί τα πράγματα. - Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη και ακυρωτέα, διότι αποκλίνει χωρίς νόμιμη αιτιολογία, αλλά και με αόριστη και αντιφατική αιτιολογία, από τις εισηγήσεις της Υπηρεσίας Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Δυτικής Ελλάδος και της Διεύθυνσης Νεώτερης και Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς, οι οποίες πρότειναν τη μερική ανάκληση της απόφασης του έτους 1994 ως προς το εύρος του χαρακτηρισμού του περιβάλλοντος χώρου του κτιρίου. Προβάλλεται, ακόμη, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού δεν αιτιολογείται ειδικώς, όπως απαιτείται από το άρθρο 20 παρ. 2 εδ. β΄ του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και τη σχετική εγκύκλιο του ΥΠΠΟ σε περίπτωση απόκλισης από τις εισηγήσεις των Υπηρεσιών καθώς και ότι εκδόθηκε κατά πλάνη περί τα πράγματα. Από τα παρατιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός το έτος 1994 του ακινήτου επί της οδού Γηροκομείου 12 στην Πάτρα εχώρησε για δύο αυτοτελείς λόγους, οι οποίοι συνεκτιμήθηκαν και οδήγησαν στον χαρακτηρισμό του ακινήτου ως διατηρητέου μνημείου στο σύνολό του. Ειδικότερα, από τα αρμόδια όργανα του Υπουργείου Πολιτισμού αξιολογήθηκε, αφενός, ότι το κτίριο είχε μεγάλη αρχιτεκτονική αξία ως έργο τέχνης και, αφετέρου, ότι το ακίνητο στο σύνολό του, δηλαδή το κτίριο με τον περιβάλλοντα χώρο του («ζώνη προστασίας υπό τα στοιχεία ΑΒΓΔΑ»), είχε μεγάλη ιστορική σημασία ως τόπος μαρτυρίου των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, γεγονός το οποίο συνδέεται με τις ιστορικές μνήμες των κατοίκων της Πάτρας. Περαιτέρω, κατά τη διαδικασία χαρακτηρισμού του μνημείου που διήρκεσε πέντε περίπου έτη (1989-1994), και με δεδομένο ότι η αξία του κτιρίου από αρχιτεκτονική άποψη ήταν πασιφανής και αδιαμφισβήτητη, εξετάσθηκαν διεξοδικά τα στοιχεία που αφορούσαν την ιστορική σημασία του ακινήτου. Επιπροσθέτως, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός του ακινήτου ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου περιορίσθηκε μόνον στο κτίριο ή ότι, κατά το μέρος που αφορούσε το σύνολο του ακινήτου, απέβλεψε και σε άλλους σκοπούς, όπως τον περιορισμό της οικοδομικής δραστηριότητας ή τη διαφύλαξη της υφισταμένης στο οικόπεδο βλάστησης, αφού παρεμφερή στοιχεία κρίσης και αξιολόγησης ουδόλως αναφέρονται στις σχετικές, τότε, εισηγήσεις των αρμοδίων Υπηρεσιών και το πρακτικό 26/10.11.1994 (θέμα 18ο) του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων δυνάμει των οποίων εχώρησε ο χαρακτηρισμός. Εξάλλου, οι μεταγενέστερες εισηγήσεις των αρμοδίων Υπηρεσιών που υποβλήθηκαν επί της από 30.9.2010 αίτησης «αναοριοθέτησης» του προστατευομένου ακινήτου, καθώς και η γνώμη ορισμένων μελών του ΚΣΝΜ που τάχθηκαν υπέρ της μερικής ανάκλησης του χαρακτηρισμού σε τμήμα του οικοπέδου, δεν κλονίζουν την αιτιολογία της προσβαλλομένης. Και τούτο, διότι στη μεν από 17.3.2011 έκθεση τεκμηρίωσης της ΥΝΜΤΕ Δυτικής Ελλάδος δεν αναφέρονται στοιχεία που τεκμηριώνουν πλάνη περί τα πράγματα της απόφασης χαρακτηρισμού ως προς την ιστορική σημασία του κτιρίου και το εύρος της προστασίας του ακινήτου στο σύνολό του, στη δε από 23.5.2011 εισήγηση της Διεύθυνσης Νεώτερης και Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς προς το ΚΣΝΜ αναφέρεται ότι κατά την εκτίμηση της Διεύθυνσης ο χαρακτηρισμός του ακινήτου στο σύνολό του απέβλεψε και στον έλεγχο της οικοδομικής δραστηριότητας εντός του οικοπέδου, πλην η τελευταία αυτή διαπίστωση δεν ανταποκρίνεται στα προαναφερθέντα στοιχεία του φακέλου και
την αιτιολογία της πράξης χαρακτηρισμού. Επιπλέον, οι εισηγήσεις επικεντρώνονται κυρίως στην αξία του κτιρίου ως σημαντικού δείγματος της ιστορίας της αρχιτεκτονικής και δεν αμφισβητούν τη συνδρομή των στοιχείων ως προς την ιστορική σημασία και αξία του μνημείου στο σύνολό του, το οποίο, σύμφωνα με την απόφαση χαρακτηρισμού, αποτυπώθηκε ενιαία και ως ενότητα κτιρίου και περιβάλλοντος χώρου στην ιστορική μνήμη των κατοίκων της Πάτρας. Εξάλλου, σε σχέση με τον χαρακτηρισμό και την ιστορική σημασία και αξία του μνημείου δεν ανέκυψαν νεότερα στοιχεία ούτε άλλωστε το αιτούν Ίδρυμα στην από 30.9.2010 αίτηση παρέθεσε νεότερα ή προϋφιστάμενα στοιχεία που δεν είχαν εκτιμηθεί και τα οποία αναιρούν ή ανατρέπουν τους λόγους χαρακτηρισμού του επίμαχου ακινήτου ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου, ώστε να στοιχειοθετείται πλάνη περί τα πράγματα και να είναι δυνατή, κατά τον νόμο, η εν μέρει ανάκληση του χαρακτηρισμού, δοθέντος και ότι, όπως σημειώθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ΚΣΝΜ από ορισμένα μέλη του Συμβουλίου, για την απόφαση χαρακτηρισμού δεν ήταν κρίσιμο αν οι εκτελέσεις των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης γινόταν στο κτίριο ή στον περιβάλλοντα χώρο του ή σε άλλο τόπο. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η προσβαλλόμενη απόφαση ΥΠΠΟΤ/ΔΝΣΑΚ/67038/
1276/23.8.2011 του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς, οι δε προαναφερθέντες λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται ότι η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης και επαρκούς αιτιολογίας και ότι ο αρχικός χαρακτηρισμός εχώρησε κατά πλάνη περί τα πράγματα, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος Ιδρύματος, με την προσβαλλομένη δεν αποδεικνύεται ότι ο χαρακτηρισμός του κτιρίου με τον περιβάλλοντα χώρο του βασίζεται σε πραγματικά στοιχεία, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, ο δε λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη εκδόθηκε κατά πλάνη περί τα πράγματα πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτος. - Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη είναι ακυρωτέα διότι εκδόθηκε κατά κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας και
καθ’ υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης, αφού από την έκδοσή της επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στο κατοχυρωμένο συνταγματικώς και υπερνομοθετικώς προστατευόμενο έννομο αγαθό της ιδιοκτησίας του αιτούντος Ιδρύματος, χωρίς να εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον. Όπως αναφέρθηκε (ανωτ. σκ. 9), κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 9 του ν. 3028/2002, ανάκληση του χαρακτηρισμού μνημείου επιτρέπεται μόνον εφόσον διαπιστωθεί αιτιολογημένα και ύστερα από γνώμη του αρμόδιου Συμβουλίου ότι κατά τον χαρακτηρισμό εμφιλοχώρησε πλάνη περί τα πράγματα. Εξάλλου, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε αιτιολογημένα ότι δεν εμφιλοχώρησε πλάνη περί τα πράγματα κατά τον χαρακτηρισμό του επίμαχου ακινήτου στο σύνολό του ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου. Ως εκ τούτου, η Διοίκηση εν προκειμένω δεν είχε κατά τον νόμο διακριτική ευχέρεια για την εν μέρει ανάκληση του χαρακτηρισμού, αλλά ήταν υποχρεωμένη, είχε δηλαδή δέσμια αρμοδιότητα, να διατηρήσει την προστασία του μνημείου στο σύνολό του με βάση τον υφιστάμενο χαρακτηρισμό. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. - Επειδή, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος διάσωση των πολιτιστικών στοιχείων και η εν γένει προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς συνιστά θεμιτό περιορισμό του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος (ΣτΕ 1333/2013 κ.ά.). Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19 του ν. 3028/2002 ρυθμίζεται, σε συμμόρφωση άλλωστε προς την επιταγή του άρθρου 24 παρ. 6 του Συντάγματος, το θέμα της αποζημίωσης του ιδιοκτήτη ακινήτου, στο οποίο επιβλήθηκαν δυσμενείς όροι που έχουν ως συνέπεια τον περιορισμό ή τη στέρηση της χρήσης του, και παρέχεται στον θιγόμενο η δυνατότητα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, να επιδιώξει με αίτησή του προς τη Διοίκηση την αναγκαστική απαλλοτρίωση ή την απευθείας εξαγορά του ακινήτου του από το Δημόσιο, άλλως την αποζημίωσή του λόγω στέρησης της χρήσης της ιδιοκτησίας του (ΣτΕ 3419/2011 7μ. κ.ά.). Ενόψει των ανωτέρω, και δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά δεσμία αρμοδιότητα εντός του πλαισίου που ορίζουν οι προστατευτικές για την πολιτιστική κληρονομία της χώρας διατάξεις του Συντάγματος και του ν. 3028/2002, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη παραβιάζει την εν λόγω αρχή, διότι η δέσμευση των δικαιωμάτων του αιτούντος Ιδρύματος συνιστά επαχθές μέτρο ακραίας επιδείνωσης της οικονομικής του κατάστασης με αποτέλεσμα την παρακώλυση της πραγμάτωσης των σκοπών του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
- Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.






