ΣτΕ 1863/2016 [Κατεδάφιση οικίας Γρ. Λαμπράκη στην Κερασίτσα]
Περίληψη
-Σε περίπτωση κατεδάφισης κτιρίου ή παραρτήματός του χωρίς άδεια, και εφόσον δεν πρόκειται για κτίσμα το οποίο έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέο με βάση τις διατάξεις του ΓΟΚ 1973 ή του ΓΟΚ 1985, δηλαδή για κτίσμα το οποίο εμπίπτει στις ρυθμίσεις του άρθρου 1 του προαναφερθέντος από 15.4/28.4.1988 π.δ. και για το οποίο υφίσταται υποχρέωση ανακατασκευής του, προβλέπεται μεν από τις προπαρατεθείσες διατάξεις η επιβολή προστίμου για την αυθαίρετη κατεδάφιση κτίσματος από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, δεν προβλέπεται όμως, κατ’ αρχήν, και η επιβολή προστίμου για την «αυθαίρετη διατήρηση» της κατεδάφισης. Η αίτηση για την ανάκληση απόφασης της Επιτροπής εξέτασης ενστάσεων αυθαιρέτων μη νομίμως εξετάσθηκε επί της ουσίας από τον Προϊστάμενο του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Ν.Α.Αρκαδίας και απορρίφθηκε με πράξη του, αφού κατά το νόμο αρμόδιο όργανο για την επανεξέταση της υπόθεσης που είχε κριθεί οριστικά με την ανωτέρω απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 4 παρ. 4 του π.δ. 267/1998 και την ανάκληση ή την τροποποίηση της απόφασης ή την απόρριψη της σχετικής αίτησης του ενδιαφερομένου είναι η Επιτροπή. Ο λόγος εφέσεως, κατά τον οποίο έσφαλε το δικάσαν στην κρίση του, διότι η από 25.8.2009 αίτηση αναρμοδίως εξετάσθηκε και απορρίφθηκε με πράξη του Προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομίας και Κτιριοδομικών Εφαρμογών της Ν.Α. Αρκαδίας, παραδεκτώς προβάλλεται το πρώτον κατ’ έφεση, καθόσον ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον ακυρωτικό δικαστή, περαιτέρω δε σύμφωνα με τα ανωτέρω είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Πρόεδρος: Ν. Ρόζος
Εισηγητής: Δ. Βασιλειάδης
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την έφεση αυτή ζητείται η εξαφάνιση της απόφασης 315/2010 του Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως των εκκαλούντων κατά της 3650/25.9.2009 πράξης του Προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομίας και Κτιριοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αρκαδίας. Με την τελευταία αυτή πράξη απορρίφθηκε η από 25.8.2009 αίτηση τεσσάρων εκ των εκκαλούντων (1ης, 2ης, 4ης και 5ου), με την οποία ζήτησαν την ανάκληση της 46/24.11.2003 έκθεσης αυτοψίας και κάθε συναφούς πράξης της Πολεοδομικής Υπηρεσίας, δυνάμει των οποίων επιβλήθηκε σε βάρος τους πρόστιμο για την αυθαίρετη κατεδάφιση της οικίας Γρηγόρη Λαμπράκη, στην Κερασίτσα του Ν. Αρκαδίας, η οποία με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού είχε χαρακτηρισθεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1469/1950.
- Επειδή, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 283 παρ. 2 του ν. 3852/2010 (Α΄87), όπως το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 13 του ν. 4071/2012 (Α΄85) και ισχύει κατ’ άρθρο 47 αυτού από 11.4.2012, «Οι εκκρεμείς δίκες των πρώην Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, εκτός από αυτές που αφορούν πράξεις ή παραλείψεις των πολεοδομικών γραφείων που συνεχίζονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες για τα θέματα αυτά, συνεχίζονται, αυτοδικαίως, από τις ιδρυόμενες περιφέρειες, χωρίς να διακόπτονται και χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισης για την καθεμία από αυτές». Επομένως, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, η παρούσα δίκη με το προαναφερθέν αντικείμενο νομίμως συνεχίζεται αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση κατά του Δήμου Τρίπολης, ο οποίος νομιμοποιείται πλέον παθητικώς ως εφεσίβλητος και διαβίβασε τον φάκελο της υπόθεσης και τις απόψεις επί της κρινόμενης έφεσης.
- Επειδή, το δικόγραφο της κρινόμενης έφεσης υπογράφεται από τους δικηγόρους Μιχ.Αρμόνη και Δ.Βερβεσό. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο οι εκκαλούντες παρέστησαν με τον δικηγόρο Β.Παπαδημητρίου, τον οποίο διόρισε στο ακροατήριο η 2η εκκαλούσα Δήμητρα Λαμπράκη, ενώ για τη νομιμοποίησή του από τους λοιπούς εκκαλούντες χορηγήθηκε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμία έως 5.2.2014. Εντός, όμως, της χορηγηθείσας προθεσμίας οι λοιποί εκκαλούντες, Αριστέα συζ. Π.Μπούτου το γένος Ανδρέα Σουβαλιώτου, Ιωάννα Μπούτου, Δήμητρα συζ. Ε. Μπαταργιά το γένος Π. Χαραλάμπους, Θεόδωρος Λαμπράκης και Γεώργιος Λαμπράκης (1η, 3η, 4η, 5ος και 6ος κατά τη σειρά του δικογράφου) δεν προσκόμισαν συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο για τη νομιμοποίηση του δικηγόρου που παρέστη. Συνεπώς, η παράσταση του ανωτέρω δικηγόρου στο ακροατήριο για τους εκκαλούντες 1η, 3η, 4η, 5ο και 6ο πρέπει να κηρυχθεί άκυρη, κατ’ ακολουθίαν δε τούτου το από 4.2.2014 υπόμνημα κατά το μέρος που αφορά τους παραπάνω εκκαλούντες δεν λαμβάνεται υπόψη, διότι από αυτούς υποβλήθηκε απαραδέκτως. Εξάλλου, οι ίδιοι αυτοί εκκαλούντες (1η, 3η, 4η, 5ος και 6ος) δεν νομιμοποίησαν την άσκηση της έφεσης μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης με κάποιον από τους οριζόμενους στο άρθρο 27 του π.δ. 18/1989 τρόπους και, επομένως, η υπό κρίση έφεση κατά το μέρος που ασκείται από αυτούς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 27 του π.δ. 18/1989.
- Επειδή, η κρινόμενη έφεση, η οποία κατατέθηκε στις 26.11.2010, πριν δηλαδή από την ισχύ του ν. 3900/2010, ασκείται με έννομο συμφέρον, εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς από τη 2η εκκαλούσα Δήμητρα Λαμπράκη και πρέπει, ως προς αυτήν, να εξετασθεί επί της ουσίας.
- Επειδή, με τον ν. 1469/1950 «Περί προστασίας ειδικής κατηγορίας οικοδομημάτων και έργων τέχνης μεταγενεστέρων του 1830 (Α΄169), προβλέφθηκε στο άρθρο 5 η δυνατότητα χαρακτηρισμού, με απόφαση του Υπουργού Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας και μετά από γνώμη του Αρχαιολογικού Συμβουλίου, κτισμάτων νεοτέρων του έτους 1830 με ιστορική σημασία ως καλλιτεχνικών και ιστορικών μνημείων, για τα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του κ.ν. 5351/1932 (Α΄93). Εξάλλου, με το από 9.8/24.8.1932 διάταγμα «Περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων του ν. 5351 περί αρχαιοτήτων […] κλπ» (Α΄275) επιβλήθηκε στους ιδιοκτήτες των εν λόγω μνημείων η υποχρέωση να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες συνδεόμενες με την επισκευή τους. Ειδικότερα, στα εδάφια έκτο και έβδομο του άρθρου 52 του εν λόγω διατάγματος ορίζεται ότι «Τας επισκευάς όσαι δια γνωμοδοτήσεως του αρχαιολογικού συμβουλίου επιβάλλεται να γίνωσιν εις αρχαία ή ιστορικά κτίρια, ανήκοντα εις ιδιώτας ή άλλα νομικά πρόσωπα, οφείλουσιν ούτοι απροφασίστως και άνευ αναβολής να εκτελώσι ιδία δαπάνη. Εν περιπτώσει αδυναμίας ή αρνήσεως των ενδιαφερομένων να προβώσιν εις την εκτέλεσιν των υποδεικνυομένων έργων, το δημόσιον εκτελεί τας επισκευάς καταβάλλον αυτό την δαπάνην. Εν τοιαύτη όμως περιπτώσει δύναται να καταλαμβάνη τα εις Μονάς, Κοινότητας, ή άλλα νομικά πρόσωπα ανήκοντα μνημεία ή και να απαλλοτριοί λόγω δημοσίας ανάγκης τα εις ιδιώτας ανήκοντα (άρθ. 15 ν. 2447)». Τα εδάφια αυτά αντικαταστάθηκαν με την παράγρ. 5 του άρθρου 32 του ν. 1337/1983 (Α΄33), ως εξής: «Οι επισκευές, όσες κατόπιν γνωμοδοτήσεως του Αρχαιολογικού Συμβουλίου επιβάλλεται να γίνουν σε αρχαία ή ιστορικά κτίρια που ανήκουν σε ιδιώτες ή νομικά πρόσωπα, πρέπει να εκτελούνται από τους ίδιους απροφασίστως και χωρίς αναβολή, με δική τους δαπάνη. Σε περίπτωση αρνήσεως των ενδιαφερομένων να εκτελέσουν τα υποδεικνυόμενα έργα, το Δημόσιο εκτελεί τις επισκευές με δική του δαπάνη. Σε αυτή όμως την περίπτωση μπορεί να καταλογίζει τη σχετική δαπάνη σε βάρος των υποχρέων. Οι ιδιοκτήτες ή νομείς των κτιρίων αυτών έχουν την υποχρέωση να δέχονται τις πιο πάνω παρεμβάσεις. Σε περίπτωση όμως που οι υπόχρεοι βρίσκονται σε αδυναμία να αντιμετωπίσουν αυτή τη δαπάνη, μπορεί το σύνολο ή μέρος της δαπάνης επισκευών να αναληφθεί από το Δημόσιο. Με Π.Δ/μα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών, μπορεί να ρυθμιστούν οι διαδικασίες για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, τα αρμόδια για κάθε περίπτωση όργανα, οι διοικητικές κυρώσεις για πράξεις ή παραλείψεις που αντιβαίνουν στις πιο πάνω διατάξεις και κάθε σχετική ή συμπληρωματική λεπτομέρεια». Περαιτέρω, με την παρ. 3 του άρθρου 32 του ν. 1337/1983 προστέθηκαν εδάφια στην παράγραφο 6 του άρθρου 79 του ν.δ. 8/1973 (ΓΟΚ 1973), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ν. 622/1977 (Α΄171), και με την παρ. 4 του αυτού άρθρου 32 ορίσθηκαν τα ακόλουθα: «Οι ιδιοκτήτες ή νομείς των κτιρίων της παραγράφου 6 [προδήλως του άρθρου 79 του ΓΟΚ 1973] οφείλουν να διατηρούν τα αρχιτεκτονικά, καλλιτεχνικά και στατικά στοιχεία αυτών και σε οποιαδήποτε περίπτωση καταστροφής τους να τα ανακατασκευάζουν σύμφωνα με τις υποδείξεις της αρμόδιας Επιτροπής Ενάσκησης Αρχιτεκτονικού Ελέγχου, έστω και αν η καταστροφή οφείλεται σε ανώτερη βία. Αν οι ιδιοκτήτες ή νομείς παραλείπουν την υποχρέωσή τους αυτή μπορεί να επεμβαίνει το δημόσιο ή ο οικείος Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης και να εκτελεί τις εργασίες καταλογίζοντας τη σχετική δαπάνη σε βάρος των υποχρέων. Αυτοί που με όποιο τρόπο κατέχουν τα ακίνητα έχουν την υποχρέωση να δέχονται τις πιο πάνω παρεμβάσεις. Μπορεί το σύνολο ή μέρος της δαπάνης επισκευών ή ανακατασκευών να αναληφθεί από το Δημόσιο ή τον οικείο Ο.Τ.Α., αν οι υπόχρεοι βρίσκονται σε αδυναμία να αντιμετωπίσουν τις δαπάνες αυτές σε σχέση με την απόδοση από την εκμετάλλευση του κτιρίου και αν ταυτόχρονα, η βλάβη δεν έγινε από σκόπιμη ενέργειά τους, σύμφωνα με όσα ορίζονται με Π.Δ/γμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος. Με όμοια Π. Διατάγματα μπορεί να ρυθμιστούν οι διαδικασίες για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, τα αρμόδια για κάθε περίπτωση όργανα, οι διοικητικές κυρώσεις για πράξεις ή παραλείψεις που αντιβαίνουν στις πιο πάνω διατάξεις και κάθε σχετική ή συμπληρωματική λεπτομέρεια». Κατ’ εξουσιοδότηση των τελευταίων αυτών διατάξεων εκδόθηκε το από 15.4/28.4.1988 π.δ. «Διατήρηση, επισκευή ή ανακατασκευή αρχιτεκτονικών, καλλιτεχνικών και στατικών στοιχείων διατηρητέων κτιρίων» (Δ΄317). Στο άρθρο 1 του διατάγματος αυτού ορίζεται ότι «1. Σε περίπτωση καταστροφής ή αλλοίωσης των αρχιτεκτονικών και καλλιτεχνικών στοιχείων διατηρητέων κτιρίων της παραγρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 1577/1985 [ΓΟΚ 1985] καθώς και των κτιρίων που βρίσκονται σε παραδοσιακούς οικισμούς κατά την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, η αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία ή ο δήμος ή η κοινότητα, εφόσον τα παραπάνω κτίρια δεν ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα στο δημόσιο ή σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, τάσσει εύλογη προθεσμία στον υπόχρεο για την έναρξη και λήξη των εργασιών για την ανακατασκευή τους. Σε περίπτωση καταστροφής των στατικών στοιχείων των παραπάνω κτιρίων, τα αρμόδια, σύμφωνα με τις διατάξεις περί επικινδύνων οικοδομών, όργανα τάσσουν εύλογη επίσης προθεσμία για την έναρξη και λήξη εργασιών υποστήλωσης και αντιστήριξης των κτιρίων ώστε να αρθεί ο κίνδυνος. 2. Κάθε εργασία για την ανακατασκευή των στοιχείων της προηγούμενης παραγράφου, γίνεται σύμφωνα με τις υποδείξεις της Επιτροπής Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (Ε.Π.Α.Ε.), η οποία σε περίπτωση επικινδύνων οικοδομών αποφαίνεται μέσα σε πέντε εργάσιμες ημέρες […]», στο δε άρθρο 5 του ίδιου π.δ. ορίζεται ότι «1. Σε περίπτωση εκτέλεσης εργασιών κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος δ/τος επιβάλλεται στον ιδιοκτήτη του ακινήτου πρόστιμο από 100.000 δρχ. έως 5.000.000 για την καταστροφή χαρακτηριστικών αρχιτεκτονικών στοιχείων του κτιρίου ανάλογα με την έκταση της επέμβασης και κατά την αιτιολογημένη κρίση της πολεοδομικής αρχής. Οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται και για τις παραβάσεις των διατάξεων της παρ. 4 εδάφ. α΄ του άρθρ. 32 του ν. 1337/1983. 2. Σε περίπτωση κατεδάφισης των κτιρίων του άρθρου 1 κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος, επιβάλλονται στον ιδιοκτήτη εκτός των κυρώσεων της προηγουμένης παραγράφου 1 και η ολική ανακατασκευή του κτιρίου σύμφωνα με τις υποδείξεις της αρμόδιας Επιτροπής Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού Ελέγχου και κατόπιν άδειας της οικείας πολεοδομικής υπηρεσίας. 3. Σε περίπτωση που χαρακτηρίζεται κτίριο ως διατηρητέο στο οποίο έχει γίνει επέμβαση (κατεδάφιση, αλλοίωση, κλπ.) σύμφωνα με νόμιμη άδεια, η αποκατάστασή του γίνεται με δαπάνη του Δημοσίου, δήμου ή κοινότητας χωρίς να επιβάλλονται οι προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό κυρώσεις στον ιδιοκτήτη».
- Επειδή, στη συνέχεια, με τον ν. 3028/2002 «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς» (Α΄153), οργανώθηκε πλήρως, σε συμμόρφωση και προς το άρθρο 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος, η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Στο άρθρο 10 του νόμου ορίζεται ότι «1. Απαγορεύεται κάθε ενέργεια σε ακίνητο μνημείο, η οποία είναι δυνατόν να επιφέρει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο καταστροφή, βλάβη, ρύπανση ή αλλοίωση της μορφής του […] 4. Για κάθε εργασία, επέμβαση ή αλλαγή χρήσης σε ακίνητα μνημεία, ακόμη και αν δεν επέρχεται κάποια από τις συνέπειες της παραγράφου 1 σε αυτά, απαιτείται έγκριση που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. 5. Σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης για την αποτροπή άμεσου και σοβαρού κινδύνου είναι δυνατή η επιχείρηση εργασιών αποκατάστασης βλάβης που δεν αλλοιώνει τα υπάρχοντα κτιριολογικά, αισθητικά και άλλα συναφή στοιχεία του μνημείου χωρίς την έγκριση που προβλέπεται στις παραγράφους 3 και 4, μετά από άμεση και πλήρη ενημέρωση της Υπηρεσίας, η οποία μπορεί να διακόψει τις εργασίες με σήμα της. 6. Στις περιπτώσεις που απαιτείται έγκριση σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, αυτή προηγείται από τις άδειες άλλων αρχών που αφορούν την επιχείρηση ή την εκτέλεση του έργου ή της εργασίας και τα στοιχεία της αναγράφονται με ποινή ακυρότητας στις άδειες αυτές. Η έγκριση χορηγείται μέσα σε τρεις (3) μήνες από την υποβολή της σχετικής αίτησης […]», στο άρθρο 11 προβλέπεται ότι «1. […] 2. Ο κύριος ή ο νομέας μνημείου υποχρεούται να μεριμνά για την άμεση εκτέλεση των εργασιών συντήρησης, στερέωσης ή προστασίας ετοιμόρροπου μνημείου χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, με δική του δαπάνη και υπό την εποπτεία και τις υποδείξεις της Υπηρεσίας σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 40 και 41. Αν ο κύριος ή ο νομέας αδρανεί, την ίδια υποχρέωση έχει ο κάτοχος, ο οποίος μπορεί να αναχθεί κατά του κυρίου ή του νομέα. Αν η Υπηρεσία κρίνει ότι καθυστερεί η εκτέλεση των εργασιών συντήρησης ή στερέωσης για οποιονδήποτε λόγο ή ότι αυτές είναι ανεπαρκείς, μπορεί να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, διατηρώντας τη δυνατότητα να καταλογίζει το σύνολο ή μέρος της σχετικής δαπάνης σε βάρος των υποχρέων κατά τις σχετικές περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων διατάξεις […]», στο άρθρο 40, υπό τον τίτλο «Εργασίες σε ακίνητα μνημεία», προβλέπεται ότι «1. Οι εργασίες σε ακίνητα μνημεία και ιδίως η συντήρηση, η στερέωση, η αποκατάσταση, η αναστήλωση […] αποσκοπούν στη διατήρηση της υλικής υπόστασης και της αυθεντικότητάς τους, την ανάδειξη και εν γένει στην προστασία τους. Διενεργούνται σύμφωνα με μελέτη, η οποία εγκρίνεται από την Υπηρεσία ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, ή αν αυτές είναι μείζονος σημασίας, με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου […] 2. Επείγουσες εργασίες συντήρησης και στερέωσης διενεργούνται με μέριμνα της Υπηρεσίας χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και χωρίς άλλη διατύπωση. 3. Εάν οι αναφερόμενες στο παρόν και στα άρθρα 41 και 42 εργασίες εκτελούνται από την Υπηρεσία, δεν απαιτείται η έκδοση οικοδομικής άδειας […]» και στο άρθρο 41, τιτλοφορούμενο «Προστασία ετοιμόρροπων μνημείων», ορίζεται ότι «1. Αν ο φέρων οργανισμός ενός μνημείου μεταγενέστερου του 1453 έχει υποστεί επικίνδυνες βλάβες και είναι έτοιμος να καταρρεύσει, συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού πενταμελής επιτροπή αποτελούμενη από έναν αρχιτέκτονα, έναν συντηρητή και έναν πολιτικό μηχανικό, υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού, έναν αρχαιολόγο και έναν ιστορικό ή ιστορικό τέχνης ή δύο αρχαιολόγους, υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού, αν το μνημείο χρονολογείται μέχρι το 1830, ή έναν αρχιτέκτονα της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, και έναν ιστορικό ή έναν ιστορικό τέχνης αν το μνημείο είναι νεότερο. Η επιτροπή ελέγχει την κατάστασή τους και προτείνει μέτρα υπό την προϋπόθεση ότι διαφυλάσσεται η αυθεντικότητα του μνημείου, στα οποία περιλαμβάνονται και οι αναγκαίες εργασίες για την υποστύλωση, την προσωρινή στερέωση του κτιρίου, την αποξήλωση ετοιμόρροπων τμημάτων, τη συλλογή αρχιτεκτονικών μελών, την απομάκρυνση διακοσμητικών στοιχείων που κινδυνεύουν, καθώς και την ασφάλεια των ενοίκων ή των διερχομένων. […] 3. Επείγουσες εργασίες προστασίας ετοιμόρροπων μνημείων γίνονται με μέριμνα της Υπηρεσίας χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και χωρίς άλλη διατύπωση. […] 5. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα για την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων». Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης, εκδόθηκε η απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ΥΠΠΟ/ΔΟΕΠΥ/ΤΟΠΥΝΣ/27744/27.3.2009 «Προστασία ετοιμόρροπων Μνημείων» (Β΄627), με την οποία ρυθμίζονται ειδικότερα τα σχετικά με την κίνηση της διαδικασίας για την εξέταση πιθανολογούμενης ετοιμορροπίας μνημείου μεταγενεστέρου του έτους 1453, το έργο της επιτροπής και τα σχετικά με τη σύνταξη έκθεσης ελέγχου από αυτήν. Περαιτέρω, στο άρθρο 48 παρ. 2 του ν. 3028/2002 ορίζεται ότι «Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Πολιτισμού, ορίζονται η διαδικασία, οι όροι και οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιχορήγηση ή και την παροχή άλλων οικονομικών κινήτρων σε κυρίους ή νομείς κτιρίων που έχουν χαρακτηρισθεί ως μνημεία ή διατηρητέα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του Ν. 1577/1985 […]. Τα παραπάνω κίνητρα και επιχορηγήσεις παρέχονται όταν λόγω φθοράς ή καταστροφής των κτιρίων του προηγούμενου εδαφίου ακόμα και αν αυτή οφείλεται σε ανώτερη βία, παρίσταται ανάγκη συντήρησης, αναστήλωσης, αποκατάστασης, ανακατασκευής και ανάδειξής τους […] Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα είναι δυνατόν να ορίζεται ότι τα κριτήρια επιλογής των κτιρίων καθορίζονται ειδικότερα σε προκήρυξη, όπου αυτή προβλέπεται, καθώς και το ύψος της χορηγούμενης επιχορήγησης, σε ποσοστό της απαιτούμενης δαπάνης εργασιών για τους παραπάνω σκοπούς. Το ποσοστό αυτό μπορεί να κυμαίνεται ανάλογα με την περίπτωση, όταν τα κτίρια βρίσκονται σε οικισμούς βάσει κριτηρίων που ανάγονται στην πυκνότητα ή τη σπανιότητα των κτιρίων σε αυτούς, το χαρακτήρα του οικισμού σε συνάρτηση με τον κίνδυνο, το βαθμό και το ρυθμό αλλοιώσεώς του, καθώς και την οικονομική κατάσταση του κυρίου ή νομέα […]». Τέλος, στο άρθρο 73 παρ. 10 του αυτού ν. 3028/2002 ορίζεται ότι «Πολιτιστικά αγαθά που έχουν χαρακτηρισθεί ως προστατευόμενα σύμφωνα με τις διατάξεις της προϊσχύουσας νομοθεσίας προστατεύονται στο εξής κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου».
- Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3028/2002 επιβάλλεται κατ’ αρχάς η υποχρέωση στους κυρίους, νομείς ή κατόχους ακίνητων μνημείων να απέχουν από ενέργειες οι οποίες μπορεί να επιφέρουν άμεση ή έμμεση βλάβη στο μνημείο (άρθ. 10 παρ. 1). Περαιτέρω, ειδικά προκειμένου περί ετοιμόρροπων μνημείων, ορίζεται (άρθ. 11 παρ. 2) ότι ο κύριος, νομέας ή κάτοχος αυτών υποχρεούται να εκτελεί εγκαίρως τις αναγκαίες για τη στερέωση ή συντήρηση του μνημείου εργασίες, με δικές του δαπάνες, κατόπιν μελέτης εγκρινόμενης από την Υπηρεσία (άρθ. 40 παρ. 1), σε περίπτωση δε καθυστέρησης ή ανεπάρκειας των εργασιών, αυτές εκτελούνται από την Υπηρεσία, η οποία μπορεί να καταλογίσει εν όλω ή εν μέρει τη σχετική δαπάνη στους υποχρέους. Τέλος, προκειμένου περί ετοιμόρροπων μνημείων μεταγενέστερων του 1453, το άρθ. 41 παρ. 1 ορίζει ότι πενταμελής επιτροπή, συγκροτούμενη από τον Υπουργό Πολιτισμού, εξετάζει την κατάσταση του μνημείου και προτείνει τα απαραίτητα μέτρα και εργασίες για την στερέωση και την αποκατάσταση της επικινδυνότητας. Οι ανωτέρω διατάξεις στοιχούν αφενός με τη θεσπιζόμενη στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1512/1985 (Α΄4) [άρθ. 268 του ΚΒΠΝ] γενική υποχρέωση των κυρίων, επικαρπωτών και νομέων ακινήτων να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για τη συντήρηση και τον ευπρεπισμό των ακινήτων τους και αφετέρου με την αντίστοιχη υποχρέωση των ιδιοκτητών ή νομέων ακινήτων που χαρακτηρίσθηκαν διατηρητέα κατά ΓΟΚ ή ευρίσκονται σε παραδοσιακούς οικισμούς (άρθ. 32 παρ. 4 ν. 1337/1983 και 1 παρ. 1 του από 15.4/28.4.1988 π.δ.) να συντηρούν και, σε περίπτωση καταστροφής, να ανακατασκευάζουν τα εν λόγω κτίρια με δική τους δαπάνη, την οποία, σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας των, μπορεί να αναλάβει, υπό προϋποθέσεις, το Δημόσιο ή ο οικείος ΟΤΑ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, εφόσον διαπιστώνεται ότι κτίριο μεταγενέστερο του 1453 που αποτελεί μνημείο χρήζει άμεσης επέμβασης λόγω επικινδυνότητας ή ετοιμορροπίας, οφειλομένης σε οποιονδήποτε λόγο, η πενταμελής επιτροπή του άρθ. 41 παρ. 1 του ν. 3028/2002 προτείνει τη λήψη των απαραίτητων μέτρων και την εκτέλεση των αναγκαίων εργασιών για τη στερέωση του κτιρίου και την αντιμετώπιση της επικινδυνότητας, που θα πραγματοποιηθούν είτε από τον κύριο ή νομέα του ακινήτου είτε, σε περίπτωση επείγοντος, από την Υπηρεσία. Κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, ερμηνευομένων στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος, τις δαπάνες για τις εργασίες αυτές φέρει κατ’ αρχήν ο ιδιοκτήτης ή ο νομέας του ακινήτου, εφόσον δεν υπερβαίνουν ένα εύλογο, κατά την κρίση του δικαστή, όριο, το οποίο καθορίζεται κατά τις περιστάσεις σε συνάρτηση, ιδίως, με το ύψος της δαπάνης, την οικονομική δυνατότητα του ενδιαφερομένου και τον βαθμό της υπαιτιότητάς του ως προς την επέλευση της επικινδυνότητας. Εφόσον όμως οι δαπάνες στερέωσης και αποκατάστασης του κτιρίου υπερβαίνουν το ανωτέρω εύλογο μέτρο, ανακύπτει από το άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγματος αξίωση του ιδιοκτήτη, κατόπιν τεκμηριωμένης αίτησής του προς τη Διοίκηση ως προς τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων, για συμμετοχή στη δαπάνη αυτή του Δημοσίου ή του οικείου ΟΤΑ στο μέτρο που θα καθορίσει ο δικαστής (πρβλ. ΣτΕ 1097-1099/1987 Ολομ., 2776/1989 σκ. 5), χωρίς πάντως να αποκλείεται η διεκδίκηση, ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων, αποζημίωσης, εφόσον συντρέχει περίπτωση, κατ’ ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 24 παρ. 6 του Συντάγματος, ανεξαρτήτως αν έχει εκδοθεί το προβλεπόμενο στο άρθρο 48 παρ. 2 του ν. 3028/2002 π.δ. που θα ρυθμίζει τα της συμμετοχής του Κράτους στις οικείες δαπάνες (πρβλ. ΣτΕ 2776/1989 σκ. 8, 3146/1986 Ολομ.). Με την έννοια αυτή οι προαναφερθείσες διατάξεις ευρίσκονται σε αρμονία αφενός με τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος, που επιβάλλουν τη λήψη μέτρων για την προστασία των μνημείων, και αφετέρου με τις προστατευτικές της ιδιοκτησίας διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν τη συμμετοχή του Κράτους στη σχετική δαπάνη όταν αυτή υπερβαίνει ένα εύλογο μέτρο (πρβλ. ΣτΕ 2034/2011 Ολομ. σκ. 24-26, 1097-1099/1987 Ολομ., βλ. και CC 16.12.2011, Sté Grande Brasserie, CE 7.1.2000, Lady Jane).
- Επειδή, ο προαναφερθείς ν. 1337/1983 καθορίζει στο Κεφάλαιο Β΄ αυτού (άρθρα 15 έως 22) τα της τύχης των παλαιών και νέων αυθαιρέτων κατασκευών, στο δε άρθρο 17 ορίζεται ότι τα αυθαίρετα κτίσματα και οι αυθαίρετες εν γένει κατασκευές που ανεγείρονται μετά την 31.1.1983 εντός ή εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών προϋφιστάμενων του 1923 (νέα αυθαίρετα), καθώς και όσα κτίσματα ή κατασκευές δεν εξαιρούνται από την κατεδάφιση κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του ίδιου νόμου, κατεδαφίζονται υποχρεωτικά, ακόμη και αν η κατασκευή τους έχει αποπερατωθεί ή το κτίσμα κατοικείται ή χρησιμοποιείται καθ’ οποιοδήποτε άλλο τρόπο (παρ. 1). Με τις ίδιες διατάξεις ορίζεται περαιτέρω ότι, πέραν της κατεδάφισης, επιβάλλονται σε βάρος των ιδιοκτητών του αυθαιρέτου πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτου (παρ. 2). Το πρώτο από τα πρόστιμα αυτά επιβάλλεται εφάπαξ, ενώ το δεύτερο επιβάλλεται και οφείλεται καθ’ όλη τη διάρκεια διατήρησης του αυθαιρέτου, δηλαδή από την ανέγερση μέχρι και την κατεδάφισή του (παρ. 3). Κατά ρητή πρόβλεψη των αυτών διατάξεων, όπως ίσχυαν μετά τη διαδοχική τροποποίησή τους με τα άρθρα 5 παρ. 7 εδ. β΄ του ν. 2052/1992 (Α΄94) και 27 παρ. 8 του ν. 2831/2000, πρόστιμο διατήρησης για μεν το έτος κατά το οποίο διαπιστώνεται από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία η ύπαρξή του, καθώς και για τα τυχόν προηγούμενα του χρόνου αυτού έτη, υπολογίζεται και βεβαιώνεται βάσει της αξίας του αυθαιρέτου, ενώ για καθένα από τα επόμενα έτη επαναβεβαιώνεται, αφού αναπροσδιορισθεί κατόπιν προσαυξήσεως του προστίμου του εκάστοτε προηγουμένου έτους κατά 20% (παρ. 3), στην δε παρ. 4 του ίδιου άρθρου 17, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 του ν. 1512/1985 (Α΄4), ορίζεται ότι «Υπόχρεοι για την καταβολή των προστίμων είναι οι κύριοι ή συγκύριοι του αυθαιρέτου που ευθύνονται ο καθένας για την καταβολή ολόκληρου του προστίμου. Σε περίπτωση εκτέλεσης εργασιών με το σύστημα της οικοδόμησης “επί αντιπαροχή” τα πρόστιμα επιβάλλονται σε βάρος των “επί αντιπαροχή” κατασκευαστών που ευθύνεται ο καθένας για την καταβολή ολόκληρου του προστίμου. Σε περίπτωση εκτέλεσης εργασιών από νομέα, κάτοχο, ή επικαρπωτή τα πρόστιμα επιβάλλονται σε όλους και ο καθένας είναι υπεύθυνος για την καταβολή ολόκληρου του προστίμου». Με τις διατάξεις, εξάλλου, των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 17 του αυτού νόμου (όπως ίσχυαν προ της αντικαταστάσεως της πρώτης εξ αυτών με το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3212/2003, Α΄308) χορηγήθηκε νομοθετική εξουσιοδότηση για τη ρύθμιση, με την έκδοση προεδρικού διατάγματος, των όρων, των προϋποθέσεων και της διαδικασίας διαπίστωσης και χαρακτηρισμού αυθαιρέτων, της μεθόδου και της διαδικασίας εκτίμησης και αναπροσαρμογής της αξίας του αυθαιρέτου, του ύψος του επιβληθέντος προστίμου, του τρόπου βεβαίωσής του και της διαδικασίας είσπραξής του. Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 22 του ΓΟΚ 1985 (ν. 1577/1985, Α΄210), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο μετά την τροποποίησή της με την παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 2831/2000) ορίζεται ότι «1. Για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Τέτοιες εργασίες είναι ιδίως οι εκσκαφές και επιχώσεις, η εγκατάσταση ικριωμάτων, η ανέγερση, επισκευή, διαρρύθμιση και κατεδάφιση κτιρίων και των παραρτημάτων τους. Η οικοδομική άδεια κτιρίου ή εγκατάστασης θεωρείται ότι περιλαμβάνει τη διαμόρφωση του εδάφους, τις αναγκαίες εκσκαφές για τη θεμελίωση του κτιρίου ή της εγκατάστασης, καθώς και την κατασκευή περιφραγμάτων, βόθρων και υπόγειων δεξαμενών ύδατος. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 9 του άρθρου 8 του ν. 1512/1985 (ΦΕΚ 4) και του άρθρου 4 του παρόντος δεν απαιτείται άδεια για εσωτερικούς χρωματισμούς ή για εξωτερικούς χρωματισμούς όταν δεν γίνεται χρήση ικριωμάτων, για μικρές εσωτερικές επισκευές ή διασκευές που δεν θίγουν τη φέρουσα κατασκευή του κτιρίου ή την εμφάνιση του, για επισκευές δαπέδου, για επισκευές, διασκευές ή συμπληρώσεις των εγκαταστάσεων και αγωγών των κτιρίων, για μικρές επισκευές θυρών, παραθύρων, στεγών δωμάτων χωρίς χρήση ικριωμάτων και γενικά για μικρές και μεμονωμένες επισκευές για λόγους χρήσης, υγιεινής και προστασίας των κτιρίων που υφίστανται νόμιμα». Εξάλλου, στην μεν παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 19 του ν. 2831/2000, προβλέπονται τα εξής: «Κάθε κατασκευή που εκτελείται α) χωρίς την άδεια της παρ. 1 ή β) καθ’ υπέρβαση της άδειας ή γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές για τα αυθαίρετα διατάξεις του ν. 1337/1983 όπως ισχύουν. Αυθαίρετη κατά το προηγούμενο εδάφιο κατασκευή, η οποία όμως δεν παραβιάζει τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ή αυτές που ίσχυαν κατά το χρόνο κατασκευής της είναι δυνατόν να νομιμοποιηθεί ύστερα από έκδοση ή αναθεώρηση οικοδομικής αδείας. Μετά την έκδοση ή αναθεώρηση της παραπάνω οικοδομικής άδειας η κατασκευή παύει να είναι κατεδαφιστέα και επιβάλλονται μόνο τα πρόστιμα που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως ισχύει. Το πρόστιμο διατήρησης επιβάλλεται για το διάστημα από τότε που κατά την κρίση της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας άρχισε η ανέγερση της κατασκευής έως την έκδοση της οικοδομικής αδείας. Δεν επιβάλλονται τα παραπάνω πρόστιμα σε περίπτωση αναθεώρησης οικοδομικής αδείας, που βρίσκεται σε ισχύ, εφόσον τηρείται το περίγραμμα της οικοδομής, ο συντελεστής δόμησης και ο συντελεστής όγκου. Στην περίπτωση αυτήν η αναθεώρηση πρέπει να εκδοθεί εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη σχετική έγγραφη ειδοποίηση της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας ή από την υποβολή των σχετικών δικαιολογητικών από τον υπόχρεο», στη δε παρ. 6 του αυτού άρθρου 22 του ΓΟΚ 1985, όπως αυτή είχε αρχικώς, πριν δηλαδή από την αντικατάστασή της, με την παρ. 4 του άρθρου 19 του ν. 2831/2000, προβλεπόταν οι υπόχρεοι για την καταβολή του προστίμου (κύριοι ή συγκύριοι της οικοδομής, κατασκευαστές με το σύστημα της αντιπαροχής). Περαιτέρω, κατ’ εξουσιοδότηση των προαναφερθεισών διατάξεων των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983 εκδόθηκε αρχικώς το από 3.9/8.9.1983 π.δ. «Τρόπος και διαδικασία εκτίμησης της αξίας των αυθαιρέτων κατασκευών και καθορισμός του ύψους των προστίμων αυτών» (Δ΄393), το οποίο αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από το π.δ. 267/1998 «Διαδικασία χαρακτηρισμού και κατεδάφισης νέων αυθαιρέτων κατασκευών, τρόπος εκτίμησης της αξίας και καθορισμός του ύψους των προστίμων αυτών» (Α΄195). Με τις διατάξεις του άρθρου 1 του τελευταίου αυτού π.δ. ορίζεται ότι «1. Η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαιρέτου με εξαίρεση τις περιπτώσεις του άρθρου 5 του παρόντος, γίνεται ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της κατά τόπο αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, που συντάσσει επί τόπου σχετική έκθεση. Η έκθεση αυτή αφορά το αυθαίρετο και μόνο και όχι τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή του […] 2. Στην έκθεση αναφέρεται η θέση του αυθαιρέτου με οδοιπορικό σκαρίφημα, όπου απαιτείται, συνοπτική περιγραφή με σκαρίφημα, οι διαστάσεις του καθώς και οι πολεοδομικές διατάξεις που παραβιάσθηκαν. Η ίδια έκθεση περιλαμβάνει υπολογισμό της αξίας του αυθαιρέτου και επιβολή των προστίμων της παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως ισχύει. Περιλαμβάνεται επίσης σημείωση ότι κάθε ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία (30) ημερών από την ημερομηνία τοιχοκόλλησης της έκθεσης, να υποβάλλει ένσταση ή αίτηση και δήλωση ότι αποδέχεται ανεπιφύλακτα την έκθεση και τις τυχόν διορθώσεις που θα επιφέρει η υπηρεσία στον υπολογισμό του ύψους των προστίμων […]. Αναφέρεται επίσης η ημερομηνία αυτοψίας και η ειδοποίηση ότι αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, το αυθαίρετο θα κατεδαφισθεί, τα δε επιβληθέντα πρόστιμα θα καταστούν οριστικά και θα βεβαιωθούν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος των υπόχρεων, κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 4 του ν. 1337/1983 όπως ισχύει. 3. Η πιο πάνω έκθεση που υπογράφεται από τον υπάλληλο που διενεργεί την αυτοψία, τοιχοκολλείται την ίδια μέρα στο αυθαίρετο. Για την τοιχοκόλληση συντάσσεται πράξη κάτω από το πρωτότυπο της έκθεσης, σημειώνεται η ημερομηνία και υπογράφεται από τον υπάλληλο που έκανε την αυτοψία και από παριστάμενο τυχόν αστυνομικό όργανο ή δεύτερο υπάλληλο της πολεοδομικής υπηρεσίας. Αντίγραφο της έκθεσης αποστέλλεται με αποδεικτικό αμέσως στον οικείο δήμο ή κοινότητα και την αρμόδια Αστυνομική Αρχή. Η Αστυνομική Αρχή διακόπτει αμέσως χωρίς άλλη ειδοποίηση τις οικοδομικές εργασίες και παρακολουθεί την τήρηση της διακοπής. Ο Δήμος ή κοινότητα υποχρεώνεται να τοιχοκολλήσει την ίδια ημέρα την έκθεση στο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα και να τη διατηρήσει για (30) ημέρες. Η μη τοιχοκόλληση από το δήμο ή την κοινότητα της έκθεσης, δεν εμποδίζει την πρόοδο της περαιτέρω διαδικασίας. Ο δήμος ή η κοινότητα υποχρεώνεται επίσης να ερευνήσει και να ενημερώσει εντός των τριάντα ημερών (30) την πολεοδομική υπηρεσία για την ορθότητα των στοιχείων των αναφερομένων στην έκθεση αυτοψίας υπόχρεων». Με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ίδιου π.δ. ορίζεται ότι «1. Κατά της έκθεσης αυτοψίας μπορεί να κάνει ένσταση κάθε ενδιαφερόμενος […] 4. Η ένσταση εξετάζεται από τετραμελή επιτροπή […] Η επιτροπή μπορεί να αναβάλει μόνο μια φορά τη λήψη της απόφασης, ανακοινώνει δε κατά τη συζήτηση αυτή τη νέα ημερομηνία συζήτησης […] Η επιτροπή, αφού εξετάσει τις απόψεις του ενδιαφερομένου, αποφαίνεται οριστικά επί της ένστασης, με αιτιολογημένη απόφαση, η οποία αναγράφεται πάνω στην ένσταση και υπογράφεται από τα μέλη […] Η απόφαση της επιτροπής είναι οριστική. Αν απορριφθεί η ένσταση το αυθαίρετο κατεδαφίζεται μέσα σε 10 ημέρες από την έκδοση της απόφασης είτε από τον κύριο ή τους συγκυρίους του αυθαιρέτου είτε από την αρμόδια πολεοδομική αρχή, τα δε πρόστιμα όπως τελικά οριστικοποιήθηκαν από την επιτροπή, βεβαιώνονται στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία εισπράττονται ως δημόσιο έσοδο και αποδίδονται εξ ολοκλήρου στο Ειδικό Ταμείο Εφαρμογής Ρυθμιστικών και Πολεοδομικών Σχεδίων (Ε.Τ.Ε.Ρ.Π.Σ.) […]».
- Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 22 παρ. 3 του ΓΟΚ 1985 (ν. 1577/1985), σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του π.δ. 267/1998, για τον χαρακτηρισμό κατασκευής ως αυθαίρετης και κατεδαφιστέας και την επιβολή των κατά νόμο προστίμων με έκθεση αυτοψίας, που εκδίδεται κατά τις διατάξεις αυτές, αρκεί η διαπίστωση ότι η κατασκευή εκτελέστηκε χωρίς να έχει προηγουμένως εκδοθεί οικοδομική άδεια ή καθ’ υπέρβαση εκδοθείσας άδειας ή με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση ότι πρόκειται για κατασκευή, με την οποία παραβιάζονται άλλες πολεοδομικές διατάξεις (ΣτΕ 1168/2011 κ.ά.). Περαιτέρω, μετά την κατά τα προεκτεθέντα αντικατάσταση της παρ. 6 του άρθρου 22 του ανωτέρω ΓΟΚ 1985, με το άρθρο 19 παρ. 4 του ν. 2831/2000, σε περίπτωση εν γένει ανέγερσης αυθαίρετων κατασκευών ή πραγματοποίησης εργασιών κατά παράβαση του άρθρου 22 του ΓΟΚ του 1985 (π.χ. κατεδάφιση κτιρίου χωρίς άδεια), καθώς και σε περίπτωση αυθαίρετης αλλαγής χρήσης (βλ. ειδικώς για την αυθαίρετη αλλαγή χρήσης και άρθρο 22 παρ. 4 του ΓΟΚ 1985, πρβλ. ΣτΕ 3011/2004, 4727/1996), ο κύκλος των προσώπων στους οποίους δύναται να επιβληθεί το πρόστιμο και ο βαθμός ευθύνης αυτών καθορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, προβλέπεται δε στην παρ. 4 του εν λόγω άρθρου ότι βαρυνόμενος με τα προβλεπόμενα στη σχετική νομοθεσία πρόστιμα είναι κατ’ αρχήν ο κύριος ή ο συγκύριος του αυθαιρέτου, αλλά και κάθε άλλο πρόσωπο το οποίο προέβη στην ανέγερση των σχετικών κατασκευών, εφόσον τούτο συνδέεται με το ακίνητο με ορισμένη νομική σχέση (κατασκευαστής με το σύστημα της αντιπαροχής, νομέας, κάτοχος, επικαρπωτής), ανεξαρτήτως, δηλαδή, της ειδικότερης ιδιότητας δυνάμει της οποίας προέβη στην ανέγερση των αυθαιρέτων κατασκευών. Εξάλλου, σε περίπτωση κατεδάφισης κτιρίου ή παραρτήματός του χωρίς άδεια, και εφόσον δεν πρόκειται για κτίσμα το οποίο έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέο με βάση τις διατάξεις του ΓΟΚ 1973 ή του ΓΟΚ 1985, δηλαδή για κτίσμα το οποίο εμπίπτει στις ρυθμίσεις του άρθρου 1 του προαναφερθέντος από 15.4/28.4.1988 π.δ. και για το οποίο υφίσταται υποχρέωση ανακατασκευής του, προβλέπεται μεν από τις προπαρατεθείσες διατάξεις η επιβολή προστίμου για την αυθαίρετη κατεδάφιση κτίσματος από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, δεν προβλέπεται όμως, κατ’ αρχήν, και η επιβολή προστίμου για την «αυθαίρετη διατήρηση» της κατεδάφισης.
- Επειδή, τέλος, με τις προαναφερθείσες διατάξεις του π.δ. 267/1998 θεσπίζεται, όπως άλλωστε και υπό το καθεστώς του από 5.7/12.7.1983 προγενέστερου π.δ., διοικητική διαδικασία για τον χαρακτηρισμό κατασκευής ως αυθαίρετης, η οποία περιλαμβάνει τη σύνταξη έκθεσης αυτοψίας, καθώς και τη δυνατότητα υποβολής κατ’ αυτής, από κάθε ενδιαφερόμενο, ένστασης – ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον Επιτροπής, με την απόφαση της οποίας ολοκληρώνεται η διαδικασία, η απόφαση δε αυτή χαρακτηρίζεται ως οριστική. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών του π.δ. 267/1998, δεν συγχωρείται μεν η άσκηση εκ μέρους του ενδιαφερομένου δεύτερης ένστασης ή άλλης αίτησης ενώπιον της Διοίκησης για την ανατροπή της απόφασης της Επιτροπής, στα διοικητικά όργανα όμως δεν αποκλείεται να επανέλθουν στην υπόθεση, είτε αυτεπαγγέλτως είτε με αφορμή αίτηση του ενδιαφερομένου ή τρίτου και με νέα εκτελεστή διοικητική πράξη να ανακαλέσουν είτε αμέσως (ρητώς) είτε εμμέσως (με τη σύνταξη νέας έκθεσης αυτοψίας και την έκδοση νέας απόφασης της Επιτροπής) τις σχετικές πράξεις τους για λόγους νομιμότητας, κατά τις γενικές αρχές για την ανάκληση των διοικητικών πράξεων, σύμφωνα με τις οποίες επιτρέπεται η ανάκληση τόσο των ευνοϊκών για τους διοικουμένους παράνομων πράξεων, όταν συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος ή δόλος του διοικουμένου κατά την έκδοσή τους, όσο και των νόμιμων πράξεων, λόγω διαφορετικής εκτίμησης των ίδιων πραγματικών περιστατικών, με τη συνδρομή ομοίως λόγων δημοσίου συμφέροντος, και στις δύο δε περιπτώσεις η ανάκληση χωρεί ανεξάρτητα από την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την έκδοση των πράξεων (πρβλ. ΣτΕ 3576/2014 7μ. κ.ά.).
- Επειδή, εν προκειμένω, από την εκκαλούμενη απόφαση και τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την απόφαση ΥΠΠΟ/ΔΙΑΑΠ/Γ/2836/48100/2.11.1989 του Υπουργού Πολιτισμού (Β΄860) χαρακτηρίσθηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.1469/1950, η οικία μαζί με τον περιβάλλοντα χώρο της του Γρηγόρη Λαμπράκη στην Κερασίτσα Αρκαδίας, όπως αποτυπώνεται στο δημοσιευθέν με την ανωτέρω απόφαση τοπογραφικό διάγραμμα. Μεταγενεστέρως, ο Δήμος Τεγέας απέστειλε στο Πολεοδομικό Γραφείο Τρίπολης το 6363/18.11.2003 έγγραφό του με το οποίο, αφού εξέθεσε ότι οι υπάλληλοι του Δήμου διαπίστωσαν την κατεδάφιση τμήματος της οικίας στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Γρ.Λαμπράκης, ζήτησε να ενημερωθεί αν η οικία είχε χαρακτηρισθεί διατηρητέα και αν είχε χορηγηθεί άδεια κατεδάφισης από την εν λόγω πολεοδομική υπηρεσία. Μετά ταύτα, διενεργήθηκε αυτοψία στο ανωτέρω ακίνητο από υπαλλήλους του Πολεοδομικού Γραφείου Τρίπολης κατά την οποία, όπως εκτίθεται στην 46/24.11.2003 έκθεση αυτοψίας, διαπιστώθηκε κατάρρευση-κατεδάφιση πριν από αρκετό χρονικό διάστημα όλων των κτισμάτων της ανωτέρω ιδιοκτησίας και απομάκρυνση των προϊόντων αυτής, ήτοι ποσοστό κατεδάφισης 100%. Περαιτέρω, με την αυτή έκθεση αυτοψίας και δεδομένου ότι δεν είχε χορηγηθεί άδεια κατεδάφισης του χαρακτηρισμένου «ως διατηρητέου» ακινήτου, υπολογίσθηκαν και τα πρόστιμα ανέγερσης αυθαιρέτων (3.091,98 ευρώ) και διατήρησης αυθαιρέτων (618,40 ευρώ ετησίως). Ακολούθως, αντίγραφο της έκθεσης αυτοψίας κοινοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, σε ορισμένους εκκαλούντες με την υπόμνηση ότι οφείλουν να ενημερώσουν τους τυχόν κληρονόμους ή συνιδιοκτήτες. Κατά της έκθεσης αυτοψίας άσκησαν ένσταση η Αριστέα συζ. Παντελή Μπούτου, η Δήμητρα χήρα Γρηγορίου Λαμπράκη και η Δήμητρα Λαμπράκη, ισχυριζόμενες μεταξύ άλλων ότι η κατεδάφιση της οικίας δεν οφείλεται σε ενέργεια των συγκυρίων του ακινήτου και ότι οι συγκύριοι αγνοούσαν ότι η ως άνω οικία είχε κηρυχθεί διατηρητέα. Η ένσταση απορρίφθηκε με το πρακτικό 3/27.3.2006 της Επιτροπής εξέτασης ενστάσεων αυθαιρέτων του άρθρου 4 παρ. 4 του π.δ. 267/1998, με την αιτιολογία ότι «[…] έγινε αυθαίρετη κατεδάφιση σε ήδη χαρακτηρισμένο διατηρητέο κτίριο ιδιοκτησίας Γρηγορίου Λαμπράκη». Όπως προκύπτει από την απόφαση 50/2008 του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Τεγέας και το 7932/18.12.2008 έγγραφο του Δημάρχου του ίδιου Δήμου, οι κληρονόμοι Λαμπράκη προέβησαν σε δωρεά προς τον Δήμο του συνόλου της ακίνητης περιουσίας των Γρηγόρη και Θεοδώρου Λαμπράκη, η οποία βρίσκεται στην Κερασίτσα. Εξάλλου, με την απόφαση 1667/2009 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τρίπολης αθωώθηκαν 4 από τους εκκαλούντες (πλην της 3ης και του 6ου, οι οποίοι δεν αναφέρονται ως κατηγορούμενοι) από την ποινική κατηγορία της παράβασης διατάξεων του ν. 3028/2002 «Για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς». Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και την απόφαση 1667/2009 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τρίπολης, το ποινικό δικαστήριο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η απόφαση για τον χαρακτηρισμό της οικίας του Γρ.Λαμπράκη ως μνημείου ουδέποτε επιδόθηκε στους κατηγορουμένους για να μεριμνήσουν για τη συντήρησή της, ότι ανεξαρτήτως από αυτό οι κατηγορούμενοι «[…] ουδέποτε ασχολήθηκαν με την συγκεκριμένη οικία, η οποία ήταν σχεδόν ετοιμόρροπη ήδη από το έτος 1990 και σε πολύ κακή κατάσταση. Η οικία αυτή τελικά γκρεμίσθηκε το μήνα Νοέμβριο του έτους 2003, από άγνωστα πρόσωπα, ενώ ούτε ο ίδιος ο μηνυτής μπορεί μετά βεβαιότητας να καταθέσει ότι οι κατηγορούμενοι είναι αυτοί που πήραν μια τέτοια πρωτοβουλία […]» και ότι «[…] ουδόλως αποδείχθηκε η παραμικρή ανάμειξη […] των κατηγορουμένων στην ενέργεια της κατεδάφισης […]» Μετά ταύτα 4 από τους νυν εκκαλούντες (πλην της 3ης και του 6ου) υπέβαλαν την από 25.8.2009 αίτηση ενώπιον του Νομάρχη Αρκαδίας (Διεύθυνση Πολεοδομίας–Χωροταξίας, Τμήμα Πολεοδομίας και Κτιριοδομικών Εφαρμογών) με την οποία, κατ’ επίκληση της ως άνω αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου, ζήτησαν την ανάκληση της 46/24.11.2003 έκθεσης αυτοψίας καθώς και κάθε συναφούς πράξης της πολεοδομικής υπηρεσίας με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος τους πρόστιμο για αυθαίρετη κατεδάφιση της οικίας του Γρηγόρη Λαμπράκη. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με το 3650/25.9.2009 έγγραφο του Προϊσταμένου του Τμήματος Πολ. και Κτιριοδ. Εφαρμογών της Ν.Α. Αρκαδίας, που υπογράφει με εντολή Νομάρχη, με την αιτιολογία ότι το σκεπτικό και το αποτέλεσμα που αφορά στο ποινικό μέρος της διαδικασίας δεν άπτεται των αρμοδιοτήτων της ανωτέρω υπηρεσίας ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογητικό για την ανάκληση της 46/24.11.2003 έκθεσης αυτοψίας αυθαιρέτου. Με το ίδιο έγγραφο ενημερώθηκαν οι αιτούντες ότι εφόσον ισχύει ο χαρακτηρισμός του κτιρίου ως διατηρητέου θα συνεχιστεί η επιβολή ετήσιου προστίμου διατήρησης σύμφωνα με το π.δ. 267/1998, διότι η ένσταση κατά της έκθεσης αυτοψίας απορρίφθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση της Επιτροπής Κρίσεως Αυθαιρέτων Κατασκευών. Ακολούθως, κατά του τελευταίου αυτού εγγράφου οι εκκαλούντες άσκησαν την από 11.11.2009 αίτηση ακυρώσεως, η οποία απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη 315/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης. Με την κρινόμενη έφεση, η οποία, όπως εκτέθηκε, ασκείται παραδεκτώς μόνον από την Δήμητρα Λαμπράκη (2η εκκαλούσα), ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλουμένης και η αποδοχή της αίτησης ακυρώσεως.
- Επειδή, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, αφού δέχθηκε σιωπηρώς ότι η αίτηση ακυρώσεως είχε ασκηθεί παραδεκτώς κατά του 3650/25.9.2009 εγγράφου του Προϊσταμένου του Τμήματος Πολ. και Κτιριοδ. Εφαρμογών της Ν.Α. Αρκαδίας, με το οποίο απορρίφθηκε η αίτηση για την ανάκληση της 46/24.11.2003 έκθεσης αυτοψίας, έκρινε στη συνέχεια, κατ’ επίκληση των διατάξεων του π.δ. 267/1998 και των γενικών αρχών ανάκλησης των διοικητικών πράξεων, ότι η προσβαλλόμενη ως άνω πράξη είναι επαρκώς αιτιολογημένη έστω και αν δεν παραθέτει νομικές διατάξεις, διότι η ανάκληση διοικητικών πράξεων διέπεται από τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες η Διοίκηση ευχέρεια έχει και όχι υποχρέωση να ανακαλεί ακόμα και τις παράνομες πράξεις της. Με την εκκαλουμένη κρίθηκε περαιτέρω ότι από το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ δεν καθιερώνεται υποχρέωση της Διοίκησης να επανέλθει, κατόπιν αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου, επί ζητημάτων κριθέντων οριστικώς και να ανακαλέσει διοικητική πράξη, η οποία έχει διαφύγει πλέον από τον δικαστικό έλεγχο και ότι οι λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους αμφισβητήθηκε η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης ως προς τη συνέχιση της επιβολής προστίμου, δηλαδή της επιβολής του προστίμου διατήρησης, είναι απαράδεκτοι, διότι, όπως έκρινε το δικάσαν, η συνέχιση της επιβολής του προστίμου διατήρησης συνδέεται με το γεγονός ότι οριστικοποιήθηκε η ανωτέρω έκθεση αυτοψίας, κατόπιν της απόρριψης της ασκηθείσας κατ’ αυτής ένστασης με την 3/27.3.2006 απόφαση της Επιτροπής και ως εκ τούτου με την προσβαλλομένη δεν εκφέρεται νέα κρίση από την Πολεοδομική αρχή, αλλά αυτή εμμένει στα κριθέντα με την τελευταία απόφαση.
- Επειδή, με την κρινόμενη έφεση προβάλλεται ότι η εκκαλουμένη έσφαλε στις ανωτέρω κρίσεις της, διότι η 3650/25.9.2009 πράξη, που απέρριψε την από 25.8.2009 αίτηση ανάκλησης, αναρμοδίως εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο του Τμήματος Πολεοδομίας και Κτιριοδομικών Εφαρμογών της Ν.Α. Αρκαδίας, αφού η παραπάνω αίτηση έπρεπε να εισαχθεί και να εξετασθεί από την Επιτροπή του άρθρου 4 παρ. 4 του π.δ. 267/1998, το δε δικάσαν όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την αρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την προσβληθείσα ενώπιον του πράξη.
- Επειδή, σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου που διαβιβάσθηκαν στον πρώτο βαθμό και κατ’ έφεση το επίμαχο ακίνητο χαρακτηρίσθηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1469/1950, δεν προκύπτει δε ότι το ακίνητο αυτό χαρακτηρίσθηκε και ως «διατηρητέο» σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 του ΓΟΚ 1985 ή ότι βρίσκεται σε παραδοσιακό οικισμό, ώστε να εμπίπτει στις ρυθμίσεις του άρθρου 1 του από 15.4/28.4.1988 π.δ. «Διατήρηση, επισκευή ή ανακατασκευή αρχιτεκτονικών, καλλιτεχνικών και στατικών στοιχείων διατηρητέων κτιρίων». Τούτο συνάγεται και από την 46/24.11.2003 έκθεση αυτοψίας στην οποία αναφέρεται ότι η ιδιοκτησία Γρηγόρη Λαμπράκη στο Δ.Δ. Κερασίτσας του Δήμου Τεγέας «χαρακτηρίσθηκε ως διατηρητέα με το ΦΕΚ 860/Β/
15.11.1989 […]», δηλαδή σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1469/1950. Περαιτέρω, από τα προπαρατεθέντα στοιχεία του φακέλου και ιδίως την απόφαση 1667/2009 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τρίπολης δεν προκύπτει ότι η δεύτερη εκκαλούσα είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην κατεδάφιση της οικίας του Γρηγόρη Λαμπράκη, η οποία είχε χαρακτηρισθεί ως ιστορικό μνημείο. Εξάλλου, η από 25.8.2009 αίτηση, την οποία υπέβαλε πλην άλλων και η Δήμητρα Λαμπράκη [νυν 2η εκκαλούσα], είχε ρητώς ως αίτημα την ανάκληση α) της 46/24.11.2003 έκθεσης αυτοψίας και β) πάσης άλλης συναφούς πράξης της Πολεοδομικής Υπηρεσίας Ν. Αρκαδίας με την οποία καταλογίσθηκε σε βάρος των αιτούντων η αυθαίρετη κατεδάφιση της οικίας «Γρηγόρη Λαμπράκη» και τους επιβλήθηκαν τα προαναφερθέντα πρόστιμα. Κατ’ ουσίαν, δηλαδή, με την αίτηση αυτή οι αιτούντες ζήτησαν, προσκομίζοντας και την 1667/2009 αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τρίπολης, την ανάκληση της απόφασης 3/27.3.2006 της Επιτροπής του άρθρου 4 παρ. 4 του π.δ. 267/1998 με την οποία είχε απορριφθεί η ενδικοφανής προσφυγή (ένσταση) κατά της 46/24.11.2003 έκθεσης αυτοψίας, αφού με την εν λόγω απόφαση της Επιτροπής οριστικοποιήθηκε η επιβολή των προστίμων ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτου. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η ανωτέρω από 25.8.2009 «αίτηση ανάκλησης» δεν εξετάσθηκε από την Επιτροπή του άρθρου 4 παρ. 4 του π.δ. 267/1998, αλλά απορρίφθηκε με την 3650/25.9.2009 πράξη του Προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομικών και Κτιριοδομικών Εφαρμογών, η οποία, εφόσον εκδόθηκε μετά από νέα ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, έχει, προεχόντως για τον λόγο, αυτό εκτελεστό χαρακτήρα. Σύμφωνα, όμως, με όσα εκτέθηκαν στη σκέψη 11, κατά τον νόμο δεν αποκλείεται η δυνατότητα της Επιτροπής να επανέλθει σε υπόθεση κατασκευής που κρίθηκε οριστικά ως αυθαίρετη είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου ή τρίτου και με νέα εκτελεστή διοικητική πράξη να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει είτε αμέσως (ρητώς) είτε εμμέσως (με τη σύνταξη νέας έκθεσης αυτοψίας και την έκδοση νέας απόφασης της Επιτροπής) τη σχετική απόφασή της για λόγους νομιμότητας. Ενόψει τούτων, η από 25.8.2009 αίτηση για την ανάκληση της απόφασης 3/27.3.2006 της Επιτροπής εξέτασης ενστάσεων αυθαιρέτων μη νομίμως εξετάσθηκε επί της ουσίας από τον Προϊστάμενο του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Ν.Α. Αρκαδίας και απορρίφθηκε με την 3650/25.9.2009 πράξη του, αφού κατά τον νόμο αρμόδιο όργανο για την επανεξέταση της υπόθεσης που είχε κριθεί οριστικά με την ανωτέρω απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 4 παρ. 4 του π.δ. 267/1998 και την ανάκληση ή την τροποποίηση της απόφασης ή την απόρριψη της σχετικής αίτησης του ενδιαφερομένου είναι η Επιτροπή. Άλλωστε, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι ο Προϊστάμενος του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών κατά τον χρόνο που εξέδωσε την 3650/25.9.2009 πράξη του είχε καταστεί αρμόδιο όργανο για την εξέταση αιτημάτων ανάκλησης των αποφάσεων της Επιτροπής. Με τα δεδομένα αυτά, ο προαναφερθείς λόγος εφέσεως, κατά τον οποίο έσφαλε το δικάσαν στην κρίση του, διότι η από 25.8.2009 αίτηση αναρμοδίως εξετάσθηκε και απορρίφθηκε με την 3650/25.9.2009 πράξη του Προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομίας και Κτιριοδομικών Εφαρμογών της Ν.Α. Αρκαδίας, παραδεκτώς προβάλλεται το πρώτον κατ’ έφεση, καθόσον ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον ακυρωτικό δικαστή (ΣτΕ 2867/1993), περαιτέρω δε σύμφωνα με τα ανωτέρω είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του Δήμου Τρίπολης. Κατόπιν αυτού, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων εφέσεως, πρέπει δε η εκκαλουμένη να εξαφανισθεί κατά το μέρος που απέρριψε την από 11.11.2009 αίτηση ακυρώσεως ως προς τη δεύτερη εκκαλούσα-αιτούσα. - Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 64 του π.δ. 18/1989, μετά την εξαφάνιση εν μέρει της εκκαλούμενης απόφασης πρέπει ως προς την 2η αιτούσα-εκκαλούσα να δικασθεί η αίτηση ακυρώσεως, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (ειδικά έντυπα παραβόλου 2093582-3/2009 σειράς Α΄). Περαιτέρω, για τον προαναφερθέντα λόγο της αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 3650/25.9.2009 πράξη, ο οποίος είναι εξεταστέος αυτεπαγγέλτως, η πράξη αυτή πρέπει να ακυρωθεί ως προς την 2η αιτούσα-εκκαλούσα, η δε υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση από το αρμόδιο για την εξέταση της από 25.8.2009 αίτησης όργανο. Εξάλλου, εν όψει του ανωτέρω λόγου για τον οποίο χωρεί η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, παρέλκει ως αλυσιτελής η έρευνα των προβαλλομένων κατ’ αυτής λόγων ακυρώσεως.
- Επειδή, τέλος, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Δήμος Τρίπολης πρέπει να απαλλαγεί από τη δικαστική δαπάνη της 2ης αιτούσας-εκκαλούσας για τη δίκη στον πρώτο βαθμό.






