ΣτΕ 2927/2012 [Παράνομο πρωτόκολλο κατεδάφισης διατηρητέου κτίσματος εντός του αιγιαλού στη Σέριφο]
Περίληψη
-Στον κανόνα της υποχρεωτικής κατεδάφισης αυθαίρετων κτισμάτων εντός του αιγιαλού εμπίπτουν, καταρχήν, ακόμη και τα κτίσματα και κατασκευάσματα, ως προς τα οποία έχει κινηθεί η διαδικασία χαρακτηρισμού τους ως διατηρητέων καθώς και εκείνα που έχουν ήδη χαρακτηρισθεί ως διατηρητέα. Εφόσον, όμως, συντρέχουν σε ορισμένη περίπτωση επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι υπερτερούν της προστασίας του οικοσυστήματος της ακτής, που αποτελεί εξ ορισμού σημαντικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος και συνδέονται με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, η οποία αποτελεί συνταγματική επιταγή και πραγματώνεται, μεταξύ άλλων, με την κήρυξη κτισμάτων, κατασκευασμάτων ή χρήσεων ως διατηρητέων, μπορεί να κάμπτεται ο κανόνας της υποχρεωτικής κατεδάφισης κτιρίων και κατασκευασμάτων, τα οποία έχουν ανεγερθεί αυθαιρέτως στον αιγιαλό αλλά είτε έχουν κηρυχθεί ως διατηρητέα είτε έχει κινηθεί η διαδικασία κήρυξής τους.
-Από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν προκύπτει ότι πριν από την έκδοση του προσβαλλομένου πρωτοκόλλου σταθμίσθηκε το γεγονός ότι ήταν ήδη σε εξέλιξη η διαδικασία χαρακτηρισμού του επίδικου κτιρίου ως διατηρητέου, η οποία απέληξε στην έκδοση της οικείας αιτιολογικής έκθεσης λίγες μόνον ημέρες μετά την έκδοση του πρωτοκόλλου. Αλλά και στη συνέχεια η Διοίκηση, επιληφθείσα του υποβληθέντος αιτήματος επανακαθορισμού του αιγιαλού, απέρριψε εντέλει το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι δεν προβλέπεται από τη νομοθεσία η εξαίρεση κτιρίων επί του αιγιαλού από την κατεδάφιση, ακόμη και αν αυτά έχουν κηρυχθεί ως διατηρητέα. Χωρίς, δηλαδή, να προβεί σε στάθμιση, με τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης, των σκοπών δημοσίου συμφέροντος που συνιστούν, αφενός η προστασία του ευπαθούς οικοσυστήματος της ακτής και, αφετέρου, η ανάδειξη και διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Για το λόγο αυτό, που προβάλλεται βασίμως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να ακυρωθεί το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο.
Πρόεδρος: Αγγ. Θεοφιλοπούλου
Εισηγητής: Χρ. Ντουχάνης
Δικηγόροι: Ι. Παπασταύρος, Π. Παππάς
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία εισάγεται σε δεύτερη συζήτηση ύστερα από την έκδοση της 467/2009 αναβλητικής απόφασης του Δικαστηρίου, ζητείται η ακύρωση α) του 28/1/9.1.2004 πρωτοκόλλου κατεδάφισης αυθαιρέτων κτισμάτων της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο αφορά σε κτίσμα εντός του αιγιαλού του οικισμού «Λιβάδι» της νήσου Σερίφου και β) της από 8.1.2004 έκθεσης αυτοψίας λιμενικών υπαλλήλων, κατά την οποία διαπιστώθηκε η ύπαρξη του κτίσματος αυτού εντός του αιγιαλού.
- Επειδή, η από 8.1.2004 έκθεση αυτοψίας λιμενικών υπαλλήλων αποτελεί πράξη προπαρασκευαστική του εν συνεχεία εκδοθέντος πρωτοκόλλου της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων και στερείται η ίδια εκτελεστού χαρακτήρα, προσβαλλόμενη, ως εκ τούτου, απαραδέκτως (πρβλ. ΣτΕ 3955/2006, 3333/2004, 3775/2002).
- Επειδή, οι αιτούντες, οι δύο πρώτες εκ των οποίων φέρονται ως ιδιοκτήτριες τμημάτων του επίμαχου κτίσματος και ο τρίτος ως μισθωτής του ανήκοντος στην κυριότητα της πρώτης αιτούσας τμήματος του κτίσματος αυτού, εντός του οποίου λειτουργεί από μακρού χρόνου επιχείρηση καφενείου – αναψυκτηρίου από τον ίδιο, ασκούν την υπό κρίση αίτηση με προφανές έννομο συμφέρον.
- Επειδή, στο άρθρο 27 του Ν. 2971/2001 (ΦΕΚ 285 Α΄) ορίζεται ότι « … 2. Τα πάσης φύσεως κτίσματα και εν γένει κατασκευάσματα, τα οποία έχουν ανεγερθεί ή θα ανεγερθούν χωρίς άδεια στον αιγιαλό ή την παραλία, μετά τον καθορισμό και τη συντέλεση των απαλλοτριώσεων των άρθρων 7 και 10 κατεδαφίζονται, ανεξάρτητα από το χρόνο ανέγερσής τους ή αν κατοικούνται ή άλλως πως χρησιμοποιούνται. Εξαιρούνται κτίσματα και κατασκευάσματα που τελούν υπό την προστασία του Υπουργείου Πολιτισμού. Προς τούτο ο προϊστάμενος της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας εκδίδει πρωτόκολλο κατεδάφισης, το οποίο κοινοποιεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2717/1999 “Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας”, σε εκείνον που έχει ανεγείρει αυθαιρέτως, ο οποίος οφείλει εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση να κατεδαφίσει τα κτίσματα και να άρει τα πάσης φύσεως κατασκευάσματα από τον αιγιαλό ή την παραλία. 3. Αν δεν καταστεί δυνατή η εξακρίβωση της ταυτότητας αυτού που ανήγειρε το παράνομο κτίσμα ή κατασκευή, η Κτηματική Υπηρεσία δημοσιεύει σχετική πρόσκληση σε μία τοπική εφημερίδα, αν εκδίδεται στην περιοχή της αυθαίρετης κατασκευής, και σε μία ημερήσια εφημερίδα … της Πρωτεύουσας του Κράτους, προς οποιονδήποτε γνωρίζει εκείνο που έχει ανεγείρει, για να γνωστοποιήσει στην υπηρεσία την ταυτότητά του. Μετά την άπρακτη πάροδο τριάντα (30) ημερών από την τελευταία δημοσίευση εκδίδεται το πρωτόκολλο κατεδάφισης κατά αγνώστου. 4. … 5 … Η κατεδάφιση γίνεται μετά την παρέλευση δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση του πρωτοκόλλου και την τοιχοκόλλησή του. 6. Η κατεδάφιση ενεργείται με ευθύνη του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας και σε περίπτωση αδυναμίας με τεχνική υποστήριξη που διατίθεται από την Τεχνική Υπηρεσία της αρμόδιας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, ύστερα από αίτημα του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας. Η κατεδάφιση γίνεται σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις, κατόπιν πρότασης του προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας. Η δαπάνη κατεδάφισης βαρύνει αυτόν που έχει ανεγείρει αυθαιρέτως και εισπράττεται ως δημόσιο έσοδο κατά τις διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. 7. Τα χωρίς άδεια ή καθ’ υπέρβαση της άδειας έργα και εν γένει κατασκευές μέσα στη θάλασσα αίρονται και απομακρύνονται ανεξάρτητα από τον τρόπο χρησιμοποίησής τους. Εξαιρούνται κτίσματα και κατασκευάσματα που τελούν υπό την προστασία του Υπουργείου Πολιτισμού. Προς τούτο η Κτηματική Υπηρεσία, μετά από πρόταση της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής, συντάσσει πρωτόκολλο κατεδάφισης, άρσης και απομάκρυνσης των ανωτέρω έργων ή κατασκευών. Για το πρωτόκολλο αυτό και την εκτέλεσή του εφαρμόζονται ανάλογα οι παράγραφοι 2 έως και 6 του παρόντος άρθρου. Η τοιχοκόλληση του πρωτοκόλλου γίνεται μόνο στο αρμόδιο Λιμεναρχείο. … 8 …».
- Επειδή, όπως προκύπτει, εν προκειμένω, από το φάκελο της υπόθεσης, στις 8.1.2004 διενεργήθηκε από λιμενικούς υπαλλήλους κατ’ εντολή της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων αυτοψία σε ακίνητο ευρισκόμενο στον οικισμό Λιβάδι της νήσου Σερίφου του Νομού Κυκλάδων, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι στο ακίνητο αυτό υφίσταται κτίσμα, στο οποίο λειτουργεί επιχείρηση αναψυκτηρίου φερομένης ιδιοκτησίας της πρώτης αιτούσας και του …, εκμισθωμένη στον τρίτο αιτούντα. Το κτίσμα αυτό, όπως προκύπτει από την εν λόγω έκθεση αυτοψίας και επιβεβαιώνεται στο 319/11.3.2004 έγγραφο του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, εμφαινόμενο με τον αριθμό 85 στον οικείο κτηματολογικό πίνακα, εμπίπτει καθ’ ολοκληρίαν εντός του αιγιαλού, όπως αυτός έχει καθορισθεί με την 5332/24.8.1983 πράξη της Νομάρχου Κυκλάδων (ΦΕΚ 528 Δ΄). Κατόπιν τούτων, εκδόθηκε από την Κτηματική Υπηρεσία Κυκλάδων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών το παραδεκτώς προσβαλλόμενο 28/1/9.1.2004 πρωτόκολλο κατεδάφισης αυθαιρέτων κτισμάτων, με το οποίο κλήθηκαν η πρώτη αιτούσα και ο … να προβούν στην κατεδάφιση του ως άνω κτιρίου.
- Επειδή, από το φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ακόμη ότι, μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως, η πρώτη αιτούσα, υπέβαλε προς την Κτηματική Υπηρεσία Κυκλάδων αίτηση περί επανακαθορισμού του αιγιαλού, κατά τρόπο ώστε να εξαιρείται το επίμαχο κτίσμα, για το οποίο με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται, μεταξύ άλλων, ότι η ανέγερσή του έχει επιτραπεί με διοικητική άδεια (6/12/3/29.9.1942 άδεια δομήσεως της Χωροφυλακής Σερίφου), ότι μεταξύ του κτιρίου των αιτούντων και της θάλασσας παρεμβάλλεται κεντρικός δρόμος διέλευσης τροχοφόρων από και προς το λιμάνι Σερίφου, που αποτελεί και την κύρια δίοδο προς την πρωτεύουσα του νησιού (Χώρα Σερίφου) και τα άλλα χωριά του (βλ. 41/30.1.2004 βεβαίωση του Λιμενικού Σταθμού Σερίφου και ΤΥ 35/3.2.2004 βεβαίωση του Επαρχείου Μήλου), και ότι αυτό έχει κηρυχθεί διατηρητέο με την ΔΠΕ/1739/10.2.2004 απόφαση του Υπουργού Αιγαίου (ΦΕΚ 173 Δ΄), η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 2 του Ν. 1577/1985, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε το 386/21.3.2006 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων, στο οποίο, απευθυνόμενο στην πρώτη αιτούσα, αναφερόταν ότι η αρμόδια επιτροπή είχε διενεργήσει αυτοψία και η υπόθεση ευρισκόταν στο στάδιο της προώθησης στο Γ.Ε.Ν., προκειμένου να γνωμοδοτήσει και αυτό. Ενόψει αυτού, εφόσον, δηλαδή, η διαδικασία επανακαθορισμού του αιγιαλού είχε προοδεύσει σε σημαντικό βαθμό, το Δικαστήριο, με την 467/2009 απόφασή του, έκρινε ότι έπρεπε να αναβάλει την περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης έως ότου η Διοίκηση υποβάλει τα αναγκαία στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει αν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία επανακαθορισμού του αιγιαλού και, σε καταφατική περίπτωση, αν το επίμαχο κτίσμα εμπίπτει εντός των ορίων του, τυχόν, εκ νέου καθορισθέντος αιγιαλού, ή αν, αντιθέτως, το σχετικό αίτημα της πρώτης των αιτούντων έχει τελικώς απορριφθεί. Σε συμμόρφωση με την εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου, υποβλήθηκαν, μεταξύ άλλων, η από 22.5.2005 έκθεση της Επιτροπής Καθορισμού Ορίων Αιγιαλού, η οποία, σε συνέχεια του, κατά τα προαναφερόμενα, υποβληθέντος αιτήματος επανακαθορισμού, τάχθηκε υπέρ της ικανοποίησης του αιτήματος αυτού, μειοψηφούντος του μέλους της Λιμενάρχη Σερίφου, και η 877/09/25.1.2010 πράξη της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων, με την οποία η υπηρεσία αυτή απέρριψε τελικώς το υποβληθέν αίτημα επανακαθορισμού.
- Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, διότι οι αιτούντες δεν κλήθηκαν να ασκήσουν το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης πριν από την έκδοσή του, όπως επιτάσσει το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος. Σύμφωνα, όμως, με τα παγίως κριθέντα (πρβλ. ΣτΕ 1545/2009, 2686/2007, 3793/2004 κ.ά.), το πρωτόκολλο κατεδάφισης αυθαιρέτων κτισμάτων εντός του αιγιαλού και της παραλίας είναι πράξη πραγματοπαγής και για την έκδοσή του δεν έχει νομική σημασία η υπαιτιότητα όσων φέρονται να τα έχουν ανεγείρει. Κατά συνέπεια, η Διοίκηση δεν υπείχε υποχρέωση κλήσεως των αιτούντων να ασκήσουν το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, ο δε περί του αντιθέτου λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
- Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων που μνημονεύονται στην πέμπτη σκέψη, αυθαίρετα κτίσματα ανεγειρόμενα εν μέρει ή εν όλω εντός του αιγιαλού ή εντός της θαλάσσης κατεδαφίζονται υποχρεωτικώς. Οι διατάξεις αυτές, ειδικές σε σχέση με τις γενικές διατάξεις περί αυθαιρέτων κατασκευών, αποσκοπούν στην άμεση και αποτελεσματική προστασία του αιγιαλού και του θαλασσίου χώρου και επιβάλλουν την αποκατάσταση της μορφής τους, η οποία έχει αλλοιωθεί με την χωρίς άδεια ανέγερση πάσης φύσεως τεχνικού έργου, κτίσματος ή κατασκευάσματος. Η εκτέλεση, εξ άλλου, τεχνικών έργων επί του αιγιαλού ή της παραλίας επιτρέπεται μόνον εφόσον τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 12 ή του άρθρου 14 του Ν. 2971/2001, αναλόγως της φύσεως του έργου, και με την προϋπόθεση ότι θα τηρηθούν οι όροι προστασίας της ακτής, που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος. Εάν η διαδικασία αυτή δεν τηρηθεί, τα επί του αιγιαλού ή εντός της θαλάσσης ανεγερθέντα κτίσματα είναι αυθαίρετα και κατεδαφιστέα. Απαιτείται δε σε κάθε περίπτωση η χορήγηση άδειας εκτέλεσης τεχνικού έργου, ακόμη και όταν πρόκειται για έργα διαμόρφωσης της ακτής προς αποφυγή προκλήσεως κινδύνου ή ατυχήματος. Επομένως, τέτοια έργα είναι κατεδαφιστέα εάν κατασκευασθούν είτε χωρίς προηγούμενη άδεια των αρμοδίων αρχών κατά τη νομοθεσία περί αιγιαλού (πρβλ. ΣτΕ 4591/2005, 3461/2004) είτε χωρίς οικοδομική άδεια, εάν η έκδοσή της είναι επιβεβλημένη από την πολεοδομική νομοθεσία (πρβλ. ΣτΕ 1529/2008, 2183/2005). Εξάλλου, από τη ρητή διατύπωση του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 27 του Ν. 2971/2001 προκύπτει ότι στους αμέσως προαναφερόμενους κανόνες δεν εμπίπτουν τα κτίρια και τα κατασκευάσματα, τα οποία τελούν υπό την προστασία του Υπουργείου Πολιτισμού. Η διάταξη, όμως, αυτή, η οποία εισάγει εξαίρεση από τον, κατά τα λοιπά, αδιάστικτο κανόνα της υποχρεωτικής κατεδάφισης και απομάκρυνσης αυθαιρέτων κτισμάτων στον αιγιαλό, είναι στενώς ερμηνευτέα και, επομένως, στον κανόνα της υποχρεωτικής κατεδάφισης εμπίπτουν, καταρχήν, τα κτίσματα και κατασκευάσματα, ως προς τα οποία έχει κινηθεί η διαδικασία χαρακτηρισμού τους ως διατηρητέων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 2 του Ν. 1577/1985 (210 Α΄), καθώς και εκείνα, τα οποία έχουν χαρακτηρισθεί ως διατηρητέα. Συνεπώς, αυθαίρετα κτίρια και κατασκευάσματα αυτής της κατηγορίας που έχουν ανεγερθεί εντός του αιγιαλού υπάγονται, καταρχήν, στον κανόνα της κατεδάφισης. Εφόσον, όμως, συντρέχουν σε ορισμένη περίπτωση επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι υπερτερούν της προστασίας του οικοσυστήματος της ακτής, που αποτελεί εξ ορισμού σημαντικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος (πρβλ. ΣτΕ 4468/2010), και συνδέονται με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, η οποία αποτελεί συνταγματική επιταγή και πραγματώνεται, μεταξύ άλλων, με την κήρυξη κτισμάτων, κατασκευασμάτων ή χρήσεων ως διατηρητέων (πρβλ. ΣτΕ 2258/2002 επταμ., 1455/2004 κ.ά.), ο κανόνας της υποχρεωτικής κατεδάφισης κτιρίων και κατασκευασμάτων, τα οποία έχουν ανεγερθεί αυθαιρέτως στον αιγιαλό αλλά είτε έχουν κηρυχθεί ως διατηρητέα είτε έχει κινηθεί η διαδικασία κήρυξής τους, μπορεί να κάμπτεται. Εξάλλου, η κρίση της Διοίκησης ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση προέχει η προστασία του οικοσυστήματος της ακτής, το οποίο θίγεται από την ύπαρξη κτίσματος, έστω και διατηρητέου, ή ότι, αντιθέτως, προέχει η διατήρηση του κτίσματος, το οποίο αποτελεί μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς, πρέπει να έχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία να σταθμίζει την ανάγκη ικανοποίησης του ενός ή του άλλου σκοπού δημοσίου συμφέροντος ύστερα από συνεκτίμηση στοιχείων προερχομένων όχι μόνο από τις διοικητικές αρχές που συμμετέχουν στη διαδικασία έκδοσης του πρωτοκόλλου κατεδάφισης αυθαιρέτου κτίσματος στον αιγιαλό, αλλά και από εκείνες που συμμετέχουν στη διαδικασία χαρακτηρισμού κτιρίου ως διατηρητέου.
- Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την 16211/2.1.2003 αίτηση των ενδιαφερομένων προς το Υπουργείο Αιγαίου ζητήθηκε η κήρυξη του επίμαχου κτίσματος ως διατηρητέου. Στη συνέχεια, και μετά την έκδοση του προσβαλλομένου 28/1/9.1.2004 πρωτοκόλλου, εκδόθηκε η από 5.2.2004 αιτιολογική έκθεση του Τμήματος Διατηρητέων της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος του Υπουργείου Αιγαίου, στην οποία διαλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, ότι «πρόκειται για ορθογωνικής κάτοψης ισόγειο κτίριο … με υπερυψωμένη αυλή. Έχει φέρουσα κατασκευή από περιμετρική λιθοδομή και στεγάζεται με δώμα. Τα ανοίγματα του κτιρίου γενικά είναι επιμήκη και φέρουν ξύλινα κουφώματα με ταμπλαδωτά σκούρα. … πρόκειται για αξιόλογο κτίριο με αξιόλογα μορφολογικά και αρχιτεκτονικά στοιχεία παραδοσιακής αρχιτεκτονικής … είναι συνδεδεμένο με τις μνήμες των ανθρώπων της Σερίφου καθώς λειτουργούσε ως καφενείο …». Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε η ΔΠΕ/1739/10.2.2004 πράξη του Υπουργού Αιγαίου (ΦΕΚ 173 Δ΄), με την οποία χαρακτηρίσθηκε το κτίριο ως διατηρητέο και ορίσθηκε ότι «απαγορεύεται κάθε αφαίρεση, αλλοίωση ή καταστροφή των επί μέρους αρχιτεκτονικών και των εν γένει λειτουργικών ή διακοσμητικών στοιχείων του», ότι «επιτρέπεται η επισκευή, ο εκσυγχρονισμός των εγκαταστάσεων, η ενίσχυση του φέροντα οργανισμού, η εσωτερική διαρρύθμιση καθώς και οι επεμβάσεις για λόγους λειτουργικούς στο εσωτερικό του … εφόσον δεν αλλοιώνεται ο αρχιτεκτονικός του χαρακτήρας», ότι «επιβάλλεται η απομάκρυνση των μεταγενέστερων προσθηκών που αλλοιώνουν τη μορφολογία του κτιρίου και δεν συνάδουν με τη φυσιογνωμία του. Συγκεκριμένα, επιβάλλεται η κατεδάφιση των προσθηκών της δεξιάς πλάγιας όψης. Επιβάλλεται η απομάκρυνση του μεταλλικού αγωγού εξαερισμού στην αριστερή πλάγια όψη, καθώς και ο ελαιοχρωματισμός των επιγραφών», ότι «δεν επιτρέπεται η τοποθέτηση φωτεινών ή μη επιγραφών και διαφημίσεων … επιτρέπονται μόνο επιγραφές μικρών διαστάσεων που πληροφορούν για τυχόν χρήση των χώρων του κτιρίου» και, τέλος, ότι «για οποιαδήποτε οικοδομική εργασία στο εσωτερικό και εξωτερικό του κτιρίου και στον περιβάλλοντα χώρο του, καθώς και για την τοποθέτηση επιγραφών απαιτείται η σύμφωνη γνώμη των αρμοδίων οργάνων του Υπουργείου Αιγαίου».
- Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν προκύπτει ότι πριν από την έκδοση του προσβαλλομένου πρωτοκόλλου σταθμίσθηκε το γεγονός ότι ήταν ήδη σε εξέλιξη η διαδικασία χαρακτηρισμού του κτιρίου ως διατηρητέου, η οποία απέληξε στην έκδοση της οικείας αιτιολογικής έκθεσης λίγες μόνον ημέρες μετά την έκδοση του πρωτοκόλλου αυτού. Αλλά και στη συνέχεια η Διοίκηση, επιληφθείσα του, κατά τα ανωτέρω, υποβληθέντος αιτήματος επανακαθορισμού του αιγιαλού, απέρριψε εντέλει με την 877/09/25.1.2010 πράξη της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι δεν προβλέπεται από τη νομοθεσία η εξαίρεση κτιρίων επί του αιγιαλού από την κατεδάφιση, ακόμη και αν αυτά έχουν κηρυχθεί ως διατηρητέα, χωρίς, δηλαδή, να προβεί σε στάθμιση, με τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης, των σκοπών δημοσίου συμφέροντος που συνιστούν, αφενός η προστασία του ευπαθούς οικοσυστήματος της ακτής και, αφετέρου, η ανάδειξη και διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Για το λόγο αυτό, που προβάλλεται βασίμως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να ακυρωθεί το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, η δε υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στη Διοίκηση, προκειμένου να προβεί στις νόμιμες, κατά τα ανωτέρω, ενέργειες.






