ΣτΕ 4224/2013 [Περιβαλλοντική αδειοδότηση για την κατασκευή λιμνοδεξαμενής στο οροπέδιο Ομαλού Χανίων]
Περίληψη
-Η συμπληρωματική μ.π.ε., στην οποία ερείδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αιτιολογείται νομίμως ως προς την χωρητικότητα της λιμνοδεξαμενής, δεδομένου ότι δεν τεκμηριώνονται επαρκώς οι απαραίτητες ποσότητες νερού για άρδευση και ύδρευση. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες σε νερό για την άρδευση των υπαρχουσών παραδοσιακών καλλιεργειών στο οροπέδιο του Ομαλού, σε ποιο μέτρο αυτές ικανοποιούνται με υφιστάμενα μέσα (γεωτρήσεις κ.λπ.) και ποιο είναι το τυχόν προκύπτον έλλειμμα σε νερό για την άρδευση των καλλιεργειών αυτών, οι οποίες κατά την ε.π.μ. Λευκών Ορέων είναι κατά βάση και πρέπει να παραμείνουν ξερικές. Περαιτέρω, δεν προκύπτει σαφώς πόσες επιπλέον γεωργικές καλλιέργειες μπορούν να αναπτυχθούν στο οροπέδιο, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της ε.π.μ. περί μη εφαρμογής εντατικής γεωργίας στον Ομαλό, ώστε να υπολογισθεί στη συνέχεια η απαραίτητη ποσότητα νερού για τις καλλιέργειες αυτές εν όψει των κλιματολογικών συνθηκών και της φέρουσας ικανότητας του οροπεδίου, καθώς και παραγόντων που οδηγούν σε μείωση των απαιτούμενων ποσοτήτων νερού.
-Πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη κατά το κατά το μέρος που αφορά τον καθορισμό του μεγέθους της λιμνοδεξαμενής.
Πρόεδρος: Ν. Ρόζος
Εισηγητής: Θ. Αραβάνης
Δικηγόροι: Μ. Χαϊνταρλής, Κ. Χριστοπούλου, Μ. Καρατζάκης, Α. Παπαπετρόπουλος
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την απόφαση 102225/29.3.2001 του Γενικού Διευθυντή Περιβάλλοντος του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. προεγκρίθηκε η χωροθέτηση του έργου κατασκευής λιμνοδεξαμενής, χωρητικότητας 1.520.000 κ.μ. και των απαραίτητων συνοδευτικών έργων στο οροπέδιο του Ομαλού του Ν. Χανίων, για α) την άρδευση μέγιστης εκτάσεως περίπου 4.000 στρεμμάτων γεωργικής γης καθώς και β) την ύδρευση ξενοδοχειακών μονάδων και διαφόρων συναφών εγκαταστάσεων. Στη συνέχεια, με την κοινή απόφαση 100902/19.10.2006 του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και των Υφυπουργών Εσωτερικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της από Σεπτεμβρίου 2005 τεχνικής εκθέσεως (τ.ε.) και της από Δεκεμβρίου 2005 μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων (μ.π.ε.) του Οργανισμού Ανάπτυξης Δυτικής Κρήτης (Ο.Α.ΔΥ.Κ.), εγκρίθηκαν περιβαλλοντικοί όροι για την κατασκευή λιμνοδεξαμενής μειωμένης χωρητικότητας, ήτοι 750.000 κ.μ., και των απαραίτητων συνοδευτικών έργων στην ίδια θέση για την άρδευση μειωμένης εκτάσεως, ήτοι 2.500 στρεμμάτων, και τη βελτίωση των συνθηκών υδρεύσεως των οικισμών της περιοχής. Ορίσθηκε δε ότι οι περιβαλλοντικοί όροι ισχύουν μέχρι την 31.8.2016 (περ. ΣΤ αυτής). Η πράξη αυτή ανακλήθηκε με την κοινή απόφαση 133213/8.12.2010 των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας & Κλιματικής Αλλαγής και Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων και του Υφυπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης & Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, προκειμένου (α) να εξετασθεί η δυνατότητα επανασχεδιασμού του έργου και η συμβατότητά του με την υπό εκπόνηση ειδική περιβαλλοντική μελέτη (ε.π.μ.) της περιοχής των Λευκών Ορέων, η οποία εμπίπτει στο δίκτυο τόπων κοινοτικής σημασίας Natura 2000, και (β) να τεκμηριωθούν επαρκώς οι επιπτώσεις του έργου στο ευρισκόμενο πλησίον της λιμνοδεξαμενής Μεσογειακό Εποχιακό Τέλμα, το οποίο αποτελεί οικότοπο προτεραιότητας (με κωδικό 3170*), καθώς και στο φυόμενο στην περιοχή του Ομαλού δένδρο «Αμπελιτσιά» ή «Ανέγνωρο» (Zelkova abelicea), το οποίο αποτελεί είδος κοινοτικού ενδιαφέροντος (βλ., αντιστοίχως, Παραρτήματα Ι.3 και ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2006/105/ΕΚ και κ.υ.α. 33318/1998, όπως τροποποιήθηκε με την κ.υ.α. 14849/2008). Τέλος, με την απόφαση 203883/29.9.2011 του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, η οποία εκδόθηκε μετά την από Απριλίου 2011 συμπληρωματική μ.π.ε. του Ο.Α.ΔΥ.Κ., αφ’ ενός ανακλήθηκε η ανωτέρω κ.υ.α. 133213/8.12.2010 και αφ’ ετέρου «ανανεώθηκε» και τροποποιήθηκε η κ.υ.α. 100902/19.10.2006, κυρίως ως προς την χωρητικότητα της λιμνοδεξαμενής, η οποία μειώθηκε περαιτέρω σε 600.000 κ.μ., και παρατάθηκε ο χρόνος ισχύος των περιβαλλοντικών όρων μέχρι τις 31.7.2021, ενώ δεν εθίγη η επιλογή της θέσεως της λιμνοδεξαμενής και το είδος των συνοδευτικών έργων. Με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου, όπως η αίτηση αυτή συμπληρώνεται με το από 6.3.2013 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της τελευταίας αποφάσεως 203883/29.9.2011 του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.
- Επειδή, στη δίκη παρεμβαίνουν με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς, με ιδιαίτερα δικόγραφα, αφ’ ενός η ανάδοχος του επίδικου έργου εταιρεία «ΤΟΞΟ Α.Ε.Τ.Ε.» και αφ’ ετέρου ο όμορος Δήμος Πλατανιά Ν. Χανίων, ο οποίος προβάλλει ότι ωφελείται από το επίδικο έργο, το οποίο θα εξυπηρετήσει και την Τοπική Κοινότητα Λάκκων της Δημοτικής Ενότητας Μουσούρων που εμπίπτει στην διοικητική του περιφέρεια.
- Επειδή, όπως κρίθηκε με την απόφαση ΣΕ 4223/2013, η οποία εκδόθηκε επί αιτήσεως ακυρώσεως (Ε 4298/09) του Δήμου Ανατολικού Σελίνου κατά της αρχικής κ.υ.α. 100902/19.10.2006, η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, εκδοθείσα βάσει νεώτερων στοιχείων, δηλαδή νέας μ.π.ε. η οποία συμπληρώνει την μ.π.ε. του 2005 ως προς ωρισμένα μόνο ζητήματα, αντικατέστησε εν μέρει την αρχική έγκριση περιβαλλοντικών όρων, δηλαδή όσον αφορά το μέγεθος της λιμνοδεξαμενής και τον χρόνο ισχύος των περιβαλλοντικών όρων, ενώ ως προς τα λοιπά ζητήματα, και ιδίως όσον αφορά την θέση του έργου, τον τρόπο κατασκευής του και τα συνοδευτικά αυτού έργα, παραπέμπει στην αρχική κ.υ.α., η οποία, επομένως, κατά τα λοιπά δεν εθίγη αλλά παρέμεινε εν ισχύι. Εν όψει τούτων με την ανωτέρω απόφαση η δίκη κηρύχθηκε εν μέρει κατηργημένη ενώ κατά τα λοιπά η ασκηθείσα αίτηση ακυρώσεως απερρίφθη ως εκπρόθεσμη. Με τα δεδομένα αυτά, η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με την κρινόμενη αίτηση μόνο κατά το μέρος της που τροποποιεί την κ.υ.α. 100902/19.10.2006 και συνεπώς όλοι οι λόγοι ακυρώσεως, οι οποίοι στρέφεται κατά πλημμελειών της τελευταίας αυτής πράξεως, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Κατά τη γνώμη, όμως, του Συμβούλου Θ. Αραβάνη και της Παρέδρου Ό. Παπαδοπούλου, η νεώτερη υπουργική απόφαση Α.Π. 203883/29.9.2011, η οποία εκδόθηκε κατόπιν νέας μ.π.ε., που έλαβε υπ’ όψη και αξιολόγησε εξ υπαρχής όλα τα δεδομένα της περιοχής, νέων γνωμοδοτήσεων των αρμόδιων φορέων και νεώτερου νομοθετικού καθεστώτος (ν. 3937/2011, 4014/2011), αντικατέστησε στο σύνολό της την κ.υ.α. 100902/19.10.2006 και συνεπώς είναι ακουστοί λόγοι που αφορούν το σύνολο του έργου.
- Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 1650/1986 (Α΄ 160), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3010/2002 (Α΄ 91) και ίσχυε πριν την έκδοση του ν. 4014/2011, η έγκριση περιβαλλοντικών όρων για έργα και δραστηριότητες της πρώτης (Α) κατηγορίας του άρθρου 3 του ν. 1650/1986, όπως ίσχυε, στην οποία υπάγεται το επίδικο έργο [βλ. Παράρτημα Ι, Πίνακα 2, Ομάδα 2η, περ. 1.1 της κ.υ.α. 15393/2332/5.8.2002 (Β΄ 1022)], γίνεται με κοινή απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ήδη Υ.ΠΕ.Κ.Α.) και του συναρμόδιου Υπουργού, ως δε συναρμόδιος «θεωρείται ο αρμόδιος Υπουργός για το έργο ή δραστηριότητα». Περαιτέρω, με το άρθρο 30 παράγρ. 5 του ν. 4014/2011 «Περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων κ.λπ.» (Α΄ 209/21.9.2011) ορίσθηκε ότι «Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, η έγκριση, ανανέωση ή τροποποίηση των περιβαλλοντικών όρων των έργων και δραστηριοτήτων, που έχουν υποβληθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, γίνεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Δεν απαιτείται η συνυπογραφή τους από άλλους Υπουργούς που θεωρούνται συναρμόδιοι σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 1650/1986 (Α΄ 160), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει». Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ.1 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α΄ 45) Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, αρμόδιο για την ανάκληση ατομικής διοικητικής πράξεως όργανο είναι εκείνο που την εξέδωσε ή που είναι αρμόδιο για την έκδοσή της. Στην προκειμένη περίπτωση, ναι μεν η συμπληρωματική – τροποποιητική μ.π.ε. για την έκδοση της προσβαλλομένης υποβλήθηκε με το 1196/27.4.2011 έγγραφο του Ο.Α.ΔΥ.Κ. (βλ. στοιχείο 31 του προοιμίου της προσβαλλομένης), δηλαδή πριν τη δημοσίευση του ν. 4014/2011, η προσβαλλόμενη όμως απόφαση του Υπουργού Υ.Π.Ε.Κ.Α., με την οποία ανακλήθηκε η κ.υ.α. 133213/8.12.2010 και τροποποιήθηκε και παρατάθηκε η ισχύς της αρχικής κ.υ.α. 100902/19.10.2006, εκδόθηκε μετά τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου η οποία, κατά τα ανωτέρω, συμπίπτει με την έναρξη ισχύος του ως προς την κατάργηση της συναρμοδιότητας (βλ. και άρθρο 37 παρ. 2 αυτού). Συνεπώς η προσβαλλόμενη πράξη νομίμως υπογράφεται μόνο από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής, όλοι δε οι λόγοι με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
- Επειδή, με την απόφαση 1292/1.4.2003 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης εγκρίθηκε η μελέτη «Ολοκληρωμένη Διαχείριση Υδατικών Πόρων Κρήτης». Στην απόφαση αυτή, η οποία, όπως έχει κριθεί με την απόφαση ΣΕ 3184/2006, εκδόθηκε νομίμως βάσει των διατάξεων του ν. 1739/1989 «Διαχείριση των υδατικών πόρων κ.ά.» (Α΄ 201) και των μεταβατικών διατάξεων του ν. 3199/2003 «Προστασία και διαχείριση των υδάτων, εναρμόνιση με την Οδηγία 2000/60/ΕΚ … κ.λπ.» (Α΄ 280), έχει περιληφθεί, ως προς τον Νομό Χανίων, και η «Λιμνοδεξαμενή Ομαλού», για την άρδευση «του συνόλου του οροπεδίου» (βλ. και έγγραφο 2454/30. 9.2009 της Διεύθυνσης Υδάτων της Περιφέρειας Κρήτης προς το Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.). Περαιτέρω, το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Κρήτης, το οποίο εγκρίθηκε με την απόφαση 25291/25.6.2003 της Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (Β΄ 1486), στο άρθρο 3 παράγρ. Γ, στοιχ. Γ.1 «πρότυπο χωρικής ανάπτυξης», διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ότι η χωρική οργάνωση της διαχείρισης του υδάτινου δυναμικού της Κρήτης θα στηριχθεί στην ολοκλήρωση των υπό κατασκευή μεγάλων φραγμάτων, την δημιουργία νέων μεσαίων και μικρών φραγμάτων στις αντίστοιχες υδρολογικές λεκάνες, την προγραμματισμένη επέκταση των αρδευτικών δικτύων και την συνολική διαχείριση των υδάτινων πόρων σε επίπεδο περιφέρειας και υδρολογικής λεκάνης, στο δε στοιχείο Γ.3.6.2 «Υδάτινο δυναμικό» της ίδιας παραγρ., αφού αναφέρεται στην ανάγκη ολοκλήρωσης των υπό κατασκευή φραγμάτων, διαλαμβάνει ότι «… ως κατεύθυνση, θα πρέπει να δοθεί έμφαση στις δυνατότητες για διαχείριση του υδάτινου δυναμικού στην κλίμακα του τόπου και του τοπίου, με διερευνήσεις για αξιοποίηση, σε μικρότερα χωρικά σύνολα, των πλούσιων υδατικών πόρων και την κατά το δυνατό ισόρροπη κατανομή τους στο σύνολο του χώρου της Περιφέρειας (πεδινό, ημιορεινό και ορεινό, σε συνδυασμό με την πολυκαλλιέργεια και την επιστροφή της αγροτικής παραγωγής σε παραδοσιακά προϊόντα). Οι λοιπές γεωργικές περιοχές, μπορούν να καλυφθούν είτε με Λιμνοδεξαμενές είτε με εμπλουτισμό των υπόγειων υδροφορέων από τους οποίους αντλείται σήμερα αρδευτικό νερό». Εν όψει τούτων, οι λόγοι με τους οποίους προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι μη νόμιμη διότι εκδόθηκε χωρίς προηγουμένως να έχει εγκριθεί πρόγραμμα ανάπτυξης υδατικών πόρων κατ’ άρθρο 4 του ν. 1739/1987, ούτε σχέδιο διαχείρισης των υδατικών πόρων της Περιφέρειας Κρήτης κατ’ άρθρο 7 του ν. 3199/2003, και ότι δεν ελήφθη υπ’ όψη το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Κρήτης όσον αφορά την διαχείριση των υδάτων, είναι, όπως προβάλλονται, απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξ άλλου, οι λόγοι ακυρώσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως 1292/1.4.2003 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, οι οποίοι προβάλλονται το πρώτον με το υπόμνημα που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, εντός της προθεσμίας που χορήγησε ο προεδρεύων της συνθέσεως, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι.
- Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος, του ν. 1650/1986, όπως ισχύει μετά την εναρμόνισή του προς τις οδηγίες 84/360, 85/337/ΕΟΚ και 97/11, 96/61/ΕΕ, και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών αποφάσεων, το φυσικό περιβάλλον έχει αναχθεί σε αυτοτελώς προστατευόμενο αγαθό προκειμένου να εξασφαλισθεί η οικολογική ισορροπία και η διαφύλαξη των φυσικών πόρων προς χάρη και των επόμενων γενεών. Περαιτέρω, κατά τα παγίως κριθέντα, κατά την άσκηση του ακυρωτικού ελέγχου, στον οποίο περιλαμβάνεται και η πλάνη περί τα πράγματα, σε περίπτωση προσβολής με αίτηση ακυρώσεως διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, ο δικαστής εξετάζει, μεταξύ άλλων, αν η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, που αποτελεί το βασικό μέσο εφαρμογής των αρχών της πρόληψης και της προφύλαξης, ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις του νόμου και αν το περιεχόμενό της είναι επαρκές, ώστε να παρέχεται στα αρμόδια διοικητικά όργανα η δυνατότητα να διακριβώνουν και να αξιολογούν τους κινδύνους και τις συνέπειες του έργου ή της δραστηριότητος και να εκτιμούν αν η πραγματοποίησή του είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας και τις συνταγματικές επιταγές, καθώς και αν το προσδοκώμενο από αυτό όφελος τελεί σε σχέση αναλογίας με την τυχόν επαπειλούμενη βλάβη του φυσικού περιβάλλοντος (βλ. ΣΕ 462 -3/2010, 613/2002, 3478/2000 Ολομ., 1492/13, 4542/2011, 4491/2009 7μ., 2889/2002).
- Επειδή, εξ άλλου, με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ «για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας» (L 206) συνεστήθη ένα συνεκτικό ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο ειδικών ζωνών (Natura 2000) που αποσκοπεί στην προστασία της βιοποικιλότητας στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 και 4 της οδηγίας: «3. Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο και εξαιρουμένης της περίπτωσης των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη. 4. Εάν, παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της εκτίμησης των επιπτώσεων και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα σχέδιο πρέπει να πραγματοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000. Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα αντισταθμιστικά μέτρα που έλαβε. Όταν ο τόπος περί του οποίου πρόκειται είναι τόπος όπου ευρίσκονται ένας τύπος φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας ή/και ένα είδος προτεραιότητας, είναι δυνατόν να προβληθούν μόνον επιχειρήματα σχετικά με την υγεία ανθρώπων και τη δημόσια ασφάλεια ή σχετικά με θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον, ή, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής, άλλοι επιτακτικοί σημαντικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος». Παρόμοιες ρυθμίσεις περιέχονται στο άρθρο 6 παρ. 1 και 2 της κ.υ.α. 33318/ 30281/1998 (Β΄ 1289), όπως ισχύει, η οποία εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 92/43. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η κατ’ άρθρο 6 παρ. 3 της Οδηγίας για τους οικοτόπους δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων του σχεδίου ή του έργου στον προστατευόμενο τόπο προϋποθέτει ότι, προ της εγκρίσεως του σχεδίου ή του έργου, προσδιορίζονται, λαμβανομένων υπ’ όψιν των βέλτιστων επιστημονικών γνώσεων επί του θέματος, όλες οι πτυχές του σχεδίου ή του έργου που θα μπορούσαν, είτε η καθεμία από μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλα σχέδια ή έργα, να επηρεάσουν τους στόχους διατηρήσεως του τόπου αυτού. Η αρμόδια αρχή επιτρέπει την άσκηση δραστηριότητας στον οικείο τόπο μόνο εφ’ όσον δεν υφίσταται, από επιστημονικής απόψεως, καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απουσία επιβλαβών συνεπειών για την ακεραιότητά του (βλ. μεταξύ άλλων ΔΕΚ C-127/2002, Waddenvereniging και Vogelbeschermings-vereniging, C-6/2004, Επιτροπή/Ηνωμένου Βασιλείου, C-304/05Επιτροπή/Ιταλικής Δημοκρατίας, C-241/08 Επιτροπή/Γαλλικής Δημοκρατίας, C-404/09, Alto Sil). Η δέουσα εκτίμηση θα πρέπει να διενεργείται και σε σχέδια ή έργα χωροθετημένα εκτός του προστατευόμενου τόπου, εφ’ όσον ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις σε αυτόν (βλ. ΣΕ 1492/2013 7μ., 2752/2013, πρβλ. ΣΕ 2547/2005 7μ., ΔΕΚ C-98/03Επιτροπή / Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, C-404/09, Alto Sil).
- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την μ.π.ε. Δεκεμβρίου 2005, το οροπέδιο του Ομαλού ευρίσκεται στην β.δ. πλευρά των Λευκών Ορέων σε υψόμετρο 1050-1100 μ., έχει έκταση περίπου 20-25 τετρ. χιλιόμ., κλίμα ορεινό με υψηλές βροχοπτώσεις από τον Οκτώβριο έως τον Απρίλιο, σημαντικές βροχοπτώσεις τον Μάιο και τον Σεπτέμβριο και μεγάλες χιονοπτώσεις τους χειμερινούς μήνες, συνήθως δε η περιοχή καλύπτεται από χιόνι από τα τέλη Δεκεμβρίου μέχρι τα τέλη Μαρτίου (σ. 24-25). Η οικονομία βασίζεται κυρίως στον πρωτογενή (γεωργία, κτηνοτροφία, μελισσοκομία) και τον τριτογενή τομέα (τουρισμός και συναφείς δραστηριότητες) και λιγότερο στον δευτερογενή τομέα (μεταποίηση, επεξεργασία γεωργοκτηνοτροφικών προϊόντων) [σ. 8-9]. Οι υπάρχουσες καλλιέργειες είναι προεχόντως η ελιά, λοιπές δενδροκομικές καλλιέργειες, σιτηρά και λαχανοκομικά (σ. 11-12). Ο τουρισμός παρουσιάζει μεγάλη αύξηση τις τελευταίες δεκαετίες λόγω του φυσικού κάλλους της περιοχής και λόγω της διελεύσεως μεγάλου αριθμού τουριστών με προορισμό το φαράγγι της Σαμαριάς, νοτίως του οροπεδίου, με συνέπεια την ανοικοδόμηση και τη δημιουργία τουριστικών καταλυμάτων και συναφών εξυπηρετήσεων (σύμφωνα με στοιχεία του 2002, στον Ομαλό λειτουργούσαν 2 ξενοδοχεία με 95 κλίνες, 4 επιχειρήσεις ενοικιαζομένων δωματίων με 56 κλίνες, ο αριθμός των οποίων αυξάνεται διαρκώς, 4 ορειβατικά καταφύγια, 9 ταβέρνες, καφετέριες, τουριστικά καταστήματα κ.λπ. – βλ. σ. 8-9, 20-21, 64). Το οροπέδιο του Ομαλού εμπίπτει στην περιοχή των Λευκών Ορέων, η οποία εντάχθηκε στο ευρωπαϊκό δίκτυο Natura 2000 της Οδηγίας 92/43/ΕΚ (ΕΕ L 206) με την απόφαση 2006/613/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 259/21.09.2006) με κωδικό GR4340008, και στα όρια του Εθνικού Δρυμού Λευκών Ορέων – Σαμαριάς [βλ. β.δ. 781/1962 (Α΄ 200), άρθ. 15 παρ. 10 ν. 2742/1999 (Α΄ 207), όπως τροποποιήθηκε με το άρθ. 13 παρ. 1 ν. 3044/2002 (Α΄ 197)], ο οποίος αποτελεί Ζώνη Ειδικής Προστασίας (κωδ. GR4340014) σύμφωνα με την κ.υ.α. 37338/1807/ Ε103/2010 (Β΄ 1495) και την Οδηγία 79/409/ΕΟΚ (ΕΕ L 103) – [βλ. ήδη εθνικό κατάλογο περιοχών Natura 2000 του άρθ. 9 παρ. 6 του ν. 3937/ 2011 (Α΄ 60/31.3.2011) με α/α 405 και 410, αντιστοίχως]. Για την αγροτική και τουριστική ανάπτυξη του οροπεδίου του Ομαλού αποφασίσθηκε από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 η δημιουργία λιμνοδεξαμενής, η χωρητικότητα της οποίας «ορίστηκε» αρχικά σε 1.500.000 κ.μ. (βλ. έγγραφο 127635/74.1/29.4.1993, Οριστική Μελέτη Υδραυλικών Έργων Μαΐου 1993, τεύχος 1, σ. 8, μελέτη προέγκρισης χωροθέτησης [μ.π.χ.] Οκτ. 2000 σ. 50) και η χωροθέτησή της προεγκρίθηκε με την απόφαση 102225/29.3.2001 του Γενικού Διευθυντή Περιβάλλοντος του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Δεδομένου ότι το έργο αυτό δεν προχώρησε, «για οικονομικούς λόγους», η χωρητικότητα της λιμνοδεξαμενής «ορίστηκε» από την Υπηρεσία σε 750.000 κ.μ. (βλ. από Σεπτεμβρίου 2005 Τεχνική Έκθεση του Ο.Α.ΔΥ.Κ. σ. 8, 15, μ.π.ε. 2005 σ. 86), ακολούθως δε με την από Οκτωβρίου 2005 Γεωργοοικονομική Μελέτη του ίδιου Οργανισμού προτάθηκαν κατάλληλες καλλιέργειες και υπολογίσθηκαν οι ανάγκες τους σε νερό για την καλύτερη «αξιοποίηση του αρδευτικού έργου» (σ. 7), τέλος δε, μετά την από Δεκεμβρίου 2005 μ.π.ε. του Ο.Α.ΔΥ.Κ. εκδόθηκε η κ.υ.α. 100902/19.10. 2006, με την οποία εγκρίθηκαν περιβαλλοντικοί όροι, ισχύος μέχρι 31.8.2016, για την κατασκευή λιμνοδεξαμενής χωρητικότητας 750.000 κ.μ. και συνοδευτικών έργων (αντλιοστασίου, δεξαμενής χωρητικότητας 500 κ.μ., ταχυδιυλιστηρίου δυναμικότητας 20 κ.μ./ώρα και αρδευτικού δικτύου 6.800 μ.) στον Ομαλό. Το εμβαδόν του «καθρέπτη» της λιμνοδεξαμενής υπολογίσθηκε σε 160.000 τ.μ., το εμβαδόν του πυθμένα σε 125.000 τ.μ., η απώλεια λόγω εξάτμισης σε 130.000 κ.μ. και η απολήψιμη ποσότητα ύδατος σε 620.000 κ.μ. «για άρδευση ή άλλες χρήσεις» (σ. 1, 78), ήτοι ποσότητα 568.500 κ.μ. για την άρδευση 2.500 στρεμμάτων, 15.000 κ.μ. για το πότισμα ζώων (σ. 14) και το υπόλοιπο για την «οριστική επίλυση» του προβλήματος ύδρευσης των οικισμών Σεληνιώτικος Γύρος και Ομαλός αλλά και των υφισταμένων ξενοδοχειακών μονάδων (σ. 2, 15, 64). Ως προσφορότερη θέση επελέγη, κατόπιν συνεννοήσεως με την Κοινότητα Επανωχωρίου και τους παραγωγούς της περιοχής, η υποδειχθείσα και με την μ.π.χ. Οκτ. 2000 κοινοτική έκταση εμβαδού 200 περίπου στρεμμάτων στο νότιο άκρο του οροπεδίου, βορείως του λεγόμενου «δρόμου του αναδασμού», λόγω καλύτερης απορροής των υδάτων και προκειμένου να μη θιγούν ιδιόκτητα κτήματα (βλ. μ.π.χ. σ. 51, μ.π.ε. 2005 σ. 82). Η τροφοδότηση της λιμνοδεξαμενής εξασφαλίζεται από την απορροή παρακείμενης ορεινής και πεδινής εκτάσεως εμβαδού 1900 περίπου στρεμμάτων, στη συνέχεια δε το νερό διοχετεύεται με δίκτυο αγωγών στις αρδευόμενες καλλιέργειες (μ.π.ε. 2005 σ. 81 επ.). Η αρδευόμενη έκταση ανέρχεται σε 2.500 στρέμματα καλλιεργειών, το είδος και οι ανάγκες σε νερό των οποίων υπολογίσθηκαν, κατά τα προαναφερθέντα, με την Γεωργοοικονομική Μελέτη του Οκτ. 2005, εν όψει των κλιματολογικών συνθηκών και των εκτιμώμενων ετήσιων βροχοπτώσεων στο οροπέδιο, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων (σ. 23, 24, 90). Κατά την μ.π.ε. 2005, το έργο αποσκοπεί όχι μόνο στην «αξιοποίηση όλων των εκτάσεων του οροπεδίου οι οποίες επιδέχονται εντατική άρδευση» (σ. 15), αλλά και τις υπάρχουσες και πολλές νέες ξενοδοχειακές μονάδες υψηλών απαιτήσεων που θα δημιουργηθούν στο οροπέδιο του Ομαλού στα πλαίσια της «σχεδιαζόμενης μεγάλης τουριστικής ανάπτυξης» (σ. 15, 28, 48), η δε μείωση της χωρητικότητας της λιμνοδεξαμενής από 1.500.000 σε 750.000 κ.μ. περιορίζει μόνο την αρδευόμενη έκταση από 4.000 στρ. σε 2.500-3000 στρ. ενώ «δεν θα επηρεαστεί καθόλου η ύδρευση των ξενοδοχειακών μονάδων και των κατοίκων», στα πλαίσια την αναμενόμενης «μεγάλης τουριστικής ανάπτυξης» (σ. 1-2, 90, βλ. και τεχν. έκθ. σ. 90). Συνολικά οι επιπτώσεις από την κατασκευή και τη λειτουργία του έργου στο περιβάλλον της περιοχής, η οποία εμπίπτει στο δίκτυο Natura 2000 της κρίνονται θετικές για την οικονομία της περιοχής λόγω της αναπτύξεως δυναμικών αρδευόμενων γεωργικών καλλιεργειών και της ενισχύσεως του τουρισμού, ενώ οι αρνητικές λόγω εκσκαφών και επεμβάσεως στο τοπίο κρίνονται ήσσονος σημασίας και αναστρέψιμες (σ. 89 επόμ.). Ακολούθως, το Ινστιτούτο Εσωτερικών Υδάτων του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών [ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε.], με το έγγραφο 3738/196.2007 επεσήμανε στον Ο.Α.ΔΥ.Κ. ότι μεγάλος αγωγός του έργου προβλέπεται να διέλθει ανεπιτρέπτως μέσω παρακείμενου «Μεσογειακού Εποχιακού Λιμνίου», το οποίο αποτελεί προστατευόμενο οικότοπο κατά την Οδηγία 92/43, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2006/105/ΕΚ (L 363) [με κωδ. 3170*], και ζήτησε την απομάκρυνση του αγωγού και την προστασία περιοχής εκτεινομένης 200 μ. πέριξ του Λιμνίου, ενώ με το έγγραφο 13318/19.6.2008 προς το Υπουργείο ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. επεσήμανε, επιπλέον, δια παραπομπής στο έγγραφο 4377/1.8.2006 της Διεύθυνσης Δασών Χανίων, ότι η μ.π.ε. είναι πλημμελής διότι δεν τεκμηριώνει επαρκώς την σκοπιμότητα τόσο μεγάλου αρδευτικού έργου [αναφέρεται, προφανώς, στην αρχική λιμνοδεξαμενή, χωρητικότητας 1.500.000 κ.μ.] και τις επιπτώσεις στο περιβάλλον του Ομαλού, προωθεί πρόγραμμα εντατικής γεωργίας που δεν συμβιβάζεται με τον παραδοσιακό χαρακτήρα της περιοχής, θα αλλοιώσει το τοπίο και θα επιφέρει καταστροφή οικοτόπων, δεν εξετάζει το ενδεχόμενο έκλυσης αγροχημικών από τις εντατικές καλλιέργειες ούτε τις πιθανές επιπτώσεις για τα ύδατα του Ομαλού και του υπόλοιπου Ν. Χανίων, ο οποίος τροφοδοτείται από αυτά, ενώ δεν υπολογίζονται ορθά οι πραγματικές ανάγκες για άρδευση και ύδρευση, κατόπιν δε τούτου ζήτησε την «ακύρωση» των περιβαλλοντικών όρων και τον επανασχεδιασμό του έργου βάσει και των πορισμάτων της μη ληφθείσας υπ’ όψη ε.π.μ. των Λευκών Ορέων, η οποία εκπονείται από τον φορέα διαχείρισης του Εθνικού Δρυμού Σαμαριάς, ώστε «να μπορέσει να σχεδιασθεί και να υλοποιηθεί ένα πραγματικά επωφελές έργο για την οικονομική ανάπτυξη της τοπικής κοινωνίας με την ταυτόχρονη διατήρηση της πολύτιμης περιβαλλοντικής κληρονομιάς του οροπεδίου του Ομαλού». Παρομοίως, με το προαναφερθέν έγγραφο 4377/1.8.2006, η Διεύθυνση Δασών Χανίων επεσήμανε, μεταξύ άλλων, ότι, εν όψει της προτεινόμενης με την υπό εκπόνηση ε.π.μ. Λευκών Ορέων ήπιας τουριστικής ανάπτυξης του Ομαλού, για τις υδρευτικές ανάγκες επισκεπτών δικαιολογούνται το πολύ 27.000 κ.μ. ετησίως (500-600 επισκέπτες Χ 300 λίτρα ημερησίως Χ 150 ημέρες), ότι η θέση της λιμνοδεξαμενής είναι πολύ σημαντική για την κτηνοτροφία και τη μελισσοκομία και αποτελεί πολύτιμο απόθεμα εδαφικών πόρων, ότι ο χώρος της υδατοδεξαμενής είναι ακατάλληλος και ότι δεν έχουν μελετηθεί οι επιπτώσεις του έργου στο ενδημικό προστατευόμενο είδος «Zelkova abelicea» («αμπελιτσιά»). Τέλος, ομοίου περιεχομένου παρατηρήσεις διατύπωσε ο Φορέας Διαχείρισης του Εθνικού Δρυμού Σαμαριάς [βλ. απόφαση 1565/2.8.2010 του διοικητικού συμβουλίου (πρακτ. συνεδρ. 33)], ο οποίος, περαιτέρω, με το έγγραφο 1588/13.8.2010 προς το Υ.ΠΕΚ.Α. ζήτησε την «αναστολή» της αποφάσεως εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων. Κατ’ επίκληση του τελευταίου εγγράφου εκδόθηκε η κ.υ.α. 133213/8.12.2010, με την οποία ανακλήθηκε η κ.υ.α. 100902/19.10.2006 «… με σκοπό α) την εξέταση της δυνατότητας επανασχεδιασμού του έργου στο πλαίσιο της συμβατότητάς του με τα προβλεπόμενα στην ε.π.μ. που αφορά στην περιοχή και τεκμηρίωση για τη σκοπιμότητα του μεγέθους του και β) προκειμένου να γίνει πρόσθετη τεκμηρίωση των επιπτώσεων από την κατασκευή και λειτουργία του έργου στον οικότοπο προτεραιότητας Μεσογειακά Εποχιακά Τέλματα (κωδικός 3170) και στο είδος προτεραιότητας Zelkova abelicea, καθώς και διερεύνηση των απαραίτητων μέτρων προστασίας αυτών». Στη συνέχεια, με το έγγραφο 387/3.2.2011 η Διεύθυνση Δασών Χανίων διατύπωσε επικαιροποιημένες απόψεις για το θέμα της λιμνοδεξαμενής. Ειδικότερα, στο έγγραφο αυτό διευκρινίζεται ότι η υπηρεσία δεν έχει επιφυλάξεις με την σκοπιμότητα κατασκευής του έργου, αλλά με το μέγεθός του, εκτίθεται δε περαιτέρω ότι, σε αρμονία με την ολοκληρωθείσα ε.π.μ. των Λευκών Ορέων, πρέπει να εκπονηθεί σχέδιο διαχείρισης του οροπεδίου και της υδρολογικής λεκάνης του Ομαλού, να διατηρηθεί ο παραδοσιακός ξερικός χαρακτήρας των καλλιεργειών του οροπεδίου, με έμφαση στην παραγωγή ποιοτικών βιολογικών προϊόντων, και να αποκρουσθεί η εντατική καλλιέργεια και άρδευση της περιοχής. Επισημαίνεται επίσης ότι οι αρδευτικές ανάγκες είναι μικρές, εν όψει και της υψηλής υγρασίας του εδάφους, ακόμη και κατά τη θερινή περίοδο, και προτείνεται η επαναδιαστασιολόγηση της λιμνοδεξαμενής στον ίδιο χώρο (βλ. και από 9.3.2011 έγγραφο και συνημμένη μελέτη του Δασολόγου της Δ/νσης Δασών Χανίων Κ. Πενταράκη, στην οποία ερευνάται η δυνατότητα ξηρικής καλλιέργειας στο οροπέδιο του Ομαλού με εκμετάλλευσης της υγρασίας του εδάφους και τη χρήση κατάλληλων μεθόδων καλλιέργειας, όπως η βαθεία φύτευση, προς το σκοπό της μειώσεως των αρδευτικών αναγκών, και συνιστάται η ορθολογική διαχείριση των υδάτων του οροπεδίου βάσει επιστημονικά τεκμηριωμένης μελέτης). Περαιτέρω, ο Φορέας Διαχείρισης του Εθνικού Δρυμού Σαμαριάς, με το έγγραφο 1891/22.2.2011 επεσήμανε, μεταξύ άλλων, την ανάγκη τεκμηριωμένης καταγραφής των πραγματικών αναγκών άρδευσης και ύδρευσης των κατοικιών και των τουριστικών επιχειρήσεων της περιοχής, την ορθολογική διαχείριση των υδάτων του οροπεδίου με τη δημιουργία ενιαίου Φορέα Διαχείρισης, την έρευνα της γεωλογικής καταλληλότητας της θέσεως της λιμνοδεξαμενής προς αποφυγή καθιζήσεων και την εκπόνηση από εξειδικευμένο φορέα προτάσεως για τις ενδεδειγμένες καλλιέργειες, τόσο παραδοσιακές, όσο και νέες, που θα συμβιβάζονται με τον χαρακτήρα της περιοχής. Στη συνέχεια, με την από Απριλίου 2011 συμπληρωματική μ.π.ε. του Ο.Α.ΔΥ.Κ. εξετάσθηκαν τα εκκρεμή ζητήματα, για τα οποία εχώρησε η ανάκληση των περιβαλλοντικών όρων, και προτάθηκε νέα, μειωμένων διαστάσεων λιμνοδεξαμενή, χωρητικότητα 600.000 κ.μ. Ειδικότερα, στην συμπληρωματική μ.π.ε. παρατίθενται εκτενή αποσπάσματα (α) της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης Λευκών Ορέων της Περιφέρειας Κρήτης, έτους 2009, η οποία συνιστά επικαιροποίηση ε.π.μ. έτους 1999 και περιλαμβάνει στις σελ. 197-198 ειδική αναφορά στην λιμνοδεξαμενή του Ομαλού, και (β) του Προγράμματος «Life-Φύση 2000» για τη διατήρηση των Μεσογειακών Εποχιακών Λιμνίων στην Κρήτη, του Ινστιτούτου Εσωτερικών Υδάτων του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε., η οποία αναφέρεται στη σημασία και τα ληπτέα μέτρα προστασίας του υφιστάμενου Μ.Ε.Λ. (βλ. σελ. 2.1-2.18 και 2.18-2.25 της μ.π.ε., αντιστοίχως), επανυπολογίζονται οι συνολικές ανάγκες σε νερό της εξυπηρετούμενης από το έργο περιοχής βάσει επικαιροποιημένων στοιχείων για τις ανάγκες των καλλιεργειών σε νερό (βλ. έγγραφο 280/4.3.2001 του Ινστιτούτου Ελιάς και Υποτροπικών Φυτών Χανίων του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Έρευνας [ΕΘ.Ι.Α.Γ.Ε.] και σχετική Βελτιωμένη Γεωργοοικονομική Μελέτη), οι οποίες εκτιμώνται συνολικά σε 501.200 κ.μ., ήτοι 391.800 κ.μ. για την άρδευση 2.500 στρεμμάτων καλλιεργειών + 15.000 κ.μ. για την ύδρευση ζώων = 406.800 κ.μ. + 118.000 κ.μ. αναμενόμενη ετήσια εξάτμιση = 501.000 κ.μ. (σ. 3.4 – 3.7). Περαιτέρω, στην μελέτη εξετάζονται οι προστατευόμενες περιοχές, οι οικότοποι και τα ενδημικά είδη, μεταξύ των οποίων το Μ.Ε.Λ. και η αμπελιτσιά (σ. 3.10 επόμ.), ακολούθως δε (κεφάλαιο 5, σ. 5.1 επόμ.) παρατίθενται επισημάνσεις και προτάσεις βελτιώσεως των έργων. Ειδικότερα, αφού επισημαίνεται ότι στο παρόν στάδιο δεν επανεξετάζεται η σκοπιμότητα του έργου (σ. 5.1), αναφέρεται ότι, εν όψει των μειωμένων αναγκών σε νερό, επιβάλλεται η «λύση ενός έργου μικρότερου σε όγκο», προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι επιπτώσεις στο τοπίο, η χωρητικότητα του οποίου υπολογίζεται σε 600.000 κ.μ., ήτοι αυξημένη κατά 120% εν σχέσει προς την ανωτέρω ποσότητα των 501.000 κ.μ. εν όψει, ιδίως, της ανάγκης εξασφάλισης επιπλέον ποσότητας νερού για το ενδεχόμενο μελλοντικής επεκτάσεως του αρδευτικού δικτύου σε επιπλέον γεωργικές εκτάσεις του αναδασμού, του γεγονότος ότι το έργο έχει ήδη εν μέρει κατασκευασθεί και χρηματοδοτείται από κοινοτικά κονδύλια, η ροή των οποίων δεν πρέπει να «διαταραχθεί», και του ότι ο ανωτέρω όγκος νερού επαρκεί για την ύδρευση των πέριξ διάσπαρτων οικισμών, όπως ο Σελινιώτικος Γύρος (σ. 5.1-5.2). Κατόπιν τούτου το εμβαδόν του «καθρέπτη» της λιμνοδεξαμενής υπολογίσθηκε σε 118.000 τ.μ., του πυθμένα σε 84.000 τ.μ. και η συνολική κάλυψη σε 160.000 τ.μ. (σ. 5.9). Περαιτέρω, με τη μελέτη προβλέπεται η λήψη μέτρων προστασίας του Μ.Ε.Λ., και ειδικότερα η μη διέλευση αγωγών από το Λιμνίο και σε απόσταση 200 μ. πέριξ αυτού και η πλήρης αποσύνδεσή του από την λιμνοδεξεμενή (σ. 5.3-5.8), ενώ για την προστασία της «αμπελιτσιάς» προβλέφθηκε, σε συνεργασία με την Δασική Υπηρεσία, η αλλαγή θέσεως της δεξαμενής νερού και η κατασκευή της σε μη δασική περιοχή, προκειμένου να μη θίγεται το τοπίο και δασική βλάστηση (σ. 5.7-5.8). Τέλος, στο 6ο κεφάλαιο (σ. 6.1-6.6) εξετάζονται οι επιπτώσεις από την κατασκευή του έργου στο περιβάλλον, και εκτιμάται ότι αυτές θα είναι σχετικά μικρές, θα προέλθουν από τις εκσκαφές στον χώρο της λιμνοδεξαμενής, αλλά θα επανορθωθούν εν μέρει με την χρησιμοποίηση του χώματος για την κατασκευή των τοιχωμάτων της, ότι η επίπτωση στο τοπίο δεν αναμένεται να είναι σημαντική λόγω του μικρού σχετικά ύψους των τοιχωμάτων της λιμνοδεξαμενής (1-8μ.) και του ότι, πάντως, το νερό, λόγω του παρακείμενου Μεσογειακού Λιμνίου, είναι στοιχείο του περιβάλλοντος της περιοχής, και ότι η απώλεια εδαφών και οι τυχόν αρνητικές επιπτώσεις αντισταθμίζονται από την αναμενόμενη αγροτική ανάπτυξη της περιοχής, την συγκράτηση του πληθυσμού, την αύξηση του εισοδήματος των κατοίκων και την τόνωση του τουρισμού. Παρατηρήσεις επί της μ.π.ε. υπέβαλε ο Φορέας Διαχείρισης Εθνικού Δρυμού Σαμαριάς με το έγγραφο 2290/29.6.2011, στο οποίο αναφέρει ότι, ενώ συμφωνεί με την ολοκλήρωση του έργου και κρίνει θετική τη μείωση του όγκου του, επισημαίνει ότι η μ.π.ε. είναι ελλιπής από την άποψη, ιδίως, ότι η εκτίμηση των αρδευτικών αναγκών παραμένει εμπειρική, δεν ελήφθη υπ’ όψη ο παράγοντας της υγρασίας του εδάφους (έγγρ. 1020/9.3.2011 της Δ/νσης Δασών Χανίων), έπρεπε να προηγηθεί υδρολογική μελέτη για την περιοχή του οροπεδίου, η διάθεση μεγάλων ποσοτήτων νερού αντίκειται στην επιλογή της ε.π.μ. Λευκών Ορέων για βιολογικές και παραδοσιακές καλλιέργειες, που είναι άνυδρες, δεν εκπονήθηκε γεωλογική μελέτη για την ευστάθεια των εδαφών, αορίστως μνημονεύονται οι ανάγκες για «ύδρευση» και δεν εκτιμήθηκε η επίπτωση της αυξημένης χρήσεως λιπασμάτων στον υδροφόρο ορίζοντα. Κατόπιν τούτου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση 203883/29.9.2011 του Υπουργού Π.Ε.Κ.Α., με την οποία, όπως προεκτέθηκε, ανακλήθηκε η κ.υ.α. 133213/8.12.2010, «ανανεώθηκε» δε και τροποποιήθηκε η κ.υ.α. 100902/19.10.2006, κυρίως ως προς την χωρητικότητα της λιμνοδεξαμενής, η οποία ορίσθηκε σε 600.000 κ.μ., ελήφθησαν μέτρα για την προστασία του παρακείμενου «Μεσογειακού Εποχιακού Λιμνίου» και παρατάθηκε ο χρόνος ισχύος των περιβαλλοντικών όρων μέχρι τις 31.7.2021, ενώ δεν εθίγη η επιλογή της θέσεως του έργου και το είδος των συνοδευτικών έργων.
- Επειδή, κατά τα εκτεθέντα στην 3η σκέψη, οι λόγοι με τους οποίους προβάλλεται ότι η επιλογή της θέσεως της λιμνοδεξαμενής δεν είναι νόμιμη, ότι δεν εξετάσθηκαν εναλλακτικές λύσεις, ότι το έργο καθ’ εαυτό βλάπτει το τοπίο και ότι της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων έπρεπε να προηγηθούν ειδικότερες μελέτες, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, ανεξαρτήτως της βασιμότητάς τους, διότι στρέφονται κατά της μη παραδεκτώς προσβαλλομένης κ.υ.α. 100902/19.10.2006. Κατά την ανωτέρω μειοψηφίσασα γνώμη, όμως, οι λόγοι αυτοί προβάλλονται παραδεκτώς.
- Επειδή, με τα ανωτέρω δεδομένα η συμπληρωματική μ.π.ε. Απριλίου 2011, στην οποία ερείδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αιτιολογείται νομίμως ως προς την χωρητικότητα της λιμνοδεξαμενής (600.000 κ.μ.), δεδομένου ότι δεν τεκμηριώνονται επαρκώς οι απαραίτητες ποσότητες νερού για άρδευση και ύδρευση. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες σε νερό για την άρδευση των υπαρχουσών παραδοσιακών καλλιεργειών στο οροπέδιο του Ομαλού, σε ποιο μέτρο αυτές ικανοποιούνται με υφιστάμενα μέσα (γεωτρήσεις κ.λπ.) και ποιο είναι το τυχόν προκύπτον έλλειμμα σε νερό για την άρδευση των καλλιεργειών αυτών, οι οποίες κατά την ε.π.μ. Λευκών Ορέων είναι κατά βάση και πρέπει να παραμείνουν ξερικές. Περαιτέρω, δεν προκύπτει σαφώς πόσες επιπλέον γεωργικές καλλιέργειες μπορούν να αναπτυχθούν στο οροπέδιο, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της ε.π.μ. περί μη εφαρμογής εντατικής γεωργίας στον Ομαλό, ώστε να υπολογισθεί στη συνέχεια η απαραίτητη ποσότητα νερού για τις καλλιέργειες αυτές εν όψει των κλιματολογικών συνθηκών και της φέρουσας ικανότητας του οροπεδίου, καθώς και παραγόντων που οδηγούν σε μείωση των απαιτούμενων ποσοτήτων νερού (όπως η υγρασία του εδάφους που δύναται να αξιοποιηθεί με βαθεία φύτευση κ.λπ., – βλ. έγγραφα 2290/29.6.2011 του Φορέα Διαχείρισης Σαμαριάς και 1020/9.3.2011 της Δ/νσης Δασών Χανίων). Περαιτέρω, αναιτιολογήτως ορίζεται χωρητικότητα αυξημένη κατά 20% εν σχέσει και με την πλημμελώς υπολογισθείσα (600.000 έναντι 501.000 κ.μ.) με την προοπτική πιθανής επεκτάσεως του αρδευτικού δικτύου στο μέλλον, χωρίς να προσδιορίζονται ειδικότερα οι σχετικές ανάγκες, κατά τα προεκτεθέντα, εν όψει μάλιστα των αμφιβολιών που ανέκυψαν για την ύπαρξη ακόμη και 2.500 στρ. επιδεκτικών εντατικής καλλιέργειας στον Ομαλό (βλ. τεχν. έκθεση 2005 σ. 14). Τέλος, αορίστως μνημονεύονται «άλλες ανάγκες» που πρόκειται να ικανοποιηθούν από το νερό της λιμνοδεξαμενής, όπως υδρευτικές ανάγκες των πέριξ οικισμών, ξενοδοχειακών μονάδων κ.λπ., δεδομένου ότι στην μ.π.ε., αρχική και συμπληρωματική, δεν παρατίθενται συγκεκριμένα στοιχεία για τη φύση και το ύψος των αναγκών αυτών σε νερό, εν όψει άλλωστε και του ότι ο πλησιέστερος στο έργο οικισμός Σεληνιώτικός Γύρος φέρεται να μην έχει καθόλου («0») κατοίκους (βλ. μ.π.ε. 2005, σ. 5). Εν όψει τούτων πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη καθ’ όσον αφορά τον προσδιορισμό της χωρητικότητας της λιμνοδεξαμενής σε 600.000 κ.μ. κατ’ αποδοχή του βασίμως προβαλλόμενου σχετικού λόγου ακυρώσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση για νέο νόμιμο υπολογισμό του μεγέθους της λιμνοδεξαμενής σε συνάρτηση με τις πραγματικές ανάγκες του οροπεδίου του Ομαλού σε νερό, στα πλαίσια της ε.π.μ. Λευκών Ορέων. Κατά τη γνώμη, όμως, του Συμβούλου Θ. Αραβάνη και της Παρέδρου Ο. Παπαδοπούλου, η πλημμελής εκτίμηση των αρδευτικών και υδρευτικών αναγκών, από την οποία εξαρτάται το μέγεθος και η βιωσιμότητα του έργου, καθιστά ακυρωτέα στο σύνολό της την προσβαλλόμενη πράξη, πρέπει δε η Διοίκηση να ερευνήσει εξ υπαρχής αν οι πραγματικές ανάγκες του οροπεδίου, στο πλαίσιο των κατευθύνσεων της ε.π.μ., επιβάλλουν την κατασκευή λιμνοδεξαμενής και σε καταφατική περίπτωση, τι μεγέθους.
- Επειδή, επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη κατά το κατά το μέρος που αφορά τον καθορισμό του μεγέθους της λιμνοδεξαμενής και να γίνουν κατά το αντίστοιχο μέρος δεκτές οι ασκηθείσες παρεμβάσεις, κατόπιν δε τούτου αποβαίνει αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων ακυρώσεως.
- Επειδή, εν όψει της εν μέρει νίκης και της εν μέρει ήττας του αιτούντος Δήμου, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων, κατ’ άρθρο 39 παράγρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8).






