ΣτΕ 4807/2013 [Επανακαθορισμός των οριογραμμών αιγιαλού-παραλίας]
Περίληψη
-Το φυσικό όριο της βλάστησης αποτελεί σαφή ένδειξη του ορίου μέχρι του οποίου φθάνουν οι μέγιστες συνήθεις αναβάσεις του κυματισμού και αποτελεί κατά τεκμήριο τη φυσική θέση της οριογραμμής του αιγιαλού. Τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη πράξη δεν συνιστούν επαρκές αιτιολογικό έρεισμα της απόρριψης του αιτήματος των αιτούντων, δεδομένου ότι δεν αξιολογήθηκαν και αντικρούσθηκαν ειδικώς οι ουσιώδεις ισχυρισμοί αυτών για τη ύπαρξη γραμμής αυτοφυούς πρασίνου προς τη θάλασσα, η οποία αποτελεί το όριο των ιδιοκτησιών τους προς νότο και δύση και αποτυπώθηκε στο διάγραμμα καθορισμού, το οποίο είχε συνυποβληθεί από τους αιτούντες με την αίτησή τους στη Διοίκηση.
-Για το λόγο αυτό, που προβάλλεται βασίμως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη έκθεση της Επιτροπής καθορισμού των ορίων αιγιαλού και παραλίας και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου αυτή να προβεί σε αιτιολογημένη κρίση για το αίτημα επανακαθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας, κατά συνεκτίμηση του ανωτέρω στοιχείου.
Πρόεδρος: Ν. Ρόζος
Εισηγητής: Χρ. Παπανικολάου
Δικηγόροι: Δ. Μαρκάτος, Ε. Τσάκας
Βασικές σκέψεις
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση του 1329/25.9.2008 εγγράφου του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Χανίων, με το οποίο ενημερώθηκαν οι αιτούντες ότι η Επιτροπή καθορισμού των ορίων αιγιαλού και παραλίας στην από 25.7.2008 συνεδρίασή της, απέρριψε την από 19.6.2008 αίτησή τους για τον επανακαθορισμό των οριογραμμών αιγιαλού – παραλίας στην περιοχή Χώνες του Δήμου Πελεκάνου, Νομού Χανίων, οι οποίες είχαν καθοριστεί με την 26201/22.9.2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης (Δ΄940/26.10.2006). Ζητείται ακόμη η ακύρωση της τελευταίας αυτής απόφασης, κατά το μέρος αυτής με το οποίο οι οριογραμμές του αιγιαλού καθορίστηκαν εντός των ιδιοκτησιών τους.
3. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 2971/2001 (Α΄ 285) ορίζεται ότι «”Αιγιαλός” είναι η ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της», ενώ στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «ο καθορισμός των ορίων του αιγιαλού, της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού γίνεται από Επιτροπή, η οποία συγκροτείται σε επίπεδο νομού με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ..». Ακολούθως, στο μεν άρθρο 4 του αυτού νόμου ορίζεται ότι: «η οριογραμμή του αιγιαλού χαράσσεται από την Επιτροπή του άρθρου 3 ως πολυγωνική γραμμή πλησιέστερη στην πραγματική φυσική γραμμή και απεικονίζεται στο σχετικό διάγραμμα με ερυθρό χρώμα. Οι οριογραμμές της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού απεικονίζονται με κίτρινο και κυανούν χρώμα αντίστοιχα. Οι κορυφές των πολυγωνικών γραμμών έχουν ορθογώνιες συντεταγμένες εξαρτημένες από το τριγωνομετρικό δίκτυο της χώρας, …», στο δε άρθρο 5 ότι «1. Εκτός της δυνατότητας της αυτεπάγγελτης κίνησης της διαδικασίας, όποιος ενδιαφέρεται για τον καθορισμό αιγιαλού και παραλίας, απευθύνεται στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, η οποία μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την υποβολή σχετικής αίτησης ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο αν έχει ήδη γίνει καθορισμός. Σε περίπτωση, που δεν έχει γίνει ο καθορισμός αιγιαλού και παραλίας, ο ενδιαφερόμενος δύναται να υποβάλει στην Κτηματική Υπηρεσία αίτηση καθορισμού και τοπογραφικό διάγραμμα σύμφωνα με τις προδιαγραφές του άρθρου 4. 2. Αν το διάγραμμα έχει συνταχθεί από ιδιώτη μηχανικό, η Κτηματική Υπηρεσία μεριμνά για τον έλεγχο και τη θεώρησή του εντός μηνός από την υποβολή του και στη συνέχεια το θέμα εισάγεται ενώπιον της Επιτροπής στην πρώτη τακτική συνεδρίασή της. 3. Η Επιτροπή καθορίζει τις οριογραμμές του αιγιαλού, της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού εντός μηνός από την εισαγωγή της υπόθεσης σε αυτήν και συντάσσει σχετική έκθεση. … 4. … . 5. Η έκθεση και το διάγραμμα επικυρώνονται, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού (Γ.Ε.Ν.), με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και δημοσιεύονται μαζί με την επικυρωτική αυτή απόφαση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ….». Τέλος, στο άρθρο 9 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «1. Η Επιτροπή για τη χάραξη της οριογραμμής του αιγιαλού και της παραλίας λαμβάνει υπόψη της ύστερα από αυτοψία τις φυσικές και λοιπές ενδείξεις, που επηρεάζουν το πλάτος του αιγιαλού και της παραλίας και ενδεικτικά: α) τη γεωμορφολογία του εδάφους, αναφορικά με κατηγορίες υψηλών και χαμηλών ακτών, τη σύστασή του, καθώς και το φυσικό όριο βλάστησης, β) την ύπαρξη, τα όρια και το είδος των παράκτιων φυσικών πόρων, γ) τα πορίσματα από την εκτίμηση των μετεωρολογικών στοιχείων της περιοχής, δ) τη μορφολογία του πυθμένα, ε) τον τομέα ανάπτυξης κυματισμού σε σχέση με το μέτωπο της ακτής, στ) την ύπαρξη τεχνικών έργων στην περιοχή, που νομίμως υφίστανται, ζ) τις τυχόν εγκεκριμένες χωροταξικές κατευθύνσεις και χρήσεις γης που επηρεάζουν την παράκτια ζώνη, η) την ύπαρξη δημόσιων κτημάτων κάθε κατηγορίας που βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με την παράκτια ζώνη, θ) τυχόν υφιστάμενο Κτηματολόγιο και ι) την ύπαρξη ευπαθών οικοσυστημάτων και προστατευόμενων περιοχών. 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων καθορίζονται οι προδιαγραφές και λοιπές λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου». Κατ’ επίκληση της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε η 1089532π.ε./8205π.ε./Β0010 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (Β’ 595/4.5.2005), με την οποία ορίστηκε ότι: «Τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη της η Επιτροπή προκειμένου να προβεί στη χάραξη των οριογραμμών αιγιαλού και παραλίας εξειδικεύονται στα επόμενα άρθρα ως εξής: (άρθρο 1) Η γεωμορφολογία του εδάφους. 1. Στην έννοια της γεωμορφολογίας του εδάφους εντάσσονται οι κατηγορίες υψηλών και χαμηλών ακτών, η εδαφική σύσταση της ακτής, η αποσάθρωσή της από την επίδραση του κυματισμού και το φυσικό όριο βλάστησης δενδρωδών, θαμνωδών και ποωδών παράκτιων φυτών. 2. Ακτές υψηλές (βραχώδη πρανή με μεγάλες κλίσεις μεγάλες υψομετρικές διαφορές) έχουν κατά κανόνα περιορισμένο εύρος αιγιαλού, αφού τα πρανή αυτά περιορίζουν τη δράση του κυματισμού. Η οριογραμμή του αιγιαλού στις περιπτώσεις αυτές χαράσσεται σε θέση με υψόμετρο ανάλογο το ύψους κύματος στη συγκεκριμένη περιοχή, λαμβανομένης υπόψη και της θραύσης του κυματισμού στην βραχώδη ακτή. Σε κατακόρυφα πρανή η οριογραμμή του αιγιαλού χαράσσεται στη στέψη του πρανούς προκειμένου να καθίσταται υλοποιήσιμη. 3. Ακτές χαμηλές (εδάφη με μικρές κλίσεις μικρές υψομετρικές διαφορές) έχουν κατά κανόνα μεγάλο εύρος αιγιαλού, αφού για να εκτονωθεί η ενέργεια του κυματισμού το κύμα διανύει αρκετή απόσταση στην ξηρά. 4. Το φυσικό όριο βλάστησης κατά κανόνα αποτελεί σαφή ένδειξη του ορίου μέχρι του οποίου φθάνουν οι μέγιστες συνήθεις αναβάσεις του κυματισμού και αποτελεί κατά τεκμήριο την φυσική θέση της οριογραμμής του αιγιαλού. Τούτο γιατί η συνήθης φυσική βλάστηση δεν αναπτύσσεται σε περιοχές που επηρεάζονται άμεσα από το νερό της θάλασσας. …». Με τις διατάξεις που μνημονεύονται ανωτέρω θεσπίζεται διοικητική διαδικασία για τον καθορισμό, κατά δέσμια αρμοδιότητα της Διοίκησης, της οριογραμμής του αιγιαλού ως φυσικού φαινομένου, ήτοι της μέγιστης και συνήθους ανάβασης των κυμάτων σε δεδομένη χερσαία ζώνη, με την έκδοση σχετικής πράξης, διαπιστωτικής της υφιστάμενης πραγματικής κατάστασης. Η διαπίστωση αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε πρόσφορο, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας ή της επιστήμης, μέσο, όπως είναι και η αυτοψία των μελών του οικείου διοικητικού οργάνου (πρβλ. ΣτΕ 5516/2012, 2402/2009, 3898/2006, 931/2002 κ.ά.).
4. Επειδή, στην παρ. 9 του άρθρου 5 του νόμου 2971/2001 ορίζεται ότι: «Σε περίπτωση εσφαλμένου καθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού ή της παραλίας επιτρέπεται ο επανακαθορισμός κατά τη διαδικασία του παρόντος άρθρου. Η διαδικασία για τον επανακαθορισμό κινείται είτε αυτεπαγγέλτως από την Κτηματική Υπηρεσία είτε ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου και προσκόμιση στοιχείων που να αποδεικνύουν το σφάλμα του πρώτου καθορισμού …». Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, εφόσον ζητείται από ενδιαφερόμενο ο επανακαθορισμός αιγιαλού, παλαιού αιγιαλού ή παραλίας, που έχουν καθορισθεί κατά το παρελθόν εσφαλμένως κατά την άποψή του, η Διοίκηση οφείλει να επιλαμβάνεται του αιτήματος, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει συγκεκριμένα κρίσιμα στοιχεία για την απόδειξη σφάλματος κατά τον αρχικό καθορισμό. Κατ’ ακολουθία, η παράλειψη της Διοίκησης να αποφανθεί επί αιτήσεως επανακαθορισμού των ορίων αιγιαλού, παλαιού αιγιαλού ή παραλίας, συνοδευομένης από σχετικά στοιχεία, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, υποκείμενη σε αίτηση ακυρώσεως, οι δε πράξεις, με τις οποίες η Διοίκηση απορρίπτει για οποιοδήποτε λόγο ή αρνείται να εξετάσει την αίτηση αυτή έχουν εκτελεστό χαρακτήρα (βλ. ΣτΕ 4608/2011, 457/2009, 3860, 1250-51/2006, πρβλ. ΣτΕ 2312/2001 επτ.).
5. Επειδή, το 1329/25.9.2008 έγγραφο του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Χανίων δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα και, επομένως, προσβάλλεται απαραδέκτως. Καθ’ ερμηνεία, ωστόσο, του δικογράφου πρέπει να θεωρηθεί ως συμπροσβαλλόμενη και παραδεκτώς προσβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, πράξη, η από 25.7.2008 έκθεση της Επιτροπής καθορισμού των ορίων αιγιαλού και παραλίας, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα επανακαθορισμού. Περαιτέρω, η δεύτερη προσβαλλόμενη 26201/229.2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, με την οποία καθορίστηκαν οι οριογραμμές αιγιαλού και παραλίας στην περιοχή, δημοσιεύθηκε, όπως αναφέρεται στη σκέψη 2, στις 26.10.2006. Και ναι μεν από τα στοιχεία, του φακέλου δεν προκύπτει κοινοποίηση της στους αιτούντες, η πράξη όμως αυτή, μνημονεύεται στην από 19.6.2008 αίτηση των αιτούντων για τον επανακαθορισμό των οριογραμμών αιγιαλού – παραλίας στην περιοχή. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση, που ασκήθηκε στις 30.12.2008 κατά το μέρος που ασκείται κατά της δεύτερης προσβαλλόμενης πράξης είναι απορριπτέα ως εκπρόθεσμη (πρβλ. ΣτΕ 4598/2011), λαμβανομένου υπ’ όψιν και του διαστήματος αναστολής της προθεσμίας προσβολής αυτής κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών.
6. Επειδή, με την αίτηση ακυρώσεως προβάλλεται ότι κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 9 του ν. 2971/2001 και χωρίς νόμιμη και επαρκή αιτιολογία απορρίφθηκε το αίτημα των αιτούντων περί επανακαθορισμού των οριογραμμών αιγιαλού – παραλίας στο σημείο που βρίσκονται οι ιδιοκτησίες τους. Ειδικότερα, με την από 19.6.2008 αίτησή τους οι αιτούντες ισχυρίστηκαν ότι υπήρξε πλάνη περί τα πράγματα κατά τον καθορισμό του αιγιαλού, εφόσον αγνοήθηκε η ύπαρξη σαφέστατης γραμμής αυτοφυούς πρασίνου προς τη θάλασσα, η οποία αποτελεί το όριο των ιδιοκτησιών τους προς νότο και δύση και αποτυπώθηκε στο διάγραμμα καθορισμού, με αποτέλεσμα η γραμμή του αιγιαλού να τοποθετηθεί πολύ πίσω στην ξηρά. Ισχυρίστηκαν ακόμη ότι καθορίστηκε εσφαλμένα και η γραμμή παραλίας στην ιδιοκτησία του πρώτου των αιτούντων, διότι τοποθετήθηκε σε απόσταση 11 και όχι 10 μέτρων από τη γραμμή αιγιαλού. Προς απόδειξη των ισχυρισμών τους οι αιτούντες προσκόμισαν απόσπασμα τοπογραφικού διαγράμματος της μηχανικού Κ. Μ., το οποίο συνοδεύει την 26201/22.9.2006 πράξη καθορισμού και επί του οποίου έχει τοποθετηθεί με παρεστιγμένη γραμμή το όριο του φυσικού πρασίνου προς τη θάλασσα προς νότον και δυσμάς των ακινήτων των αιτούντων και έχει επισημανθεί με την αναφορά «πράσινο» μεταξύ των κορυφών Α5 και Α7, αεροφωτογραφία της Γ.Υ.Σ. έτους λήψης 1960 καθώς και αεροφωτογραφία της περιοχής του google earth. Στην από 25.7.2008 έκθεση της Επιτροπής καθορισμού των ορίων αιγιαλού και παραλίας, με την οποία απορρίφθηκε το ως άνω αίτημα επανακαθορισμού, αναφέρεται ότι η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν έχει εμφιλοχωρήσει σφάλμα ή πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα κατά τον καθορισμό των οριογραμμών αιγιαλού και παραλίας στην περιοχή Χώνες του Δήμου Πελεκάνου Νομού Χανίων ύστερα από αυτοψία που πραγματοποίησε στην περιοχή και κατόπιν επανεξέτασης των στοιχείων που υπάρχουν στο αρχείο της Κτηματικής Υπηρεσίας σχετικά με τον καθορισμό.
7. Επειδή, όπως προκύπτει από τις μνημονευόμενες στην σκέψη 4 διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 2971/2001 και της Κ.Υ.Α. 1089532 π.ε./8205 π.ε./Β0010, το φυσικό όριο της βλάστησης αποτελεί σαφή ένδειξη του ορίου μέχρι του οποίου φθάνουν οι μέγιστες συνήθεις αναβάσεις του κυματισμού και αποτελεί κατά τεκμήριο την φυσική θέση της οριογραμμής του αιγιαλού. Επομένως, τα παραπάνω αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη πράξη δεν συνιστούν επαρκές αιτιολογικό έρεισμα της απόρριψης του αιτήματος των αιτούντων, δεδομένου ότι δεν αξιολογήθηκαν και αντικρούσθηκαν ειδικώς οι ουσιώδεις ισχυρισμοί αυτών για τη ύπαρξη γραμμής αυτοφυούς πρασίνου προς τη θάλασσα, η οποία αποτελεί το όριο των ιδιοκτησιών τους προς νότο και δύση και αποτυπώθηκε στο διάγραμμα καθορισμού, το οποίο είχε συνυποβληθεί από τους αιτούντες με την αίτησή τους στη Διοίκηση. Για το λόγο αυτό, που προβάλλεται βασίμως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη από 25.7.2008 έκθεση της Επιτροπής καθορισμού των ορίων αιγιαλού και παραλίας και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου αυτή να προβεί σε αιτιολογημένη κρίση για το αίτημα επανακαθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας, κατά συνεκτίμηση του ανωτέρω στοιχείου (πρβλ. ΣτΕ 4802/2011, 457/2009, 3860, 1250 – 51/2006).
8. Επειδή, κατόπιν τούτων πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση παρέλκει δε ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως.






