ΣτΕ 445/2016 [Νόμιμη αναθεώρηση οικοδομικής άδειας]
Περίληψη
– Κατά την ανέγερση οικοδομής, οι τυχόν επιτρεπόμενες από το νόμο επεμβάσεις επί της φυσικής στάθμης του εδάφους στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, από τις οποίες είναι ενδεχόμενο να επηρεάζεται και το τελικό νόμιμο ύψος της οικοδομής, επιτρέπονται μόνον αν είναι αναγκαίες για την προσαρμογή του κτιρίου στο έδαφος, όχι δε και στην αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή για την προσαρμογή του εδάφους στις διαστάσεις και τα λοιπά τεχνικά χαρακτηριστικά που επιθυμεί να προσδώσει στο κτίριο ο κατασκευαστής του. Αντίθετη, ερμηνευτική εκδοχή θα επέτρεπε στον κατασκευαστή του κτιρίου να αναδιαμορφώσει εκείνος, ανάλογα με τον τρόπο κατασκευής που επιλέγει, ουσιώδεις όρους δόμησης του κτιρίου, καταστρατηγώντας, έτσι, τις αντίστοιχες προβλέψεις του πολεοδομικού νομοθέτη.
– Σε περίπτωση ανέγερσης οικοδομής σε έδαφος επικλινές, οι αναγκαίες επεμβάσεις στο φυσικό έδαφος πρέπει να γίνονται κατά τρόπο, ώστε η διαμορφούμενη οριστική στάθμη του εδάφους να είναι κλιμακωτή, προκειμένου η ανωτέρω μέγιστη επιτρεπόμενη απόκλιση από το φυσικό έδαφος να τηρείται σε κάθε σημείο του οικοπέδου. Τούτο δε προκειμένου να μη διαταράσσεται κατά το δυνατό το φυσικό ανάγλυφο και να προστατεύεται το αστικό ή φυσικό τοπίο, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα.
Πρόεδρος: Χρ. Ράμμος
Εισηγητής: Χρ. Ντουχάνης
Δικηγόροι: Ε. Φαλίδα – Αυγερινού, Ν. Μπρούμας, Η. Γιολδασέας
Βασικές Σκέψεις
- Επειδή, με την έφεση αυτή ζητείται η εξαφάνιση της 730/2008 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία κηρύχθηκε κατηργημένη η δίκη επί αιτήσεως ακυρώσεως των εκκαλούντων κατά της 304/2005 οικοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου του Δήμου Γλυφάδας του Ν. Αττικής και απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως των εκκαλούντων κατά της 43/2006 αναθεώρησης της ως άνω οικοδομικής άδειας.
- Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 7 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (Γ.Ο.Κ. – ν. 1577/1985, Α΄ 210), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 2831/2000 (Α΄ 140), «7. Το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος του κτιρίου ορίζεται σε συνάρτηση με τον επιτρεπόμενο συντελεστή δόμησης της περιοχής (…). Το μέγιστο ύψος του κτιρίου σε κάθε σημείο των όψεών του μετριέται από την οριστική στάθμη του εδάφους του οικοπέδου ή από τη στάθμη του πεζοδρομίου, αν οι όψεις τοποθετούνται επί της ρυμοτομικής γραμμής και αυτή ταυτίζεται με την οικοδομική γραμμή. Αν δεν είναι δυνατόν να μετρηθεί το μέγιστο ύψος στην όψη του κτιρίου, λόγω εσοχής ορόφου από αυτήν ή λόγω επαφής του κτιρίου στο όριο του οικοπέδου, το μέγιστο ύψος μετριέται από τη στάθμη του φυσικού εδάφους στα σημεία προβολής του ορόφου σε αυτό ή στα σημεία επαφής του κτιρίου με το όριο. Το ύψος αυτό, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 17, μπορεί να προσαυξηθεί μέχρι 1,50 μ. ή και περισσότερο μετά από έγκριση της Ε.Π.Α.Ε. (…)». Εξάλλου, στο άρθρο 2 παρ. 16 και 30 του Γ.Ο.Κ. (άρθρο 242 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, π.δ. της 14/27.7.1999, Δ΄ 580), ορίζεται ότι «16. Οριστική στάθμη εδάφους οικοπέδου ή γηπέδου είναι η στάθμη του εδάφους όπως διαμορφώνεται οριστικά, σύμφωνα με το νόμο, με εκσκαφή, επίχωση ή επίστρωση. … 30. Ύψος κτιρίου σε ορισμένη θέση του είναι η κατακόρυφη απόσταση από το σημείο που αποτελεί την αφετηρία μέτρησης, κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού (στάθμη του πεζοδρομίου ή οριστική στάθμη του εδάφους ή φυσικό έδαφος) έως τη στάθμη της τελικής επάνω επιφάνειας του τελευταίου ορίου, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η μόνωση και η επίστρωσή της στη θέση αυτή. Το μεγαλύτερο από τα ύψη που πραγματοποιούνται είναι το μέγιστο πραγματοποιούμενο ύψος του κτιρίου (όπως το πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2831/2000)». Περαιτέρω, το άρθρο 17 παρ. 1 του αυτού Γ.Ο.Κ., του οποίου το περιεχόμενο αποδίδεται στο άρθρο 256 Κ.Β.Π.Ν. και στο οποίο παραπέμπει το ως άνω άρθρο 9 παρ. 7 του ίδιου Γ.Ο.Κ., ορίζει ότι «1. Στους ακάλυπτους χώρους του οικοπέδου επιτρέπεται η μερική εκσκαφή ή επίχωση του εδάφους για την προσαρμογή του κτιρίου σε αυτό, με την προϋπόθεση ότι σε κανένα σημείο η οριστική στάθμη του εδάφους δεν θα βρίσκεται ψηλότερα ή χαμηλότερα από 1,50 μέτρο από τη φυσική του στάθμη. Μεγαλύτερη επέμβαση στο έδαφος επιτρέπεται ύστερα από γνωμοδότηση της Ε.Π.Α.Ε. Επίσης επιτρέπεται να κατασκευάζονται έργα, όπως πεζούλια, βεράντες, κεκλιμένα επίπεδα (ράμπες), σκάλες κύριες ή βοηθητικές, τα οποία λόγω της διαμόρφωσης του εδάφους, είναι αναγκαία για την επικοινωνία με το κτίριο». Τέλος, το άρθρο 7 παρ. 1 του Γ.Ο.Κ. (άρθρο 248 του Κ.Β.Π.Ν.), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, όριζε ότι «1. Για τον υπολογισμό του συντελεστή δόμησης που πραγματοποιείται στο οικόπεδο (…) Β. Δεν προσμετρούνται: α) (…) η) Οι στεγασμένοι χώροι για τη στάθμευση αυτοκινήτων (…) ι) Ο ελεύθερος ημιυπαίθριος χώρος που δημιουργείται όταν το κτίριο κατασκευάζεται σε υποστυλώματα (PILOTIS), εφόσον έχει: 1) επιφάνεια τουλάχιστον ίση με το 50% της επιφάνειας που καταλαμβάνει το κτίριο, 2) στάθμη δαπέδου 0,50 μ. πάνω ή κάτω (+- 0,50 μ.) από την οριστική στάθμη του περιβάλλοντος εδάφους σε κάθε σημείο του και 3) ελεύθερο ύψος τουλάχιστον το προβλεπόμενο για χώρο κύριας χρήσης και έως 3,00 μ. ή και μεγαλύτερο αν το μεγαλύτερο των 3 μέτρων κατασκευαστεί ύστερα από έγκριση της Ε.Π.Α.Ε. Στην περίπτωση αυτή δεν προσμετρούνται επίσης χώροι κλιμακοστασίων, ανελκυστήρων και εισόδων που βρίσκονται στο χώρο αυτόν, επιφάνειας έως το 5% της επιφάνειας που καλύπτει το κτίριο (…)».
- Επειδή, οι διατάξεις αυτές, με τις οποίες οριοθετούνται οι επιτρεπόμενες επεμβάσεις στο φυσικό έδαφος κατά την ανέγερση οικοδομής, πρέπει να ερμηνεύονται ενόψει της κατά το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, κατά τρόπο ώστε η εφαρμογή τους να κατατείνει στην ανέγερση κτιρίων εναρμονιζομένων, κατ’ αρχήν, προς το φυσικό ανάγλυφο και την μορφολογία του εδάφους, που αποτελούν στοιχεία του προστατευομένου φυσικού περιβάλλοντος, και να αποκλείεται η δόμηση με σημαντικές επεμβάσεις στο φυσικό έδαφος και σοβαρές αλλοιώσεις της αισθητικής του τοπίου. Από τις διατάξεις, συνεπώς, αυτές προκύπτει ότι, κατά την ανέγερση οικοδομής, οι τυχόν επιτρεπόμενες από τον νόμο επεμβάσεις επί της φυσικής στάθμης του εδάφους στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, από τις οποίες είναι ενδεχόμενο να επηρεάζεται και το τελικό νόμιμο ύψος της οικοδομής, επιτρέπονται μόνον αν είναι αναγκαίες για την προσαρμογή του κτιρίου στο έδαφος, όχι δε και στην αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή για την προσαρμογή του εδάφους στις διαστάσεις και τα λοιπά τεχνικά χαρακτηριστικά που επιθυμεί να προσδώσει στο κτίριο ο κατασκευαστής του. Αντίθετη, ερμηνευτική εκδοχή θα επέτρεπε στον κατασκευαστή του κτιρίου να αναδιαμορφώσει εκείνος, ανάλογα με τον τρόπο κατασκευής που επιλέγει, ουσιώδεις όρους δόμησης του κτιρίου, καταστρατηγώντας, έτσι, τις αντίστοιχες προβλέψεις του πολεοδομικού νομοθέτη, που θεσπίσθηκαν για την εξασφάλιση των καλυτέρων δυνατών όρων διαβίωσης στην περιοχή (ΣτΕ 2671/2010, 945/2010, 2699/2006). Περαιτέρω, κατά την έννοια των αυτών διατάξεων, σε περίπτωση ανέγερσης οικοδομής σε έδαφος επικλινές, οι αναγκαίες για τους παραπάνω λόγους επεμβάσεις στο φυσικό έδαφος πρέπει να γίνονται κατά τρόπο, ώστε η διαμορφούμενη οριστική στάθμη του εδάφους να είναι κλιμακωτή, προκειμένου η ανωτέρω μέγιστη επιτρεπόμενη απόκλιση από το φυσικό έδαφος να τηρείται σε κάθε σημείο του οικοπέδου. Τούτο δε προκειμένου να μη διαταράσσεται κατά το δυνατό το φυσικό ανάγλυφο και να προστατεύεται το αστικό ή φυσικό τοπίο, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα (ΣτΕ 2671/2010). Εξάλλου, για να μην είναι προσμετρητέος στον συντελεστή δόμησης ο ελεύθερος ημιυπαίθριος χώρος που δημιουργείται όταν το κτίριο κατασκευάζεται σε υποστυλώματα (PILOTIS), πρέπει ο εν λόγω χώρος, πέραν των λοιπών προϋποθέσεων, να έχει σε κάθε σημείο του στάθμη δαπέδου 0,50 μ. πάνω ή κάτω (+- 0,50 μ.), μετρούμενη από την οριστική στάθμη του περιβάλλοντος εδάφους, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί κατόπιν των αναγκαίων επεμβάσεων στο φυσικό έδαφος, σε περίπτωση που αυτό είναι επικλινές.
- Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την 304/2005 οικοδομική άδεια που εξέδωσε το Πολεοδομικό Γραφείο του Δήμου Γλυφάδας Ν. Αττικής επετράπη στον εφεσίβλητο η ανέγερση τετραώροφης οικοδομής με πιλοτή και υπόγειο σε οικόπεδο που βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο 213 και επί της οδού Χίου 98 στην περιοχή Τερψιθέας του Δήμου Γλυφάδας. Η άδεια αυτή αναθεωρήθηκε με την 43/30.3.2006 πράξη της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Γλυφάδας. Η αναθεώρηση της 304/2005, τα διαγράμματα της οποίας αναφέρουν ως χρονικό σημείο κατάρτισης, το μήνα Μάιο 2005, εγκρίθηκε κατόπιν υποβολής αιτήσεων και τεχνικών εκθέσεων του συντάξαντος τα διαγράμματα αρχιτέκτονα – μηχανικού Γεωργίου Μυλωνά. Ειδικότερα, στην από μηνός Οκτωβρίου 2005 τεχνική έκθεση του ως άνω αρχιτέκτονα – μηχανικού, γίνεται αναφορά σε ήδη υποβληθείσα αίτηση αναθεώρησης της 304/2005 οικοδομικής άδειας λόγω μερικής τροποποίησης της αρχιτεκτονικής μελέτης, που είχε συνταχθεί από τον μελετητή Σωτήριο Μυλωνά (βλ. στέλεχος 304 /2005 οικοδομικής άδειας). Κατά τα εκτιθέμενα στην εν λόγω τεχνική έκθεση, η τροποποίηση συνίσταται, μεταξύ άλλων, σε ενημέρωση και συμπλήρωση του τοπογραφικού διαγράμματος της αρχικής άδειας με αναγραφή αριθμητικών δεδομένων, που αφορούν τις υψομετρικές στάθμες του εδάφους στις τέσσερεις κορυφές του οικοπέδου, κατά τρόπο ώστε να αποτυπώνεται στο διάγραμμα η υψομετρική διαφορά του εδάφους που ανέρχεται, κατά τον επιβλέποντα μηχανικό, σε 1,80 μ. Τα δεδομένα αυτά, δηλαδή η χαρακτηριζόμενη από κλίση μορφολογία του εδάφους, καθιστούσαν αναγκαία τη διαμόρφωση του ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου, αυτού, δηλαδή, που θα έμενε ακάλυπτο μετά την ανέγερση του κτιρίου και ευρίσκεται στη δεξιά πλευρά του οικοπέδου προς την πλευρά του κοινού ορίου προς την ιδιοκτησία των εκκαλούντων, η διαμόρφωση δε αυτή θα είχε το χαρακτήρα μερικής επίχωσης. Αντίστοιχο είναι το περιεχόμενο της από μηνός Μαρτίου 2006 τεχνικής έκθεσης του ίδιου επιβλέποντος μηχανικού, στην οποία, όμως, οι υψομετρικές διαφορές εμφανίζονται αισθητά χαμηλότερες (1,10 μ.) Κατόπιν τούτων, εκδόθηκε η προαναφερόμενη 43/2006 αναθεώρηση της 304/2005 οικοδομικής άδειας. Εξάλλου, σε αντίθεση με το από μηνός Μαΐου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα της 304/2005 οικοδομικής άδειας, στο από μηνός Μαρτίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα της 43/2006 αναθεώρησης αποτυπώνονται οι υψομετρικές στάθμες στις τέσσερεις κορυφές του οικοπέδου, ως εξής: Στην κορυφή Β, η οποία ευρίσκεται στο σημείο όπου η ρυμοτομική γραμμή της οδού Χίου τέμνει το κοινό όριο της ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου με την ιδιοκτησία των εκκαλούντων, δηλαδή σε απόσταση 6 μ. από την οικοδομική γραμμή λόγω υπάρξεως προκηπίου, η υψομετρική στάθμη, η οποία νοείται προφανώς ως σημείο αναφοράς, ορίζεται σε 0,00 μ. Στην κορυφή Α, όπου η ρυμοτομική γραμμή συναντά το κοινό όριο της ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου με άλλη αδόμητη ιδιοκτησία, η υψομετρική στάθμη ορίζεται σε 0,60 μ. Στην κορυφή Γ, ακραίο σημείο του κοινού ορίου μεταξύ των ιδιοκτησιών των εκκαλούντων και του εφεσιβλήτου στο εσωτερικό του οικοδομικού τετραγώνου 213, η υψομετρική στάθμη ορίζεται σε 0,50 μ. Τέλος, στην κορυφή Δ, ακραίο σημείο του κοινού ορίου μεταξύ της ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου με την όμορη αδόμητη ιδιοκτησία (προς την πλευρά της οδού Γ. Γεννηματά), ορίσθηκε η υψηλότερη υψομετρική στάθμη σε 1,10 μ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την κάτοψη πιλοτής της 43/2006 αναθεώρησης, που συντάχθηκε από τον ως άνω επιβλέποντα μηχανικό, το επίπεδο της βάσης της πιλοτής ευρίσκεται 1,40 μ. ψηλότερα από την κορυφή Β του οικοπέδου του εφεσιβλήτου (0,00 μ. σύμφωνα με το τοπογραφικό) και, αντιστοίχως, 0,90 μ. (1,40 – 0,50 μ.) από την κορυφή Α (0,50 μ. σύμφωνα με το τοπογραφικό), 0,30 μ. (1,40 – 1,10 μ.) από την κορυφή Δ (1,10 μ. σύμφωνα με το τοπογραφικό), και 0,90 μ. (1,40 – 0,50 μ.) από την κορυφή Γ (0,50 μ. σύμφωνα με το τοπογραφικό). Από την ίδια κάτοψη, εξάλλου, προκύπτει ότι μεταξύ της ανεγειρομένης οικοδομής και του ορίου της ιδιοκτησίας των εκκαλούντων παρεμβάλλεται εδαφική λωρίδα, που έχει πλάτος 2,80 μ. κατά το οικείο τοπογραφικό διάγραμμα και επί της οποίας προβλέπεται η κατασκευή επικλινούς ράμπας πιλοτής, η οποία εκκινεί από τη μηδενική υψομετρική στάθμη της κορυφής Β του οικοπέδου του εφεσιβλήτου και φθάνει μέχρι τη στάθμη του επιπέδου της πυλωτής (1,40 μ.). Στη συνέχεια, και αφού είχαν υποβληθεί σχετικές αιτήσεις του πρώτου των εκκαλούντων προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Γλυφάδας, καταρτίσθηκε με μέριμνα του Δήμου από τον τοπογράφο μηχανικό Αθανάσιο Νάστο το από μηνός Οκτωβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα οριζοντιογραφικής και υψομετρικής αποτύπωσης των οδών Μυστρά και Χίου, που ορίζουν το ΟΤ 213 από τις μεγαλύτερες πλευρές του παραλληλογράμμου του εν λόγω ΟΤ. Το περιεχόμενο του διαγράμματος επιβεβαιώθηκε και από αυτοψία που διενεργήθηκε από υπαλλήλους της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Γλυφάδας, όπως αναφέρεται στο 66218/1015/16.2.2007 έγγραφο της εν λόγω πολεοδομικής υπηρεσίας προς τον πρώτο εκκαλούντα. Περαιτέρω, όμως, όπως προκύπτει από το 6119/55184/30.10.2006 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Γλυφάδας προς το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά, κατά την εν λόγω αυτοψία διαπιστώθηκαν ορισμένες μικρές αποκλίσεις από τις παραδοχές της μελέτης που είχε καταρτισθεί ενόψει της 43/2006 αναθεώρησης της οικοδομικής άδειας ως προς τις υψομετρικές στάθμες των τριών κορυφών (Α, Γ και Δ) του οικοπέδου εν αναφορά με την κορυφή Β, όπου η ρυμοτομική γραμμή της οδού Χίου τέμνει το κοινό όριο των ιδιοκτησιών των εκκαλούντων και του εφεσιβλήτου και στην οποία –λαμβανομένη ως σημείο αναφοράς- δεν διαπιστώθηκε ουδεμία μεταβολή. Διαπιστώθηκε, ειδικότερα, ότι στην κορυφή Α η υψομετρική διαφορά από την κορυφή Β ήταν 0,78 μ. και όχι 0,60 μ., στην κορυφή Γ, στο κοινό όριο με την ιδιοκτησία των εκκαλούντων, ήταν 0,30 μ. και όχι 0,50 μ. και, τέλος, στην κορυφή Δ ήταν 1,30 μ. και όχι 1,10 μ. Ενόψει τούτων, και προκειμένου να αναθεωρηθεί για δεύτερη φορά η 304/2005 οικοδομική άδεια, συντάχθηκε η από μηνός Οκτωβρίου 2006 τεχνική – αιτιολογική έκθεση του ως άνω αρχιτέκτονα – μηχανικού Γεωργίου Μυλωνά. Στην έκθεση αυτή μνημονεύεται η διαπιστωθείσα και από τη Διοίκηση κατωφερής πορεία της οδού Χίου (βλ. προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα οριζοντιογραφικής και υψομετρικής αποτύπωσης οδών Χίου και Μυστρά), λόγω της οποίας, κατά την έκθεση, η υψομετρική διαφορά μεταξύ των αξόνων συμβολής της οδού Χίου με τις κάθετες προς αυτήν οδούς Γ. Γεννηματά και Κυνουρίας, οι οποίες, μαζί με την οδό Μυστρά, περικλείουν το ΟΤ 213, ανέρχεται περίπου στα 20 μ., αντιστοιχούσα σε κλίση εδάφους του οικοδομικού τετραγώνου περί το 7% (6,7% κατά τη Διοίκηση, βλ. προμνημονευόμενο 6119/55184/30.10.2006 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Γλυφάδας προς το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά). Στην ίδια έκθεση αναφέρεται το γεγονός ότι διαπιστώθηκαν οι ως άνω αποκλίσεις ως προς τις υψομετρικές στάθμες των κορυφών Α, Γ και Δ κατά τη διοικητική αυτοψία που ακολούθησε την αρχική αναθεώρηση, ως λόγος που δικαιολογεί τη νεότερη αναθεώρηση. Ομοίως, στην εν λόγω έκθεση αναφέρεται ως λόγος νέας αναθεώρησης της οικοδομικής άδειας η ακριβέστερη ένδειξη των χαρακτηριστικών της ράμπας προσπέλασης ατόμων με ειδικές ανάγκες (ΑΜΕΑ), η οποία, σύμφωνα με τα διαγράμματα κάτοψης, θα τοποθετηθεί στην πλευρά του οικοπέδου του εφεσιβλήτου που είναι όμορη προς αυτήν των εκκαλούντων. Τέλος, με την 160/22.12.2006 πράξη της Διεύθυνσης Πολεοδομίας αποφασίσθηκε νέα αναθεώρηση της 304/2005 οικοδομικής άδειας λόγω, μεταξύ άλλων, μικρής αλλαγής αρχιτεκτονικών και μηχανολογικών στοιχείων.
- Επειδή, οι εκκαλούντες άσκησαν δύο αιτήσεις ακυρώσεως κατά ορισμένων από τις ως άνω πράξεις της πολεοδομικής υπηρεσίας του Δήμου Γλυφάδας, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν από το διοικητικό εφετείο. Με την πρώτη από τις αιτήσεις αυτές ζήτησαν την ακύρωση της 304/2005 οικοδομικής άδειας, με την οποία, κατά τα προαναφερόμενα, επετράπη στον εφεσίβλητο η ανέγερση τετραώροφης οικοδομής με πιλοτή και υπόγειο σε οικόπεδο που βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο 213 και επί της οδού Χίου 98 στην περιοχή Τερψιθέας του Δήμου Γλυφάδας. Με τη δεύτερη αίτηση ακυρώσεως, όπως συμπληρώθηκε με τα από 2.8.2006 και 30.3.2007 δικόγραφα προσθέτων λόγων, οι εκκαλούντες ζήτησαν την ακύρωση της 43/2006 αναθεώρησης της ως άνω οικοδομικής άδειας, υπέρ της οποίας ασκήθηκε παρέμβαση από τον εφεσίβλητο. Με την εκκαλούμενη 730/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου η δίκη επί της πρώτης αιτήσεως ακυρώσεως κηρύχθηκε κατηργημένη λόγω αντικαταστάσεως της προσβαλλόμενης με αυτήν 304/2005 οικοδομικής άδειας με την προσβληθείσα με τη δεύτερη αίτηση ακυρώσεως 43/2006 αναθεώρηση, τούτο δε σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 2 [και όχι παρ. 1, όπως εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται στην εκκαλουμένη] του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8). Περαιτέρω, με την εκκαλούμενη απόφαση, και η δίκη επί της δεύτερης αιτήσεως ακυρώσεως, με την οποία είχε προσβληθεί η 43/2006 αναθεώρηση, κηρύχθηκε ομοίως κατηργημένη, μόνον, όμως, κατά το μέρος που αφορούσε την πρόβλεψη κατασκευής ράμπας πρόσβασης ΑΜΕΑ, διότι, κατά την κρίση του διοικητικού εφετείου, το σχετικό κεφάλαιο της οικοδομικής άδειας, όπως είχε αντικατασταθεί με την 43/2006 αναθεώρηση, αντικαταστάθηκε εκ νέου με την προαναφερόμενη 160/2006 νέα αναθεώρηση. Καθ’ ερμηνεία, εξάλλου, της εκκαλούμενης απόφασης, η μερική κατάργηση της δίκης επί της 43/2006 αναθεώρησης δεν αφορά το κεφάλαιο που αναφέρεται στην κατασκευή ράμπας ΑΜΕΑ στο σύνολό του, αλλά μόνο το σχετικό με την επιτρεπόμενη κλίση της ράμπας κεφάλαιο της αναθεώρησης αυτής. Τέλος, με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού εξετάσθηκαν και απορρίφθηκαν οι λόγοι ακυρώσεως σχετικά με την μη νόμιμη, κατά τους εκκαλούντες, παράλειψη προσμέτρησης της πιλοτής της οικοδομής στο συντελεστή δομήσεως, καθώς και λόγοι στρεφόμενοι κατά του σχετικού με τη ράμπα κεφαλαίου της 43/2006 αναθεώρησης, πλην των σχετιζομένων με την κλίση της, απορρίφθηκε στο σύνολό της η αίτηση ακυρώσεως των εκκαλούντων κατά της αναθεώρησης αυτής.
- Επειδή, όπως προκύπτει, κατά τα προαναφερόμενα, από τα στοιχεία του φακέλου, με την 43/2006 αναθεώρηση της 304/2005 οικοδομικής άδειας, η στάθμη της πιλοτής της επίμαχης οικοδομής επετράπη να τοποθετηθεί σε υψομετρική διαφορά 1,40 μ. από τη στάθμη της κορυφής Β του οικοπέδου του εφεσιβλήτου, το ύψος της οποίας ορίσθηκε σε 0,00 μ. Η πρόβλεψη ως μηδενικής της υψομετρικής στάθμης της κορυφής Β έχει προδήλως την έννοια ότι η κορυφή Β, η οποία ευρίσκεται σε χαμηλότερο σημείο από τις λοιπές κορυφές Α, Γ και Δ, (κατά 0,60 μ., 0,50 μ. και 1,10 μ. αντιστοίχως, βλ., όμως και τα προαναφερόμενα στοιχεία του φακέλου που οδήγησαν στη δεύτερη 160/2006 αναθεώρηση), συνιστά σημείο αναφοράς για τη μέτρηση της υψομετρικής διαφοράς των λοιπών κορυφών της ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου, και δεν έχει την έννοια ότι ταυτίζει την κορυφή Β με την οριστική στάθμη του εδάφους, η οποία αποτελεί την αφετηρία μέτρησης των υψών της οικοδομής κατά τον κανόνα του άρθρου 9 παρ. 7 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (Γ.Ο.Κ. – ν. 1577/1985), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 2831/2000, καθώς και με τη στάθμη, επί της οποίας εφαρμόζεται ο περιορισμός της απόστασης του 0,50 μ. έναντι της στάθμης της πιλοτής, προκειμένου η τελευταία να μην προσμετρηθεί στο συντελεστή δομήσεως. Τούτο δε διότι η οριστική στάθμη του εδάφους και, επομένως, η αφετηρία μέτρησης των υψών του κτιρίου και της μέγιστης επιτρεπόμενης απόστασης της στάθμης της πιλοτής, προκύπτει, κατά τον κανόνα του άρθρου 2 παρ. 16 και 30 του Γ.Ο.Κ., κατόπιν εκσκαφής, επιχώσεως ή επιστρώσεως του φυσικού εδάφους, και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα ορισμού ως αφετηρίας μέτρησης των υψών της στάθμης του πεζοδρομίου προεχόντως για το λόγο ότι εν προκειμένω, πάντως, η ρυμοτομική γραμμή δεν συμπίπτει με την οικοδομική λόγω υπάρξεως προκηπίου 6 μ. (βλ. ως άνω άρθρο 9 παρ. 7 Γ.Ο.Κ., όπως αντικαταστάθηκε). Έτσι, η μέγιστη υψομετρική διαφορά του (+ -) 0,50 μ. μεταξύ του επιπέδου της πιλοτής και της οριστικής στάθμης του εδάφους, η οποία τίθεται ως προϋπόθεση μη προσμέτρησης της πιλοτής στον υλοποιούμενο συντελεστή δομήσεως (βλ. ως άνω άρθρο 7 παρ. 1 του Γ.Ο.Κ. -άρθρο 248 του Κ.Β.Π.Ν.-, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο), αναφέρεται προφανώς στη στάθμη που έχει προκύψει κατόπιν εκσκαφής ή επίχωσης του φυσικού εδάφους με όριο μέγιστης απόκλισης μεταξύ των δύο το 1,50 μ. (17 παρ. 1 του Γ.Ο.Κ., του οποίου το περιεχόμενο αποδίδεται στο άρθρο 256 Κ.Β.Π.Ν.), και όχι, πάντως, στη στάθμη του πεζοδρομίου. Εφόσον, επομένως, οι εκκαλούντες δεν προβάλλουν ούτε από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η υψομετρική απόσταση μεταξύ φυσικού εδάφους και της διαμορφωμένης οριστικής στάθμης του εδάφους υπερβαίνει το 1,50 μ. σε οποιοδήποτε σημείο, οπότε θα ετίθετο ζήτημα εναρμονίσεως με τους εκτιθεμένους στην τέταρτη σκέψη συνταγματικούς κανόνες, μόνη η υψομετρική διαφορά του 1,40 μ. μεταξύ της ρυμοτομικής γραμμής, και μάλιστα στο χαμηλότερο σημείο της ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου, και του επιπέδου της πιλοτής, ουδόλως αποδεικνύει ότι η διαμορφωθείσα οριστική στάθμη του εδάφους απέχει της στάθμης της πιλοτής πλέον του 0,50 μ., οπότε αυτή θα ήταν πράγματι προσμετρητέα στο συντελεστή δόμησης. Υπήρξαν, επομένως, αβάσιμοι και νομίμως απορρίφθηκαν από το διοικητικό εφετείο όλοι οι λόγοι ακυρώσεως οι οποίοι είχαν στηριχθεί στην εκδοχή ότι η πιλοτή του επίμαχου κτιρίου είχε επιτραπεί να τοποθετηθεί σε στάθμη υψηλότερη από την επιτρεπόμενη (0,50 μ.) έναντι της οριστικής στάθμης του εδάφους κατά 0,90 μ., τούτο δε ανεξαρτήτως των ισχυρισμών των εκκαλούντων ότι το φυσικό έδαφος του οικοπέδου δεν είναι επικλινές, οι οποίοι, άλλωστε, έρχονται σε αντίθεση με το σύνολο των στοιχείων του φακέλου. Οι δε περαιτέρω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί ότι υπό την ερμηνευτική αυτή εκδοχή των εφαρμοστέων διατάξεων, την οποία υιοθέτησε το διοικητικό εφετείο, θα καθίστατο δυνατή η ανέγερση κτιρίων με τη στάθμη της πιλοτής να υπερβαίνει απεριόριστα αυτήν του πεζοδρομίου είναι αβάσιμοι, διότι η στάθμη της πιλοτής, προκειμένου αυτή να μην προσμετρηθεί στο συντελεστή δομήσεως, πρέπει να μην υπερβαίνει κατά περισσότερο από 0,50 μ. την τεχνητώς διαμορφωμένη οριστική στάθμη του εδάφους, η οποία, με τη σειρά της, πρέπει να μην υπερβαίνει κατά περισσότερο από 1,50 μ. τη φυσική στάθμη του εδάφους. Πρέπει, επομένως, όλοι οι σχετικοί λόγοι εφέσεως να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι ειδικότεροι, εξάλλου, ισχυρισμοί των εκκαλούντων, προβαλλόμενοι κατ’ επίκληση εγγράφου της πολεοδομικής υπηρεσίας (ΔΥ 30.3.2007), σύμφωνα με τους οποίους «… η υψομετρική διαφορά από στάθμη δαπέδου pilotis με τη στάθμη του διαμορφωμένου εδάφους στην περασιά του μεσαίου υποστηλώματος της εμπρόσθιας όψης βρέθηκε να είναι 0,95 μ.» είναι επίσης αβάσιμοι, διότι δεν προβάλλεται ότι αφορούν την οικοδομική άδεια, ότι, δηλαδή, η άδεια αυτή, όπως αναθεωρήθηκε, προέβλεπε η ίδια και επέτρεπε απόσταση της στάθμης της πιλοτής από την οριστική στάθμη του εδάφους μεγαλύτερη του 0,50 μ., αλλά, αντιθέτως, από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι η απόσταση των 0,95 μ. αναφέρεται στην εφαρμογή της οικοδομικής άδειας, μη αποτελούσα στοιχείο του κύρους της.
- Επειδή, περαιτέρω, είναι ομοίως απορριπτέοι οι λόγοι εφέσεως οι οποίοι στρέφονται κατά των κρίσεων της εκκαλουμένης αποφάσεως που αφορούν τη ράμπα πρόσβασης ΑΜΕΑ, κατά το μέρος που στηρίζονται στην εκδοχή ότι η πιλοτή τοποθετήθηκε σε στάθμη υψηλότερη κατά 0,90 μ. του επιτρεπομένου και, κατά συνέπεια, η ράμπα ΑΜΕΑ που εξασφαλίζει την πρόσβαση σ’ αυτήν, έχει και αυτή τοποθετηθεί στο σύνολό της σε σημείο υψηλότερο του επιτρεπομένου.
- Επειδή, εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων που παρατίθενται σε προηγούμενη σκέψη, οριστική στάθμη του εδάφους συνιστά, κατά τα προαναφερόμενα, η στάθμη του γηπέδου, η οποία προκύπτει μετά από εκσκαφή ή επίχωσή του, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του και προκειμένου αυτό να καταστεί πράγματι κατάλληλο για την άρτια από τεχνική άποψη τοποθέτηση του κτιρίου, υπό τους περιορισμούς που τάσσουν οι διατάξεις αυτές, ερμηνευόμενες υπό το φως του άρθρου 24 του Συντάγματος ως προς την ποσότητα των εκσκαφών ή επιχώσεων. Κατά συνέπεια, την υπό την ανωτέρω έννοια προβλεπόμενη «οριστική στάθμη του εδάφους» δεν αποτελεί κάθε επιφάνεια που έχει εκσκαφεί, επιχωματωθεί ή επιστρωθεί για την κατασκευή των επιμέρους αρχιτεκτονικών στοιχείων του κτιρίου εντασσόμενη σ’ αυτό. Επομένως, η προβλεπόμενη από την προσβληθείσα 43/2006 αναθεώρηση ράμπα ΑΜΕΑ, η οποία, άλλωστε είναι κεκλιμένη και ευρίσκεται σε κυμαινόμενη απόσταση από την οριστική στάθμη του εδάφους του γηπέδου, εκκινούσα, μάλιστα, από τη ρυμοτομική γραμμή, η οποία δεν αποτελεί εξ ορισμού την οριστική στάθμη του εδάφους λόγω υπάρξεως προκηπίου, δεν αποτελεί, πάντως, η ίδια την «οριστική στάθμη του εδάφους» κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, τούτο δε ασχέτως αν αυτή έχει πράγματι επιστρωθεί. Ενόψει τούτων, οι σχετικοί λόγοι ακυρώσεως νομίμως απορρίφθηκαν από το διοικητικό εφετείο, αβασίμως δε προβάλλεται το αντίθετο.
- Επειδή, περαιτέρω, όπως προκύπτει από το από μηνός Οκτωβρίου 2006 διάγραμμα κάλυψης της 43/2006 αναθεώρησης της 304/2005 οικοδομικής άδειας, το τμήμα του οικοπέδου του εφεσιβλήτου που, κατά τον μελετητή, οφείλει να παραμείνει ακάλυπτο, ανέρχεται σε 128,03 τ.μ., σύμφωνα δε με το εν λόγω διάγραμμα, η επιφάνεια της ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου, που προβλέπεται να παραμείνει πράγματι ακάλυπτη, υπερβαίνει την υποχρεωτική και ανέρχεται σε 133,71 τ.μ. Με την έφεση, εξάλλου, προβάλλεται ότι μη νομίμως δεν έγιναν δεκτοί από το διοικητικό εφετείο οι λόγοι ακυρώσεως, σύμφωνα με τους οποίους η διαμορφωθείσα στην οικοδομή κατάσταση δεν επιτρέπει να αφεθεί ακάλυπτη η ελάχιστη υποχρεωτική επιφάνεια των 128,03 τ.μ., πολύ δε περισσότερο των 133,71 τ.μ., όπως προβλέπεται στο διάγραμμα κάλυψης, δεν επιτρέπει δε, κατά μείζονα λόγο, τη φύτευση αυτής. Οι λόγοι, όμως, αυτοί δεν έπλησσαν το κύρος της οικοδομικής άδειας και της αναθεώρησής της, αφού με αυτούς δεν αμφισβητήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και, σε κάθε περίπτωση δεν αμφισβητείται με την έφεση η νομιμότητα των σχετικών με την ακάλυπτη επιφάνεια του οικοπέδου προβλέψεων της αναθεωρηθείσης άδειας οικοδομής. Είναι δε άλλο το ζήτημα αν οι προβλέψεις αυτές πράγματι εφαρμόσθηκαν, το οποίο, όμως, δεν συνάπτεται με τη νομιμότητα της ίδιας της οικοδομικής άδειας και της αναθεώρησής της. Εφόσον, τέλος, οι προβληθέντες ως προς το ζήτημα αυτό λόγοι ακυρώσεως είχαν την έννοια ότι η υλοποίηση των προβλέψεων της οικοδομικής άδειας δεν ήταν εφικτή για διάφορους λόγους, γεγονός το οποίο θα μπορούσε πράγματι να επηρεάσει τη νομιμότητά της, οι σχετικοί ισχυρισμοί πάντως, έτσι όπως, προβάλλονται με την έφεση, σύμφωνα με τους οποίους η εφαρμογή των προβλέψεων αυτών θα έχει τις αναφερόμενες αρνητικές συνέπειες (αναγκαιότητα άρσης της επίστρωσης της ράμπας αυτοκινήτων και ΑΜΕΑ κ.λπ.)., προβάλλονται αορίστως και αναποδείκτως και είναι απορριπτέοι.
- Επειδή, με την έφεση προβάλλεται ότι μη νομίμως απορρίφθηκαν, και μάλιστα σιγή, οι λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους αμφισβητήθηκε η νομιμότητα των προβλέψεων της προσβληθείσας οικοδομικής άδειας, όπως αναθεωρήθηκε, σχετικά με τα χαρακτηριστικά της προβλεπομένης να κατασκευασθεί ράμπας ΑΜΕΑ, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων, τελούν σε αντίθεση με τους ορισμούς του άρθρου 28 του ν. 2831/2000, ιδίως ως προς το πλάτος της ράμπας, την αντιολισθητική της επίστρωση κ.λπ. Από τα διαγράμματα, όμως, της οικοδομικής άδειας (βλ. κάτοψη πιλοτής της 43/2006 αναθεώρησης), τα οποία προβλέπουν ράμπα πιλοτής και ΑΜΕΑ πλάτους μεγαλυτέρου του ελαχίστου οριζομένου στο άρθρο 28 παρ. 2 του ν. 2831/2000 (0,60 + 0,50 + 0,60 = 1,70 μ., ως προς το κυρίως μέρος της ράμπας και συνολικού πλάτους 3,00 μ., κατά τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων, – βλ., όμως και τοπογραφικό διάγραμμα, όπου το πλάτος της λωρίδας φαίνεται να ανέρχεται σε 2,80 μ.- έναντι ελαχίστου επιτρεπτού 1,30 μ.), δεν επιβεβαιώνονται οι εν λόγω ισχυρισμοί. Οι περαιτέρω, εξάλλου, ισχυρισμοί των εκκαλούντων σύμφωνα με τους οποίους μη νομίμως τοποθετήθηκαν κατά μήκος της ράμπας δύο επιμήκεις χώροι φύτευσης, πέραν της αοριστίας τους, ήταν απορριπτέοι προεχόντως διότι δεν έπλησσαν το κύρος της οικοδομικής άδειας, όπως αναθεωρήθηκε, αφού από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ότι η συγκεκριμένη κηποτεχνική διαρρύθμιση της ράμπας προβλεπόταν από αυτήν. Οι περαιτέρω ισχυρισμοί, δε, των εκκαλούντων ότι ο τρόπος κατασκευής της ράμπας την καθιστά στατικώς ανεπαρκή και επικίνδυνη, με άμεσο κίνδυνο για την παρακείμενη ιδιοκτησία και κατοικία τους, είναι ομοίως απορριπτέος διότι, ανεξάρτητα από την αοριστία τους, δεν αναφέρονται, πάντως σε πλημμέλειες της οικοδομικής άδειας και της αναθεώρησής της.
- Επειδή, οι λόγοι εφέσεως που προβάλλονται το πρώτον με τα υπομνήματα των εκκαλούντων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
- Επειδή, κατόπιν τούτων, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.






