ΣτΕ 3369/2014 [Kατάργηση και τροποποίηση ρυμοτομικού σχεδίου για λόγους προστασίας της δασικής περιοχής]
Περίληψη
– Το προσβαλλόμενο διάταγμα εκδόθηκε νομίμως, διότι η ικανοποίηση επιτακτικού σκοπού δημοσίου συμφέροντος για την προστασία συνταγματικώς προστατευόμενου εννόμου αγαθού, όπως είναι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, δεν καθίσταται αδρανής και ατελέσφορη στο διηνεκές εκ μόνου του λόγου ότι η Διοίκηση ενέταξε κατά το παρελθόν δασική έκταση σε σχέδιο πόλεως ως οικιστική, λόγω πλάνης και μάλιστα οφειλομένης σε δόλο των διοικουμένων.
– Το προσβαλλόμενο διάταγμα εκδόθηκε ύστερα από στάθμιση, εκ μέρους της Διοίκησης, των διακυβευομένων εννόμων αγαθών, που συνίστανται στην προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων, αφενός, και της ασφάλειας του δικαίου, αφετέρου, και επιπροσθέτως κατ’ εκτίμηση του ότι η κατάργηση μέρους του σχεδίου πόλεως αποτελεί το μόνο πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ελήφθησαν δε υπόψη οι συνθήκες υπό τις οποίες εγκρίθηκε το σχέδιο, ο χρόνος που παρήλθε από την έγκριση του σχεδίου και η πραγματική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί κατά την έκδοση του διατάγματος.
Πρόεδρος: Αγγ. Θεοφιλοπούλου
Εισηγητής: Δ. Βασιλειάδης
Δικηγόροι: Π. Αθανασούλης
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η εν μέρει ακύρωση του από 5.2/4.3.2008 π.δ. «Κατάργηση και τροποποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του οικισμού Νέας Αλμυρής περιοχή “Κόκκινη Σπηλιά – Λεσκούκι” Δήμου Σαρωνικού (Ν. Κορινθίας) και τροποποίηση όρων δόμησης» (Α.Α.Π.Θ. 88/4.3.2008), με το οποίο α) καταργήθηκε τμήμα του ρυμοτομικού σχεδίου του ανωτέρω οικισμού το οποίο είχε εγκριθεί με την υπ’ αριθ. 27602/5/22.7.1969 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας (Δ΄ 144) και β) τροποποιήθηκε το μη καταργηθέν τμήμα του σχεδίου και συμπληρώθηκαν οι όροι δόμησης αυτού.
- Επειδή, η αίτηση εισάγεται στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος κατόπιν παραπομπής με την 4773/2013 απόφαση της πενταμελούς σύνθεσης αυτού, λόγω της σπουδαιότητας των ζητημάτων που εκτίθενται στην παραπεμπτική απόφαση.
- Επειδή, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση, αν και δεν παρέστη ο αιτών, δεδομένου ότι αντίγραφο της 4773/2013 παραπεμπτικής απόφασης, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος της υπόθεσης ενώπιον της επταμελούς σύνθεσης, επιδόθηκε νομοτύπως στον αιτούντα.
- Επειδή, η υπό κρίση αίτηση, η άσκηση της οποίας νομιμοποιήθηκε κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, ασκείται με έννομο συμφέρον από τον αιτούντα καθ’ ο μέρος με το προσβαλλόμενο προεδρικό διάταγμα καταργήθηκε εν μέρει το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού Νέας Αλμυρής του Δήμου Σαρωνικού στο Ο.Τ. 16 και ειδικότερα ως προς δύο οικόπεδα, εμβαδού 500,10 τ.μ. το καθένα, για τα οποία ο αιτών επικαλείται εμπράγματο δικαίωμα δυνάμει των προσκομισθέντων συμβολαίων. Περαιτέρω, η αίτηση ασκείται εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς και, συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί επί της ουσίας.
- Επειδή, στο άρθρο 24 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (Α΄ 84/17.4.2001), ορίζονται τα εξής: «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Η σύνταξη δασολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους. Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός αν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον. 2. Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. […] 3. Για να αναγνωριστεί μία περιοχή ως οικιστική και για να ενεργοποιηθεί πολεοδομικά, οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτή συμμετέχουν υποχρεωτικά, χωρίς αποζημίωση από τον οικείο φορέα, στη διάθεση των εκτάσεων που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθούν δρόμοι, πλατείες και χώροι για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς, καθώς και στις δαπάνες για την εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, όπως νόμος ορίζει. 4. Νόμος μπορεί να προβλέπει τη συμμετοχή των ιδιοκτητών περιοχής που χαρακτηρίζεται ως οικιστική στην αξιοποίηση και γενική διαρρύθμισή της σύμφωνα με εγκεκριμένο σχέδιο, με αντιπαροχή ακινήτων ίσης αξίας ή τμημάτων ιδιοκτησίας κατά όροφο, από τους χώρους που καθορίζονται τελικά ως οικοδομήσιμοι ή από κτίρια της περιοχής αυτής. 5. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και στην αναμόρφωση των οικιστικών περιοχών που ήδη υπάρχουν. Οι ελεύθερες εκτάσεις, που προκύπτουν από την αναμόρφωση, διατίθενται για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων ή εκποιούνται για να καλυφθούν οι δαπάνες της πολεοδομικής αναμόρφωσης, όπως νόμος ορίζει. 6. […]». Περαιτέρω, στην παρ. 3 του άρθρου 117 του Συντάγματος ορίζεται ότι δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που έχουν καταστραφεί ή που καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλον τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για τον λόγο αυτό το δασικό χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικώς αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό. Όπως έχει κριθεί (Σ.τ.Ε. 2640/2009 Ολομ., 2757/1994 Ολομ., 2758/1994, 810/1977 Ολομ.) με τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος η προστασία του περιβάλλοντος έχει αναχθεί σε συνταγματικά προστατευόμενη αξία και υποχρέωση του Κράτους. Έτσι, απευθύνονται επιταγές στον κοινό νομοθέτη να θεσπίσει τα πρόσφορα κατά την κρίση του μέτρα μέσα στα όρια που διαγράφουν οι ανάγκες για τη διαφύλαξη και προστασία του αγαθού αυτού, σταθμίζοντας παράλληλα και τα άλλα συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα καθώς επίσης και το γενικότερο δημόσιο συμφέρον. Αλλά και εν ελλείψει τέτοιας φύσεως προστατευτικής νομοθετικής διάταξης πηγάζει από τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις ευθεία υποχρέωση της Διοίκησης να λάβει υπ’ όψη κατά τη μόρφωση της κρίσης της για τη ρύθμιση θεμάτων που αφορούν ή έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον την ανάγκη προστασίας του και να πάρει τα κατάλληλα προς τούτο μέτρα ή να απόσχει από την έκδοση δυσμενών γι’ αυτό πράξεων, κινούμενη όμως πάντοτε μέσα στη δέσμη των πιο πάνω κριτηρίων που κατευθύνουν τη σχετική νομοθετική δράση. Περαιτέρω, για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις, που αποτελούν ευπαθή οικοσυστήματα, ο συντακτικός νομοθέτης, εμφορούμενος από τις νεότερες αντιλήψεις για την ανάγκη διαφύλαξης του δασικού πλούτου, έλαβε ιδιαίτερη μέριμνα εισάγοντας στο κείμενο του Συντάγματος ειδικές διατάξεις, με τις οποίες οι εκτάσεις με δασική βλάστηση υπάγονται, ως φυσικά αγαθά και ανεξάρτητα από την ειδικότερη ονομασία τους ή τη θέση τους σε σχέση με οικιστικές περιοχές, σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς για να διατηρηθεί η χρήση κατά τον προορισμό τους και να διαφυλαχθεί η οικολογική ισορροπία (Σ.τ.Ε. 2640/2009 Ολομ., πρβλ. Σ.τ.Ε. 2753/1994 Ολομ.). Εξάλλου, η επιβαλλομένη από το Σύνταγμα προστασία των δασών και δασικών εκτάσεων έχει την έννοια της προστασίας των δασικών οικοσυστημάτων ως έχουν. Αποκλείεται, κατ’ αρχήν, η ένταξη δασικού οικοσυστήματος σε οικιστική περιοχή, έστω και αν η ένταξη γίνεται υπό τη μορφή δημιουργίας κοινοχρήστων χώρων που διατηρούν τον δασικό τους χαρακτήρα (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3562/2008, 1589/1999, Π.Ε. 58/2009, 246/2000 5μ.), η δε διάταξη της παρ. 2α του άρθρου 49 του ν. 998/1979 (Α΄ 289), ερμηνευόμενη κατά τρόπο συνάδοντα με το Σύνταγμα, έχει την έννοια ότι επιτρέπει, όλως κατ’ εξαίρεση, να εντάσσονται στο σχέδιο, χάριν της ενότητας του πολεοδομικού σχεδιασμού, μικρά μόνο τμήματα δασών ή δασικών εκτάσεων, γειτνιάζοντα με οικισμούς ή περιβαλλόμενα από οικισμούς. Στην περίπτωση αυτή, οι εντασσόμενοι στο σχέδιο δασικοί θύλακες διατηρούν υποχρεωτικώς αναλλοίωτο τον δασικό τους χαρακτήρα, απαγορεύεται δε ως προς αυτούς κάθε άλλη χρήση πλην της κατά προορισμό χρήσης των δασών και κάθε επέμβαση συνεπαγόμενη την κατασκευή έργων κοινωφελούς ή κοινόχρηστου χαρακτήρα (βλ. Σ.τ.Ε. 3562/2008, Π.Ε. 58/2009, 246/2000 5μ., 693/1994, 667/1994, 648/1994).
- Επειδή, το προσβαλλόμενο διάταγμα, όπως προκύπτει από τις διατάξεις που μνημονεύονται στο προοίμιό του, εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του ν.δ. 17.7/16.8.1923, όπως κωδικοποιήθηκαν στα άρθρα 152 παρ. 1, 2 και 6, 154 και 160 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, που κυρώθηκε με το από 14.7.1999 π.δ. (Δ΄ 580). Στο άρθρο 152 του Κ.Β.Π.Ν. ορίζεται ότι «1. Το σχέδιο πόλης που εγκρίνεται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου πρέπει να εξασφαλίζει την ικανοποίηση των προβλεπομένων αναγκών του οικισμού και να συντάσσεται σύμφωνα με τους όρους που απαιτούνται από τους κανόνες της υγιεινής, της ασφάλειας, της οικονομίας και της αισθητικής. 2. Με π. δ/γματα που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων θεσπίζονται: α) οι γενικοί όροι υγιεινής, συγκοινωνίας, ασφάλειας, οικονομίας και αισθητικής προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται κάθε νέο σχέδιο πόλης και κάθε αναθεώρηση και τροποποίηση εγκεκριμένου σχεδίου. β) τα γενικής φύσης έργα ύδρευσης, εξυγίανσης, συγκοινωνίας, εξωραϊσμού, αναψυχής κλπ. που πρέπει να εκτελεστούν προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ανάγκες των πόλεων, κωμών κλπ. καθώς και οι όροι και ο τρόπος μελέτης, εκτέλεσης, συντήρησης και χρήσης των έργων αυτών. γ) οι υποχρεώσεις των δήμων, κοινοτήτων και ιδιοκτητών για την κατασκευή και τη συντήρηση των προαναφερόμενων έργων. Σε κάθε περίπτωση οι ιδιοκτήτες επιβαρύνονται με μέρος τουλάχιστον των δαπανών για τη διαμόρφωση, κατασκευή και συντήρηση των οδών, πλατειών και λοιπών κοινόχρηστων χώρων που βρίσκονται μπροστά από τα οικόπεδά τους. Ρυθμίζεται επίσης ο τρόπος επιβολής των υποχρεώσεων αυτών. δ) κάθε άλλο γενικής φύσης ζήτημα που σχετίζεται με την εξυπηρέτηση των αναγκών της πόλης.[…] 6. Ως σχέδια πόλεων κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου νοούνται όχι μόνο τα αρχικώς εγκρινόμενα νέα σχέδια, αλλά και κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους […]». Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 154 του αυτού Κ.Β.Π.Ν. καθορίζονται τα της διαδικασίας έγκρισης ή αναθεώρησης – τροποποίησης σχεδίου πόλεως και με τις διατάξεις του άρθρου 160 προβλέπονται οι όροι και περιορισμοί δόμησης που μπορεί να επιβληθούν στα ακίνητα που περιλαμβάνονται στο σχέδιο πόλεως.
- Επειδή, εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου, στα οποία περιλαμβάνεται και το Πρακτικό Επεξεργασίας 207/2007, με το οποίο έτυχε επεξεργασίας το προσβαλλόμενο διάταγμα, προκύπτουν τα εξής: Με την 27602/5.7.1969 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας (Δ΄ 144/22.7.1969) εγκρίθηκε το σχέδιο πόλεως του οικισμού «Κόκκινη Σπηλιά – Λεσκούκι» της περιφέρειας Αλμυρής της Κοινότητας Γαλατακίου του Ν. Κορινθίας. Η νομαρχιακή αυτή απόφαση εκδόθηκε κατ’ επίκληση των διατάξεων του ν.δ. 1923 και του κεφαλ. ΙΙ του Γ.Ο.Κ. 1929 καθώς και του α.ν. 314/1968 (Α΄ 47) με τις διατάξεις του οποίου μεταβιβάσθηκαν στον Υπουργό Βορείου Ελλάδος και στους νομάρχες ορισμένες αρμοδιότητες επί θεμάτων έγκρισης, επέκτασης ή τροποποίησης σχεδίων πόλεων. Εξάλλου, στο εγκριθέν με την ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη σχέδιο πόλεως περιελήφθησαν και δασικές εκτάσεις. Επακολούθησε η εν μέρει υλοποίηση του σχεδίου με διάνοιξη κεντρικών οδών, κατασκευή δικτύων ύδρευσης κ.λπ. και η ανέγερση ορισμένων οικοδομών, μετά την έκδοση οικοδομικών αδειών από την πολεοδομική υπηρεσία. Μεταγενεστέρως, η Ολομέλεια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με την 158/1978 γνωμοδότηση τάχθηκε υπέρ της ανάκλησης του προαναφερθέντος εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως αφενός για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ήτοι της προστασίας της δασικής βλάστησης και αφετέρου διότι στην έκδοση της παραπάνω απόφασης του Νομάρχη επέδρασε αιτιωδώς δόλια συμπεριφορά ενδιαφερομένου. Ειδικότερα, στην ανωτέρω γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Ν.Σ.Κ. αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «… εκ του υποβληθέντος ερωτήματος και των στοιχείων του φακέλου προκύπτουσι τα ακόλουθα. Ο Α. Μ., κάτοικος Αθηνών, δια της από 5.6.1969 αιτήσεως αυτού προς το Δασαρχείον Κορίνθου, ητήσατο όπως τω χορηγηθή βεβαίωσις ότι η εν τω συνημμένω τη αιτήσει διαγράμματι αποτυπουμένη έκτασις, κειμένη εις θέσιν “Κόκκινη Σπηλιά-Λεσκούσι” της περιφερείας Αλμυρής Κορινθίας τυγχάνει αγροτική, μη εμπίπτουσα εις τας διατάξεις του Δασικού Κώδικος, επί τη αιτήσει δε ταύτη το Δασαρχείον Κορίνθου δια του υπ’ αριθμ. 2897/7.6.1969 εγγράφου αυτού εχορήγησεν εις τον αιτούντα βεβαίωσιν ότι η εν λόγω έκτασις δεν τυγχάνει δασική ή αναδασωτέα, πλην τμήματος αυτής εκ πεντήκοντα στρεμμάτων, αποτελούντος δασικήν έκτασιν. Κατόπιν του εγγράφου τούτου δια της υπ’ αριθμ. 27602/5.7.1969 αποφάσεως του Νομάρχου Κορινθίας, νομίμως δημοσιευθείσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενεκρίθη σχέδιο ρυμοτομήσεως της εκτάσεως ταύτης, πλην του προρρηθέντος δασικού τμήματος αυτής. Μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου διηνοίχθησαν όλοι οι κεντρικοί δρόμοι του οικισμού, επωλήθησαν υπό του ιδιοκτήτου οικόπεδα εις τρίτους και ανηγέρθησαν πέντε οικίαι. Κατόπιν, όμως, νεωτέρου ελέγχου της Υπηρεσίας, διεπιστώθη ότι η ως άνω έκτασις τυγχάνει δασική ουχί μόνον κατά το προρρηθέν τμήμα αυτής εκ πεντήκοντα στρεμμάτων, αλλά και καθ’ έτερα τριακόσια στρέμματα, άτινα καλύπτονται υπό δάσους χαλεπίου πεύκης και δη ρητινευομένης, μόνον δε πεντήκοντα στρέμματα καλλιεργούνται γεωργικώς (ελαιοκομικώς) και συνεπώς μόνον ως προς ταύτα η εν λόγω έκτασις στερείται δασικού χαρακτήρος. Εκ των εκτεθέντων τυγχάνει πρόδηλον ότι η υπ’ αριθ. 2897/7.6.1969 βεβαίωσις του Δασαρχείου Κορίνθου και η επ’ αυτής ερειδομένη υπ’ αριθ. 27602/5.7.1969 απόφασις του Νομάρχου Κορινθίας περί εγκρίσεως του εν λόγω ρυμοτομικού σχεδίου εξεδόθησαν κατά πραγματικήν πλάνην της Διοικήσεως περί του δασικού χαρακτήρος τριακοσίων στρεμμάτων της προκειμένης εκτάσεως, η πλάνη δε αύτη παρήχθη προεχόντως εκ της ως άνω αιτήσεως του ενδιαφερομένου Α. Μ., όστις, καίτοι η έκτασις αύτη κατά το ως άνω τμήμα αυτής είχεν αναμφιβόλως δασικόν χαρακτήρα, ως καλυπτομένη υπό δάσους χαλεπίου πεύκης και δη ρητινευομένης, απέκρυψε τούτο από την Διοίκησιν, ισχυρισθείς δια της ως άνω αιτήσεώς του προς το Δασαρχείον Κορίνθου ότι ολόκληρος η έκτασις, εις ην ανεφέρετο η αίτησις αύτη, ετύγχανεν “αγροτική καλλιεργουμένη”. Εφ’ όσον δε η τοιαύτη δολία ενέργεια του διοικουμένου επέδρασεν αποφασιστικώς εις την έκδοσιν της αποφάσεως του Νομάρχου, δεν έχει ουσιώδη σημασίαν εξ απόψεως της εφαρμογής των περί ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων αρχών, η […] τυχόν επιδειχθείσα αμέλεια του χορηγήσαντος την βεβαίωσιν Δασάρχου περί την διαπίστωσιν του δασικού χαρακτήρος της ως άνω εκτάσεως […] Δέον να σημειωθή συναφώς ότι περαιτέρω και οι παρά του ειρημένου Αδ. Μαθιουδάκη αγοράσαντες τμήματα της ως άνω δασικής εκτάσεως προς ανοικοδόμησιν, ουδόλως δύνανται να προβάλουν έναντι της Διοικήσεως ότι ετέλουν εν καλή πίστει, αφού κατά τα εκτεθέντα ετύγχανε προφανές ότι τα αγοραζόμενα ακίνητα απετέλουν δασικάς εκτάσεις, ων δεν επιτρέπεται η οικοπεδοποίησις […]». Εν συνεχεία, ο Νομάρχης Κορινθίας με την 3872/1980 απόφασή του (Δ΄ 236) ανακάλεσε εν μέρει την αρχική, εγκριτική του σχεδίου, απόφασή του κατά το μέρος που είχαν περιληφθεί στο σχέδιο εκτάσεις με δασικό χαρακτήρα. Κατόπιν προσφυγής του άρθρου 8 ν. 3200/55 εκ μέρους ενδιαφερομένων οικιστών με την Γ. 9636/901/11.2.1981 απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος (Δ΄ 118), που υπογράφεται κατ’ εντολή του από τον Γενικό Γραμματέα, ακυρώθηκε η ανακλητική απόφαση του έτους 1980 και «αναβίωσε» το αρχικώς εγκριθέν σχέδιο πόλεως με αποτέλεσμα την ανέγερση και άλλων οικοδομών με σχετικές άδειες της Πολεοδομίας Κορίνθου. Ακολούθως, ο αυτός Υπουργός, με την 56816/2244/6.8.1984 απόφασή του (Δ΄ 482), υπογραφομένη επίσης κατ’ εντολή του, ανακάλεσε την αμέσως προηγούμενη απόφασή του για λόγους δημοσίου συμφέροντος στηριζόμενος στην αιτιολογία της προαναφερόμενης 158/1978 γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ. με αποτέλεσμα τη διακοπή περαιτέρω χορήγησης οικοδομικών αδειών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης του Υπουργού Χ.Ο.Π. άσκησαν αίτηση ακυρώσεως ενδιαφερόμενοι οικιστές ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή και με την 390/1997 απόφαση του Δικαστηρίου ακυρώθηκε η απόφαση 56816/2244/6.8.1984 του Υπουργού Χ.Ο.Π., διότι είχε εκδοθεί αναρμοδίως κατά χρόνο μετά την παρέλευση της εξηκονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 8 ν. 3200/1955. Έτσι, επανήλθε τυπικά σε ισχύ το αρχικό σχέδιο πόλεως, χωρίς όμως να εκδοθούν έκτοτε άλλες οικοδομικές άδειες, διότι τέθηκε εκ νέου, πρωτίστως από τη Δ/νση Δασών Κορινθίας, ζήτημα εγκυρότητας του αρχικού σχεδίου πόλεως και, συναφώς, δυνατότητα ανάκλησης αυτού για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Στο στάδιο αυτό υποβλήθηκε ερώτημα στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, περί του πρακτέου εκ μέρους της Διοίκησης. Το Ν.Σ.Κ. εν Ολομελεία (γνωμ. υπ’ αριθμ. 721/2001) γνωμοδότησε ομόφωνα, καθ’ ερμηνεία των σχετικών με την προστασία των δασών διατάξεων του Συντάγματος και του ν. 998/1979, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ότι το σχέδιο καθ’ ο μέρος περιέλαβε έκταση που ήταν δάσος το 1969 είναι μη νόμιμο και δύναται κατ’ αρχήν να ανακληθεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος, με προσηκόντως αιτιολογημένη απόφαση του αρμόδιου οργάνου. Περαιτέρω, όμως, το Ν.Σ.Κ. λαμβάνοντας υπόψη ότι α) από την αρχική έγκριση του σχεδίου πόλεως μεσολάβησε χρονικό διάστημα 32 ετών, β) κατά τη διάρκεια των ετών αυτών το σχέδιο ίσχυσε και παρήγαγε αποτελέσματα εγκεκριμένου και τυπικά έγκυρου σχεδίου πόλεως, γ) βάσει του σχεδίου αυτού διαμορφώθηκε και οικοδομήθηκε με τυπικά νόμιμες άδειες της πολεοδομικής υπηρεσίας το μέγιστο μέρος της έκτασης η οποία κατά το έτος 1969 ήταν χαρακτηρισμένη ως δάσος, ο δε οικισμός που σταδιακά δημιουργήθηκε εξυπηρετείται από μακρού με εγκαταστάσεις και δίκτυα κοινής ωφελείας και ότι, κατά καιρούς, όταν γεννήθηκαν ζητήματα αμφισβήτησης του κύρους του σχεδίου πόλεως, η Διοίκηση δεν τήρησε ενιαία στάση, γνωμοδότησε, κατά πλειοψηφία, ότι όλως κατ’ εξαίρεση για τη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ενδείκνυται η ανάκληση του σχεδίου πόλεως του προαναφερθέντος παραθεριστικού οικισμού στο Γαλατάκι Κορινθίας. Αντιθέτως, κατά τη μειοψηφήσασα γνώμη των μελών του Ν.Σ.Κ., το αρχικό σχέδιο πόλεως μπορεί να ανακληθεί «… κατά το τμήμα αυτού που καλύπτει έκταση η οποία το 1969 ήταν δασική αλλά στο οποίο ουδεμία οικιστική επέμβαση έχει μέχρι σήμερα πραγματοποιηθεί και παράλληλα να αναθεωρηθεί κατά το εναπομένον, εφόσον η μείωση της έκτασης του αρχικού σχεδίου επιδρά καίρια στην αλληλεξάρτηση των αρχικών πολεοδομικών δεδομένων και συνεπώς ο πολεοδομικός σχεδιασμός θα πρέπει να τροποποιηθεί λαμβάνοντας, βεβαίως υπόψη τη δημιουργηθείσα πραγματική κατάσταση …». Στη συνέχεια, υπάλληλοι της Διεύθυνσης Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. διενήργησαν αυτοψία στον οικισμό «Κόκκινη Σπηλιά» και διαπίστωσαν, όπως εκτίθεται στο από 18.10.2002 πρακτικό αυτοψίας, ότι «… στη συγκεκριμένη έκταση η οποία εφάπτεται της επαρχιακής οδού από Ισθμό προς Επίδαυρο με πρόσωπο 130,00 μ. περίπου και σε βάθος 250 έως 300 μ. περίπου, έχει εφαρμοσθεί το ρυμοτομικό σχέδιο που εγκρίθηκε με την υπ’ αρ. 27602/6.7.69 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας, όσον αφορά την διάνοιξη και ασφαλτόστρωση του οδικού δικτύου και έχουν ανεγερθεί αρκετές ισόγειες και διώροφες οικοδομές, στον δε πέριξ χώρο αυτών των οικοδομών έχουν φυτευθεί ελαιόδενδρα και διακοσμητικά φυτά. Αυτό το τμήμα του οικισμού, στο οποίο έχει υλοποιηθεί το σχέδιο, συμπίπτει με το αντίστοιχο τμήμα που σημειώνεται με κίτρινο χρώμα στο διάγραμμα του Υπ. Γεωργίας που συνοδεύει το υπ’ αρ. 4888/2000 έγγραφό τους. Το υπόλοιπο της έκτασης και όσο ήταν δυνατόν να διαπιστώσουμε με οπτική επαφή είναι δασική έκταση απροσπέλαστη, καθόσον δεν υπήρχαν ορατά τουλάχιστον μονοπάτια που θα διευκόλυναν την επίσκεψη μας σε αυτή και συμπίπτει εν πολλοίς με το ροζ χρώμα του παραπάνω διαγράμματος του Υπ. Γεωργίας, από το οποίο εμφαίνεται ότι είναι “Δάσος… (παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 998/79) που συμπεριλήφθηκε στην ρυμοτόμηση του οικισμού με την 27602/6.7.69 απόφαση Νομάρχη Κορινθίας”. Συνεπώς, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της δασικής νομοθεσίας …». Εν τέλει, με βάση τις ανωτέρω διαπιστώσεις και τις γνωμοδοτήσεις του Ν.Σ.Κ., η Δ/νση Πολεοδομικού σχεδιασμού με την από 16.3.2006 εισήγησή της προς το ΚΣΧΟΠ πρότεινε την ανάκληση του σχεδίου πόλεως της περιοχής «Κόκκινη Σπηλιά ή Λεσκούσι» στο τμήμα της δασικής έκτασης η οποία δεν έχει δομηθεί και την τροποποίηση του σχεδίου πόλεως στο υπόλοιπο τμήμα του σχεδίου το οποίο είναι μεν δασική έκταση, αλλά σ’ αυτό έχουν δημιουργηθεί πραγματικές καταστάσεις δυσχερώς αναστρέψιμες. Το ΚΣΧΟΠ με την 41/συν.5η/4.4.2006 πράξη του γνωμοδότησε ομόφωνα υπέρ της αποδοχής της εισήγησης της Διεύθυνσης Πολεοδομικού Σχεδιασμού. Εξάλλου, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Σαρωνικού με την 140/2006 απόφασή του γνωμοδότησε ομόφωνα υπέρ της ανάκλησης του σχεδίου στην περιοχή η οποία είναι δασική και έχει παραμείνει αδόμητη καθώς και υπέρ της τροποποίησης του σχεδίου στην περιοχή η οποία είναι μεν δασική, αλλά έχει ήδη δομηθεί. Εν συνεχεία, απεστάλη στο Συμβούλιο της Επικρατείας σχέδιο προεδρικού διατάγματος, με τις ρυθμίσεις του οποίου προτείνεται η κατάργηση, εν μέρει, του εγκριθέντος με την απόφαση 27602/5.7/22.7.1969 του Νομάρχη Κορινθίας σχεδίου πόλεως και η τροποποίηση του σχεδίου ως προς το μη καταργούμενο μέρος αυτού. Το σχέδιο διατάγματος έτυχε επεξεργασίας με το Π.Ε. 207/2007, με το οποίο, κατόπιν της αναλυτικής παράθεσης του πολεοδομικού ιστορικού της περιοχής και των νομικών ζητημάτων που είχαν τεθεί κατά καιρούς, έγινε δεκτό ότι το σχέδιο προεδρικού διατάγματος προτεινόμενο «… μετά από αιτιολογημένη στάθμιση της συνταγματικής υποχρέωσης για προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και ειδικότερα των δασών, καθώς και της ανάγκης προστασίας των πραγματικών καταστάσεων που δημιουργήθηκαν με βάση τύποις νόμιμες διοικητικές πράξεις, ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 152, 154 και 160 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας …». Μετά ταύτα, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο εν προκειμένω, από 5.2/4.3.2008 προεδρικό διάταγμα, με το οποίο α) καταργήθηκε τμήμα του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του οικισμού Νέας Αλμυρής περιοχή «Κόκκινη Σπηλιά – Λεσκούκι» του Δήμου Σαρωνικού (Ν. Κορινθίας), όπως το καταργούμενο τμήμα αποτυπώνεται με μαύρη διαγράμμιση στο σχετικό διάγραμμα σε κλίμακα 1:2000, β) τροποποιήθηκε το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο στην υπόλοιπη περιοχή της οποίας το σχέδιο δεν καταργείται, με την έγκριση πεζοδρόμων και τον καθορισμό χώρων πλατείας, κοινόχρηστου χώρου, χώρου σχολείου, παιδικής χαράς, εκκλησίας, όπως οι ρυθμίσεις αυτές φαίνονται στο ίδιο ως άνω διάγραμμα (άρθρο 1 του π.δ.) και γ) τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν οι όροι και περιορισμοί δόμησης της αναφερόμενης στην περίπτωση β΄ του άρθρου 1 περιοχής (άρθρο 2 του π.δ.). Από τις ανωτέρω ρυθμίσεις του προσβαλλομένου διατάγματος, αλλά και τον σκοπό τους όπως αναλύεται στην εισηγητική έκθεση του προτείνοντος το διάταγμα Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, προκύπτει ότι με το άρθρο 1 περίπτ. α΄ του εν λόγω διατάγματος δεν ανακλήθηκε κατά το αντίστοιχο μέρος η απόφαση 27602/5/22.7.1969 του Νομάρχη Κορινθίας, αλλά από της ισχύος του διατάγματος το προαναφερθέν τμήμα δάσους αφέθηκε, κατά τροποποίηση και κατάργηση εν μέρει του σχεδίου πόλεως, εκτός του προβλεπομένου από το σχέδιο οικιστικού ιστού, ως περιοχή με δασικό χαρακτήρα τον οποίο ουδέποτε είχε απολέσει, καθώς είχε παραμείνει δάσος.
- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι κατά το άρθρο 3 παρ. 6 περ. ε´ του ν. 998/1979 δεν υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας τα εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, ότι η έκταση του Ο.Τ. 16, όπως είχε αρχικώς ορισθεί, δεν ήταν δασική αλλά καλλιεργούμενη έκταση και ότι το εγκριθέν σχέδιο έχει ήδη υλοποιηθεί, αφού σε όμορο οικόπεδο, με αυτό του αιτούντος, έχει ανεγερθεί κατοικία. Ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως κατά το μέρος που αμφισβητεί την επάρκεια των στοιχείων του φακέλου ως προς τον δασικό χαρακτήρα της έκτασης η οποία αποτυπώθηκε ως Ο.Τ. 16 στην απόφαση έγκρισης του σχεδίου πόλεως, συναφώς δε και την αιτιολογία κατά το μέρος αυτό του προσβαλλομένου διατάγματος, προβάλλεται αναποδείκτως και πρέπει να απορριφθεί, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο δασικός χαρακτήρας του συνόλου της έκτασης που περιλαμβάνεται στο καταργηθέν τμήμα του σχεδίου επιβεβαιώθηκε πλειστάκις, εν τέλει δε και πριν από την έκδοση του προσβαλλομένου διατάγματος μετά από αυτοψία υπαλλήλων της Διεύθυνσης Πολεοδομικού Σχεδιασμού. Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται ότι το προσβαλλόμενο διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 3 παρ. 6 περίπτ. ε΄ του ν. 998/1979 είναι ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων πολεοδομικού σχεδιασμού και την έγκριση σχεδίων πόλεως, ή όπως εν προκειμένω την τροποποίησή τους, τα αρμόδια όργανα του κράτους οφείλουν να λαμβάνουν θετικά μέτρα για την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων και εν γένει του φυσικού περιβάλλοντος, όπως η προστασία αυτή εξειδικεύεται από τους εκτελεστικούς του Συντάγματος νόμους. Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
- Επειδή, από την αρχή του κράτους δικαίου, και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, απορρέει η συνταγματική αρχή της ασφάλειας δικαίου· ειδικότερη εκδήλωση αυτής αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (Σ.τ.Ε. 2036/2011 Ολομ., πρβλ. Σ.τ.Ε. 3777/2008, 1508/2002), η οποία επιβάλλει τη διατήρηση της ισχύος της ευμενούς για τον καλόπιστο διοικούμενο πράξης (Σ.τ.Ε. 2036/2011 Ολομ., πρβλ. Σ.τ.Ε. 2309/2009, 1501/2008). Εξάλλου, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος), οι επιβαλλόμενοι από το Σύνταγμα ή τον νόμο περιορισμοί στα ατομικά δικαιώματα πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση προς αυτόν (Σ.τ.Ε. 2036/2011 Ολομ.). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 24 και 17 του Συντάγματος οι οποίες είναι τυπικά ισοδύναμες (Σ.τ.Ε. 2034/2011 Ολομ., πρβλ. Σ.τ.Ε. 292/1984 Ολομ.), προκύπτει ότι τα εμπράγματα δικαιώματα, όπως είναι η κυριότητα, προστατεύονται στο πλαίσιο του προορισμού του ακινήτου, ο προορισμός δε αυτός περιλαμβάνει το φάσμα των επιτρεπτών χρήσεων του ακινήτου οι οποίες καθορίζονται είτε απ’ ευθείας από συνταγματικές διατάξεις, είτε από το νομοθέτη ή, κατ’ εξουσιοδότησή του, από την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση (Σ.τ.Ε. 2034/2011 Ολομ.).
- Επειδή, εν προκειμένω, η πάροδος μακρού χρόνου από την έκδοση της 27602/5/22.7.1969 απόφασης του Νομάρχη Κορινθίας και την ένταξη της επίμαχης δασικής έκτασης στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού Νέας Αλμυρής στην περιοχή «Κόκκινη Σπηλιά – Λεσκούκι» της περιφέρειας του Δήμου Σαρωνικού Ν. Κορινθίας, δεν εμποδίζει, υπό τα δεδομένα που εκτέθηκαν στη σκέψη 8, την ανάκληση της απόφασης αυτής ως παράνομης, εφόσον τέτοιο κώλυμα δεν υπάρχει σε περίπτωση συνδρομής επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, όπως είναι η διατήρηση αναλλοίωτης της μορφής των δασών και των δασικών εκτάσεων. Κατά μείζονα λόγο, η πάροδος μακρού χρόνου δεν εμποδίζει την εν μέρει κατάργηση του σχεδίου για τον προαναφερθέντα λόγο, προκειμένου να παραμείνει εκτός του σχεδίου πόλεως τμήμα δάσους, που είχε μεταβάλει νομικώς μορφή με την απόδοσή του σε οικιστική χρήση κατά παράβαση των ισχυουσών κατά τον χρόνο έκδοσης της άνω απόφασης του Νομάρχη Κορινθίας απαγορευτικών διατάξεων της δασικής νομοθεσίας, εφόσον μάλιστα ο επιτασσόμενος από το Σύνταγμα σκοπός δημοσίου συμφέροντος μόνον με τον τρόπο αυτόν μπορεί να επιτευχθεί (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1405/1990, 1403/1990, 2330/1980, 2031/1977 Ολομ., πρβλ. επίσης Σ.τ.Ε. 1589/1999).
- Επειδή, προβάλλεται ότι το προσβαλλόμενο διάταγμα είναι ακυρωτέο κατά το μέρος που θίγει την ιδιοκτησία του αιτούντος, δηλαδή δύο οικόπεδα εμβαδού 500,10 τ.μ. το καθένα που εμπίπτουν στο καταργηθέν τμήμα του σχεδίου, διότι κατά το μέρος αυτό το διάταγμα αντίκειται στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και ότι εν όψει της καλής πίστης του αιτούντος και του δικαιοπαρόχου του και του χρόνου που έχει παρέλθει από την έγκριση του σχεδίου με τη δημιουργία οργανωμένου οικισμού, η κατάργηση του σχεδίου πόλεως προσκρούει επίσης στις αρχές της καλής πίστης και της ασφάλειας του δικαίου. Ενόψει των όσων έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, το προσβαλλόμενο διάταγμα εκδόθηκε νομίμως, διότι η ικανοποίηση επιτακτικού σκοπού δημοσίου συμφέροντος για την προστασία συνταγματικώς προστατευόμενου εννόμου αγαθού, όπως είναι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, δεν καθίσταται αδρανής και ατελέσφορη στο διηνεκές εκ μόνου του λόγου ότι η Διοίκηση ενέταξε κατά το παρελθόν δασική έκταση σε σχέδιο πόλεως ως οικιστική, λόγω πλάνης και μάλιστα οφειλομένης σε δόλο των διοικουμένων. Εν πάση δε περιπτώσει, υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης δεν μπορεί να θεμελιωθεί παράβαση της αρχής της ασφάλειας του δικαίου και της απορρέουσας από αυτήν αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, διότι εν προκειμένω δεν υφίσταται ούτε δημιουργήθηκε πραγματική κατάσταση υπέρ του αιτούντος χρήζουσα προστασίας. Τούτο διότι, ο δασικός χαρακτήρας της επίμαχης έκτασης του σχεδίου πόλεως ήταν ανέκαθεν γεγονός γνωστό σε κάθε ενδιαφερόμενο και το καταργηθέν με το προσβαλλόμενο διάταγμα τμήμα του σχεδίου πόλεως διατήρησε τον δασικό χαρακτήρα που είχε και μετά την έγκριση του σχεδίου, αφού, όπως βεβαιώνεται στο από 18.10.2002 πρακτικό αυτοψίας, το τμήμα αυτό του σχεδίου κατά τον χρόνο της αυτοψίας είναι δασική έκταση απροσπέλαστη και χωρίς ορατά μονοπάτια. Επιπροσθέτως, η 27602/5.7.1969 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας με την οποία εγκρίθηκε το επίμαχο σχέδιο πόλεως ανακλήθηκε, κατά το μέρος που είχε συμπεριλάβει δασικές εκτάσεις, με την απόφαση 3872/1980 του Νομάρχη Κορινθίας η οποία εκδόθηκε σε σχετικά σύντομο χρόνο, ανεξαρτήτως του ότι η τελευταία ακυρώθηκε στη συνέχεια δικαστικώς για τυπικούς λόγους. Εξάλλου, η 3872/1980 νομαρχιακή απόφαση που ανακάλεσε εν μέρει το σχέδιο πόλεως μνημονεύεται στα υπ’ αριθμ. 12612/1981 και 12613/1981 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Ελευσίνος Π. Κ., τα οποία επικαλείται ο αιτών ως τίτλους κτήσεως των προαναφερθέντων οικοπέδων και, επομένως, ο αιτών τελούσε σε γνώση αφενός του δασικού χαρακτήρα της επίμαχης έκτασης του σχεδίου και αφετέρου των ενεργειών της Διοίκησης που είχαν προηγηθεί με σκοπό τη μερική ανάκληση ή την κατάργηση του σχεδίου πόλεως. Τέλος, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, το προσβαλλόμενο διάταγμα εκδόθηκε ύστερα από στάθμιση, εκ μέρους της Διοίκησης, των διακυβευομένων εννόμων αγαθών, που συνίστανται στην προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων, αφενός, και της ασφάλειας του δικαίου, αφετέρου, και επιπροσθέτως κατ’ εκτίμηση του ότι η κατάργηση μέρους του σχεδίου πόλεως αποτελεί το μόνο πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ελήφθησαν δε υπόψη οι συνθήκες υπό τις οποίες εγκρίθηκε το σχέδιο, ο χρόνος που παρήλθε από την έγκριση του σχεδίου και η πραγματική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί κατά την έκδοση του διατάγματος. Υπό τα δεδομένα αυτά το από 5.2/4.3.2008 π.δ. δεν αντιβαίνει, κατά το προσβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση μέρος του, στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, όσα δε περί του αντιθέτου προβάλλονται με τους ανωτέρω λόγους ακυρώσεως είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
- Επειδή, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων το Δικαστήριο κρίνει ότι ο αιτών πρέπει να απαλλαγεί από τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον της πενταμελούς σύνθεσης.






