ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ (Ιούνιος 2007)
-
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ,
Παρασκευή 8 Ιουνίου 2007
Ι. Νομικά θεμέλια με υπερνομοθετική ισχύ
Το Σύνταγμα του 1975 είναι το πρώτο στην ελληνική συνταγματική ιστορία που κατοχυρώνει την προστασία του περιβάλλοντος. Πρωτοπορώντας σε παγκόσμιο επίπεδο την εποχή της ψήφισής του περιλαμβάνει σειρά διατάξεων που διασφαλίζουν ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος. Η συμπερίληψη των διατάξεων αυτών στο συνταγματικό κείμενο συνιστά μια από τις πλέον απτές εκδηλώσεις του φαινομένου που στην επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου αποκαλείται ως «επεκτατική λειτουργία» του Συντάγματος, δηλαδή την επέκταση της συνταγματικής ύλης σε κοινωνικοπολιτικούς τομείς, οι οποίοι επιφυλάσσονταν προηγούμενα αποκλειστικά στον κοινό νομοθέτη. Δεν θα αποτελούσε υπερβολή να χαρακτηρισθούν οι συνταγματικοί ορισμοί για το περιβάλλον ως τομή στη συνταγματική μας ιστορία, αφού με αυτούς το Σύνταγμα εισέρχεται στο ιστορικό κύμα του οικολογικού συνταγματισμού. Ιστορικό κύμα, στο οποίο μόλις την τελευταία δεκαετία εντάσσονται τα περισσότερα σύγχρονα ευρωπαϊκά συνταγματικά κείμενα.
Η νομική σημασία που έχει η συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος είναι τεράστια. Και τούτο συμβαίνει γιατί το (αυστηρό και τυπικό) Σύνταγμα υπερισχύει κάθε άλλου κανόνα δικαίου στην εθνική έννομη τάξη. Αυτό σημαίνει εν πρώτοις ότι ο κοινός νομοθέτης δεν μπορεί να θεσπίσει κανόνες δικαίου που αντίκεινται στην εν λόγω συνταγματική προστασία. Αν ωστόσο το πράξει, ο Δικαστής οφείλει, ελέγχοντας ευθέως ή παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων που υλοποιούν τους κανόνες αυτούς να διαπιστώσει την αντισυνταγματικότητά τους και να μην τους εφαρμόσει. Πρόκειται δηλαδή για ανίσχυρους κανόνες δικαίου λόγω της αντίθεσής τους στο Σύνταγμα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι εκτός από το Σύνταγμα το περιβάλλον κατοχυρώνεται και σε άλλα νομικά κείμενα, τα οποία δεν παράγονται στο πλαίσιο της εθνικής έννομης τάξης, διαθέτουν ωστόσο αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των ελληνικών νόμων, υπερισχύουν δηλαδή έναντι αυτών. Πρόκειται αφενός για τους κανόνες του ενωσιακού δικαίου (πρωτογενούς και παράγωγου) και, αφετέρου, για τους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Το ενωσιακό δίκαιο περιλαμβάνει πλέον εκτεταμένη σειρά κανόνων για την προστασία του περιβάλλοντος. Αναφέρομαι ιδίως στο άρθρο 174 ΣυνθΕΚ, το οποίο περιλαμβάνει τις βασικές αρχές που διέπουν το σχετικό σύστημα προστασίας, όπως είναι η προφύλαξη, η πρόληψη, η επανόρθωση καθώς και η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει». Ιδιαίτερα σημαντική είναι όμως και η παραγωγή από τα κοινοτικά όργανα σωρείας Κανονισμών και Οδηγιών, που τείνουν να καλύψουν το σύνολο σχεδόν των ζητημάτων που αφορούν την περιβαλλοντική προστασία. Αλλά και στο επίπεδο του διεθνούς δικαίου, παρατηρείται τις τελευταίες δεκαετίες μια ολοένα αυξανόμενη παραγωγή κανόνων (διεθνών συμβάσεων), οι οποίοι, αν και δεν διαθέτουν πάντα τον ίδιο επιτακτικό και δεσμευτικό νομικό χαρακτήρα, συμπληρώνουν συχνά σε συγκεκριμένους τομείς το συνολικό «κανονιστικό απόθεμα» που έχουν δημιουργήσει οι άλλοι κανόνες δικαίου με υπερνομοθετική ισχύ.
ΙΙ. Το άρθρο 24 Συντ.
Επίκεντρο της συνταγματικής προστασίας του περιβάλλοντος αποτελεί, δίχως αμφιβολία, το άρθρο 24. Με αυτό κατοχυρώνονται και οι τρεις όψεις του περιβάλλοντος: Το φυσικό, το οικιστικό και το πολιτιστικό. Η προστασία τους ανάγεται σε υποχρέωση του κράτους και, μετά την αναθεώρηση του 2001, σε «δικαίωμα του καθενός». Στο άρθρο αυτό θεμελιώνονται, κατά την ορθότερη άποψη, οι σημαντικότερες «περιβαλλοντικές» αρχές. Με την αναθεώρηση του 2001 περιλήφθηκε μάλιστα ρητή αναφορά στην αρχή της αειφορίας. Η εν λόγω συνταγματική αρχή διαθέτει αμιγώς περιβαλλοντικό περιεχόμενο και αποβλέπει στη διατήρηση των περιβαλλοντικών αγαθών, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ύπαρξή τους και στις επόμενες γενιές. Συνεπώς, η παρούσα γενιά δεν μπορεί να εξαντλεί τους φυσικούς πόρους στερώντας τους από τις μελλοντικές γενιές. Η αρχή της αειφορίας συνιστά, με το καινοτόμο αυτό περιεχόμενό της, την πιο απτή εκδήλωση αλληλεγγύης μεταξύ της παρούσας και των επόμενων γενεών.
Το άρθρο 24 κατοχυρώνει επίσης ρητά την αρχή της πρόληψης ή προληπτικής δράσης, σύμφωνα με την οποία τα κρατικά όργανα έχουν την υποχρέωση να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία προληπτικά μέτρα προκειμένου να αποτρέπεται η μόλυνση, υποβάθμιση ή καταστροφή των περιβαλλοντικών αγαθών και να πραγματώνεται με τον τρόπο αυτό, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, η αρχή της αειφορίας. Εξάλλου, στις διατάξεις του θεμελιώνονται ερμηνευτικά η αρχή της προφύλαξης, στο κανονιστικό περιεχόμενο της οποίας περιλαμβάνεται ιδίως η υποχρέωση των κρατικών οργάνων για λήψη μέτρων ακόμη και σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει αποδεδειγμένη επιστημονική τεκμηρίωση για τους κινδύνους που ενδέχεται να συνεπάγεται ορισμένο έργο ή δραστηριότητα στο περιβάλλον, καθώς και η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», η οποία θεμελιώνει νομική υποχρέωση του ρυπαίνοντος να αποκαταστήσει με δικές του δαπάνες την περιβαλλοντική βλάβη.
ΙΙΙ. Η σύνθετη αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης και η διάκρισή της από την αρχή της αειφορίας
Η σημαντικότερη αρχή στο Δίκαιο Περιβάλλοντος είναι ωστόσο η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, η οποία αν και δεν εξαγγέλλεται ρητά, συνάγεται ερμηνευτικά από το συνδυασμό των άρθρων 24 και 106 παρ. 1 Συντ., που αναφέρεται στην υποχρέωση του κράτους να προγραμματίζει και να συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα. Σύμφωνα με την εν λόγω συνταγματική αρχή, η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη που επιδιώκει το κράτος πρέπει να μην καταστρέφει αλλά να σέβεται το περιβάλλον. Πρόκειται επομένως για μια σύνθετη αρχή που επιβάλλει στην κρατική εξουσία να επιδιώκει τη μέγιστη δυνατή εξισορρόπηση ανάμεσα στην ανάπτυξη και την περιβαλλοντική προστασία.
Πολύ συχνά η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης συγχέεται με την αρχή της αειφορίας, η οποία διαθέτει, όπως σημειώθηκε, αμιγώς περιβαλλοντικό περιεχόμενο. Το γεγονός αυτό προκύπτει εν πρώτοις από την προφανώς ηθελημένη εκ μέρους του αναθεωρητικού νομοθέτη παράλειψη της έννοιας «ανάπτυξη» δίπλα στην αειφορία («αειφόρος ανάπτυξη»). Δεν πρέπει εξάλλου να παραβλέπεται ότι η έννοια της «αειφορίας», η οποία προέρχεται από την επιστήμη της Δασοπονίας, έχει ένα πολύ συγκεκριμένο νοηματικό περιεχόμενο, το οποίο προκύπτει ευθέως από την ετυμολογία της. Ο ερμηνευτής του Συντάγματος δεν μπορεί να «συμπληρώνει» το νόημα των συνταγματικών διατάξεων, προβαίνοντας σε προσθήκες εννοιών, όπως είναι η «ανάπτυξη», οι οποίες μπορεί να αλλοιώσουν ή ακόμη να αντιστρέψουν το κανονιστικό τους περιεχόμενο. Άλλωστε, η συμπερίληψη της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης στο άρθρο 24 Συντ., όπου στεγάζεται η περιβαλλοντική προστασία, δεν θα ήταν από δικαιοπολιτική άποψη σκόπιμη, αφού θα νόθευε το υψηλό επίπεδο προστασίας που διασφαλίζεται για τα περιβαλλοντικά αγαθά. Ο αναθεωρητικός νομοθέτης, έχοντας προφανώς επίγνωση των αντιδράσεων στην κοινή γνώμη που θα συνεπαγόταν η προσθήκη της έννοιας «ανάπτυξη» στο κανονιστικό, ιδεολογικό και συμβολικό επίκεντρο της συνταγματικής προστασίας του περιβάλλοντος, επέλεξε, ορθά, να περιλάβει μόνον την αειφορία, προσδίδοντας έτσι αμιγώς περιβαλλοντική διάσταση στην εν λόγω αρχή.
IV. Η περιβαλλοντική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας
Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει καταστεί την τελευταία εικοσαετία αποτελεσματικός θεματοφύλακας των συνταγματικών διατάξεων για την προστασία του περιβάλλοντος. Σύμφωνα με την πάγια σχετική νομολογία του: «Το φυσικό περιβάλλον έχει αναχθεί σε αυτοτελώς προστατευόμενο αγαθό προκειμένου να εξασφαλισθεί η οικολογική ισορροπία και η διαφύλαξη των φυσικών πόρων προς χάρη και των επομένων γενεών. Ο συντακτικός νομοθέτης δεν αρκέσθηκε στην πρόβλεψη δυνατότητας να θεσπίζονται μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος αλλά επέβαλε στα όργανα του Κράτους που έχουν σχετική αρμοδιότητα να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για τη διαφύλαξη του προστατευομένου αγαθού και, ειδικότερα, να λαμβάνουν τα απαιτούμενα νομοθετικά και διοικητικά, προληπτικά και κατασταλτικά, μέτρα, παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βαθμό και στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα. Κατά τη λήψη, εξάλλου, των μέτρων αυτών τα όργανα της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας οφείλουν, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ερμηνευομένης ενόψει και των άρθρων 106 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, να σταθμίζουν και άλλους παράγοντες αναγόμενους στο γενικότερο εθνικό και δημόσιο συμφέρον, όπως είναι εκείνοι που σχετίζονται με τους σκοπούς της οικονομικής αναπτύξεως, της αξιοποιήσεως του εθνικού πλούτου, της ενισχύσεως της περιφερειακής αναπτύξεως και της εξασφαλίσεως εργασίας στους πολίτες, δηλαδή σκοπούς για τους οποίους λαμβάνεται πρόνοια στο Σύνταγμα και, συγκεκριμένα, στα προαναφερόμενα άρθρα 106 και 22 παρ. 1. Η επιδίωξη όμως των σκοπών αυτών και η στάθμιση των προστατευομένων αντιστοίχων εννόμων αγαθών πρέπει να συμπορεύεται προς την υποχρέωση της Πολιτείας να μεριμνά για την προστασία του περιβάλλοντος κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται βιώσιμη ανάπτυξη, στην οποία απέβλεψε ο συντακτικός αλλά και ο κοινοτικός νομοθέτης. Κατά τη στάθμιση εξάλλου αυτή, σε συμμόρφωση προς την αρχή της προλήψεως και προφυλάξεως στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, που απορρέει από τις ανωτέρω διατάξεις, τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας πρέπει να λαμβάνουν προεχόντως υπόψη την τυχόν ύπαρξη ιδιαιτέρου κινδύνου για το φυσικό περιβάλλον από την κατασκευή και λειτουργία συγκεκριμένου έργου ή την ανάπτυξη συγκεκριμένης δραστηριότητας και να μη παρέχουν τη σχετική έγκριση αν διαπιστώσουν αιτιολογημένα ότι ο κίνδυνος αυτός, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο επαπειλούμενος από ενδεχόμενη πλημμελή λειτουργία του έργου, υπερακοντίζει προδήλως τα προσδοκώμενα οφέλη από τη λειτουργία του. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση πρέπει, προκειμένου η στάθμιση αυτή να γίνεται κατά τρόπο ανταποκρινόμενο στην ανάγκη προστασίας των εκατέρωθεν διακυβευομένων εννόμων αγαθών, να εκτίθενται και να συνεκτιμώνται κατά τρόπο επαρκή αφενός μεν ο τρόπος και η μέθοδος κατασκευής και λειτουργίας της συγκεκριμένης εγκαταστάσεως και αφετέρου ο ειδικότερος χαρακτήρας του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο προσδοκάται ότι θα εξυπηρετηθεί από το έργο ή τη δραστηριότητα αυτή, δεδομένου ότι η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη στάθμιση συναρτάται εκάστοτε με το είδος και την έκταση της επαπειλούμενης βλάβης και τη φύση της εξυπηρετούμενης με την εκτέλεση του έργου ανάγκης…» (Σ.τ.Ε. Ολομ. 613/2002. Πρβλ. επίσης Σ.τ.Ε. 3478/2000 Ολομ. και 2170/2006).
Η εξειδίκευση των ανωτέρω βασικών ερμηνευτικών παραδοχών του Συμβουλίου της Επικρατείας με την ευκαιρία των υποθέσεων που καλείται να τάμει καταδεικνύει, πέρα από κάθε αμφιβολία, τη γενικότερη «φιλοπεριβαλλοντική» ευαισθησία του. Η προτεραιότητα που αναγνωρίζει στα περιβαλλοντικά αγαθά καθίσταται συχνά έκδηλη ιδίως στις περιπτώσεις όπου προκύπτει ανάγκη στάθμισης μεταξύ διακυβευόμενων συνταγματικών αγαθών. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι μέρος της θεωρίας, εκκινώντας ουσιαστικά από την ανωτέρω νομολογία του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου, τείνει να καταλήξει στην άποψη ότι η προστασία του περιβάλλοντος δεν επιδέχεται, εν πολλοίς, στάθμιση με οποιοδήποτε άλλο έννομο αγαθό.
V. Σταθμίσεις και περιβάλλον
Το ζήτημα αυτό -που είναι ουσιαστικά ζήτημα αναζήτησης ορίων- έχει καταστεί αρκετά σύνθετο, ενόψει της ιδιαίτερης νομικοπολιτικής σημασίας που έχει προσλάβει το περιβάλλον τα τελευταία χρόνια, γεγονός που δεν είναι άμοιρο συνεπειών σε ερμηνευτικό (άρα, κανονιστικό) επίπεδο. Σε κάθε περίπτωση, η απάντησή του πρέπει να επιχειρηθεί -λόγω της συνταγματικής του υφής- προεχόντως στο πλαίσιο των μεθοδολογικών αρχών και των ερμηνευτικών κανόνων που υιοθετεί η επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου. Κρίσιμο ρόλο στη σχετική γνωστική διεργασία επιτελεί η μεθοδολογική αρχή της ενότητας του Συντάγματος, η οποία εκκινεί από την παραδοχή της τυπικής ισοδυναμίας των συνταγματικών διατάξεων, και κατατείνει στην πρακτική εναρμόνισή τους σε περίπτωση σύγκρουσης των νοημάτων τους.
Κατά την ορθότερη άποψη, η προστασία του περιβάλλοντος υπόκειται σε στάθμιση με άλλα συνταγματικά αγαθά. Το γεγονός αυτό συνιστά άλλωστε τον νοηματικό, ιδεολογικό και κανονιστικό πυρήνα της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης. Οι σχετικές δικαιικές σταθμίσεις, συχνά πολύπλοκες και οριακές είναι αλήθεια, βασίζονται στο κριτήριο της στάθμισης κόστους – οφέλους και έχουν ως απώτατο όριο την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή νοείται στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος. Χωρίς να αρνείται κανείς σε ερμηνευτικό επίπεδο την αξιακή σημασία που έχει αποκτήσει η ανάγκη προστασίας των περιβαλλοντικών αγαθών, δεν μπορεί να νοηθεί -και μάλιστα a priori- άρνηση εφαρμογής της ανωτέρω συνταγματικής αρχής.
Αλλά και στο επίπεδο της ενωσιακής έννομης τάξης η στάθμιση της περιβαλλοντικής προστασίας με άλλα συμφέροντα θεωρείται αυτονόητη. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι κατά την εκπόνηση της πολιτικής της στον τομέα του περιβάλλοντος η Κοινότητα, σύμφωνα με το άρθρο 174 παρ. 3 ΣυνθΕΚ, λαμβάνει υπόψη, μεταξύ των άλλων, «την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Κοινότητας στο σύνολό της και την ισόρροπη ανάπτυξη των περιοχών της». Το Δ.Ε.Κ. υιοθετεί εξάλλου με συνέπεια τις δικαιικές σταθμίσεις μεταξύ των διακυβευόμενων κάθε φορά αγαθών, προκειμένου να κρίνει αν συντρέχει παραβίαση των ορισμών του άρθρου 174 ΣυνθΕΚ για την προστασία του περιβάλλοντος ή συναφών κανόνων του παράγωγου κοινοτικού δικαίου.
Επισημαίνεται, τέλος, ότι την ανάγκη στάθμισης μεταξύ των διακυβευόμενων αγαθών αναγνωρίζει και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ιδιαίτερα κατά την εφαρμογή του άρθρου 1 ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα στην περιουσία. Όπως δέχεται παγίως το Δικαστήριο: «Μία ρύθμιση που επεμβαίνει στο δικαίωμα σεβασμού της περιουσίας πρέπει να διασφαλίζει μία “δίκαιη ισορροπία” μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της ανάγκης διασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου» (βλ. τελείως ενδεικτικά απόφαση της 10ης Ιουλίου 2003, Κωνσταντόπουλος Α.Ε. κατά Ελλάδας, απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1994, Ιερές Μονές κατά Ελλάδας). Η αναζήτηση της «δίκαιης ισορροπίας» προϋποθέτει, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, τη «δίκαιη στάθμιση» μεταξύ των διακυβευόμενων συμφερόντων. Επομένως, τυχόν εξαίρεση της προστασίας του περιβάλλοντος από την εν λόγω στάθμιση θα οδηγούσε πιθανόν σε ευθεία αντίθεση με τους ορισμούς της ΕΣΔΑ.
VI. Η νέα αναθεωρητική πρωτοβουλία
Η πλέον πρόσφατη σοβαρή εξέλιξη στη συνταγματική προστασία του περιβάλλοντος είναι, αναμφίβολα, η πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας για εκ νέου αναθεώρηση του άρθρου 24 Συντ. Στο επίκεντρο των προτάσεων βρίσκεται η διαφοροποίηση μεταξύ δασών και δασικών εκτάσεων, με προφανή προσανατολισμό την απομείωση της προστασίας των τελευταίων, καθώς και η ρητή αναφορά στην αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης και, ενδεχόμενα, η αντικατάσταση από αυτήν της αρχής της αειφορίας. Χαρακτηριστική της στόχευσης της πρότασης αναθεώρησης είναι και η -αμφιλεγόμενη[1]– πρόβλεψη για θέσπιση Συνταγματικού Δικαστηρίου, η οποία θα κλονίσει τον ρόλο του Συμβουλίου της Επικρατείας ως βασικού θεματοφύλακα του περιβαλλοντικού Συντάγματος.
Οι ανωτέρω προτάσεις αναθεώρησης αποτελούν την κορύφωση των συνεχόμενων εντάσεων και τριβών που παρατηρούνται τα τελευταία κυρίως χρόνια ανάμεσα στην Κυβέρνηση και το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, η νομολογία του οποίου τείνει σε ορισμένες περιπτώσεις να υπερβεί συνήθη και παραδεδομένα πλαίσια του ελέγχου νομιμότητας που υιοθετεί το Δικαστήριο σε άλλες περιπτώσεις. Προκύπτει έτσι ένας ιδιότυπος θεσμικός «ανταγωνισμός» μεταξύ των κορυφαίων κρατικών λειτουργιών, ο οποίος προσλαμβάνει πλέον, με μάλλον πρωτόγνωρο τρόπο, και τη μορφή του «ανταγωνισμού» μεταξύ του αναθεωρητικού νομοθέτη και του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σε αυτόν ελλοχεύει ο κίνδυνος, στο όνομα της «αντιμετώπισης νομολογιακών υπερβολών», να οδηγηθούμε σε σαφή κανονιστική και πολιτική οπισθοδρόμηση στον τομέα της περιβαλλοντικής προστασίας. Πράγματι, η -εκ νέου- αναθεώρηση του Συντάγματος που κινεί η κυβερνητική πλειοψηφία, πέραν των άλλων μεγάλων δογματικών προβλημάτων[2], θα επιφέρει, εφόσον ολοκληρωθεί, σημαντική υποχώρηση της κανονιστικής παρακαταθήκης του άρθρου 24 και, συνακόλουθα, της περιβαλλοντικής διάστασης της βιώσιμης ανάπτυξης[3].
Το κείμενο αποδίδει εισήγηση στην Επιστημονική Ημερίδα που διοργανώθηκε από το Τ.Ε.Ι. Μεσολογγίου την 24η Μαΐου 2007 στο Μεσολόγγι με θέμα: «Οι τοπικές πολιτικές περιβάλλοντος και η εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας στην Αιτωλοακαρνανία» (παρουσίαση πορισμάτων ερευνητικού προγράμματος).
[1] Πρβλ. ιδίως τις εξαιρετικά βαρύνουσες παρατηρήσεις του Κ. Μενουδάκου, Το Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, www.nomosphysis.org.gr (Απρίλιος 2007).
[2] Πρβλ. την εντυπωσιακή επιχειρηματολογία του Αντ. Μανιτάκη, Η αναγκαιότητα της αναθεώρησης μεταξύ πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού και αναθεωρητικής συναίνεσης, ΤοΣ 2007, σ. 3 επ.
[3] Βλ. Γ. Παπαδημητρίου, Αναθεώρηση του Συντάγματος και περιβάλλον, www.nomosphysis.org.gr (Μάρτιος 2006).






