Η ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΧΩΡΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ (Μάιος 2006)
-
ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Δικαστικός Αντιπροσώπος ΝΣΚ
Παρασκευή 5 Μαΐου 2006
Ο χώρος αποτελεί ως ζωτική, πολύπλοκη και πολυσήμαντη έννοια ένα πολύτιμο φυσικό πόρο. Αφενός, εμπεριέχει όλα τα πολύτιμα στοιχεία του φυσικού και του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος και αφετέρου λειτουργεί ως υποδοχέας των επιμέρους ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Για το λόγο αυτό ο σχεδιασμός του χώρου περιλαμβάνει στο ευρύτερό του περιεχόμενο τόσο το χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό όσο και τον οικονομικό και τον κοινωνικό προγραμματισμό[1], όπως άλλωστε περιλαμβάνει και τον περιβαλλοντικό σχεδιασμό, την προσπάθεια δηλαδή εξισορρόπησης και εναρμόνισης των διαφόρων ανθρωπίνων δραστηριοτήτων που επιβάλλονται στο φυσικό περιβάλλον [2].
Από αυτή την προσέγγιση απορρέουν τρεις βασικές έννοιες:
– Κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις στα φυσικά στοιχεία σε κάθε θέση του χώρου.
– Γειτονικές δραστηριότητες έχουν διαφορετικούς βαθμούς συμβατότητας.
– Με τη διαδικασία του χωρικού σχεδιασμού επιδιώκεται η εναρμόνιση και η σύγκλιση του χωροταξικού-πολεοδομικού, οικονομικού-κοινωνικού και του περιβαλλοντικού σχεδιασμού με στόχο την επίτευξη της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης [3].
Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ως βιώσιμη καλείται η χωρική ανάπτυξη, η οποία συλλαμβάνει το χώρο με την τριπλή του ιδιότητα, την περιβαλλοντική, την οικονομική-κοινωνική και τη γεωγραφική και αποσκοπεί στην προστασία του ως πολύτιμου φυσικού και πολιτιστικού πόρου, στη διατήρησή του ως υποδοχέα των επιμέρους κοινωνικών και οικονομικών ανθρώπινων δραστηριοτήτων και, τέλος, στην ανάδειξή του ως συστατικού στοιχείου της ισόρροπης αστικής και περιφερειακής ανάπτυξης [4].
Α. Η χωρική διάσταση της βιώσιμης ανάπτυξης
Η έννοια της βιώσιμης ή αειφόρου ανάπτυξης, έτσι όπως διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 1987 στα πορίσματα της Επιτροπής Brutland [5], καθιερώθηκε στη συνέχεια με τη Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών στο Ρίο τον Ιούνιο του 1992[6] και εξελίχθηκε σταδιακά μετά από αυτήν, με επιστέγασμα τη Συνδιάσκεψη του Γιοχάνεσμπουργκ το 2002[7], συνοψίζεται σχηματικά στην αναζήτηση μίας ανάπτυξης που ικανοποιεί τις ανάγκες της παρούσας γενεάς χωρίς να εξαντλεί τους φυσικούς πόρους και να υποθηκεύει τις ανάγκες των επερχόμενων γενεών[8]. Στην παραδοσιακή αυτή θεώρηση των τριών πυλώνων της βιωσιμότητας θα πρέπει πλέον σήμερα να προστεθεί και ένας τέταρτος, αυτός της διατήρησης της πολιτιστικής ταυτότητας[9].
Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η χωρική διάσταση εμπεριέχεται σε διεθνές επίπεδο και στις τέσσερις αυτές συνιστώσες της βιωσιμότητας. Υποστηρίζεται, μάλιστα, ότι οι τάσεις παγκοσμιοποίησης, η παραγωγική αναδιάρθρωση, η ανασύνταξη του χωρικού καταμερισμού της εργασίας, αλλά και ο δραστήριος μετασχηματισμός των εθνικών κρατών και των γεωπολιτικών ισορροπιών -σε συνδυασμό με την εμφάνιση νέων κοινωνικών και γεωγραφικών ανισοτήτων, την ανάγκη διαχείρισης της οικολογικής κρίσης και την εισαγωγή νέων τεχνολογιών σε κρίσιμους τομείς- αποτελούν χαρακτηριστικά πεδία του πλέγματος των ζητημάτων που αναμένεται ότι θα εντείνουν το ενδιαφέρον για τη μελέτη και την κατανόηση της έννοιας της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης[10].
Στο προαναφερόμενο αυτό πλαίσιο, οι νέες προσεγγίσεις που αναπτύσσονται γύρω από τη χωρική ανάπτυξη αντλούνται είτε από τη συνέχιση και ανανέωση των παλαιότερων παραδόσεων, όπως είναι η οικονομική του χώρου[11], η περιφερειακή επιστήμη και η πολιτική οικονομία του χώρου, είτε και από πιο σύγχρονες θεωρήσεις που επικεντρώνονται σε σημαντικά ζητήματα που είχαν στο παρελθόν παραμεληθεί.
Με τον τρόπο αυτό, στα ιδιαίτερα κρίσιμα θέματα που έθεταν οι παλαιότερες θεωρίες γύρω από την έννοια της χωρικής ανάπτυξης[12], προστίθενται σήμερα και νεότερα ζητήματα που συνδέονται με την έννοια της βιωσιμότητας και με την αναζήτηση της συμβολής των διεθνών θεσμών στην αναπτυξιακή διαδικασία, καθώς και στις σχέσεις του τοπικού με το παγκόσμιο[13].
Σε κάθε πάντως περίπτωση, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι το συγκεκριμένο περιεχόμενό της έννοιας της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης παραμένει ακόμη, σε διεθνές επίπεδο, ασαφές. Ωστόσο, η ασάφεια αυτή ως προς την ακριβή οριοθέτηση της έννοιας δεν εμποδίζει την ουσιαστική θεωρητική και πρακτική συμβολή των προσεγγίσεων της χωρικής ανάπτυξης[14].
Στις περισσότερες, μάλιστα, περιπτώσεις, η κρίσιμη ζώνη που θα προσδιορίσει τελικά και την εξέλιξη του επιστημονικού πεδίου της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης αφορά τη σχέση της με την οικονομική επιστήμη, και ειδικότερα με την αναπτυξιακή οικονομική[15]. ¶λλωστε, η προαναφερόμενη σχέση, παίρνοντας διάφορες μορφές στις διάφορες φάσεις της εξελικτικής πορείας της έννοιας της χωρικής ανάπτυξης, προσδιόρισε και στο παρελθόν το χαρακτήρα του επιστημονικού της πεδίου.
Στο προαναφερόμενο πλαίσιο, η αναβίωση του χωροταξικού προβληματισμού κατά τη δεκαετία του ’90 στην Eυρωπαϊκή ΄Eνωση έδωσε το έναυσμα για την υιοθέτηση κειμένων και την ανάληψη πρωτοβουλιών που αποτελούν μία από τις πιο σημαντικές εκδηλώσεις για την αποσαφήνιση και την οριοθέτηση της έννοιας της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης, σε διεθνές επίπεδο.
1. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η διαμόρφωση του Νέου Ευρωπαϊκού Χώρου
Η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ανάμεσα σε πολλά και κρίσιμα ζητήματα της περιφερειακής θεωρίας και πολιτικής, ανέδειξε, τελικά, και το ζήτημα των χωρικών διαστάσεων της βιώσιμης ανάπτυξης. Οι λόγοι που ώθησαν την Eυρωπαϊκή ΄Ενωση και τις επιμέρους εθνικές κυβερνήσεις να επαναφέρουν στο προσκήνιο της πολιτικής και επιστημονικής συζήτησης την ιδέα μιας ευρωπαϊκής πολιτικής για τη χωρική ανάπτυξη σχετίζονται κυρίως με τις νέες διαπεριφερειακές και ενδοπεριφερειακές ανισότητες και διαφοροποιήσεις που παρατηρήθηκαν ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και οι οποίες υπερβαίνουν, αναμφίβολα, τόσο τα στενά όρια των εθνικών συνόρων όσο και την παραδοσιακή κατάτμηση των εθνικών επικρατειών σε περιφέρειες[16].
Είναι, εξάλλου, γνωστό ότι στις ιδρυτικές Συνθήκες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν συμπεριελήφθησαν ειδικές διατάξεις για την ανάληψη μιας κοινής ή κοινοτικής δράσης με καθαρά χωρική κατεύθυνση[17]. Τούτο βέβαια δεν πρέπει να προξενεί έκπληξη, δεδομένου ότι, όπως υποστηρίζεται, η ίδρυση της τότε ΕΟΚ ήταν δημιούργημα ενός ιδεολογικού και πολιτικού προτάγματος, στο πλαίσιο του οποίου η χωρική ισορροπία μεταξύ των Περιφερειών της Κοινότητας αναμενόταν να επέλθει ως φυσικό αποτέλεσμα της λειτουργίας των μηχανισμών της αγοράς και των κανόνων του ελεύθερου ανταγωνισμού[18].
Η προσδοκία αυτή επιβεβαιώθηκε, μάλιστα, σε σημαντικό βαθμό ως τα μέσα της δεκαετίας του ’70 τόσο λόγω των σχετικά ισοδύναμων ρυθμών ανάπτυξης που χαρακτήριζαν τα μέχρι τότε ολιγάριθμα μέλη της ΕΟΚ όσο και, κυρίως, λόγω της διατήρησης των πολιτικών του κράτους πρόνοιας στα επιμέρους εθνικά κράτη[19].
Τα δεδομένα άλλαξαν ριζικά με τις διαδοχικές διευρύνσεις της δεκαετίας του ’80, αλλά και με την ίδια τη διαδικασία της οικονομικής ολοκλήρωσης, γεγονότα τα οποία έφεραν αντιμέτωπη την Ευρωπαϊκή Κοινότητα με καινούργιες και πρωτόγνωρες διαπεριφερειακές και ενδοπεριφερειακές ανισότητες στον ευρωπαϊκό χώρο. Η σταδιακή κατάργηση των εθνικών συνόρων και η συνακόλουθη απορύθμιση και διεθνοποίηση των εσωτερικών αγορών, καθώς και η κρίση του κράτους πρόνοιας, εξέθεσαν στον ανταγωνισμό, τομείς δημοσίων πολιτικών που μέχρι τότε καλύπτονταν από τον προστατευτισμό των εθνικών κρατών.
Ο στόχος της μείωσης των περιφερειακών ανισοτήτων έγινε, τελικά, επιδίωξη της Κοινότητας και τυπικά το 1986 με την υιοθέτηση της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης και με την ένταξη του τίτλου «Οικονομική και Κοινωνική Συνοχή»[20]. Την πραγματοποίηση του στόχου της Συνοχής ανέλαβαν με τη δράση τους τα Διαρθρωτικά Ταμεία, για τα οποία προβλέφθηκε η συνολική μεταρρύθμιση της λειτουργίας τους δυνάμει του άρθρο 130Γ[21].
Επρόκειτο στην ουσία για την επίσημη καθιέρωση της Περιφερειακής- Διαρθρωτικής Πολιτικής της Κοινότητας, η θέση της οποίας ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992[22]. Το πιο χαρακτηριστικό γεγονός αυτής της περιόδου ήταν η ίδρυση του Ταμείου Συνοχής, το οποίο αποτέλεσε στη συνέχεια τον κινητήριο μοχλό για τη λειτουργία της Περιφερειακής Πολιτικής, μίας πολιτικής με καθαρά χωρική διάσταση για τις λεγόμενες χώρες συνοχής[23].
Η εναλλαγή, εξάλλου, των φάσεων διεύρυνσης και εμβάθυνσης της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης ενίσχυσε περαιτέρω τον προαναφερόμενο προβληματισμό, καθώς και στις δύο αυτές εκδοχές εξέλιξής της υπήρχε ο κίνδυνος να ενταθούν τα προβλήματα οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής. Έγινε έτσι επιτακτική η ανάγκη για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των ευρωπαϊκών πολιτικών με χωρικές επιπτώσεις[24].
2. H διαμόρφωση της ευρωπαϊκής χωροταξικής πολιτικής μέχρι την υιοθέτηση του Συμφώνου Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου ( ΣΑΚΧ)
Το ενδιαφέρον για τα θέματα χωρικής ανάπτυξης ξεκίνησε, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, αμέσως μετά την καθιέρωση της πολιτικής για την οικονομική και κοινωνική συνοχή στην ΕΕΠ το 1986, τη μεταρρύθμιση των διαρθρωτικών ταμείων το 1988 και το ξεκίνημα της πρώτης περιόδου των κοινοτικών πλαισίων στήριξης και των επιχειρησιακών προγραμμάτων 1989-1993[25]. Οι πρώτες απόπειρες διερεύνησης του σχετικού ζητήματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο ξεκίνησαν με πρωτοβουλία της επιτροπής και της Γενικής Διεύθυνσης Περιφερειακής Πολιτικής με το πρόγραμμα Ευρώπη 2000, που εντάχθηκε στις καινοτόμες ενέργειες του άρθρου 10 του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής ανάπτυξης (ΕΠΤΑ). Στο πλαίσιό του υλοποιήθηκαν επίσης οι πρώτες πιλοτικές ενέργειες αστικών παρεμβάσεων, καθώς και δικτύων συνεργασίας πόλεων και περιφερειών[26].
Εξαρχής ήταν δεδομένο ότι το κοινοτικό ενδιαφέρον για τα θέματα χωρικής ανάπτυξης δεν σήμαινε πρόθεση για την ανάπτυξη μίας κοινοτικής χωροταξικής πολιτικής ούτε και την υποκατάσταση άλλων επιπέδων λήψης αποφάσεων σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο[27]. Ωστόσο, η συζήτηση συνεχίστηκε και τα αποτελέσματα της προσπάθειας αυτής κατέληξαν στο να επηρεάσουν σοβαρά τον τρόπο διαμόρφωσης της χωροταξικής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο.
Ειδικότερα, με την έκθεση Ευρώπη 2000 η ανάλυση των προβλημάτων της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης εμπλουτίσθηκε με τη γεωγραφική διάσταση που οδήγησε στον εντοπισμό των τάσεων, μέσα από τη διεύρυνση των προτύπων παραγωγής και χωροθέτησης που επικρατούσαν την εποχή εκείνη. Ταυτόχρονα, ξεκίνησε και η αναγνώριση των χωρικών επιπτώσεων των επιμέρους κοινοτικών πολιτικών[28]. Η προσέγγιση αυτή γενικεύθηκε το 1995 με τη δεύτερη έκθεση της Επιτροπής, με τίτλο Ευρώπη 2000+[29], που προχώρησε στην απόδοση ενός μέρους των προβλημάτων διεθνούς ανταγωνιστικότητας της Ένωσης στις αδυναμίες της χωρικής της οργάνωσης.
Η αντίληψη αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εντάσσεται αφενός στην οπτική της οικονομικής γεωγραφίας και αφετέρου στην έννοια της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης, δεδομένου ότι αποτελεί μια απόπειρα εναρμόνισης μεταξύ της διαδικασίας οικονομικής ανάπτυξης και της προστασίας του περιβάλλοντος. Σε κάθε περίπτωση, επρόκειτο για μια προσπάθεια συνεκτίμησης των γενικότερων προβλημάτων που επηρεάζουν σημαντικά την οργάνωση του κοινοτικού χώρου, καθώς και των χωρικών επιπτώσεων των κοινοτικών πολιτικών, ώστε να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα της περιφερειακής-διαρθρωτικής πολιτικής και της κοινοτικής δράσης γενικότερα και να υποστηριχθεί η επιδιωκόμενη συνοχή [30].
Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται, άλλωστε, και η μελέτη της Επιτροπής, The EU compendium on spatial planning systems and policies, που συνοψίζει τα συστήματα και τις πολιτικές χωρικού σχεδιασμού στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης[31]. Στη μελέτη επισημαίνεται ότι οι δράσεις που έχει αναλάβει η Κοινότητα και οι οικονομικοί πόροι που έχει επενδύσει έχουν μεγάλη σημασία για το χωρικό σχεδιασμό στα διαφορετικά διοικητικά επίπεδα.
Στο πλαίσιο αυτό, τόσο η προαναφερόμενη μελέτη όσο και η Έκθεση 2000 + συνέβαλαν στη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας συνεργασίας για τη χωρική ανάπτυξη σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και στον αναπροσανατολισμό των κοινοτικών πολιτικών με άξονα τις χωρικές τους διαστάσεις και τις χωρικές τους επιπτώσεις. Η προσπάθεια αυτή συνεχίστηκε μέσα από σειρά μελετών και διαβουλεύσεων, που οδήγησαν στην κατάρτιση ενός Σχεδίου Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου ( ΣΑΚΧ), το οποίο ολοκληρώθηκε, τελικά, το 1999 [32].
Β. Οι νέες προοπτικές για την βιώσιμη χωρική ανάπτυξη σε ευρωπαϊκό επίπεδο
Η δυναμική της ανάπτυξης στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση εξακολούθησε και στη δεκαετία του 1990 να παράγει χωρικές ανισότητες. Στο βαθμό, μάλιστα, που η ενιαία αγορά όχι μόνο δεν άμβλυνε, αλλά δημιούργησε τέτοιες ανισότητες, η ανάγκη για την αντιμετώπισή τους σε οικονομικό, κοινωνικό και γεωγραφικό επίπεδο έγινε επιτακτική. Η ανάγκη αυτή εντάθηκε, περαιτέρω, από το γεγονός ότι το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι, ούτως ή άλλως, ένα πείραμα με παγκόσμια μοναδικότητα, ενώ η διαδικασία αυτή παρέμενε το 1999 ιστορικά ανοιχτή χωρίς οριστική δεσμευτική απόφαση για την κατάληξή της[33].
Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, επιδιώχθηκε ο οριζόντιος συντονισμός και η συμπληρωματικότητα των ευρωπαϊκών πολιτικών, τόσο για να εξασφαλισθεί η μεγαλύτερη αποτελεσματικότητά τους όσο και για να αξιοποιηθούν οι θετικές προοπτικές για τη μελλοντική χωρική ανάπτυξη. Ως συνέχεια του σχετικού προβληματισμού υιοθετήθηκε το 1999 το Σχέδιο Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου (ΣΑΚΧ) [34].
1. Περιεχόμενο και λειτουργία του Σχεδίου Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου
Το Σχέδιο Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου αποτελεί μια προσέγγιση προς την κατεύθυνση της ολοκλήρωσης του συντονισμού και της συμπληρωματικότητας των πολιτικών, όχι μόνο γενικά σε επίπεδο Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, αλλά και συγκεκριμένα σε προσδιορισμένες εδαφικές περιοχές της. Παράλληλα, δίνει έμφαση σε ορισμένες αρχές χωρικής οργάνωσης, μέσα από τις οποίες επιδιώκονται οι στόχοι του, που εντάσσονται στο γενικότερο στόχο της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης για επίτευξη της ισόρροπης, αειφόρου ανάπτυξης, ιδίως μέσα από την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής.
Συγκεκριμένα, οι κοινά αποδεκτοί στόχοι χωρικής ανάπτυξης, που τίθενται μέσω του ΣΑΚΧ, είναι:
– Ανάπτυξη ενός ισόρροπου και πολυκεντρικού αστικού συστήματος και μιας νέας σχέσης πόλεων-υπαίθρου.
– Εξασφάλιση ισότητας πρόσβασης στις υποδομές και στη γνώση.
– Αειφόρος ανάπτυξη, συνετή διαχείριση και προστασία της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς.
Το ΣΑΚΧ δεν έχει νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα ούτε για την Επιτροπή και τα άλλα κοινοτικά όργανα ούτε για τα κράτη-μέλη. Η χρησιμότητά του έγκειται στο γεγονός, ότι μπορεί να λειτουργήσει ως ένα ενδεικτικό κείμενο αρχών και κατευθύνσεων για το συντονισμό των κοινοτικών πολιτικών με χωρικές επιπτώσεις, καθώς και για τη διακρατική και διαπεριφερειακή συνεργασία μεταξύ των κρατών- μελών σε θέματα χωρικής ανάπτυξης [35].
Εννοείται, επίσης, ότι το ΣΑΚΧ δεν λειτουργεί ως κοινή χωροταξική πολιτική και επιπλέον δεν έχει κανένα μέσο στην αποκλειστική του διάθεση. Παρέχει, όμως, μία κοινή βάση αναφοράς για δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς που λαμβάνουν αποφάσεις, οι οποίες μπορεί να έχουν χωρικές επιπτώσεις. Σχετικά, εξάλλου, με τις κοινοτικές πολιτικές, στο πλαίσιο του ΣΑΚΧ ξεκαθαρίζουν, για πρώτη ίσως φορά με τόσο σαφή τρόπο, οι χωρικές τους επιπτώσεις. Τονίζεται ότι, αν και οι στόχοι των ευρωπαϊκών πολιτικών, όπως αυτοί τίθενται στις Συνθήκες, δεν έχουν κατά κανόνα χωρικό χαρακτήρα, έχουν επιπτώσεις στο έδαφός της. Ως κοινοτικές πολιτικές με χωρικές επιπτώσεις θεωρούνται εκείνες, τα μέτρα των οποίων μεταβάλλουν τη χωρική δομή και δυναμική της οικονομίας και της κοινωνίας, μεταβάλλοντας έτσι τα πρότυπα χρήσεων γης και το φυσικό τοπίο[36].
Ειδικότερα, θεωρείται ότι οι χωρικές επιπτώσεις των κοινοτικών πολιτικών εξαρτώνται από τον τύπο των παρεμβάσεων, μέσω των οποίων αυτές οι πολιτικές υλοποιούνται. Οι παρεμβάσεις αυτές μπορεί να είναι:
– Χρηματοδοτικές, δηλαδή εισοδηματικές ενισχύσεις, περιφερειακά και οριζόντια διαρθρωτικά μέτρα.
– Θεσμικές, όπως είναι οι κανόνες ανταγωνισμού, η απελευθέρωση της αγοράς, και η περιβαλλοντική νομοθεσία.
– Σχεδιαστικές, όπως ο σχεδιασμός Διευρωπαϊκών Δικτύων μεταφορών και ενέργειας.
Ειδικά για τη διαρθρωτική πολιτική, μια κατεξοχήν χρηματοδοτική πολιτική, τονίζεται ότι ο τρόπος σχεδιασμού των παρεμβάσεων που πραγματοποιούνται μέσω των Διαρθρωτικών Ταμείων, δηλαδή η υποχρέωση κατάρτισης και υλοποίησης ολοκληρωμένων προγραμμάτων ανάπτυξης, δίνει τη δυνατότητα καλύτερης αξιοποίησης των διαφόρων επιμέρους πολιτικών[37]. Αναδεικνύεται, έτσι, η συμβολή της συμμετοχής των εμπλεκόμενων φορέων σε περιφερειακό επίπεδο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, στα πλαίσια της εταιρικής σχέσης.
Καθοριστικές, τέλος, για την εφαρμογή του ΣΑΚΧ και για την προώθηση των στόχων του είναι δύο αλληλένδετες μεταξύ τους έννοιες και διαδικασίες, ο συντονισμός και η συνεργασία:
– Για το συντονισμό των πολιτικών, το ΣΑΚΧ παρέχει ξεκάθαρες κατευθυντήριες γραμμές για την ανάπτυξη, με βάση τις οποίες μπορούν να συντονιστούν οι εθνικές πολιτικές με αυτές της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης.
– Για τους φορείς που είναι αρμόδιοι για τη λήψη των αποφάσεων τονίζεται ότι τα θέματα χωρικής ανάπτυξης μπορεί να αντιμετωπιστούν μόνο μέσα από τη συνεργασία μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων λήψης αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο και την ενθάρρυνση των πόλεων και των περιφερειών προς την κατεύθυνση αυτή.
Σε κάθε περίπτωση, η συνεργασία αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για την προώθηση του ίδιου του ΣΑΚΧ, καθώς πρόκειται για ένα κείμενο που δεν έχει νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα και η εφαρμογή του από τα κράτη-μέλη μπορεί να γίνει μόνον εθελοντικά, με βάση την αρχή της επικουρικότητας[38].
2. Χωρική ολοκλήρωση των ευρωπαϊκών πολιτικών και βιώσιμη χωρική ανάπτυξη
Η αναγνώριση της ανάγκης συνεργασίας και συντονισμού για την προώθηση της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης, στο πλαίσιο του ΣΑΚΧ, εντάσσεται σε μια πορεία σταδιακής αναγνώρισης των χωρικών διαστάσεων των ευρωπαϊκών πολιτικών και, επομένως, της ανάγκης συντονισμού τους με βάση ένα κοινό σημείο αναφοράς[39].
Η επιδίωξη αρχικά της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής αποτελεί τη δικαιολογητική βάση και το πλαίσιο αυτής της ολοκληρωμένης προσέγγισης. Είναι, άλλωστε, γεγονός ότι η αντιμετώπιση των ανισοτήτων μεταξύ των περιφερειών και των κοινωνικών ομάδων της Ένωσης δεν μπορεί να αποτελεί αποκλειστική μέριμνα της διαρθρωτικής πολιτικής, αλλά απαιτεί τη συνέργια όλων των πολιτικών που λειτουργούν ταυτόχρονα σε κάθε περιοχή.
Η προσέγγιση αυτή εκφράσθηκε παλαιότερα με την υιοθέτηση των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων (ΜΟΠ) κατά την περίοδο 1986-1992, τα οποία αποφασίστηκαν με αφορμή την ένταξη της Ισπανίας και της Πορτογαλίας και αφορούσαν τις περιφέρειες της Ελλάδας, Ιταλίας και Νότιας Γαλλίας[40]. Στην εξασφάλιση της μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας της δράσης των κοινοτικών διαρθρωτικών παρεμβάσεων στόχευε και η πρώτη μεταρρύθμιση των Διαρθρωτικών Ταμείων το 1988, η οποία συνοδεύτηκε από μία μεγάλη αύξηση των πόρων τους[41].
Στη συνέχεια, με την ανάδειξη της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής σε μία από τις τρεις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, μαζί με την Ενιαία Αγορά και την Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) το 1992[42] και ιδιαίτερα εν όψει της διεύρυνσης, έγινε πιο επιτακτική η ανάγκη για συμπληρωματικότητα, συνέργεια και αποτελεσματικότητα όλων των επιμέρους πολιτικών.
Μέσα από τις διαδοχικές εκθέσεις για την Οικονομική και Κοινωνική Συνοχή διερευνήθηκε ο ρόλος των επιμέρους πολιτικών παράλληλα με το ρόλο των πολιτικών συνοχής[43]. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάσθηκαν τα αποτελέσματα των διαρθρωτικών πολιτικών της Ένωσης, τα επιτεύγματα των πολιτικών των κρατών-μελών για τη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, καθώς και η συμβολή στη συνοχή κοινοτικών πολιτικών. Η συμβολή αυτή είναι είτε έμμεση, όπως στην περίπτωση των πολιτικών για την ΟΝΕ, είτε έχει άμεσες χωρικές επιπτώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και της Πολιτικής Περιβάλλοντος.
Η ολοκληρωμένη αυτή προσέγγιση μπορεί, σήμερα, να θεωρηθεί ως το μέσο για την υποστήριξη και προώθηση της προτεραιότητας της Ένωσης για οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή, καθώς και τους γενικότερους στόχους για την επίτευξη της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης, έτσι όπως αυτή καθορίζονται στο ΣΑΚΧ[44]. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η προσπάθεια για αναβάθμιση της επιστημονικής βάσης του χωρικού σχεδιασμού, η οποία συνεχίζεται και μετά το ΣΑΚΧ, αρχικά με το Study Program on European Spatial Planning (SPEP)[45] και, στη συνέχεια, με το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Χωροταξίας-European Spatial Planning Observation Network (ESPON)[46].
Ως κύριοι στόχοι του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου Χωροταξίας μπορούν να αναφερθούν: α) η συμβολή στην καλύτερη κατανόηση της ενίσχυσης των χωρικών διαστάσεων της δράσης των Διαρθρωτικών Ταμείων, της πολιτικής συνοχής, των άλλων πολιτικών, καθώς και των εθνικών τομεακών πολιτικών, β) η βελτίωση του συντονισμού αποφάσεων με χωρικό προσανατολισμό, οι οποίες λαμβάνονται σε διαφορετικά επίπεδα (κοινοτικό, εθνικό, περιφερειακό, τοπικό), και γ) η μείωση της απόστασης μεταξύ όσων διαμορφώνουν τις πολιτικές, της διοίκησης και των επιστημόνων.
Θα πρέπει, τέλος, να επισημανθεί ότι η κατεύθυνση του συντονισμού των ευρωπαϊκών πολιτικών και της συνεργασίας των φορέων για τη βιώσιμη χωρική ανάπτυξη μπορεί να αποδοθεί σχηματικά με την έννοια της χωρικής ολοκλήρωσης των πολιτικών[47]. Η έννοια αυτή είναι αναπόφευκτα συνδεδεμένη με το πλαίσιο του χωρικού σχεδιασμού και τις όποιες θεωρητικές και πολιτικές του διαστάσεις, με έμφαση στη σύγχρονη εκδοχή του χωρικού σχεδιασμού, τη λεγόμενη νέα χωροταξία,[48], η οποία αναλαμβάνει το ρόλο του συντονισμού, της διαπραγμάτευσης και της διευκόλυνσης υλοποίησης πρωτοβουλιών διαφορετικών δρώντων.
Στο βαθμό, μάλιστα, που η νέα αυτή μορφή χωρικού σχεδιασμού λειτουργεί ως πλαίσιο σύνθεσης πολιτικών με χωρική διάσταση, προσδιορίζοντας όχι τις ίδιες τις χωρικές ρυθμίσεις, αλλά τον τρόπο και τις αρχές με βάση τις οποίες αυτές θα πραγματοποιηθούν, προσφέρει και το πλαίσιο για το συντονισμό των πολιτικών και τη συνεργασία των φορέων σε υπερεθνικό, εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, με διττό στόχο: Αφενός την προστασία και τη διατήρηση του χώρου ως φυσικού υποδοχέα των εναρμονισμένων ανθρώπινων δραστηριοτήτων και αφετέρου την υλοποίηση της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης.
[1] Κ. Γεραρδή, Εισαγωγή στη χωροταξία και την αναπτυξιακή πολιτική. Έκδοση ΕΜΠ, Αθήνα, 1979, σ. 27-28.
[2] Χ. Κοκκώσης, Η περιβαλλοντική προστασία στις πολιτικές αστικής και περιφερειακής ανάπτυξης, στο συλλογικό τόμο: Π. Γετίμης-Γ. Καυκαλάς-Ν. Μαραβέγιας, Αστική και Περιφερειακή Ανάπτυξη, Θεμέλιο, 1994, σ. 397 επ.
[3] Για την έννοια της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης βλ. Α. Παπαπετρόπουλου, Εισαγωγή στο θεσμικό πλαίσιο για τη βιώσιμη χωρική ανάπτυξη, www.nomosphysis.org.gr. Ιούνιος 2004.
[4] Βλ. σχετικά Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Σχέδιο Ανάπτυξης Κοινοτικού Χώρου (ΣΑΚΧ), Πότσδαμ, 10-11 Μαΐου 1999, Υπηρεσία Επίσημων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Λουξεμβούργο, 2001. Επίσης βλ. Ε. Ανδρικόπουλου, Η πολιτική συνοχής και οι προοπτικές της στο νέο ευρωπαϊκό χώρο, στο συλλογικό τόμο: Ε. Ανδρικόπουλου – Γ. Καυκαλά, Ο Νέος Ευρωπαϊκός Χώρος, Θεμέλιο, 2000, σ. 339-378, P. Getimis–G. Kafkalas, Urban and regional development in the new Europe, Topos Special Series, 1993, L. Hooghe (Dir.), Cohesion Policy and European Integration. Building Multi-Level Governance, Oxford University Press, Oxford, 1996, G. Giannakourou, Towards a European Spatial Development Policy: Τheoretical Dilemmas and Institutional Implications, European Planning Studies, Τόμος 4, Τεύχος 5, σ. 595-613.
[5] World Commission on Environment and Development. Our Common Future, Oxford University Press, Oxford, 1987. Υποστηρίζεται όμως ότι η ιδέα της βιώσιμης ανάπτυξης περιλαμβάνεται ήδη, έστω και αν δεν διατυπώνεται ρητά στη Διακήρυξη της Στοκχόλμης του 1972, και συγκεκριμένα στις Αρχές 5 και 8. Βλ. σχετικά A. Kiss–J. P. Beurier, Droit International de l’ Environnement, Pedone, 2004, A. Kiss, Dix ans après Stockholm. Une Décennie de Droit International de l’ Environnement, A.F.D.I., 1982, 783-793.
[6] Déclaration de Rio de Janeiro sur l’environnement et le développement, Rio de Janeiro, 13 juin 1992. Βλ. σχετικά Π. Γρηγορίου-Γ. Σαμιώτη-Γ. Τσάλτα, Η Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη. Νομική και Θεσμική Διάσταση, Παπαζήσης, 1993.
[7] Για τη Συνδιάσκεψη του Γιοχάνεσμπουργκ βλ. Γ. Τσάλτα (Επιμ.), Γιοχάνεσμπουργκ 2002. Το περιβάλλον μετά τη Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την Αειφόρο Ανάπτυξη, Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 2003.
[8] Βλ. σχετικά P. Matagne (Dir.), Les enjeux du Développement Durable, L’HARMATTAN, 2005, G. Benhayoun-N. Gaussie-B. Planque, L’Ancrage territorial du développement durable, L’ Harmattan, 1999.
[9] Respect des cultures. Βλ. σχετικά J.P. Dupuy, Pour un Catastrophisme éclairé-Quand l’impossible est certain, Paris, Seuil, 1994, J. Testart, (Dir.), Réflexions pour un Monde Vivable, Propositions de la Commission francaise du développement durable (2000-2003), 1001 nuits, Paris, 2003.
[10] Γ. Καυκαλάς, Το επιστημονικό πεδίο της χωρικής ανάπτυξης: Εξέλιξη και βασικές συνιστώσες, στο συλλογικό τόμο: Ζητήματα χωρικής ανάπτυξης, Γ. Καυκαλάς (επιμ.), όπ.π., σ. 34.
[11] Βλ. σχετικά Κ. Βαΐτσου-Α. Μπαρτζώκα (Επιμ.), Αναπτυξιακή οικονομική: Κείμενα οικονομικής σκέψης και κοινωνικού προβληματισμού, Κριτική, 2004 .
[12] Βλ. για παράδειγμα τον ορθολογισμό των αποφάσεων χωροθέτησης, την οργάνωση των αγορών, την αποτελεσματικότητα των επενδύσεων και την ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη.
[13] Βλ. για παράδειγμα D. Harvey, Spaces of capital: Towards a Critical Theory Geography, Rutledge, London, 2001, P. Krugman, Development Geography and Economic Theory, MIT Press, Cambridge Massachusetts, 1998, Λ. Λαμπριανίδης, Οικονομική γεωγραφία: Στοιχεία θεωρίας και εμπειρικά παραδείγματα, εκδόσεις Πατάκη, 2002.
[14] Γ. Καυκαλάς, Το επιστημονικό πεδίο της χωρικής ανάπτυξης: Εξέλιξη και βασικές συνιστώσες, όπ.π. (σημ. 10), σ. 35.
[15] Βλ. σχετικά Π. Γετίμη-Γ. Καυκαλά, Η επιστημονική σκέψη για το χώρο στην Ελλάδα 1974-2000. Απόπειρα αποτίμησης και σκέψεις για το μέλλον, Περιοδικό Τόπος, 2001.
[16] Γ. Γιαννακούρου, Η χωροταξική πολιτική στη διευρυμένη Ευρώπη, στο συλλογικό τόμο: Ο Νέος Ευρωπαϊκός Χώρος, Ε. Ανδρικόπουλου- Γ. Καυκαλά (επιμ.), όπ.π. (σημ. 4), σ. 401.
[17] Βλ. σχετικά D. Simon, Le systeme juridique communautaire, PUF, Paris, 1997.
[18] Βλ. σχετικά J. Majone, La Communaute Europeenne: Un Etat Regulateur, Montchretien, Paris, 1996.
[19] Βλ. ιδίως F. Sharpf , Economic Integration, Democracy and the Welfare State, Journal of European Public Policy, Τομ. 4, τεύχος 1, Μάρτιος 1997, σ. 31-59.
[20] ΄Αρθρα 130Α έως 130 Ε. Βλ. σχετικά Ε. Ανδρικόπουλου, Η πολιτική συνοχής και οι προοπτικές της στο νέο ευρωπαϊκό χώρο, στο συλλογικό τόμο: Ο Νέος Ευρωπαϊκός Χώρος, όπ.π. (σημ. 4), σ. 339-380.
[21] Τα άρθρα 130Α-130Ε της ΕΕΠ είναι ήδη τα άρθρα 158-162 της ΣΕΚ .
[22] Η οικονομική και κοινωνική συνοχή απέκτησε κεντρική θέση και εντάχθηκε στους γενικούς στόχους της Ε.Ε. δυνάμει του άρθρου Β και της Ε.Κ. δυνάμει του άρθρου 2. Βλ. και Ν. Μαραβέγια, Η συνθήκη του Μάαστριχτ και η οικονομική και κοινωνική συνοχή της Ε.Κ., στο συλλογικό τόμο: Η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Συνθετική θεώρηση, Θ. Χριστοδουλίδης-Κ. Στεφάνου (επιμ.), Ι. Σιδέρης, 1993.
[23] Το Ταμείο Συνοχής χρηματοδοτεί τις χώρες συνοχής, δηλαδή την Ελλάδα, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία. Επίσης, ενισχύει μεμονωμένα επενδυτικά σχέδια και όχι προγράμματα, τα οποία μάλιστα αφορούν μόνο δύο τομείς: των υποδομών μεταφορών και του περιβάλλοντος. Βλ. σχετικά Ν. Μαραβέγια, Η περιφερειακή πολιτική, στο συλλογικό τόμο Η ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θεσμικές, πολιτικές και οικονομικές πτυχές, Ν. Μαραβέγιας-Μ. Τσινισιζέλης (Επιμ.), Θεμέλιο, 1995, σ. 419-454.
[24] Οι ευρωπαϊκές πολιτικές με χωρικές επιπτώσεις θεωρείται ότι είναι οι εξής: Πολιτική ανταγωνισμού, ΚΑΠ, Πολιτική για την έρευνα και την τεχνολογία, Πολιτική περιβάλλοντος, Διευρωπαϊκά Δίκτυα, Διαρθρωτική-Περιφερειακή Πολιτική. Οι τρεις τελευταίες θεωρούνται σημαντικότερες από πλευράς χωρικών επιπτώσεων με βάση τις Συνθήκες της Ένωσης .
[25] Βλ. σχετικά Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Μεταρρύθμιση των Διαρθρωτικών Ταμείων-Αιτιολογική Έκθεση και Προτάσεις Κανονισμών (υποβληθείσες από την Επιτροπή), COM (1998) 131 τελικό, Βρυξέλλες, 1998, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Πρώτη Έκθεση για την Οικονομική και Κοινωνική Συνοχή, Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων Ε.Κ., Λουξεμβούργο, 1997.
[26] Οι καινοτόμες ενέργειες είναι μελέτες, πρότυπα πειραματικά σχέδια και δίκτυα που αποτελούν τη μοναδική εξαίρεση στο όλο σύστημα διαχείρισης των διαρθρωτικών ταμείων, καθώς αυτές τις εισάγει με δική της πρωτοβουλία η Επιτροπή και τις διαχειρίζεται η ίδια, χωρίς την παρεμβολή των κρατών- μελών. Βλ. σχετικά Ε. Ανδρικόπουλου, Η πολιτική συνοχής και οι προοπτικές της στο νέο ευρωπαϊκό χώρο, στο συλλογικό τόμο: Ο νέος ευρωπαϊκός χώρος, όπ.π., σ. 351-358.
[27] Βλ. σχετικά Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρώπη 2000. Προοπτικές ανάπτυξης του Κοινοτικού Εδάφους, Λουξεμβούργο, 1992.
[28] Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι ευρωπαικές πολιτικές διακρίνονται στις κοινές πολιτικές, οι οποίες αντικαθιστούν ουσιώδη στοιχεία των εθνικών πολιτικών και στις κοινοτικές πολιτικές, οι οποίες συμπληρώνουν τις εθνικές σε σχεδόν όλους τους υπόλοιπους τομείς. Ορισμένες θεωρούνται οριζόντιες και έχουν τις σημαντικότερες χωρικές επιπτώσεις, διότι τα αποτελέσματά τους εκτείνονται σε όλη την κοινοτική οικονομία, και οι υπόλοιπες είναι τομεακές, διότι αφορούν ορισμένους μόνο τομείς. Βλ. σχετικά Γ. Καυκαλά-Ε. Ανδρικόπουλου, Χωρικές Επιπτώσεις των Ευρωπαϊκών Πολιτικών, ΥΠΕΧΩΔΕ-ΑΠΘ-Τομέας Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Θεσσαλονίκη, 2000, σ. 5-9.
[29] Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρώπη 2000 +. Συνεργασία για τη χωροταξία στην Ευρώπη, Λουξεμβούργο, 1995.
[30] Ε. Θωμαΐδου, Χωρική ολοκλήρωση των πολιτικών και χωρική ανάπτυξη: Ευρωπαϊκές προοπτικές και ελληνική εμπειρία, στο συλλογικό τόμο: Ζητήματα χωρικής ανάπτυξης, Γ. Καυκαλάς (επιμ.), σ. 219 επ.
[31] European Commission, The EU compendium on spatial planning systems and policies, Luxembourg, Office for Official Publications of the European Communities, 1997.
[32] Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΣΑΚΧ-Σχέδιο Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου. Προς τη χωρικά ισόρροπη και αειφόρο ανάπτυξη, Λουξεμβούργο, 2001.
[33] Τούτο ισχύει βέβαια πολύ περισσότερο σήμερα μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ευρωπαϊκού Συντάγματος στα πρόσφατα δημοψηφίσματα της Γαλλίας και της Ολλανδίας.
[34] Ο αγγλικός τίτλος για το ΣΑΚΧ είναι European Spatial Development Perspective, ενώ ο γαλλικός Schema de développement de l’ Espace Communautaire. Για το ΣΑΚΧ βλ. A. Faludi, The Applications of the European Spatial Development Perspective: Evidence from the North – West Metropolitan Area, European Planning Studies, τόμος 9, 2001, σ. 663-675, D.C. Le– Bihan, Les instruments juridiques de l’ aménagement du territoire de l’ Union Européenne, Presse Universitaires de Rennes, 2004, σ. 235 επ.
[35] Γ. Γιαννακούρου, Η χωροταξική πολιτική στη διευρυμένη Ευρώπη, στο συλλογικό τόμο: Ο νέος ευρωπαϊκός χώρος, Ε. Ανδρικόπουλου- Γ. Καυκαλά ( επιμ.), όπ.π. (σημ. 4), σ. 411 επ.
[36] European Commission, ESDP-European Spatial Development Perspective: Towards Balanced and Sustainable Development of the Territory of the European Union, Luxembourg, 1999, σ. 13.
[37] Για τη σχέση μεταξύ διαρθρωτικής πολιτικής και χωρικής ανάπτυξης βλ. J. Auvret-Finck, Cohesion économique et sociale et aménagement du territoire européen. Une dynamique croisée, στον συλλογικό τόμο: G. Guillermin-H. Oberdorf (Dir.), La cohesion économique et sociale. Une finalité de l’ Union européenne, Actes du colloque de la CEDECE, Grenoble, 19-212 octobre 1998, La documentation francaise, Paris, 2000, σ. 129 επ.
[38] Ε. Θωμαΐδου, Χωρική ολοκλήρωση των πολιτικών και χωρική ανάπτυξη: Ευρωπαϊκές προοπτικές και ελληνική εμπειρία, όπ.π. (σημ. 30), σ. 224 επ.
[39] Για τις χωρικές διαστάσεις των κοινοτικών πολιτικών βλ. M. Dunford-G. Kafkalas, The Global-Local Interplay. Corporate Geographies and Spatial Development Strategies in Europe, Belhaven Press, London, 1992, Η ολοκλήρωση της ΕΕ. Θεσμικές, πολιτικές και οικονομικές πτυχές, Ν. Μαραβέγια- Μ. Τσινισιζέλης ( επιμ.), Θεμέλιο, 1995.
[40] Τα ΜΟΠ ήταν τα πρώτα προγράμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο που ακολούθησαν μία ολοκληρωμένη αναπτυξιακή προσέγγιση και συγχρηματοδοτήθηκαν από τα τρία Διαρθρωτικά Ταμεία, δηλαδή το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) και το Τμήμα Προσανατολισμού του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων ( ΕΓΤΠΕ-Π).
[41] Πρόκειται για το λεγόμενο πρώτο πακέτο Delors. Βλ. σχετικά Ε. Ανδρικόπουλου, Η πολιτική συνοχής και οι προοπτικές της, όπ.π. (σημ. 3), σ. 343 επ., Ηλ. Πλασκοβίτη, Η μεταρρύθμιση των διαρθρωτικών ταμείων της Ε.Ε., στο συλλογικό τόμο: Αστική και περιφερειακή ανάπτυξη. Θεωρία, ανάλυση και πολιτική, Π. Γετίμης-Γ. Καυκαλάς- Ν. Μαραβέγιας (επιμ.), Θεμέλιο, 1994, σ. 439-465.
[42] Βλ. σχετικά Π. Κ. Ιωακειμίδη, Ευρωπαϊκή Πολιτική Ένωση. Θεωρία, διαπραγμάτευση, θεσμοί και πολιτικές. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ και η Ελλάδα, Θεμέλιο, 1993 .
[43] European Commission (EC), First Cohesion Report, 1996, Second Report on Economic and Spatial Cohesion, 2001, A New Partnership for Cohesion Convergence Competitiveness Cooperation. Third Report on Economic and Social Cohesion, 2004, www.Europa.eu.int/comm./regional-policy/sources/doc-offic/official/reports.
[44] Ιδιαίτερη ανάλυση για την εδαφική συνοχή και τη χωρική ανάπτυξη βλ. Ε. Ανδρικοπούλου, Εδαφική συνοχή και χωρική ανάπτυξη στην Ε.Ε., στο συλλογικό τόμο: Ζητήματα χωρικής ανάπτυξης, Κριτική, 2004, Γ. Καυκαλάς (επιμ.), σ. 173-212, Σ. Κύβελου, Η έννοια της εδαφικής /χωρικής συνοχής στην Ευρώπη και η διαχείριση του χώρου, στο έργο: Χώρος και περιβάλλον, παγκοσμιοποίηση- διακυβέρνηση-βιωσιμότητα, Π. Γετίμης-Γ. Καυκαλάς (επιμ.), Αθήνα, Τόπος και ΙΑΠΑΔ, 2003.
[45] SPEP, Δεκέμβριος 1998 – Φεβρουάριος 2000, πιλοτική δράση του άρθρου 10 του ΕΤΠΑ.
[46] Το ESPON 2006 υλοποιείται ήδη από το 2002 στο πλαίσιο της κοινοτικής πρωτοβουλίας INTERREG ΙΙΙ.
[47] Ε. Θωίδου, Χωρική ολοκλήρωση των πολιτικών και χωρική ανάπτυξη: Ευρωπαικές προοπτικές και ελληνική εμπειρία , όπ.π. (σημ. 30), σ. 235 επ.
[48] Για την έννοια της νέας χωροταξίας βλ. Λ. Βασενχόβεν, Η δημοκρατικότητα του σχεδιασμού του χώρου και η αμφισβήτηση του ορθολογικού μοντέλου, Περιοδικό Αειχώρος, Τεύχος 1, 2002, σ. 30-49. Επίσης , ο ρόλος της νέας χωροταξίας σχετίζεται και με τις νέες μορφές διακυβέρνησης των πόλεων και των περιφερειών που βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα στις δημόσιες πολιτικές, που πριν ασκούνταν αποκλειστικά από την Τοπική Αυτοδιοίκηση ή από αποκεντρωμένους κρατικούς θεσμούς. Βλ. σχετικά Π. Γετίμη, Εναλλακτικές μορφές αστικής διακυβέρνησης στην Ευρώπη, στο έργο: Ο νέος ευρωπαϊκός χώρος, Ε. Ανδρικοπούλου-Γ. Καυκαλάς (επιμ.), όπ.π., σ. 468-486.






