ΣτΕ 1157/2026 [Μη νόμιμη απόφαση κύρωσης δασικού χάρτη ως προς έκταση με οικοδομή ανεγερθείσα δυνάμει οικ. άδειας έτους 1977]
Περίληψη
– Κατά τα κριθέντα, η νομοθετική πρόβλεψη σταδίου αντιρρήσεων κατά του αναρτηθέντος δασικού χάρτη, ο οποίος δύναται να καλύπτει ευρεία περιοχή, αποσκοπεί στην παροχή προς κάθε ενδιαφερόμενο της ευχέρειας να προβάλει ενώπιον ειδικώς κατεστημένου οργάνου, ειδικούς ισχυρισμούς για την αμφισβήτηση του δασικού χαρακτήρα συγκεκριμένου τμήματος της χαρτογραφηθείσης περιοχής, συνοδευόμενους από τα αναγκαία για την υποστήριξή τους στοιχεία, προκειμένου οι ισχυρισμοί αυτοί να αξιολογηθούν από το εν λόγοι όργανο, που διαθέτει τις αναγκαίες για τον σκοπό αυτό τεχνικές γνώσεις και δεξιότητες, αλλά και μέσα. Εάν οι εν λόγω αντιρρήσεις, με τις οποίες είναι, βεβαίως, δυνατή η προβολή και τεχνικής φύσεως ισχυρισμών, ασκηθούν και απορριφθούν, η νομιμότητα της απορρίψεώς τους μπορεί να αμφισβητείται με αίτηση ακύρωσης κατά της κυρώσεως του δασικού χάρτη που θα διενεργηθεί, στην περίπτωση αυτή, κατά το άρθρο 19 του ν. 3889/2010, αφού η άσκηση αντιρρήσεων δεν επιτρέπει να συμπεριληφθούν οι αμφισβητούμενες εκτάσεις στον δασικό χάρτη που κυρώνεται κατά το άρθρο 17. Αντικείμενο ελέγχου τότε μπορεί να είναι η αιτιολογία απόρριψης των εν λόγω ισχυρισμών, η οποία θα προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τον διοικητικό φάκελο που θα έχει σχηματισθεί κατά την εξέταση των αντιρρήσεων. Εάν, αντιθέτως, ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος τεκμαίρεται ότι τελεί σε γνώση της ανάρτησης του δασικού χάρτη και της δυνατότητας άσκησης αντιρρήσεων κατ’ αυτού, επιλέξει να μην τις ασκήσει, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη έκταση που τον αφορά, να συμπεριληφθεί στην απόφαση κύρωσης του δασικού χάρτη κατά το άρθρο 17 του ν. 3889/2010, δικαιούται μεν να ασκήσει αίτηση ακύρωσης κατά της εν λόγω απόφασης, με αυτήν, όμως, δεν είναι επιτρεπτή, από τη φύση του ακυρωτικού δικαστικού ελέγχου, η προβολή λόγων ακύρωσης κατ’ επίκληση στοιχείων τεχνικής φύσεως σχετικών με τη βλάστηση της έκτασης, τα οποία θα μπορούσαν να είχαν υποβληθεί ενώπιον του αρμοδίου για την εξέταση των αντιρρήσεων διοικητικού οργάνου και να αξιολογηθούν από αυτό, τέτοιοι δε λόγοι ακύρωσης είναι, ιδίως, οι προβαλλόμενοι κατ’ επίκληση εκθέσεων φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών κ.λπ. Έχοντας την έννοια αυτή, οι ως άνω διατάξεις δεν καταλείπουν κενό δικαστικής προστασίας, διότι η αιτιολογία της τυχόν απόρριψης των σχετικών Λόγων από την οικεία Επιτροπή, εφόσον βεβαίως είχαν ασκηθεί οι προβλεπόμενες αντιρρήσεις, θα μπορούσε να αποτελέσει περιεχόμενο παραδεκτού λόγου ακύρωσης, εξεταστέου κατ’ ουσίαν
Όπως έχει επίσης κριθεί και προκύπτει και από το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, εκτάσεις, οι οποίες νομίμως έχουν απολέσει τον δασικό τους χαρακτήρα πριν από την 11η Ιουνίου 1975, με βάση διοικητικές πράξεις που καλύπτονται από το τεκμήριο νομιμότητας, δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθούν, κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979, με πράξη του Δασάρχη ως δάση ή δασικές εκτάσεις. Για τον λόγο αυτό, δεν είναι επιτρεπτό οι εν Λόγω εκτάσεις να χαρακτηρίζονται ως δάση ή ως δασικές εκτάσεις ούτε κατά τη διαδικασία κατάρτισης και κύρωσης δασικού χάρτη. Επομένως, ο ενδιαφερόμενος δύναται να προβάλει με τη διαδικασία των αντιρρήσεων κατά αναρτηθέντος δασικού χάρτη, προσκομίζοντας τα σχετικά στοιχεία, ότι η συγκεκριμένη έκταση που τον αφορά έχει απολέσει τον δασικό της χαρακτήρα πριν από τις 11.6.1975 Λόγω επεμβάσεων που έλαβαν χώρα με βάση σχετική διοικητική πράξη, η οποία καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας. Εάν ο ενδιαφερόμενος επιλέξει να μην ασκήσει αντιρρήσεις, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη έκταση που τον αφορά να συμπεριληφθεί στην απόφαση (μερικής) κύρωσης του δασικού χάρτη, κατά το άρθρο 17 του ν. 3889/2010, δικαιούται να ασκήσει αίτηση ακύρωσης κατά της απόφασης αυτής, με επίκληση στοιχείων σχετικών με την τυχόν έκδοση συγκεκριμένων διοικητικών πράξεων, συνεπεία των οποίων η επίμαχη έκταση απώλεσε τον δασικό της χαρακτήρα πριν τις 11.6.1975. Περαιτέρω, επιτρέπεται ο ενδιαφερόμενος να προβάλει, κατά τα ανωτέρω, αντιρρήσεις, ή, σε περίπτωση μη ασκήσεώς τους, Λόγους ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας, κατά πράξης μερικής κύρωσης δασικού χάρτη, επικαλούμενος οικοδομικές άδειες που έχουν εκδοθεί και μετά τις 11.6.1975, πριν, όμως, από την έναρξη ισχύος του ν. 4030/2011 από τις αρμόδιες πολεοδομικές αρχές, υπό τις προϋποθέσεις που θέτει η διάταξη του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979. Ωστόσο οι άδειες αυτές, εφόσον έχουν εκδοθεί μετά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975, το άρθρο 24 παρ. 1 εδ. ε’ του οποίου απαγορεύει τη «μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός αν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον», δεν αρκούν από μόνες τους για να καταστήσουν αυτοθρόως νόμιμες τις επεμβάσεις που έχουν λάβει χώρα σε δασική έκταση, αλλά απαιτείται, όπως προκύπτει και από τη διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, η συνεκτίμηση και άλλων στοιχείων και δεδομένων, τα οποία οφείλει να επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιον του Δικαστηρίου ο αϊτών, όπως, ενδεικτικώς, η χορήγηση των οικοδομικών αδειών μετά από έκδοση βεβαίωσης της δασικής υπηρεσίας περί του μη δασικού χαρακτήρα της έκτασης, η τήρηση των όρων αρτιότητας σύμφωνα με το ισχύον καθεστώς κατά τον χρόνο έκδοσης της σχετικής άδειας κ.ά. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ο ακυρωτικός δικαστής κρίνει ότι με τα στοιχεία αυτά δεν τίθενται ζητήματα τεχνικής φύσεως σχετικά με τη βλάστηση της έκτασης, τα οποία θα μπορούσαν να είχαν υποβληθεί ενώπιον του αρμοδίου για την εξέταση των αντιρρήσεων διοικητικού οργάνου και να αξιολογηθούν από αυτό, αλλά ότι από τα στοιχεία αυτά κλονίζεται η αιτιολογία της απόφασης περί μερικής κυρώσεως του δασικού χάρτη, την ακυρώνει, κατά το μέρος που αφορά το επίδικο ακίνητο, και αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου να εξετάσει εκ νέου, υπό το πρίσμα των νέων αυτών στοιχείων, τον δασικό ή μη χαρακτήρα του συγκεκριμένου τμήματος της χαρτογραφηθείσης περιοχής, αναμορφώνοντας κατάλληλα τον δασικό χάρτη, κατά τη διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 17 – 19 του ν. 3889/2010, ανάλογα με το στάδιο στο οποίο ευρίσκεται η διαδικασία κύρωσης των δασικών χαρτών.
Η επίδικη οικοδομική άδεια, ως εκδοθείσα μετά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975, σε συνδυασμό με τα βεβαιούμενα στο σχετικό έγγραφο της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Παλλήνης, από το οποίο προκύπτουν, μεταξύ άλλων, ότι η άδεια αυτή δεν έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί αλλά και η τήρηση των όρων αρτιότητας για την έκδοσή της, και, περαιτέρω, τα σχετικά έγγραφα του Δασαρχείου Πεντέλης, με τα οποία διαπιστώνεται, καταρχήν, ότι η επίδικη έκταση δεν φέρει δασικό χαρακτήρα, συνιστούν στοιχεία ληπτέα υπόψη από το Δικαστήριο στο πλαίσιο του ακυρωτικού ελέγχου, κατά την παράγραφο 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979. Εξάλλου, η μη προσκόμιση των εν λόγω στοιχείων στη Διοίκηση είναι καταρχήν δικαιολογημένη, ενόψει της εύλογης πεποίθησης της αιτούσας ότι, Λόγω της ύπαρξης, ιδίως, της οικοδομικής άδειας, η επίμαχη έκταση δεν δύναται να συμπεριληφθεί στον δασικό χάρτη, με αποτέλεσμα η ίδια να μην επιδεικνύει ενδιαφέρον για την κύρωσή του. Με τα δεδομένα αυτά, από το περιεχόμενο των προσκομισθέντων στοιχείων, παραδεκτώς συνεκτιμωμένων από το Δικαστήριο, κλονίζεται η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης, κατά το μέρος που αφορά τον χαρακτηρισμό της επίμαχης έκτασης ως εκχερσωμένης δασικής (ΔΑ). Συνεπώς, για τον λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την περιληφθείσα στον κυρωθέντα δασικό χάρτη έκταση της αιτούσας και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου η τελευταία, επανεξετάζοντας την υπόθεση, βάσει των διαθέσιμων και τυχόν άλλων στοιχείων που θα προσκομισθούν ενώπιον της από τους αιτούντες (αεροφωτογραφίες, τοπογραφικά διαγράμματα κ.λπ.), να λάβει υπόψη την προμνησθείσα οικοδομική άδεια, και να αποφανθεί εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 για την εξαίρεση της έκτασης από τη δασική νομοθεσία, και δη μόνον κατά την απολύτως αναγκαία επιφάνειά της για την εφαρμογή της οικοδομικής άδειας.
Πρόεδρος: Χρ. Ντουχάνης
Εισηγητής: Αν. Σκούφαλος






