Πρόσφατες αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με το περιβάλλον
Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026
Πρόσφατες αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με το περιβάλλον – 18 Μαρτίου – 6 Σεπτεμβρίου 2026
Δασική βιομάζα – Πράσινη Ταξινομία – Σύμβαση του Aarhus
Υπόθεση T-575/22[1] Απόφαση της 18ης Μαρτίου 2026
«Περιβάλλον – Σύμβαση του Aarhus – Απόρριψη αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης – Άρθρο10, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1367/2006 [2]– Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2021/2139[3] – Διαχείριση δασών – Δραστηριότητες οι οποίες σχετίζονται με την παραγωγή καυσίμων και βιονενέργειας από δασική βιομάζα – Ταξινομία – Απαιτήσεις σχετικά με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου – Άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852[4] – Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή –Σημαντική βλάβη στους περιβαλλοντικούς στόχους»[5]
Ιστορικό
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2020/852[6] εισάγει το γενικό πλαίσιο βάσει του οποίου αξιολογείται αν μια οικονομική δραστηριότητα είναι περιβαλλοντικά βιώσιμη, με σκοπό να καθοριστεί ο αντίστοιχος βαθμός βιωσιμότητας μιας επένδυσης.
Η κατ’ εξουσιοδότηση του ανωτέρω κανονισμού πράξη, καθορίζει τεχνικά κριτήρια της ευρωπαϊκής ταξινομίας [7] για δραστηριότητες, μεταξύ άλλων, διαχείρισης δασών, παραγωγής καυσίμων και βιοενέργειας από δασική βιομάζα.
Στο πλαίσιο του κανονισμού για την εφαρμογή της Σύμβασης του Aarhus[8] στα θεσμικά όργανα της Κοινότητας, περιβαλλοντικές οργανώσεις αιτήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την εσωτερική επανεξέταση της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης. Το αίτημά τους στηρίχθηκε στις εγγυήσεις της Σύμβασης για την ενημέρωση, τη συμμετοχή των πολιτών και τη δικαστική προστασία σε περιβαλλοντικά ζητήματα.
Η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα και οι οργανώσεις προσέφυγαν στο Γενικό Δικαστήριο.
Αντικείμενο της διαφοράς
Η διαφορά επικεντρωνόταν στο αν τα τεχνικά κριτήρια που θέσπισε ο κανονισμός της Ευρωπαϊκής Επιτροπής[9], προς συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, τα κριτήρια αυτά καθορίζουν πότε μια οικονομική δραστηριότητα συμβάλλει ουσιαστικά στον μετριασμό ή στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι δεν βλάπτει σημαντικά κανέναν άλλον περιβαλλοντικό στόχο.
Το κύριο νομικό επιχείρημα των προσφευγουσών στράφηκε κατά των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, ιδίως όσον αφορά τις δραστηριότητες της δασικής διαχείρισης και της βιοενέργειας. Οι οργανώσεις έκαναν λόγο για παρανομία ως προς την ένταξη της δασοκομίας και της καύσης δασικής βιομάζας στις «πράσινες» επενδύσεις της Ταξινομίας, θεωρώντας ότι η επιλογή αυτή αντιβαίνει τόσο στον ίδιο τον Κανονισμό Ταξινομίας όσο και στο πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης. Προς επίρρωση των ανωτέρω, προέβαλαν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε νομικά και ουσιαστικά σφάλματα εκτίμησης, αγνοώντας την αρχή της προφύλαξης και τα τρέχοντα επιστημονικά πορίσματα που αποδεικνύουν ότι η υλοτομία και η καύση ξύλου επιτείνουν βραχυπρόθεσμα τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, βλάπτοντας παράλληλα τη βιοποικιλότητα.
Απόφαση
Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή, κρίνοντας ότι οι ισχυρισμοί των προσφευγουσών δεν στοιχειοθετούσαν την προβαλλόμενη παρανομία των επίδικων τεχνικών κριτηρίων. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η Επιτροπή απολαύει ευρείας διακριτικής ευχέρειας κατά τον καθορισμό τεχνικών κριτηρίων σε πεδία που χαρακτηρίζονται από επιστημονική και πολιτική πολυπλοκότητα, και αποφάνθηκε ότι το όργανο δεν υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτίμησης. Συμπληρωματικά, έγινε δεκτό ότι η Επιτροπή δεν υπέχει υποχρέωση θέσπισης αυστηρότερων κριτηρίων από τα προβλεπόμενα στην ισχύουσα τομεακή νομοθεσία της ΕΕ, στον βαθμό που τηρούνται οι εγγυήσεις αειφορίας για την προστασία των δασών.
Κατά της απόφασης έχει ασκηθεί αναίρεση, η οποία έχει καταχωριστεί ως C‑573/26 P.
Σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δωρεάν δικαιώματα εκπομπών – Εθνικός φόρος CO₂
Υπόθεση C‑519/24[10] Απόφαση της 16ης Απριλίου 2026
«Προδικαστική παραπομπή – Περιβάλλον – Ατμοσφαιρική ρύπανση – Σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου – Οδηγία 2003/87/ΕΚ – Μεταβατικοί κανόνες για την εναρμονισμένη δωρεάν κατανομή – Άρθρο 10α – Εθνική νομοθεσία που επιβάλλει φόρο επί των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO₂) σε φορείς εκμετάλλευσης που λαμβάνουν σημαντική ποσότητα δωρεάν κατανεμημένων δικαιωμάτων»
Ιστορικό
Η υπόθεση προέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Ουγγρικής εταιρείας Nitrogénművek Vegyipari Zrt. η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της παραγωγής λιπασμάτων και που υπάγεται στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και της Ουγγρικής εθνικής φορολογικής και τελωνειακής αρχής.
Το σύστημα, το οποίο θεσπίστηκε με την οδηγία σχετικά µε τη θέσπιση συστήµατος εµπορίας δικαιωµάτων εκποµπής αερίων θερµοκηπίου εντός της Κοινότητας[11], αποτελεί βασικό μηχανισμό της ενωσιακής πολιτικής για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην υποχρέωση των εγκαταστάσεων να παραδίδουν δικαιώματα αντίστοιχα προς τις εκπομπές τους.
Για ορισμένους τομείς που εκτίθενται σε κίνδυνο διαρροής άνθρακα, το ενωσιακό σύστημα προβλέπει μεταβατικά τη δωρεάν κατανομή μέρους των δικαιωμάτων εκπομπής. Η δωρεάν κατανομή δεν συνιστά αυτοτελή οικονομική ενίσχυση, αλλά εντάσσεται στη συνολική αρχιτεκτονική της οδηγίας, με σκοπό να περιορίζεται ο κίνδυνος μεταφοράς παραγωγής και εκπομπών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να αναιρείται το κίνητρο για μείωση των εκπομπών.
Η ουγγρική νομοθεσία επέβαλε ειδική οικονομική επιβάρυνση επί των εκπομπών CO₂ σε φορείς εκμετάλλευσης που λάμβαναν σημαντική ποσότητα δικαιωμάτων δωρεάν. Η Nitrogénművek αμφισβήτησε τη συμβατότητα της επιβάρυνσης αυτής με το ενωσιακό δίκαιο, υποστηρίζοντας ότι η εθνική ρύθμιση αναιρούσε στην πράξη το πλεονέκτημα το οποίο προκύπτει από τον μηχανισμό της δωρεάν κατανομής. Το Ουγγρικό πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπέβαλε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα βάσει του άρθρου 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης[12].
Αντικείμενο της διαφοράς
Το βασικό ζήτημα ήταν αν το άρθρο 10α της προαναφερόμενής οδηγίας επιτρέπει σε κράτος μέλος να επιβάλλει, παράλληλα με το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εθνικό φόρο CO₂ ο οποίος συνδέεται ειδικά με το γεγονός ότι μια εγκατάσταση λαμβάνει σημαντικό αριθμό δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπής.
Το αντικείμενο της διαφοράς δεν εντοπιζόταν γενικά στη φορολογική κυριαρχία των κρατών μελών, αλλά στα όρια αυτής όταν η άσκησή της επηρεάζει έναν εναρμονισμένο ενωσιακό μηχανισμό. Ειδικότερα, το κρίσιμο ζήτημα ήταν να αξιολογηθεί εάν η εθνική επιβάρυνση αλλοιώνει το οικονομικό αποτέλεσμα της δωρεάν κατανομής σε βαθμό που να υπονομεύει την αποτελεσματικότητα και τους επιδιωκόμενους σκοπούς της οδηγίας.
Το εν λόγω ζήτημα ήταν κομβικής σημασίας για τη σχέση αλληλεπίδρασης ανάμεσα στο ενωσιακό σύστημα εμπορίας ρύπων και τις εθνικές πρωτοβουλίες. Αν και αναγνωρίζεται η ελευθερία των κρατών μελών να εισάγουν πρόσθετα περιβαλλοντικά ή φορολογικά μέτρα, η εξουσία αυτή περιορίζεται από την υποχρέωση να μην υπονομεύουν ή αλλοιώνουν εκείνα τα στοιχεία του συστήματος που έχουν τύχει εξαντλητικής και ομοιόμορφης ρύθμισης σε επίπεδο Ένωσης.
Απόφαση
Σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου, η οδηγία περί συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων, και ιδίως το καθεστώς της δωρεάν κατανομής, αποκλείει μια εθνική διάταξη όταν το οικονομικό βάρος που αυτή συνεπάγεται καταλήγει να ακυρώνει ή να αποδυναμώνει τα οφέλη και τη λειτουργία που έχει προβλέψει ο ενωσιακός νομοθέτης.
Η θέση αύτη στηρίζεται στη λειτουργική συνοχή του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η δωρεάν δηλαδή κατανομή αποτελεί συνειδητή επιλογή του ενωσιακού νομοθέτη για συγκεκριμένες κατηγορίες εγκαταστάσεων και για μεταβατική περίοδο. Επομένως, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί, μέσω επιβάρυνσης που συνδέεται ακριβώς με τη λήψη δωρεάν δικαιωμάτων, να ανατρέπει το αποτέλεσμα της επιλογής αυτής.
Η απόφαση δεν αποκλείει κατ’ αρχήν κάθε εθνικό φόρο που αφορά εκπομπές ή ενεργειακές δραστηριότητες. Θέτει όμως ουσιαστικό όριο, ότι δηλαδή το εθνικό μέτρο πρέπει να είναι συμβατό με τους στόχους, τη δομή και την πρακτική αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού συστήματος και να μην λειτουργεί ως έμμεση ανάκτηση της αξίας των δωρεάν κατανεμημένων δικαιωμάτων.
Αστικά λύματα – Ελλάδα – Δίκτυα αποχέτευσης και επεξεργασία
Υπόθεση C‑841/24[13] Απόφαση της 4ης Ιουνίου 2026
«Παράβαση κράτους μέλους – Περιβάλλον – Οδηγία 91/271/ΕΟΚ – Επεξεργασία αστικών λυμάτων – Άρθρο 3 – Δίκτυα αποχέτευσης – Μεμονωμένα συστήματα ή άλλα κατάλληλα συστήματα – Άρθρο 4 – Δευτεροβάθμια ή ισοδύναμη επεξεργασία – Άρθρο 5 – Ευαίσθητες περιοχές – Άρθρο 7 – Παράκτια ύδατα – Άρθρο 10 – Σταθμοί επεξεργασίας»
Ιστορικό
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άσκησε προσφυγή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, δυνάμει του άρθρου 258 της Συνθήκης, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι εξακολουθούσαν να υφίστανται συστηματικές ελλείψεις ως προς την εφαρμογή της οδηγίας για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων σε σημαντικό αριθμό οικισμών. Η εν λόγω οδηγία, η οποία αποτελεί ένα από τα παλαιότερα νομοθετήματα του ευρωπαϊκού περιβαλλοντικού δικαίου, επιβάλλει στα κράτη μέλη σαφείς υποχρεώσεις συλλογής, διοχέτευσης και επεξεργασίας των αστικών λυμάτων, αναλόγως του πληθυσμιακού μεγέθους του οικισμού και των χαρακτηριστικών του αποδέκτη των υδάτων.
Η Επιτροπή είχε προηγουμένως κινήσει την προβλεπόμενη προδικαστική διαδικασία, παρέχοντας στην Ελλάδα τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει τα έργα που είχαν ολοκληρωθεί, τις υποδομές που λειτουργούσαν και τα στοιχεία συμμόρφωσης. Η προσφυγή αφορούσε τις υποχρεώσεις που, κατά την άποψη της Επιτροπής, παρέμεναν ανεκπλήρωτες μετά τη λήξη της προθεσμίας που είχε τεθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας παράβασης της Ενωσιακής νομοθεσίας.
Κομβικό σημείο της απόφασης αποτέλεσε το ότι η εκπλήρωση των υποχρεώσεων της οδηγίας δεν περιορίζεται στην υλική ολοκλήρωση των υποδομών. Απαιτείται η ουσιαστική και εύρυθμη λειτουργία τόσο των δικτύων αποχέτευσης όσο και των σταθμών καθαρισμού. Παράλληλα, όταν εφαρμόζονται αυτόνομα ή εναλλακτικά συστήματα, πρέπει να τεκμηριώνεται ότι επιτυγχάνουν ένα εξίσου υψηλό επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας.
Αντικείμενο της διαφοράς
Η διαφορά αφορούσε την τήρηση των άρθρων 3, 4, 5, 7 και 10 της οδηγίας και των σχετικών απαιτήσεων του παραρτήματος Ι. Το άρθρο 3 αφορά την ύπαρξη δικτύων αποχέτευσης ή, υπό τις προϋποθέσεις της οδηγίας, κατάλληλων μεμονωμένων συστημάτων. Το άρθρο 4 απαιτεί δευτεροβάθμια ή ισοδύναμη επεξεργασία, ενώ το άρθρο 5 προβλέπει αυστηρότερη επεξεργασία για απορρίψεις σε ευαίσθητες περιοχές.
Το Δικαστήριο εξέτασε επίσης τις ειδικές υποχρεώσεις για ορισμένες απορρίψεις σε παράκτια ύδατα κατά το άρθρο 7 και την απαίτηση του άρθρου 10 το οποίο προβλέπει ότι οι σταθμοί επεξεργασίας πρέπει να σχεδιάζονται, να κατασκευάζονται, να λειτουργούν και να συντηρούνται κατά τρόπο που να εξασφαλίζει επαρκή απόδοση υπό τις συνήθεις τοπικές κλιματικές συνθήκες.
Στην ουσία, το αντικείμενο της υπόθεσης ήταν ο βαθμός πραγματικής συμμόρφωσης ανά οικισμό. Για τον λόγο αυτό το διατακτικό της απόφασης διακρίνει τις παραβάσεις ανά διάταξη και ανά περιοχή, αντί να διατυπώνει μία γενική διαπίστωση για το σύνολο της χώρας.
Απόφαση
Το Δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή της Επιτροπής ως προς σειρά οικισμών και διαπίστωσε ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις ανωτέρω διατάξεις της οδηγίας. Το διατακτικό προσδιορίζει αναλυτικά για ποιους οικισμούς παραβιάστηκε κάθε επιμέρους υποχρέωση,
Συγκεκριμένα το Δικαστήριο έκρινε ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας, 153 οικισμοί δεν έχουν συμμορφωθεί με τις διατάξεις της οδηγίας. Αντίστοιχα σύμφωνα με το άρθρο 4, έκρινε ότι σε 143 οικισμούς, δεν έχει υπάρξει δευτεροβάθμια η ισοδύναμη επεξεργασία. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε συμμορφωθεί, κατά μείζονα λόγο, προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5 και 10 όσον αφορά τον οικισμό του Γέρακα και τέλος δεν έχουν τηρηθεί όσα προβλέπονται στα άρθρα 7 και 10 στους οικισμούς Άγιοι Θεόδωροι, Άγιος Νικόλαος (EL24201702), Αρχάγγελος, Αστακός, Άστρος, Βασιλικό, Γαλαξίδι, Διακοπτό, Κάρυστος, Λόγγος, Νέα Αγχίαλος, Σάμος και Σελιανίτικα.
Ενδεικτικά και συνοπτικά, μεταξύ των περιοχών που περιλαμβάνονται στην απόφαση αναφέρονται, μεταξύ πολλών άλλων, η Αίγινα, η Ανάβυσσος, ο Γέρακας, τα Γλυκά Νερά, ο Διόνυσος, τα Καλύβια Θορικού, το Καπανδρίτι, το Κρανίδι, ο Μαραθώνας, η Παιανία, η Παλλήνη, η Σάμος, η Σαρωνίδα, τα Σπάτα, οι Σπέτσες, η Σύμη, η Τήνος και η Ύδρα. Η έκταση του καταλόγου καταδεικνύει ότι η υπόθεση αφορούσε όχι μεμονωμένο τεχνικό ζήτημα αλλά συστηματικές ελλείψεις σε διαφορετικά στάδια συλλογής και επεξεργασίας.
Πρόκειται για απόφαση διαπιστωτική της παράβασης στο πλαίσιο του άρθρου 258 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν πρόκειται για απόφαση επιβολής κατ’ αποκοπή ποσού ή χρηματικής ποινής βάσει του άρθρου 260 της Συνθήκης. Ωστόσο, η διαπίστωση παράβασης δημιουργεί υποχρέωση του κράτους μέλους να λάβει τα αναγκαία μέτρα συμμόρφωσης προς την απόφαση.
Το κράτος μέλος υποχρεούται να λάβει τα αναγκαία μέτρα συμμόρφωσης. Η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ορίζει ότι η συμμόρφωση πρέπει να ξεκινήσει αμέσως και να ολοκληρωθεί στο συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα.
Προστατευόμενα είδη – Σύμβαση για το διεθνές εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση, η οποία υπογράφηκε στην Ουάσινγκτον στις 3 Μαρτίου 1973 (στο εξής: CITES)– Εισαγωγή προϊόντων
Υπόθεση C‑601/24[14] Απόφαση της 11ης Ιουνίου 2026
«Προδικαστική παραπομπή – Προστασία ειδών της άγριας πανίδας και χλωρίδας με έλεγχο του εμπορίου – Ιαπωνικός ιππόκαμπος – Κανονισμός (ΕΚ) 338/97 – Άρθρο 2, στοιχείο τ΄ – Έννοια του “δείγματος” – Άρθρο 4, παράγραφος 2 – Άδεια εισαγωγής – Άρθρο 2, στοιχείο ι΄, και άρθρο 7, παράγραφος 3 – Προσωπικά ή οικιακά αντικείμενα – Άρθρο 16 – Ποινικές κυρώσεις – Εισαγωγή στην Ευρωπαϊκή Ένωση δειγμάτων χωρίς άδεια εισαγωγής – Κανονισμός (ΕΚ) 865/2006 – Άρθρο 57 – Εισαγωγή προσωπικών ή οικιακών αντικειμένων στην Ένωση»
Ιστορικό
Το προδικαστικό ερώτημα ανέκυψε ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου του Jarosław στην Πολωνία, κατά τη διάρκεια ποινικής διαδικασίας που αφορούσε την εισαγωγή εντός της ΕΕ ενός φαρμακευτικού παρασκευάσματος. Το προϊόν αυτό, αν και είχε αποκτηθεί νόμιμα σε χώρα εκτός ΕΕ, περιείχε εκχύλισμα ιαπωνικού ιππόκαμπου· ενός είδους που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Β του Κανονισμού του Συμβουλίου[15], σχετικά με την εφαρμογή της Σύμβασης CITES για την προστασία της άγριας πανίδας και χλωρίδας.
Ο ανωτέρω κανονισμός χρησιμοποιεί ευρεία έννοια του «δείγματος», ώστε να καλύπτονται όχι μόνο ολόκληρα ζώα ή φυτά αλλά και μέρη, παράγωγα ή προϊόντα που περιέχουν συστατικά προερχόμενα από προστατευόμενο είδος. Παράλληλα, το κανονιστικό πλαίσιο προβλέπει ειδικές εξαιρέσεις και απλουστεύσεις για «προσωπικά ή οικιακά αντικείμενα», οι οποίες εξειδικεύονται σε νεότερο σχετικό κανονισμό της Επιτροπής[16].
Το εθνικό δικαστήριο ζήτησε να διευκρινιστεί αν ένα σύνθετο παρασκεύασμα, στο οποίο το προστατευόμενο είδος εμφανίζεται ως συστατικό ή εκχύλισμα, εμπίπτει στην έννοια του «δείγματος», υπό ποιες προϋποθέσεις απαιτείται άδεια εισαγωγής και πώς αλληλεπιδρά η εξαίρεση για προσωπική ή οικιακή χρήση με τις εθνικές ποινικές κυρώσεις.
Αντικείμενο της διαφοράς
Το πρώτο ζήτημα αφορούσε την εμβέλεια της έννοιας του «δείγματος» του άρθρου 2 του κανονισμού του Συμβουλίου. Η αποτελεσματικότητα του συστήματος CITES θα μπορούσε να υπονομευθεί αν προϊόντα που περιέχουν παράγωγα προστατευόμενων ειδών αποκλείονταν μόνο και μόνο επειδή πρόκειται για σύνθετα ή μεταποιημένα προϊόντα.
Το δεύτερο ζήτημα αφορούσε την απαίτηση άδειας εισαγωγής του άρθρου 4 και την παρέκκλιση του άρθρου 7 παράγραφος 3 για προσωπικά και οικιακά αντικείμενα, σε συνδυασμό με το άρθρο 57 του προαναφερόμενου κανονισμού της Επιτροπής . Το κρίσιμο πραγματικό στοιχείο ήταν ότι η εισαγωγή έγινε από ιδιώτη για δικές του θεραπευτικές ανάγκες ή για ανάγκες στενού συγγενή και όχι για εμπορικό σκοπό.
Τέλος, το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει το άρθρο 16 του αρχικού κανονισμού σχετικά με τις κυρώσεις και ειδικότερα αν επιτρέπεται η επιβολή ποινικής κύρωσης σε περίπτωση στην οποία η ίδια η ενωσιακή νομοθεσία απαλλάσσει την επίμαχη εισαγωγή από την απαίτηση άδειας.
Απόφαση
Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι το προστατευτικό καθεστώς των κανονισμών CITES εκτείνεται και σε παρασκευάσματα ή σύνθετα προϊόντα που περιέχουν εκχυλίσματα προστατευόμενων ειδών, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει το ενωσιακό δίκαιο. Παράλληλα, αναγνώρισε αυτοτελή βαρύτητα στην εξαίρεση που αφορά τα αντικείμενα προσωπικής ή οικιακής χρήσης. Συγκεκριμένα, αποφάνθηκε ότι οι σχετικές διατάξεις αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει την επιβολή ποινικών κυρώσεων για εισαγωγή χωρίς άδεια, όταν η πράξη αυτή διενεργείται από ιδιώτη για την κάλυψη προσωπικών θεραπευτικών αναγκών (ή στενού συγγενή του), στερείται εμπορικού σκοπού και εμπίπτει πράγματι στις προβλεπόμενες θεσμικές παρεκκλίσεις περί προσωπικών αντικειμένων. Αντίθετα, ελλείψει των προϋποθέσεων αυτών, το ενωσιακό δίκαιο δεν κωλύει τη θέσπιση ποινικών κυρώσεων, με την προϋπόθεση όμως ότι αυτές σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Κατά αυτόν τον τρόπο, η απόφαση οριοθετεί τόσο το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης CITES όσο και τα επιτρεπτά όρια της εθνικής ποινικής καταστολής
Πράσινη ταξινομία – Αεροπορία –Αεροσκάφη επαγγελματικής αεροπορίας (Business aircraft)
Υπόθεση T‑77/24[17] Απόφαση της 24ης Ιουνίου 2026
«Περιβάλλον – Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2023/2485[18] – Ταξινομία – Μεταβατικές δραστηριότητες – Αποκλεισμός της δραστηριότητας κατασκευής αεροσκαφών επαγγελματικής αεροπορίας – Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως»
Ιστορικό
Η υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ταξινομίας[19] για τις περιβαλλοντικά βιώσιμες οικονομικές δραστηριότητες. Ο κανονισμός επιτρέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να χαρακτηριστούν ορισμένες δραστηριότητες ως «μεταβατικές» όταν δεν υπάρχει ακόμη τεχνολογικά και οικονομικά εφικτή εναλλακτική λύση χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών, αλλά η δραστηριότητα στηρίζει τη μετάβαση προς κλιματική ουδετερότητα.
Με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό η Επιτροπή συμπλήρωσε τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου της ταξινομίας για πρόσθετες δραστηριότητες, μεταξύ των οποίων δραστηριότητες στον τομέα της αεροπορίας. Η ρύθμιση προέβλεπε ειδικό αποκλεισμό της κατασκευής αεροσκαφών επαγγελματικής αεροπορίας (business aircraft) από την επίμαχη κατηγορία μεταβατικής δραστηριότητας.
Η Dassault Aviation, κατασκευάστρια μεταξύ άλλων αεροσκαφών επαγγελματικής αεροπορίας, προσέβαλε τον αποκλεισμό ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε από την European Business Aviation Association και την Compagnie Daher, ενώ υπέρ της Επιτροπής παρενέβησαν θεσμικά όργανα της Ένωσης. Η προσφυγή έθεσε τόσο ζητήματα παραδεκτού όσο και, κυρίως, το ζήτημα αν η Επιτροπή είχε στηρίξει τον αποκλεισμό σε επαρκή και συνεπή αξιολόγηση.
Αντικείμενο της διαφοράς
Κεντρικό αντικείμενο της διαφοράς ήταν αν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο της ευρείας τεχνικής εξουσίας που διαθέτει για τον καθορισμό κριτηρίων ταξινομίας, μπορούσε νομίμως να αντιμετωπίσει διαφορετικά την κατασκευή αεροσκαφών επαγγελματικής αεροπορίας από άλλες δραστηριότητες κατασκευής αεροσκαφών που ήταν δυνατό να υπαχθούν στα τεχνικά κριτήρια της μεταβατικής δραστηριότητας.
Η Dassault Aviation προέβαλε ότι ο αποκλεισμός δεν στηριζόταν σε συνεκτική τεχνική και επιστημονική αιτιολόγηση και ότι η Επιτροπή είχε υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Το Γενικό Δικαστήριο όφειλε επομένως να ελέγξει όχι αν θα επέλεγε το ίδιο τα ίδια τεχνικά κριτήρια, αλλά αν η επιλογή της Επιτροπής παρέμενε εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας και στηριζόταν σε επαρκή πραγματική βάση.
Η υπόθεση όπως και ανωτέρω, είχε ιδιαίτερη σημασία για το επίπεδο δικαστικού ελέγχου των πράξεων της Επιτροπής στον τομέα της ταξινομίας, όπου οι αποφάσεις συνδυάζουν περιβαλλοντικούς στόχους, σύνθετα τεχνικά δεδομένα, τεχνολογική εξέλιξη και οικονομικές συνέπειες για επιμέρους κλάδους.
Απόφαση
Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και ακύρωσε τον επίμαχο αποκλεισμό της δραστηριότητας κατασκευής αεροσκαφών επαγγελματικής αεροπορίας από τη σχετική μεταβατική δραστηριότητα της πράσινης ταξινομίας.
Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι η τεχνική πολυπλοκότητα και η ευρεία διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής δεν αποκλείουν τον ουσιαστικό δικαστικό έλεγχο από το Γενικό Δικαστήριο. Η ακύρωση της πράξης δεν προσδίδει αυτόματα περιβαλλοντική βιωσιμότητα στα αεροσκάφη επαγγελματικής αεροπορίας, αλλά καταδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος κανονιστικός αποκλεισμός έπρεπε να αναιρεθεί λόγω σφάλματος εκτίμησης
Natura 2000 – Αιολικά πάρκα – Δέουσα εκτίμηση
Υποθέσεις C‑27/25 και C‑356/25, SU και Wild Ireland Defence / Massey[20] Απόφαση της 16ης Ιουλίου 2026
«Προδικαστική παραπομπή – Περιβάλλον – Οδηγία 92/43/ΕΟΚ – Οδηγία 2009/147/ΕΚ – Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων και της άγριας πανίδας και χλωρίδας – Ζώνες ειδικής προστασίας – Δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων σχεδίου ή έργου που ενδέχεται να επηρεάσει προστατευόμενο τόπο υπό το πρίσμα των στόχων διατήρησής του – Προκαταρκτικός έλεγχος – Μη καθορισμός ειδικών στόχων διατήρησης για ζώνη ειδικής προστασίας»
Ιστορικό
Οι συνεκδικασθείσες υποθέσεις αφορούσαν διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων αιολικής ενέργειας στην Ιρλανδία. Οι διαφορές συνδέονταν με έργα που μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σε Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) και, συνεπώς, έθεταν υπό αμφισβήτηση τις απαιτήσεις του δικτύου Natura 2000 που απορρέουν από την οδηγία για τους οικοτόπους[21] και την οδηγία για τα πτηνά[22].
Το άρθρο 6 παράγραφος 3 της οδηγίας περί οικοτόπων προβλέπει ότι κάθε σχέδιο ή έργο που δεν συνδέεται άμεσα με τη διαχείριση ενός τόπου αλλά ενδέχεται να τον επηρεάσει σημαντικά πρέπει να υποβάλλεται σε δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεών του, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησης του συγκεκριμένου τόπου. Η αρμόδια αρχή μπορεί να συμφωνήσει με το έργο μόνο αφού βεβαιωθεί ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου.
Στις ιρλανδικές υποθέσεις είχε ανακύψει πρόβλημα επειδή δεν είχαν καθοριστεί ειδικοί στόχοι διατήρησης για την αντίστοιχη Ζώνη Ειδικής Προστασίας. Τα εθνικά δικαστήρια ζήτησαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να διευκρινίσει αν, παρά την έλλειψη αυτή, μπορεί να πραγματοποιηθεί νομίμως ο προκαταρκτικός έλεγχος και, εφόσον απαιτείται, η δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων.
Αντικείμενο της διαφοράς
Οι συνεκδικασθείσες υποθέσεις Knocknamona και Massey ανέκυψαν στο πλαίσιο δύο διαδικασιών περιβαλλοντικής αδειοδότησης αιολικών έργων στην Ιρλανδία, τα οποία βρίσκονταν σε σχετική εγγύτητα προς τη Ζώνη Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) Blackwater Callows, περιοχή προστατευόμενη βάσει της Οδηγίας για τα πτηνά. Ειδικότερα, στην υπόθεση Knocknamona η ιρλανδική αρχή χωροταξικού σχεδιασμού χορήγησε, στις 28 Σεπτεμβρίου 2022, στην Knocknamona Windfarm Limited άδεια τροποποίησης ήδη εγκεκριμένου αιολικού πάρκου στην κομητεία Waterford, επιτρέποντας, μεταξύ άλλων, την αύξηση του ύψους των ανεμογεννητριών από 126 σε 155 μέτρα και του μετεωρολογικού ιστού έως τα 99 μέτρα. Πριν από την αδειοδότηση διενεργήθηκε δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου σε πέντε ευρωπαϊκούς τόπους, μεταξύ των οποίων η ΖΕΠ Blackwater Callows, η οποία απείχε περίπου 13 χλμ. από το έργο. Στην υπόθεση Massey αντιστοίχως, η Curns Energy Limited είχε υποβάλει αίτηση για την ανάπτυξη νέου αιολικού πάρκου αποτελούμενου από 17 ανεμογεννήτριες στις περιφέρειες Waterford και Cork, μαζί με συναφείς υποδομές, μεταξύ των οποίων υπόγεια καλωδιακή σύνδεση, υποσταθμός και εγκατάσταση αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες ιόντων λιθίου. Η άδεια χορηγήθηκε στις 8 Νοεμβρίου 2023 και το έργο απείχε περίπου 9,9 χλμ. από την ίδια ΖΕΠ. Κοινό και κρίσιμο πραγματικό στοιχείο και των δύο διαφορών ήταν ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης των αντίστοιχων αδειοδοτικών αποφάσεων, η Ιρλανδία δεν είχε ακόμη θεσπίσει ειδικούς στόχους διατήρησης (site-specific conservation objectives) για τη ΖΕΠ Blackwater Callows, γεγονός που οδήγησε στην αμφισβήτηση της νομιμότητας της περιβαλλοντικής αξιολόγησης από τους SU και Wild Ireland Defence CLG στην πρώτη υπόθεση και από τον Paddy Massey στη δεύτερη και, τελικώς, στην υποβολή των σχετικών προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ.
Το βασικό ερώτημα ήταν η ερμηνεία του άρθρου 6 παράγραφος 3 της οδηγίας περί οικοτόπων σύμφωνα με την οποία η δέουσα εκτίμηση πραγματοποιείται «λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησης του τόπου». Έπρεπε να κριθεί αν οι στόχοι αυτοί αποτελούν απλώς ένα στοιχείο που μπορεί να υποκατασταθεί από γενικές πληροφορίες για τα προστατευόμενα είδη ή, αντιθέτως, υποχρεωτικό σημείο αναφοράς της αξιολόγησης.
Η απόφαση αυτή επηρεάζει άμεσα τη μεθοδολογία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Χωρίς συγκεκριμένους στόχους διατήρησης, η αρμόδια αρχή δυσκολεύεται να προσδιορίσει ποια χαρακτηριστικά του τόπου πρέπει να διατηρηθούν ή να αποκατασταθούν και, επομένως, έναντι ποιου περιβαλλοντικού αποτελέσματος πρέπει να αξιολογηθούν οι επιπτώσεις του έργου.
Το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα υπό το πρίσμα της προληπτικής φύσης του άρθρου 6 παράγραφος 3 και της πάγιας νομολογίας κατά την οποία η δέουσα εκτίμηση πρέπει να καταγράφει και να αξιολογεί όλες τις πτυχές του σχεδίου ή έργου που μπορούν να επηρεάσουν τους στόχους διατήρησης του τόπου.
Απόφαση
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ειδικοί στόχοι διατήρησης του προστατευόμενου τόπου αποτελούν υποχρεωτικό σημείο αναφοράς για την εφαρμογή του άρθρου 6 παράγραφος 3. Η δέουσα εκτίμηση πρέπει να διενεργείται πράγματι σε σχέση με αυτούς τους στόχους και όχι μόνο με βάση γενικές πληροφορίες για τα είδη ή τους οικοτόπους που αποτέλεσαν λόγο χαρακτηρισμού της περιοχής ως ΖΕΠ.
Σύμφωνα με την απόφαση, η σχετική μελέτη οφείλει να καταδείξει με αδιαμφισβήτητα επιστημονικά δεδομένα κατά πόσο η υλοποίηση του έργου ενδέχεται να υποβαθμίσει την οικολογική ακεραιότητα της περιοχής, λαμβάνοντας υπόψη τους καθορισμένους στόχους διατήρησής της. Η έλλειψη συγκεκριμένων στόχων προστασίας στερεί από τη μελέτη το αναγκαίο κανονιστικό και οικολογικό μέτρο για να αξιολογηθούν σωστά τα δεδομένα.
Ως εκ τούτου, η παράλειψη καθορισμού των στόχων αυτών δεν αποτελεί μια απλή ή ανώδυνη διοικητική αμέλεια, αλλά μια ουσιώδη έλλειψη που κλονίζει τη νομιμότητα της έγκρισης οποιουδήποτε έργου με πιθανές επιπτώσεις στην περιοχή. Η απόφαση ενισχύει τη σημασία του έγκαιρου και συγκεκριμένου καθορισμού στόχων διατήρησης για τη λειτουργία του δικτύου Natura 2000.
Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία για το καθεστώς περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων που ενδέχεται να επηρεάζουν περιοχές του δικτύου Natura 2000, καθώς το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, κατά το άρθρο 6 παρ. 3 της Οδηγίας για τους οικοτόπους, η προηγούμενη θέσπιση ειδικών, συγκεκριμένων και ακριβών στόχων διατήρησης για την οικεία προστατευόμενη περιοχή αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη νόμιμη διενέργεια της «δέουσας εκτίμησης» (appropriate assessment). Επομένως, η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να υποκαταστήσει την έλλειψη ειδικών στόχων διατήρησης με γενικούς περιβαλλοντικούς στόχους ή ακόμη και με επιστημονικά δεδομένα από τα οποία προκύπτει ότι το συγκεκριμένο έργο πιθανώς δεν προκαλεί βλάβη, καθώς οι ειδικοί στόχοι συνιστούν το υποχρεωτικό κριτήριο ελέγχου για να διαπιστωθεί εάν η υλοποίηση του έργου επιφέρει πλήγμα στην ακεραιότητα του προστατευόμενου οικοσυστήματος.
Η απόφαση αυτή παρέχει ουσιαστική στήριξη στην προληπτική λειτουργία του άρθρου 6 παρ. 3 και στην αρχή της προφύλαξης, καθιστώντας σαφές ότι η αξιολόγηση πρέπει να εδράζεται σε άρτια και οριστικά επιστημονικά πορίσματα, ικανά να εξαλείψουν κάθε εύλογη αμφιβολία. Σημαντική είναι και η διάκριση του Δικαστηρίου στο στάδιο του screening, σύμφωνα με την οποία οι ειδικοί στόχοι διατήρησης δεν είναι απαραίτητοι για τον αρχικό γεωγραφικό εντοπισμό των απειλούμενων περιοχών, είναι όμως νομικά αναγκαίοι προκειμένου να αποκλειστεί τεκμηριωμένα ο κίνδυνος σημαντικών επιπτώσεων για οποιονδήποτε τόπο ενταχθεί στη ζώνη επιρροής.
Αυτή η απόφαση του Δικαστηρίου αποτελεί ένα σαφές και ηχηρότατο μήνυμα ότι η προστασία των περιοχών Natura 2000 δεν είναι τυπική διαδικασία ούτε πολιτική επιλογή, αλλά ουσιαστική νομική υποχρέωση[23] με ιδιαίτερες συνέπειες όταν δεν τηρείται.
Κλιματική αλλαγή – Ετήσιες κατανομές εκπομπών – Aarhus
Υπόθεση T‑120/24[24] Απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2026
«Περιβάλλον – Κανονισμός (ΕΕ) 2018/842 – Ετήσιες μειώσεις εκπομπών αερίων θερμοκηπίου – Αναθεώρηση των ετήσιων κατανομών εκπομπών των κρατών μελών για την περίοδο 2023 έως 2030 – Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2023/1319 – Απόρριψη αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης – Άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1367/2006 – Σύμβαση του Aarhus – Λόγοι επανεξέτασης που στρέφονται κατά των κανονισμών (ΕΕ) 2021/1119 και (ΕΕ) 2023/857 που καθορίζουν τους στόχους της Ένωσης για μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου έως το 2030 – Εκτελεστική αρμοδιότητα της Επιτροπής – Άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ – Λόγοι επανεξέτασης που στρέφονται κατά εκτίμησης επιπτώσεων – Νομοθετική πρόταση»
Ιστορικό
Η υπόθεση αφορά τη σχέση μεταξύ της κλιματικής νομοθεσίας της Ένωσης και του μηχανισμού εσωτερικής επανεξέτασης που προβλέπει ο κανονισμός Aarhus. Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις Global Legal Action Network και Climate Action Network Europe ζήτησαν από την Επιτροπή να επανεξετάσει εσωτερικά την εκτελεστική απόφαση[25] με την οποία αναθεωρήθηκαν οι ετήσιες κατανομές εκπομπών αερίων θερμοκηπίου των κρατών μελών για την περίοδο 2023‑2030.
Οι ετήσιες κατανομές εντάσσονται στο σύστημα του κανονισμού[26] για τις μειώσεις εκπομπών στους τομείς που δεν καλύπτονται πλήρως από το Eυρωπαϊκό σύστημα εμπορίας ρύπων. Η εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής εφαρμόζει τους στόχους που έχουν καθοριστεί από τον ενωσιακό νομοθέτη, ιδίως στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού νομοθετήματος για το κλίμα και της μεταγενέστερης τροποποίησης του κανονισμού κατανομής προσπαθειών.
Οι αιτούσες υποστήριξαν, μεταξύ άλλων, ότι το επίπεδο φιλοδοξίας των στόχων μείωσης εκπομπών δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του ενωσιακού και διεθνούς κλιματικού δικαίου και αμφισβήτησαν στοιχεία της εκτίμησης επιπτώσεων που είχε προηγηθεί των νομοθετικών επιλογών. Η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα εσωτερικής επανεξέτασης και οι οργανώσεις προσέφυγαν στο Γενικό Δικαστήριο.
Αντικείμενο της διαφοράς
Το βασικό νομικό ζήτημα ήταν τα όρια του ελέγχου που μπορεί να ζητηθεί μέσω του άρθρου 10 παράγραφος 1 του κανονισμού Aarhus όταν η προσβαλλόμενη πράξη είναι εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής. Ειδικότερα, έπρεπε να διακριθούν οι λόγοι που στρέφονται πραγματικά κατά της εκτελεστικής απόφασης από λόγους που, στην ουσία, αμφισβητούν τις νομοθετικές επιλογές που έχουν ήδη γίνει με τους κανονισμούς που αποτελούν τον πυρήνα της κλιματικής νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης[27].
Το Γενικό Δικαστήριο προσδιόρισε τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας της Επιτροπής κατά την έκδοση της απόφασης για την αναθεώρηση των ετήσιων δικαιωμάτων εκπομπών των κρατών μελών για την περίοδο από το 2023 έως το 2030[28]. Διευκρίνισε ότι, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του άρθρου 291 παρ. 2 της Συνθήκης για τη λειτουργεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Επιτροπή δεσμεύεται απόλυτα από το πλαίσιο και τους στόχους της βασικής νομοθεσίας. Κατά συνέπεια, στερείται της εξουσίας να τροποποιεί, μέσω εκτελεστικών πράξεων, το επίπεδο της κλιματικής φιλοδοξίας που έχει καθορίσει ο νομοθέτης.
Επιπλέον, επειδή οι αντιρρήσεις κατά της εκτίμησης επιπτώσεων αφορούσαν τη νομοθετική διαδικασία και την ίδια τη νομοθετική πρόταση, γεννήθηκε το ερώτημα αν αυτά τα ζητήματα μπορούν τελικά να γίνουν αντικείμενο δικαστικού ελέγχου μέσω μιας αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης της εκτελεστικής πράξης.
Απόφαση
Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή και επικύρωσε την απόφαση της Επιτροπής περί απόρριψης της αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης. Έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η διαδικασία του κανονισμού Aarhus δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αμφισβητηθούν εμμέσως οι ίδιοι οι στόχοι μείωσης εκπομπών που καθορίστηκαν από τον ενωσιακό νομοθέτη.
Καθόσον η εκτελεστική απόφαση περιοριζόταν στην εφαρμογή και αναθεώρηση των ετήσιων κατανομών εντός του νομοθετικού πλαισίου, η Επιτροπή δεν μπορούσε να υπερβεί τον εκτελεστικό της ρόλο. Συνεπώς, δεν διέθετε τη δικαιοδοσία να υποκαταστήσει τους στόχους του νομοθέτη με αυστηρότερους, στο πλαίσιο εξέτασης μιας αίτησης εσωτερικής επανεξέτασης.
Με τον τρόπο αυτό, η απόφαση αυτή οριοθετεί σαφώς τον δικαστικό έλεγχο των περιβαλλοντικών εκτελεστικών πράξεων από την έμμεση προσβολή νομοθετικών πράξεων ή σταδίων της νομοθετικής διαδικασίας. Η άσκηση του δικαιώματος περιβαλλοντικής επανεξέτασης δεν θίγει, ούτε τροποποιεί την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ του νομοθέτη και της Επιτροπής.
[1] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:62022TJ0575
[2] https://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=OJ:L:2006:264:0013:0019:EL:PDF
[3] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32021R2139
[4] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32020R0852
[5] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:62022TJ0575
[6] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32020R0852
[7] Η ταξινομία της ΕΕ είναι ένα σύστημα ταξινόμησης, το οποίο καταρτίζει κατάλογο περιβαλλοντικά βιώσιμων οικονομικών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή. https://climate-adapt.eea.europa.eu/el/metadata/tools/eu-taxonomy-compass
[8] https://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=OJ:L:2006:264:0013:0019:EL:PDF
[9] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32021R2139
[10] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:62024CJ0519
[11] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32003L0087
[12] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=OJ:C:2016:202:FULL
[13] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:62024CJ0841
[14] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:62024CJ0601
[15] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:01997R0338-19970601
[16] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:02006R0865-20250218
[17] https://curia.europa.eu/site/upload/docs/application/pdf/2026-06/cp260091en.pdf
[18] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=OJ:L_202302485
[19] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=OJ:L_202302485
[20] https://infocuria.curia.europa.eu/tabs/document/C/2025/C-0027-25-00000000RP-01-P-01/ARRET/323836-EN-1-html
[21] https://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CONSLEG:1992L0043:20070101:EL:PDF
[22] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32009L0147
[23] https://www.wwf.gr/?21194016/——-Natura-2000
[24] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:62024TJ0120
[25] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32023D1319
[26] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32018R0842
[27]https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32021R1119 και https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/PDF/?uri=CELEX:32023R0857
[28] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32023D1319






