ΣτΕ 1072/2026 [Παράνομη απόρριψη αίτησης για ανάκληση απόφασης κήρυξης αναδασωτέας έκτασης στο «Μπογιάτι» Αττικής]
Περίληψη
– Όπως έχει παγίως κριθεί, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η οποία υπαγορεύεται από την ασφάλεια δικαίου και την ανάγκη σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων και η οποία έχει εφαρμογή εφόσον ο νόμος δεν ορίζει το αντίθετο, η Διοίκηση δεν έχει, καταρχήν, υποχρέωση να ανακαλεί τις πράξεις της, για τις οποίες έχει παρέλθει η κατά νόμο προθεσμία προσβολής ή που έχουν προσβληθεί ανεπιτυχώς, ακόμη και όταν αυτές είναι παράνομες. Πράξη δε, με την οποία εκδηλώνεται άρνηση της Διοίκησης να ανακαλέσει προηγούμενη εκτελεστή πράξη της, δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα, παρά μόνον αν εκδοθεί μετά από νέα ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, η οποία στηρίζεται σε εκτίμηση νέων στοιχείων. Ομοίως, η σιωπηρή απόρριψη εκ μέρους της Διοίκησης αιτήματος ανάκλησης διοικητικής πράξης δεν συνιστά, κατ’ αρχήν, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας κατά την έννοια του άρθρου 45 παράγραφος 4 του π.δ. 18/1989 και δεν υπόκειται, ως εκ τούτου, σε αίτηση ακυρώσεως.
Από την αρχή της χρηστής διοίκησης, η οποία αποτελεί γενική αρχή του διοικητικού δικαίου που διέπει τη δράση των διοικητικών αρχών, απορρέει, πλην άλλων, η υποχρέωση της Διοίκησης να ασκεί επικαίρως τις ανατιθέμενες σε αυτήν αρμοδιότητες και να συμπράττει, επίσης, σε_ ενέργειες από τις οποίες εξαρτάται η έκδοση διοικητικών πράξεων που ενδιαφέρουν τους διοικούμενους και η ικανοποίηση εν γένει των εννόμων συμφερόντων τους δεν αποκλείεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις η εξέταση αιτήματος των διοικουμένων, με το οποίο ζητείται η επανεξέταση εκ μέρους της Διοίκησης των προϋποθέσεων κήρυξης αναδάσωσης σε σχέση και με τα όρια προϋφισταμένου του 1923 οικισμού. Τέτοιες προϋποθέσεις, οι οποίες αποσκοπούν στην ασφάλεια δικαίου, συντρέχουν όταν το αίτημα συνοδεύεται από τα σχετικά στοιχεία και η νομική και πραγματική κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, πλην άλλων, με αναρμοδίως εκδοθείσες διοικητικές πράξεις, με την έκδοση μεγάλου αριθμού δικαστικών αποφάσεων, με την έκδοση αντικρουόμενων ως προς τις νομικές τους συνέπειες πράξεων των οργάνων της Διοίκησης και των ΟΤΑ και με τη θέσπιση νομοθετικών διατάξεων, επιβάλλουν, κατ’ αρχήν, την εξέταση του αιτήματος από τη Διοίκηση (όπως συμβαίνει κατά τον καθορισμό ορίων οικισμού προ του 1923 με ανίσχυρη πράξη, την κήρυξη έκτασης ως αναδασωτέας που φέρεται να περιλαμβάνει και περιοχή του οικισμού, την ύπαρξη δασικών και αναδασωτέων εκτάσεων στην ευρύτερη περιοχή, τη χορήγηση ή ακύρωση οικοδομικών αδειών, την έγκριση Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου στα όρια του οποίου περιλαμβάνεται και ο οικισμός, την ακύρωση απόφασης έγκρισης πολεοδομικής μελέτης, την πρόβλεψη από το νόμο ειδικής διοικητικής διαδικασίας για τον καθορισμό των εκτάσεων δασικού χαρακτήρα η οποία δεν έχει ολοκληρωθεί κ.ά.). Επομένως, υπό τις ως άνω προϋποθέσεις η τεκμαιρόμενη (σιωπηρή) άρνηση της Διοίκησης να εξετάσει τη σχετική αίτηση του διοικουμένου έχει εκτελεστό χαρακτήρα, δοθέντος και ότι ο νόμος προβλέπει συγκεκριμένες ενέργειες της Διοίκησης και επιπλέον καθορίζει ειδική διαδικασία για την αποσαφήνιση του νομικού καθεστώτος μιας περιοχής από την άποψη της υπαγωγής της ή μη στη δασική νομοθεσία, η οποία, αν δεν ολοκληρωθεί, έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργείται για μεγάλο χρονικό διάστημα αβέβαιη νομική και πραγματική κατάσταση ως προς το καθεστώς που διέπει τα ευρισκόμενα εντός της περιοχής αυτής ακίνητα και κατ’ ακολουθίαν να δυσχεραίνεται υπέρμετρα η άσκηση των περιουσιακών δικαιωμάτων των πολιτών και να κλονίζεται η ασφάλεια του δικαίου.
Από τα έγγραφα των απόψεων της Διοίκησης προκύπτει ότι μετά την κρίση του Δικαστηρίου κατά την οποία μη νομίμως είχαν καθορισθεί τα όρια του οικισμού του Αγίου Στεφάνου το έτος 1976 (ΣτΕ 2698/1981, 2426/1982, 1060/1985, 264/2005 7μ., 1139/2020, 1140/2020), καθώς και την ακύρωση της προαναφερθείσας 26587/2003 απόφασης της Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (Δ’ 823), που είχε εγκρίνει το πολεοδομικό σχέδιο τμήματος της πολεοδομικής ενότητας 1 του (πρώην) Δήμου Αγίου Στεφάνου, ο εν λόγω οικισμός δεν έχει πολεοδομηθεί ως προς το προϋφιστάμενο του 1923 τμήμα του και ότι η έκταση στην οποία βρίσκονται οι ιδιοκτησίες των αιτούντων εξαιρέθηκε από την ανάρτηση του δασικού χάρτη της περιοχής του Αγ. Στεφάνου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23 παρ. 3 του ν. 3889/2010. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου καθώς και τα στοιχεία τα οποία προσκόμισαν στη Διοίκηση οι αιτούντες για τον χαρακτήρα των ακινήτων επί των οποίων προβάλλουν δικαιώματα, προκύπτει, επίσης, ότι ο προϋφιστάμενος του 1923 οικισμός του Αγίου Στεφάνου δεν έχει οριοθετηθεί εκ νέου μετά τη διάγνωση της μη νόμιμης οριοθέτησής του το έτος 1976, ότι υφίστανται αντικρουόμενες μεταξύ τους απόψεις και έγγραφα των διοικητικών αρχών και των οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης ως προς το ζήτημα αν τα συγκεκριμένα ακίνητα ευρίσκονται εντός των ορίων του οικισμού και αν, συνεπεία αυτού, υπάγονται ή όχι στη δασική νομοθεσία, ότι, αν και παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από τη θέση σε ισχύ του ν. 3889/2010, δεν έχουν εφαρμοστεί πλήρως τα οριζόμενα στα άρθρα 23 και 24 του νόμου και, τέλος, ότι η έκταση στην οποία βρίσκονται οι ιδιοκτησίες των αιτούντων εξαιρέθηκε, κατά τα εκτεθέντα, από τον αναρτηθέντα δασικό χάρτη της περιοχής του Αγ. Στεφάνου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23 παρ. 3 του ν. 3889/2010, χωρίς, εν τούτοις, να έχει ολοκληρωθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 24 του ίδιου νόμου ειδική διαδικασία, η οποία θεσπίσθηκε ακριβώς με σκοπό την άρση αμφισβητήσεων ως προς την υπαγωγή ή μη στη δασική νομοθεσία εκτάσεων που βρίσκονται στους οικισμούς της παρ. 2 της περ. β’ του άρθρου 23 του ν. 3889/2010, όπως ο ανωτέρω oικισμός.
H ανωτέρω διαμορφωθείσα νομική και πραγματική κατάσταση, η οποία υφίστατο και κατά τον χρόνο υποβολής της από 14.2.2018 αίτησης των αιτούντων στη Διοίκηση, έχει ως αποτέλεσμα να διατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα (πάνω από 40 έτη), και κατ’ ουσίαν επ’ αόριστον, η κατάσταση νομικής αβεβαιότητας και ανασφάλειας ως προς το καθεστώς που διέπει τα επίμαχα ακίνητα. Υπό τις περιστάσεις, όμως, αυτές, συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες, δυνάμει της αρχής της χρηστής διοίκησης, η τεκμαιρόμενη (σιωπηρή) εν προκειμένω άρνηση της Διοίκησης να επιληφθεί της από 14.2.2018 αίτησης των αιτούντων και να επανεξετάσει τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων για την κήρυξη ως αναδασωτέων των ιδιοκτησιών τους με την 844/22.3.1982 απόφαση του Νομάρχη Αττικής, έχει εκτελεστό χαρακτήρα και είναι ακυρωτέα. Και τούτο, προκειμένου η Διοίκηση να άρει την αβεβαιότητα και να αποσαφηνίσει τη δημιουργηθείσα νομική κατάσταση ως προς το καθεστώς των επίμαχων ακινήτων με την έκδοση ρητής πράξης. Οφείλει, δηλαδή, η Διοίκηση να επιληφθεί της από 14.2.2018 αίτησης και να κρίνει -με βάση τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και τις διαθέσιμες αεροφωτογραφίες αλλά και την αίτηση των αιτούντων και τα στοιχεία που τη συνοδεύουν ως προς τη θέση των ακινήτων σε σχέση και με τα όρια του προϋφισταμένου του 1923 οικισμού του Αγίου Στεφάνου καθώς και ως προς την υφισταμένη σ’ αυτά το έτος 1982 δασική βλάστηση- αν συνέτρεχαν ή όχι οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή των εν λόγω ακινήτων στη δασική νομοθεσία κατά τον χρόνο κήρυξης της αναδάσωσης το έτος 1982. Για τον λόγο αυτόν, που προβάλλεται βασίμως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να ακυρωθεί η σιωπηρή απόρριψη του αιτήματος των αιτούντων για επανεξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων έκδοσης της 844/22.3.1982 απόφασης του Νομάρχη Αττικής (Νομαρχούσας Διευθύντριας) (Δ’ 357) κατά το μέρος που αφορά τις ιδιοκτησίες των αιτούντων και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου να κριθεί με νόμιμη και επαρκή αιτιολογία το εν λόγω αίτημα, κατόπιν δε η Διοίκηση, ανάλογα με το συμπέρασμα που θα προκόψει, να επιληφθεί και του συναφούς αιτήματος για την εν μέρει ανάκληση ή μη της ανωτέρω απόφασής.
Πρόεδρος: Ρ. Γιαννουλάτου
Εισηγητής: Δ. Βασιλειάδης






