ΣτΕ 347 [Παράνομη ΑΕΠΟ λατομείου λόγω εύλογων αμφιβολιών ως προς την ακεραιότητα πηγής παροχής πόσιμου ύδατος]
Περίληψη
– Οι περιοχές που προορίζονται για την άντληση ύδατος για ανθρώπινη κατανάλωση και εντάσσονται, για τον λόγο αυτό, στο μητρώο προστατευόμενων περιοχών υπάγονται σε ειδικό προστατευτικό καθεστώς, με σκοπό τη διασφάλιση της ποιότητας και της επάρκειας του ύδατος ως φυσικού πόρου και ως «κληρονομιάς που πρέπει να προστατεύεται» και, ειδικότερα, του πόσιμου ύδατος, προκειμένου να διαφυλαχθούν οι φυσικοί πόροι και για τις επόμενες γενεές και να εξασφαλισθεί η οικολογική ισορροπία του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος. Κατά συνέπεια, για την άσκηση ή την περιβαλλοντική αδειοδότηση δραστηριότητας εντός περιοχής η οποία, λόγω του υπόγειου ή επιφανειακού υδροφόρου ορίζοντα, χρησιμοποιείται ήδη ή προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την άντληση πόσιμου ύδατος και έχει ενταχθεί, για τον λόγο αυτό, στο μητρώο προστατευόμενων περιοχών της οδηγίας 2000/60/ΕΚ και της σχετικής εθνικής νομοθεσίας, απαιτείται, υπό το πρίσμα των αρχών της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, να μην υφίσταται, από επιστημονικής απόψεως, καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απουσία επιβλαβών συνεπειών για την ακεραιότητα του υδατικού συστήματος και, συνακόλουθα, για την παροχή πόσιμου ύδατος, φυσικού αγαθού απολύτως αναγκαίου για την ανθρώπινη επιβίωση.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν όσων έγιναν ανωτέρω δεκτά ως προς την έννοια των διατάξεων της νομοθεσίας για τα ύδατα, καθώς και του ιστορικού της ένδικης διαφοράς και υπό το φως της αρχής της προφύλαξης, το Δικαστήριο κρίνει ότι γεννώνται εύλογες αμφιβολίες ως προς την απουσία επιβλαβών συνεπειών της επίμαχης λατομικής δραστηριότητας για την ακεραιότητα του προστατευόμενου υδατικού συστήματος της Πηγής Ζου και, συνακόλουθα, για την παροχή πόσιμου ύδατος στον Δήμο Σητείας. Για τον λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βασίμως καθ’ ερμηνεία του δικογράφου της κρινομένης αιτήσεως, και ο οποίος, άλλωστε, ως εκ της φύσεώς του, είναι και αυτεπαγγέλτως εξεταστέος, η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, παρέλκει δε, κατόπιν τούτου, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών λόγων ακυρώσεως.
Πρόεδρος: Μ. Γκορτζολίδου
Εισηγητής: Ελ. Μουργιά






