ΣΤΕ 1608/2019 [ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΈΚΤΑΞΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΠΟΛΕΩΣ ΛΟΓΩ ΕΠΑΦΗΣ ΤΟΥ ΜΕ ΧΩΡΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟΥ]
Περίληψη
– Όπως έχει κριθεί, η Διοίκηση, όταν διαπιστώνει ότι συντρέχουν κατ’ αρχήν οι προϋποθέσεις για την άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή ρυμοτομικού βάρους κατά την εξέταση αιτήματος του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη που έχει υποβληθεί διά της διοικητικής οδού είτε ύστερα από την έκδοση δικαστικής απόφασης που ακυρώνει την άρνηση της Διοίκησης να ικανοποιήσει το σχετικό αίτημα, οφείλει να επιληφθεί, προκειµένου να προβεί στην άρση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή του ρυμοτομικού βάρους και, ταυτοχρόνως, να ρυθμίσει εκ νέου το πολεοδομικό καθεστώς του συγκεκριμένου ακινήτου. Στη ρύθμιση αυτή προβαίνει η Διοίκηση ενόψει της υποχρέωσής της που απορρέει από την συνταγματικώς κατοχυρωμένη προστασία της ιδιοκτησίας, με συνεκτίμηση των κριτηρίων του άρθρου 24 του Συντάγματος. Η Διοίκηση, δηλαδή, δεν δεσμεύεται να καταστήσει, άνευ ετέρου, το ακίνητο οικοδομήσιμο, αλλά οφείλει να εξετάσει αν συντρέχουν λόγοι που, εξ αντικειμένου, δεν επιτρέπουν τη δόμησή του και, περαιτέρω, να συνεκτιμήσει, κατά τρόπο τεκμηριωμένο, αφενός μεν τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου ακινήτου, καθώς και τα χαρακτηριστικά και το νοµοθετικό καθεστώς του οικισμού και της ευρύτερης περιοχής στην οποία αυτό εντάσσεται, αφετέρου δε τις πολεοδομικές ανάγκες, στις οποίες περιλαμβάνεται προεχόντως η ανάγκη δηµιουργίας κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων, καθώς και τον πολεοδομικό σχεδιασμό της περιοχής και, τέλος, τις δεσμεύσεις και κατευθύνσεις τυχόν υφισταμένου χωροταξικού σχεδίου ή Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου ή αλλων συναφών σχεδίων, προκειμένου να αποφεύγονται οι αποσπασματικές ρυθμίσεις. Ενόψει δε όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, η Διοίκηση οφείλει να κρίνει αν η ιδιοκτησία πρέπει, για κάποιο νόµιμο λόγο να παραμείνει εκτός πολεοδομικού σχεδιασμού ή να δεσμευθεί εκ νέου, με την επανεπιβολή ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή ρυμοτομικού βάρους, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η δυνατότητα άμεσης αποζημίωσης των θιγόμενων ιδιοκτητών ή να καταστεί οικοδομήσιμη, είτε με τους γενικούς όρους δόμησης, είτε, ενδεχομένως, με ειδικούς όρους δόμησης, που πρέπει να καθοριστούν.
Η συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων πρέπει να ερευνάται τελικώς από το όργανο που έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα και η σχετική κρίση του πρέπει να έχει πλήρη και ειδική αιτιολογία, που μπορεί να προκύπτει και από τα στοιχεία του φακέλου. Κατά την έρευνα της συνδρομής σοβαρής πολεοδομικής ανάγκης, που επιβάλλει την εκ νέου δέσμευση του ακινήτου και σοβαρής πολεοδομικής ανάγκης και δυνατότητας για άμεση περαίωση της διαδικασίας συντέλεσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσής του, πρέπει να συνεκτιμάται η συµπεριφορά της Διοίκησης κατά το χρονικό διάστηµα που διέρρευσε από την αρχική επιβολή του ρυµοτομικού βάρους μέχρι την άρση του, αλλά και το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την εκ νέου επιβολή του βάρους αυτού. Εξάλλου, η υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις επιβαλλόμενη νέα απαλλοτρίωση δεν αντιβαίνει ούτε προς τις συνταγματικές διατάξεις περί προστασίας της ιδιοκτησίας, ούτε προς την υποχρέωση της Διοίκησης να συμορφώνεται με τις ακυρωτικές αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων.
Οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης δεν είναι νόμιμες για τους ακολούθους λόγους: α) το επίμαχο ακίνητο με βάση τη θέση του και τις σχετικές ρυμοτομικές ρυθμίσεις που ίσχυαν στην περιοχή δεν αποτελούσε έκταση εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά περιελήφθη από το έτος 1968 στο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστος [ή κοινωφελής] χώρος, β) από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι το επίμαχο ακίνητο είχε δασική μορφή ή ότι ήταν αρχαιολογικός χώρος ή ότι είχε κάποια από τα μορφολογικά χαρακτηριστικά που ορίζει το άρθρο 32 παρ. 2 του ν. 4067/2012, τα οποία δεν θα επέτρεπαν άλλη χρήση ή και τη δόμησή του, γ) κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης δεν ελήφθησαν υπόψη οι κατευθύνσεις του ισχύοντος ΓΠΣ, το οποίο, σύμφωνα με την εισήγηση της Υπηρεσίας δεν έγινε δεκτή από το οικείο ΣΥΠΟΘΑ και από την προσβαλλομένη, με όλως τυπική αιτιολογία, κατά την οποία η εγγραφή ποσού 175.000 ευρώ στον προϋπολογισμό του Δήμου για την απαλλοτρίωση του ακινήτου αφορούσε την επέκταση του νεκροταφείου και όχι τον καθορισμό κοινόχρηστου χώρου ή χώρους στάθμευσης, ε) δεν εκτιμήθηκε το γεγονός ότι το ακίνητο με βάση την έκτασή του δεν πληροί τις προϋποθέσεις της εκτός σχεδίου δόμησης, όπως ορθώς είχε επισημάνει η αρμόδια υπηρεσία της ΑΔ Αττικής στην εισήγηση της προς το ΣΥΠΟΘΑ και στ) ουδόλως εξετάσθηκε, αν μπορούσε στο ακίνητο αυτό να προβλεφθεί κάποια άλλη χρήση (ανθοπωλείου κ.α.), η οποία θα επέτρεπε την οικονομική αξιοποίησή του, δοθέντος ότι οι τηρητέες αποστάσεις από νεκροταφεία δεν αφορούν εν γένει κάθε χρήση ή δραστηριότητα, αλλά την επέκταση του σχεδίου πόλεως και την απαγόρευση της δόμησης, καθώς και ορισμένων ειδικώς αναφερομένων χρήσεων ή δραστηριοτήτων (νοσοκομείων, φρεάτων πόσιμου ύδατος κ.λπ.). Περαιτέρω, η πολεοδομική αναγκαιότητα διατήρησης κοινόχρηστου ή κοινωφελούς χώρου αλλά και η, κατ’ αρχήν, δυνατότητα του Δήμου Ιλίου να αποζημιώσει τον αιτούντα, προέκυπταν από τα στοιχεία του φακέλου, όπως, άλλωστε, δέχθηκε και το Τμήμα Πολεοδομικού Σχεδιασμού και Εφαρμογών της ΑΔ Αττικής, η αντίθετη δε κρίση του ΣΥΠΟΘΑ δεν στηρίζεται σε κάποιο έγγραφο του φακέλου. Εν όψει των ανωτέρω, η έκταξη, απλώς, του ακινήτου του αιτούντος από το σχεδιο πόλεως για τον λόγο ότι το ακίνητο αυτό βρίσκεται σε επαφή με υφιστάμενο χώρο νεκροταφείου, δεν αρκεί για τη νομιμότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης πράξης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 παρ. 2 του ν. 4067/2012. Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη δεν αιτιολογείται νομίμως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Δοθέντος δε ότι το χρονικό διάστημα δέσμευσης του αιτούντος από το έτος 1968 έως το 2014 υπερβαίνει τα εύλογα όρια, η Διοίκηση οφείλει να επισπεύσει τις νόμιμες διαδικασίες και να προβεί είτε στην άρση, επανεπιβολή και συντέλεση της απαλλοτρίωσης, με άμεση καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης στον αιτούντα, είτε στην άρση της απαλλοτρίωσης και την πολεοδομική ρύθμιση του ακινήτου με νόμιμη αιτιολογία.
Πρόεδρος: Αθ. Ράντος
Εισηγητής: Δ. Βασιλειάδης
ΒΑΣΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της Φ5570/335/31.3.2014 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής «Αντικατάσταση του δημοσιευμένου στο ΦΕΚ 461/ΑΑΠΘ/18.12.13 τοπογραφικού διαγράμματος που αφορά σε τροποποίηση του Εγκεκριμένου Ρυμοτομικού Σχεδίου λόγω άρσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης σε φερόμενη ιδιοκτησία Κ. Κ., στο Ο.Τ. 812 του Δήμου Ιλίου» (ΑΑΠ 198/23.6.2014). Με την προσβαλλόμενη απόφαση α) επαναλήφθηκε το περιεχόμενο της Φ5570/5048/29.11.2013 απόφασης του ιδίου οργάνου (ΦΕΚ ΑΑΠ 461), με την οποία είχε τροποποιηθεί το ρυμοτομικό σχέδιο (Ο.Τ. 812) του Δήμου Ιλίου, λόγω άρσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης σε φερόμενη ιδιοκτησία του αιτούντος, εμβαδού 417,92 τ.μ., σε συμμόρφωση προς την 3754/2008 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, και το εν λόγω ακίνητο είχε τεθεί εκτός σχεδίου πόλεως με τους ισχύοντες όρους και περιορισμούς δόμησης της εκτός σχεδίου δόμησης και β) αντικαταστάθηκε το τοπογραφικό διάγραμμα που είχε δημοσιευθεί με την απόφαση αυτή στο ΦΕΚ.
3. Επειδή, όπως έχει κριθεί, τα διαγράμματα που συνοδεύουν τις πράξεις τροποποίησης ρυμοτομικού σχεδίου αποτελούν ουσιώδες στοιχείο των πράξεων αυτών και πρέπει να συνδημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (πρβλ. ΣτΕ 2103/2006, 1209/1998, 1624/1997, 232/1995 κ.ά.). Εν προκειμένω, αντίγραφο του αρχικού τοπογραφικού διαγράμματος, στο οποίο αποτυπώνονται οι προαναφερθείσες ρυμοτομικές ρυθμίσεις, συνδημοσιεύθηκε μεν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση Φ5570/5048/29.11.2013 του Γ.Γ. της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής (ΑΑΠ 461/2013), πλην το πρωτότυπο διάγραμμα δεν επεστράφη στην Υπηρεσία. Το γεγονός αυτό οδήγησε στη συνέχεια στην έκδοση της προσβαλλομένης που επανέλαβε το περιεχόμενο της προγενέστερης πράξης και αντικατέστησε το δημοσιευθέν διάγραμμα (πρβλ. το Φ5570/οικ5856/27.12.2013 έγγραφο της Α.Δ. Αττικής προς το Εθνικό Τυπογραφείο καθώς και το έγγραφο των απόψεων της Διοίκησης προς το Δικαστήριο). Κατά συνέπεια, εφόσον με την Φ5570/335/31.3.2014 προσβαλλόμενη απόφαση του Γ.Γ. της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής επαναλήφθηκαν οι ρυμοτομικές και πολεοδομικές ρυθμίσεις της Φ5570/5048/29.11.2013 απόφασής του, οι οποίες άλλωστε δεν θα μπορούσαν, κατ’ αρχήν, να τύχουν εφαρμογής χωρίς το πρωτότυπο τοπογραφικό διάγραμμα, η πράξη αυτή αντικατέστησε στο σύνολό της την προγενέστερη πράξη του ιδίου οργάνου. Ως εκ τούτου, η προσβαλλομένη είναι η μόνη ισχύουσα ως προς τις ρυμοτομικές και πολεοδομικές ρυθμίσεις που επιβάλλει, παραδεκτώς δε πλήττεται, από την άποψη αυτή, με την υπό κρίση αίτηση.
4. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση ασκείται με έννομο συμφέρον από τον αιτούντα, αλλά και εμπροθέσμως, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά εντοπισμένη τροποποίηση του σχεδίου πόλεως σε ακίνητο που φέρεται να ανήκει στον αιτούντα και από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει κοινοποίηση ή γνώση της προσβαλλομένης σε χρόνο που να καθιστά εκπρόθεσμη την αίτηση (πρβλ. ΣτΕ 2876/2012, 3589/2007 κ.ά.).
5. Επειδή, το άρθρο 32 παρ. 2 του ν. 4067/2012 (Α΄ 79), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της προσβαλλομένης, ορίζει ότι «Για την τροποποίηση του σχεδίου με σκοπό τη διοικητική εφαρμογή της δικαστικής απόφασης που αίρει ή ανακαλεί τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση και της αυτοδίκαιης άρσης λαμβάνονται υπόψη όλες οι προστατευτικές διατάξεις για το περιβάλλον και ιδίως οι διατάξεις για τις αρχαιότητες, τον αιγιαλό και την παραλία, τα δάση, τους προστατευόμενους φυσικούς σχηματισμούς κ.λπ. που ισχύουν κατά το χρόνο της τροποποίησης. Σε περίπτωση που δεν μπορεί να τροποποιηθεί το σχέδιο πόλης και να ενταχθεί η ιδιοκτησία σε οικοδομικό τετράγωνο λόγω των υφισταμένων στην περιοχή απαγορεύσεων και ρυθμίσεων, τότε δημιουργείται σε αυτήν ζώνη ελεύθερου χώρου ή τίθεται εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και ορίζονται σε αυτήν ειδικοί όροι χρήσης και δόμησης […]». Εξάλλου, όπως έχει κριθεί, η Διοίκηση, όταν διαπιστώνει ότι συντρέχουν κατ’ αρχήν οι προϋποθέσεις για την άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή ρυμοτομικού βάρους, είτε κατά την εξέταση αιτήματος του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη που έχει υποβληθεί δια της διοικητικής οδού είτε ύστερα από την έκδοση δικαστικής απόφασης που ακυρώνει την άρνηση της Διοίκησης να ικανοποιήσει το σχετικό αίτημα, οφείλει να επιληφθεί, προκειμένου να προβεί στην άρση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή του ρυμοτομικού βάρους και, ταυτοχρόνως, να ρυθμίσει εκ νέου το πολεοδομικό καθεστώς του συγκεκριμένου ακινήτου. Στη ρύθμιση αυτή προβαίνει η Διοίκηση ενόψει της υποχρέωσής της που απορρέει από τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη προστασία της ιδιοκτησίας, με συνεκτίμηση των κριτηρίων του άρθρου 24 του Συντάγματος. Η Διοίκηση, δηλαδή, δεν δεσμεύεται να καταστήσει, άνευ ετέρου, το ακίνητο οικοδομήσιμο, αλλά οφείλει να εξετάσει αν συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου δεν επιτρέπουν τη δόμησή του και, περαιτέρω, να συνεκτιμήσει, κατά τρόπο τεκμηριωμένο, αφενός μεν τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου ακινήτου, καθώς και τα χαρακτηριστικά και το νομοθετικό καθεστώς του οικισμού και της ευρύτερης περιοχής στην οποία αυτό εντάσσεται, αφετέρου δε τις πολεοδομικές ανάγκες, στις οποίες περιλαμβάνεται προεχόντως η ανάγκη δημιουργίας κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων, καθώς και τον πολεοδομικό σχεδιασμό της περιοχής και, τέλος, τις δεσμεύσεις και κατευθύνσεις τυχόν υφισταμένου χωροταξικού σχεδίου ή Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου ή άλλων συναφών σχεδίων, προκειμένου να αποφεύγονται οι αποσπασματικές ρυθμίσεις. Ενόψει δε όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, η Διοίκηση οφείλει να κρίνει αν η ιδιοκτησία πρέπει, για κάποιο νόμιμο λόγο, να παραμείνει εκτός πολεοδομικού σχεδιασμού ή να δεσμευθεί εκ νέου, με την επανεπιβολή ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή ρυμοτομικού βάρους, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η δυνατότητα άμεσης αποζημίωσης των θιγόμενων ιδιοκτητών, ή να καταστεί οικοδομήσιμη, είτε με τους γενικούς όρους δόμησης είτε, ενδεχομένως, με ειδικούς όρους δόμησης, που πρέπει να καθορισθούν (ΣτΕ 2142/2016 7μ., 3908/2007 7μ. κ.ά.). Η συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων πρέπει να ερευνάται τελικώς από το όργανο που έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα και η σχετική κρίση του πρέπει να έχει πλήρη και ειδική αιτιολογία, που μπορεί να προκύπτει και από τα στοιχεία του φακέλου. Κατά την έρευνα της συνδρομής σοβαρής πολεοδομικής ανάγκης που επιβάλλει την εκ νέου δέσμευση του ακινήτου και σοβαρής πρόθεσης και δυνατότητας για άμεση περαίωση της διαδικασίας συντέλεσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσής του, πρέπει να συνεκτιμάται η συμπεριφορά της Διοίκησης κατά το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την αρχική επιβολή του ρυμοτομικού βάρους μέχρι την άρση του, αλλά και το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την εκ νέου επιβολή του βάρους αυτού. Εξάλλου, η υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις επιβαλλόμενη νέα απαλλοτρίωση δεν αντιβαίνει ούτε προς τις συνταγματικές διατάξεις περί προστασίας της ιδιοκτησίας ούτε προς την υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται με τις ακυρωτικές αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων (ΣτΕ 2142/2016 7μ., πρβλ. ΣτΕ 1803/2015, 776/2008, 3935/2006, 3731/2005, 2297/2004).
6. Επειδή, περαιτέρω, η νομοθεσία περί κοιμητηρίων, όπως οι σχετικές διατάξεις ίσχυαν κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλομένης, καθορίζει τους όρους ίδρυσης των κοιμητηρίων (νεκροταφείων), τη θέση τους, καθώς και τις αποστάσεις από τα όρια περιοχών εντός σχεδίου πόλεως, τα φρέατα ποσίμου ύδατος, τα νοσοκομεία κ.λπ. Ειδικότερα, ο α.ν. 582/1968 (Α΄ 225) ορίζει στο άρθρο 1 ότι «1. Η ίδρυσις και συντήρησις κοιμητηρίων (νεκροταφείων) ανήκει εις την αποκλειστικήν αρμοδιότητα των δήμων και κοινοτήτων. 2. Οι δήμοι και αι κοινότητες υποχρεούνται να φροντίζουν εγκαίρως δια την εξασφάλισιν των απαιτουμένων χώρων, κειμένων κατ’ αρχήν εκτός σχεδίου πόλεως και μακράν κατωκημένων περιοχών δια κοιμητήρια, να περιβάλλουν δε πάντοτε ταύτα δια φυτειών, (δένδρων και θάμνων), επί ζώνης επαρκούς πλάτους. Εφ’ οιουδήποτε χώρου απαλλοτριουμένου προς ίδρυσιν νέου κοιμητηρίου επιβάλλεται να δημιουργηθή απαραιτήτως εντός της προοριζομένης δια τον σκοπόν τούτον εκτάσεως η ως άνω ζώνη πρασίνου […]». Επίσης, το άρθρο 1 του π.δ. 1128/1980 (Α΄ 284), το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του α.ν. 445/1968 (Α΄ 130), προβλέπει για τη θέση των κοιμητηρίων ότι «1. Τα ιδρυόμενα ή επεκτεινόμενα κοιμητήρια δέον να απέχουν τουλάχιστον 250 μ. εκ του άκρου του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, 100 μ. εκ μεμονωμένων κατοικιών, 100 μ. εκ φρεάτων και 50 μ. εκ πηγών ποσίμου ύδατος […] 2. Απαγορεύεται η έγκρισις νέου ή η επέκτασις υφισταμένου σχεδίου πόλεως, η ανόρυξις φρέατος ποσίμου ύδατος και η ίδρυσις νέων νοσοκομείων ή κλινικών εις αποστάσεις μικροτέρας των ως άνω καθοριζομένων εξ υφισταμένων κοιμητηρίων. 3. […]» (βλ. και άρθρο 190 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, π.δ. 4.7.1999, Δ΄ 580). Περαιτέρω, το άρθρο 29 του ν. 2508/1997 (Α΄ 124) ορίζει τα εξής: «1. α. Με απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου, μετά από γνώμη του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, δύναται να μειώνεται η απόσταση των ιδρυόμενων ή επεκτεινόμενων κοιμητηρίων που ορίστηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του π.δ/τος 1128/1980 […], εφόσον η μείωση αυτή δεν επιφέρει επιπτώσεις στο οικιστικό περιβάλλον και στην προστασία της δημόσιας υγείας και πάντως σε καμία περίπτωση η απόσταση αυτή να μην είναι μικρότερη των εκατόν πενήντα (150) μέτρων από το άκρο του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης και εβδομήντα πέντε (75) μέτρων από μεμονωμένες νομίμως υφιστάμενες κατοικίες […] γ. Η κατά το ανωτέρω π.δ. 1128/1980 απόσταση των διακοσίων πενήντα (250) μέτρων για την έγκριση νέου ή επέκταση σχεδίου πόλεως από υφιστάμενα μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος κοιμητήρια, δύναται να μειωθεί μέχρι πενήντα (50) μέτρα, με την προϋπόθεση ότι μεταξύ του προς επέκταση σχεδίου πόλεως και του κοιμητηρίου υπάρχουν κοινόχρηστοι χώροι ή χώροι πρασίνου και επιπλέον δεν προκύπτει κίνδυνος ρύπανσης ή μόλυνσης του υπόγειου υδροφόρου στρώματος, αποδεικνυομένου από υδρογεωτεχνική μελέτη, που εγκρίνεται από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας. Η ανωτέρω απόσταση των πενήντα (50) μέτρων δύναται να μειωθεί στα είκοσι (20) μέτρα με απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου, μετά από γνώμη του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Με απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες των ανωτέρω. 2. […]». Τέλος, κατ’ επίκληση της ανωτέρω εξουσιοδότησης εκδόθηκε η 26882/5769/1998 κ.υ.α. «Καθορισμός δικαιολογητικών και διαδικασίας για τη μείωση των αποστάσεων των ιδρυομένων ή επεκτεινομένων κοιμητηρίων» (Δ΄ 838).
7. Επειδή, εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου που διαβίβασε η Διοίκηση προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: Με το από 30.10/13.11.1968 β.δ. (Δ΄ 216) τροποποιήθηκε και επεκτάθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο Ν. Λιοσίων (Αττικής), καθορίσθηκαν οι όροι και περιορισμοί δόμησης των οικοπέδων αυτού και προβλέφθηκε χώρος νεκροταφείου, στον οποίο φαίνεται να περιελήφθη και ακίνητο που απέκτησε μεταγενεστέρως ο αιτών, τη δέσμευση δε αυτή διατήρησε και το από 1.8/12.9.1970 β.δ. (Δ΄ 192), με το οποίο τροποποιήθηκε το ως άνω ρυμοτομικό σχέδιο σε ορισμένα οικοδομικά τετράγωνα καθώς και στον «κοινόχρηστο χώρο 812». Ακολούθως, κατ’ επίκληση των διατάξεων του ν. 1337/1983 εκδόθηκε η απόφαση 9800/1393/1991 του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (Δ΄ 226), με την οποία εγκρίθηκε το ΓΠΣ του Δήμου Ν. Λιοσίων (όπως συμπληρώθηκε στη συνέχεια με την 3477/725/1995 απόφαση του ιδίου Υπουργού, Δ΄ 79). Επίσης, με την απόφαση 79711/5153/1992 του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (Δ΄ 1374) εγκρίθηκε το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Δήμου Αγ. Αναργύρων και τμήματος του Δήμου Ν. Λιοσίων, δημιουργήθηκαν οκτώ πολεοδομικές ενότητες-γειτονιές (ΠΕ) στον Δήμο Αγ. Αναργύρων, ορίσθηκε ότι η ΠΕ 7 περιλαμβάνει και εξυπηρετεί πολεοδομικά τμήμα του Δήμου Ν. Λιοσίων, ενώ προβλέφθηκε και η δημιουργία νεκροταφείου στον ορεινό όγκο του Αιγάλεω και στα όρια των Δήμων Ν. Λιοσίων και Καματερού, που θα εξυπηρετεί τους Δήμους Ν. Λιοσίων, Αγ. Αναργύρων, Περιστερίου-Πετρουπόλεως-Καματερού (βλ. παρ. 1 περ. Α υποπερ. Β΄ της απόφασης). Εξάλλου, με την 3754/2008 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτό, ύστερα από προσφυγή του αιτούντος, ότι με το από 30.10.1968 β.δ. χαρακτηρίσθηκε ως χώρος νεκροταφείου το Ο.Τ. 812 στον Δήμο Ιλίου Αττικής, ότι με το εν λόγω διάταγμα κηρύχθηκαν απαλλοτριωτέες οι εντός αυτού ευρισκόμενες ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων και ακίνητο του αιτούντος εμβαδού 417, 92 τ.μ. στη διασταύρωση της Λεωφόρου Θηβών αρ. 415 με την οδό Σεφέρη, ότι έκτοτε παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των 36 ετών χωρίς η Διοίκηση να προβεί σε ενέργειες για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και ότι το διάστημα αυτό υπερβαίνει τα εύλογα όρια εντός των οποίων είναι συνταγματικά ανεκτή η επιβάρυνση της ιδιοκτησίας του προσφεύγοντος. Με τις ως άνω αιτιολογίες το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών ακύρωσε την άρνηση της Διοίκησης να άρει τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση που είχε επιβληθεί στο επίμαχο ακίνητο με το από 30.10.1968 β.δ. και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου αυτή να προβεί στην οφειλόμενη, κατά το σκεπτικό της απόφασης, νόμιμη ενέργεια. Στη συνέχεια, μετά από αιτήσεις του αιτούντος, το Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών με το 1310/2011 πρακτικό του διαπίστωσε αδικαιολόγητη καθυστέρηση της Διοίκησης (Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής) να συμμορφωθεί προς την προαναφερθείσα απόφασή του και την κάλεσε να συμμορφωθεί εντός τριμήνου από την κοινοποίηση του πρακτικού. Μετά ταύτα, συνετάγη η Φ5570/1421/12, Φ5493/5070/11/23.4.2012 εισήγηση του Τμήματος Πολεοδομικού Σχεδιασμού και Εφαρμογών της Α.Δ. Αττικής προς το ΣΥΠΟΘΑ, στην οποία αναφέρεται, με βάση τα διαβιβασθέντα στην εν λόγω υπηρεσία στοιχεία, ότι στον προϋπολογισμό έτους 2011 του Δήμου Ιλίου εγγράφηκε πίστωση ποσού 174.657,13 ευρώ για την κάλυψη της δαπάνης του ακινήτου σύμφωνα με την αντικειμενική του αξία, ότι σύμφωνα με το ισχύον ΓΠΣ (απόφαση Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ 9800/1393/1991, Δ΄ 226 και 1η τροποποίηση με την 3477/725/1995 απόφαση του ιδίου Υπουργού, Δ΄ 79), το ακίνητο βρίσκεται εντός περιοχής Γενικής Κατοικίας, ότι με την 390/2010 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Ιλίου εγκρίθηκε η επανεπιβολή της απαλλοτρίωσης στο ακίνητο και η αύξηση του χώρου του νεκροταφείου, διότι αυτό δεν θα μεταφερθεί σύντομα σε άλλη θέση, το δε ακίνητο είναι σε επαφή με το υπόλοιπο Ο.Τ. 812 και δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως οικοδομήσιμος χώρος λόγω μη τήρησης των ελάχιστων αποστάσεων από το νεκροταφείο και ότι κατόπιν των ανωτέρω η Υπηρεσία εισηγείται, δοθέντος και ότι σύμφωνα με το ισχύον ΓΠΣ το ακίνητο βρίσκεται σε περιοχή Γενικής Κατοικίας και στην περιοχή αυτή δεν προβλέπεται χώρος νεκροταφείου, την απόρριψη του αιτήματος για τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου χωρίς άρση ή με επανεπιβολή της απαλλοτρίωσης και την επιστροφή του φακέλου στον Δήμο Ιλίου, προκειμένου να εξετασθεί η αλλαγή χρήσης του χώρου σε άλλο ΚΧ και η ταυτόχρονη άρση της απαλλοτρίωσης του ακινήτου. Ακολούθησε, κατόπιν του πρακτικού 1/θέμα 6ο/25.5.2012 του ΣΥΠΟΘΑ, η έκδοση της απόφασης Φ5570/3129/12/25.6.2012 του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του Δήμου Ιλίου για την άρση και επανεπιβολή της απαλλοτρίωσης για την επέκταση του νεκροταφείου. Εν τέλει, μετά από αλληλογραφία της Διοίκησης με τον Δήμο Ιλίου και τον αιτούντα και την υποβολή πρότασης εκ μέρους του τελευταίου για την άρση της απαλλοτρίωσης και τον καθορισμό οικοδομήσιμου χώρου στο προαναφερθέν ακίνητό του, απεστάλη στην Α.Δ. Αττικής το 16050/2.4.2013 έγγραφο του Δημάρχου Ιλίου, με το οποίο διαβιβάσθηκε η 82/2013 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου για την εγγραφή πίστωσης στον προϋπολογισμό έτους 2013 ύψους 175.000 ευρώ για την απαλλοτρίωση του προαναφερθέντος ακινήτου, ενώ στη συνέχεια απεστάλη και το από Φεβρουάριο 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του “Ο.Τ. 812-ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ”. Στο εν λόγω διάγραμμα και υπό τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α αποτυπώνεται «θεσμοθετημένος» χώρος νεκροταφείου με το από 30.10.1968 β.δ. και εντός αυτού (εν μέρει δε και εκτός) «υφιστάμενος χώρος νεκροταφείου» υπό τα στοιχεία α-β-γ-δ-ε-ζ-η-θ-ι-α. Εξάλλου, το ακίνητο του αιτούντος, στο οποίο φαίνεται να υφίσταται και κτίσμα, αποτυπώνεται υπό τα στοιχεία 1, ζ, 2, Θ, 3, 1 στο νοτιοανατολικό άκρο του Ο.Τ. 812 στη διασταύρωση της Λεωφόρου Θηβών με την οδό Σεφέρη, εκτός μεν του υφισταμένου νεκροταφείου και εφαπτόμενο εν μέρει με αυτό επί πλευράς 1-ζ, εντός όμως του πολυγώνου που εμφαίνεται με πράσινη γραμμή, το οποίο οριοθετεί τη «θεσμοθετημένη» με το ανωτέρω β.δ. έκταση νεκροταφείου. Από το ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα προκύπτει, ακόμη, ότι η ευρύτερη αυτή έκταση του νεκροταφείου (Ο.Τ. 812) περικλείεται από οδούς και πέραν αυτών από οικοδομικά τετράγωνα των σχεδίων πόλεως του Δήμου Ιλίου (Ο.Τ. 811, 810, 813α, 813, 859-σχολείο, 860Α) και του Δήμου Περιστερίου (Ο.Τ. 721α, 719), παραπλεύρως δε του «υφισταμένου χώρου νεκροταφείου», στην ίδια πλευρά με το ακίνητο του αιτούντος επί της οδού Σεφέρη, απεικονίζονται κτίσματα εντός της έκτασης που οριοθετείται με πράσινη γραμμή. Επακολούθησε η Φ5570/3551/31.7.2013 εισήγηση του Τμήματος Πολεοδομικού Σχεδιασμού και Εφαρμογών της Α.Δ. Αττικής προς το Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥΠΟΘΑ) ΠΕ Δυτικού Τομέα Αθηνών, στην οποία παρατίθεται το ιστορικό της υπόθεσης και, μεταξύ άλλων, εκτίθεται ότι ο Δήμος Ιλίου αποφάσισε την εγγραφή του ποσού της αποζημίωσης της ιδιοκτησίας για την επέκταση νεκροταφείου στον προϋπολογισμό του έτους 2013, γεγονός που δηλώνει την επιθυμία του για τη χρήση του χώρου και ότι σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 4067/2012 το ακίνητο δύναται να ρυθμιστεί πολεοδομικά με τους ακόλουθους τρόπους: α) να χαρακτηριστεί ως κοινόχρηστος χώρος (ΚΧ), β) να δημιουργηθεί σε αυτό ζώνη ελεύθερου χώρου και γ) να τεθεί εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και να ορισθούν σε αυτό ειδικοί όροι χρήσης και δόμησης, διότι δεν μπορεί να ενταχθεί η ιδιοκτησία σε οικοδομικό τετράγωνο λόγω των υφισταμένων στην περιοχή απαγορεύσεων και ρυθμίσεων. Κατά την αυτή εισήγηση, η β΄ εκδοχή (δημιουργία ζώνης ελεύθερου χώρου) είναι άνευ αντικειμένου, γιατί το ακίνητο εμπίπτει εξ ολοκλήρου εντός της απαγορευτικής ζώνης των 250 μ. από το κοιμητήριο. Επίσης, και η γ΄ εκδοχή (χαρακτηρισμός ως εκτός σχεδίου και καθορισμός ειδικών όρων δόμησης) δεν πληροί τις προϋποθέσεις της εκτός σχεδίου δόμησης (π.δ./24.5.1985, Δ΄ 270), αν και στο ακίνητο υφίσταται κτίσμα και θα μπορούσαν να προταθούν ως ειδικοί όροι δόμησης τα ήδη υλοποιημένα μεγέθη, πλην δεν προσκομίσθηκαν στοιχεία νομιμότητας του κτίσματος. Τέλος, ως προς την α΄ εκδοχή, στην εισήγηση αναφέρεται ότι τα κοιμητήρια πρέπει να περιβάλλονται από ΚΧ Πρασίνου για οπτική και λειτουργική απομόνωση από το περιβάλλον τους, καθώς και ότι το ακίνητο θα μπορούσε να ορισθεί ως ΚΧ Στάθμευσης που θα εξυπηρετεί το κοιμητήριο, ώστε να απελευθερωθεί έκταση εντός του υπάρχοντος κοιμητηρίου, ρύθμιση που θα καλύπτει και την ανάγκη που διατύπωσε ο Δήμος Ιλίου. Με βάση τα ανωτέρω η εισήγηση πρότεινε α) την απόρριψη του αιτήματος του ενδιαφερομένου για τον χαρακτηρισμό του ακινήτου ως οικοδομήσιμου χώρου και β) την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου με χαρακτηρισμό του ακινήτου είτε ως ΚΧ Πρασίνου είτε ως ΚΧ Στάθμευσης, κατά την κρίση του ΣΥΠΟΘΑ. Όμως, το ΣΥΠΟΘΑ, με το 4/17.10.2013 πρακτικό του τάχθηκε υπέρ της άρσης της απαλλοτρίωσης και τη θέση του ακινήτου εκτός σχεδίου πόλεως με τους ισχύοντες όρους και περιορισμούς δόμησης της εκτός σχεδίου δόμησης, με τις ακόλουθες αιτιολογίες: «…α) δεν έχει τεκμηριωθεί από το Δήμο η πολεοδομική αναγκαιότητα διατήρησης του κοινωφελούς χώρου και δεν έχει προταθεί νέα χρήση σε αυτό, παρά τα αναφερόμενα στην … Φ5570/3129/12 απόφαση του Γεν. Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής … και στην αλληλογραφία του ΥΠΕΚΑ και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής με τον οικείο Δήμο, β) επίσης, δεν έχει αποδειχθεί η οικονομική δυνατότητα του Δήμου για την προσήκουσα αποζημίωση των δικαιούχων (με αντικειμενικές αξίες) ενώ το ποσόν των 175.000 ευρώ έχει δεσμευτεί στον προϋπολογισμό ως “χώρο νεκροταφείου”, ενώ έχει αποκλειστεί η δυνατότητα επέκτασης του ήδη λειτουργούντος νεκροταφείου, γ) η υπό άρση έκταση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως οικοδομήσιμος χώρος, λόγω της επαφής της με τον “χώρο νεκροταφείου” και θα παραβιάζονταν οι διατάξεις του άρθρου 29 του π.δ. 1128/1980 [ορθ. άρθρου 29 ν. 2508/1997]…». Μετά ταύτα, σε συμμόρφωση προς την 3754/2008 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ο Γενικός Γραμματέας της Α.Δ. Αττικής εξέδωσε την Φ5570/5048/29.11.2013 απόφαση (ΑΑΠ 461/2013), με την οποία, αποδεχόμενος την ανωτέρω γνωμοδότηση του ΣΥΠΟΘΑ και υιοθετώντας τις αιτιολογίες της (βλ. στοιχ. 38 του προοιμίου), τροποποίησε το ρυμοτομικό σχέδιο με άρση της απαλλοτρίωσης και έθεσε το ακίνητο του αιτούντος εκτός σχεδίου πόλεως. Τέλος, όπως ήδη εκτέθηκε, με την Φ5570/335/31.3.2014 προσβαλλόμενη απόφαση του αυτού Γενικού Γραμματέα (ΑΑΠ 198/2014), επαναλήφθηκε το περιεχόμενο της ανωτέρω προγενέστερης απόφασής του και αντικαταστάθηκε το τοπογραφικό διάγραμμα που είχε δημοσιευθεί με αυτήν στο ΦΕΚ.
8. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται, μεταξύ άλλων, ότι η προσβαλλομένη εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 32 παρ. 2 του ν. 4067/2012 (ΝΟΚ) και του άρθρου 17 (παρ. 1 και 2) του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας διότι δεν φέρει νόμιμη και πλήρη αιτιολογία, αλλά και των άρθρων 17 (παρ. 1 και 2) και 25 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, ο αιτών ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη εκδόθηκε αναιτιολόγητα και κατά παράβαση της παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 4067/2012, διότι, κατά τις διατάξεις αυτές, α) μετά την άρση της απαλλοτρίωσης στο ακίνητο επιβάλλεται να τεθούν ειδικοί όροι χρήσης και δόμησης, β) όταν είναι δυνατόν να τεθεί ένα ακίνητο εκτός σχεδίου δεν μπορεί να ισχύσουν για το συγκεκριμένο ακίνητο οι όροι χρήσης και δόμησης που ισχύουν εν γένει για τις εκτός σχεδίου περιοχές, αλλά ειδικοί όροι χρήσης και δόμησης, γ) η θέση της ιδιοκτησίας εκτός σχεδίου αποφασίσθηκε χωρίς να συντρέχει προς τούτο λόγος, αφού με το από 30.10.1968 β.δ. καθορίσθηκαν τα ελάχιστα όρια εμβαδού, προσώπου και βάθους των οικοπέδων τα οποία τηρεί το ακίνητο του αιτούντος και δ) με το ανωτέρω β.δ. δεν τίθενται ειδικότερες ρυθμίσεις και απαγορεύσεις συνεπεία των οποίων να καθίσταται η ιδιοκτησία του αιτούντος μη άρτια και μη οικοδομήσιμη ή να επιβάλλεται η θέση αυτής εκτός σχεδίου πόλεως. Προβάλλεται δε, περαιτέρω, ότι η θέση του ακινήτου εκτός σχεδίου πόλεως συνιστά δυσμενέστατη μεταβολή, διότι η ιδιοκτησία του αιτούντος στερείται του προορισμού της που συνίσταται στην ανοικοδόμηση εντός του οικοπέδου και αξιοποίηση της όλης ιδιοκτησίας ως κατοικίας, ότι η ιδιοκτησία καθίσταται αδρανής και εξαφανίζεται, αφού δεν μπορεί να αξιοποιηθεί κατά βούληση και κατά προορισμό, ότι η ανωτέρω μεταβολή δεν επιβάλλεται από εξειδικευμένα στην προσβαλλόμενη πράξη χωροταξικά κριτήρια ούτε συνοδεύεται από αποζημίωση του αιτούντος και ούτε είναι συναφής με τον προορισμό της και ότι η μεταβολή αυτή δεν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. Αντιθέτως προς τους ανωτέρω ισχυρισμούς του αιτούντος, η Διοίκηση υποστηρίζει ότι στη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία είναι θεσμοθετημένος και υφίσταται “Χώρος Νεκροταφείου”, το επίμαχο ακίνητο δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως οικοδομήσιμος χώρος λόγω της επαφής του με τον χώρο του νεκροταφείου, διότι θα παραβιάζονταν οι διατάξεις του άρθρου 29 του π.δ. 1128/1980 [ορθ. άρθρου 29 ν. 2508/1997], όπως αναφέρεται στη γνωμοδότηση του αρμοδίου ΣΥΠΟΘΑ, ότι ενόψει του περιορισμού αυτού θα ήταν δυνατό στη θέση της ιδιοκτησίας είτε να δημιουργηθεί ζώνη ελευθέρου χώρου ή αυτή να τεθεί εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου, ότι κατά τον χρόνο συνεδρίασης του αρμοδίου ΣΥΠΟΘΑ δεν είχε αποδειχθεί η οικονομική δυνατότητα του Δήμου Ιλίου για την καταβολή της προσήκουσας αποζημίωσης, με συνέπεια η ιδιοκτησία να τεθεί εκτός σχεδίου, ότι ελλείψει της παραπάνω οικονομικής δυνατότητας δεν ήταν επιτρεπτή η εκ νέου επιβολή της απαλλοτρίωσης και ότι ο ισχυρισμός του αιτούντος, κατά τον οποίο οι “ειδικοί όροι χρήσης και δόμησης” δεν θα μπορούσαν να είναι οι γενικώς ισχύοντες όροι και περιορισμοί δόμησης της εκτός σχεδίου περιοχής, αλλά θα έπρεπε να είναι ανάλογοι με αυτούς εντός σχεδίου, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους κανόνες της πολεοδομικής επιστήμης, αλλά και προς τις διατάξεις της παρ. ΙΙ.19 του άρθρου 280 του ν. 3852/2010 που καθορίζουν την αρμοδιότητα έγκρισης της εν λόγω πολεοδομικής ρύθμισης από τον Γενικό Γραμματέα της Α.Δ. Αττικής. Η Διοίκηση υποστηρίζει, ακόμη, ότι είναι εσφαλμένος ο ισχυρισμός του αιτούντος, κατά τον οποίο το επίμαχο ακίνητο με το από 30.10.1968 β.δ. είναι “καθ’ όλα άρτιο και οικοδομήσιμο”, διότι στο εν λόγω οικοδομικό τετράγωνο υφίστατο μόνο ρυμοτομική γραμμή και όχι οικοδομική, ότι βάσει του διατάγματος ρυμοτομίας της περιοχής η εν λόγω ιδιοκτησία δεν μπορούσε να οικοδομηθεί, ότι η προτεινόμενη από τον ενδιαφερόμενο τροποποίηση του σχεδίου -που αξιολογήθηκε από τη Διοίκηση- δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς, καθώς δεν εξέτασε το πρόβλημα της άμεσης γειτνίασης της πολεοδομικά αρρύθμιστης ιδιοκτησίας με το υφιστάμενο κοιμητήριο και ότι η απαγόρευση της επέκτασης σχεδίων πόλης πλησίον των κοιμητηρίων και η θέσπιση κριτηρίων και περιορισμών για την ανέγερση οικοδομών ή κατοικιών πλησίον αυτών, είναι επωφελής για το κοινωνικό σύνολο και συνάδει τόσο με την προστασία του περιβάλλοντος όσο και των πολιτών.
9. Επειδή, η προσβαλλόμενη απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Α.Δ. Αττικής εκδόθηκε, κατ’ επίκληση πλην άλλων των διατάξεων του ν. 4067/2012 και σε συμμόρφωση προς την προαναφερθείσα 3754/2008 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Σύμφωνα με όσα δέχθηκε η παραπάνω απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την τροποποίηση και επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου Ν. Λιοσίων Αττικής το ακίνητο του αιτούντος, εμβαδού 417,92 τ.μ., κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο με το από 30.10.1968 β.δ. και περιελήφθη σε ευρύτερη έκταση που καθορίσθηκε ως χώρος νεκροταφείου, ενώ η δέσμευση αυτή του ακινήτου διατηρήθηκε και με το μεταγενέστερο από 1.8.1970 β.δ. που τροποποίησε το ρυμοτομικό σχέδιο. Μεταγενεστέρως, και πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, ενόψει των ορισμών και κατευθύνσεων του ισχύοντος ΓΠΣ Ν. Λιοσίων, το οποίο προβλέπει χρήση Γενικής Κατοικίας στην περιοχή που βρίσκεται το ακίνητο του αιτούντος (βλ. την Φ5570/1421/12, Φ5493/5070/11/23.4.2012 εισήγηση του Τμήματος Πολεοδομικού Σχεδιασμού και Εφαρμογών της Α.Δ. Αττικής), με την Φ5570/3129/12/25.6.2012 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Α.Δ. Αττικής απορρίφθηκε πρόταση του Δήμου Ιλίου για την άρση και επανεπιβολή της απαλλοτρίωσης με σκοπό την επέκταση του νεκροταφείου. Στη συνέχεια, το αυτό Τμήμα Πολεοδομικού Σχεδιασμού της Α.Δ. Αττικής με την Φ5570/3551/31.7.2013 εισήγησή του προς το ΣΥΠΟΘΑ (ΠΕ Δυτικού Τομέα Αθηνών), αφού έλαβε υπόψη τα ανωτέρω καθώς και τους περιορισμούς που απορρέουν από τη γειτνίαση του ακινήτου του αιτούντος με το «υφιστάμενο» και το «θεσμοθετημένο» νεκροταφείο, εξέτασε ορισμένες λύσεις που αποτελούν τις προσήκουσες, κατά την άποψη της Υπηρεσίας, πολεοδομικές ρυθμίσεις προκειμένου η Διοίκηση να συμμορφωθεί προς την 3754/2008 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και τάχθηκε υπέρ της τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου και της επανεπιβολής απαλλοτρίωσης στο ανωτέρω ακίνητο με τον χαρακτηρισμό του είτε ως ΚΧ πρασίνου είτε ως ΚΧ στάθμευσης. Εν τούτοις, η εισήγηση αυτή δεν έγινε δεκτή από το οικείο ΣΥΠΟΘΑ, το οποίο γνωμοδότησε υπέρ της άρσης της απαλλοτρίωσης και της θέσης του επίμαχου ακινήτου εκτός σχεδίου πόλεως, με τις προαναφερθείσες αιτιολογίες. Εν συνεχεία, ο Γενικός Γραμματέας της Α.Δ. Αττικής με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποδεχόμενος την ανωτέρω γνωμοδότηση και υιοθετώντας τις αιτιολογίες της (βλ. στοιχ. 38 του προοιμίου της προσβαλλομένης), τροποποίησε το ρυμοτομικό σχέδιο με άρση της απαλλοτρίωσης και έθεσε το ακίνητο του αιτούντος εκτός σχεδίου πόλεως. Σύμφωνα, όμως, με όσα εκτέθηκαν σε προηγούμενη σκέψη (ανωτ. σκ. 5) και υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, οι προπαρατεθείσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι νόμιμες για τους ακόλουθους λόγους: α) το επίμαχο ακίνητο με βάση τη θέση του και τις σχετικές ρυμοτομικές ρυθμίσεις που ίσχυαν στην περιοχή δεν αποτελούσε έκταση εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά περιελήφθη από το έτος 1968 στο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστος [ή κοινωφελής] χώρος, β) από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι το επίμαχο ακίνητο είχε δασική μορφή ή ότι ήταν αρχαιολογικός χώρος ή ότι είχε κάποια από τα μορφολογικά χαρακτηριστικά που ορίζει το άρθρο 32 παρ. 2 του ν. 4067/2012, τα οποία δεν θα επέτρεπαν άλλη χρήση ή και τη δόμησή του, γ) κατά την έκδοση της προσβαλλομένης δεν ελήφθησαν υπόψη οι κατευθύνσεις του ισχύοντος ΓΠΣ, το οποίο, σύμφωνα με την εισήγηση της Υπηρεσίας, προβλέπει για την περιοχή χρήση Γενικής Κατοικίας και όχι χρήση νεκροταφείου, δ) η εισήγηση της Υπηρεσίας δεν έγινε δεκτή από το οικείο ΣΥΠΟΘΑ και από την προσβαλλομένη, με όλως τυπική αιτιολογία, κατά την οποία η εγγραφή ποσού 175.000 ευρώ στον προϋπολογισμό του Δήμου για την απαλλοτρίωση του ακινήτου αφορούσε την επέκταση του νεκροταφείου και όχι τον καθορισμό κοινοχρήστου χώρου ή χώρου στάθμευσης, ε) δεν εκτιμήθηκε το γεγονός ότι το ακίνητο με βάση την έκτασή του δεν πληροί τις προϋποθέσεις της εκτός σχεδίου δόμησης, όπως ορθώς είχε επισημάνει η αρμόδια υπηρεσία της ΑΔ Αττικής στην εισήγησή της προς το ΣΥΠΟΘΑ και στ) ουδόλως εξετάσθηκε, αν μπορούσε στο ακίνητο αυτό να προβλεφθεί κάποια άλλη χρήση (ανθοπωλείου κ.ά.), η οποία θα επέτρεπε την οικονομική αξιοποίησή του, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι τηρητέες αποστάσεις από νεκροταφεία δεν αφορούν εν γένει κάθε χρήση ή δραστηριότητα, αλλά την επέκταση του σχεδίου πόλεως και την απαγόρευση της δόμησης, καθώς και ορισμένων ειδικώς αναφερομένων χρήσεων ή δραστηριοτήτων (νοσοκομείων, φρεάτων πόσιμου ύδατος κ.λπ.). Περαιτέρω, η πολεοδομική αναγκαιότητα διατήρησης κοινόχρηστου ή κοινωφελούς χώρου αλλά και η, κατ’ αρχήν, δυνατότητα του Δήμου Ιλίου να αποζημιώσει τον αιτούντα, προέκυπταν από τα στοιχεία του φακέλου, όπως άλλωστε δέχθηκε και το Τμήμα Πολεοδομικού Σχεδιασμού και Εφαρμογών της Α.Δ. Αττικής, η αντίθετη δε κρίση του ΣΥΠΟΘΑ δεν στηρίζεται σε κάποιο έγγραφο του φακέλου. Εν όψει των ανωτέρω, η έκταξη, απλώς, του ακινήτου του αιτούντος από το σχέδιο πόλεως, για τον λόγο ότι το ακίνητο αυτό βρίσκεται σε επαφή με υφιστάμενο χώρο νεκροταφείου, δεν αρκεί για τη νομιμότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 παρ. 2 του ν. 4067/2012. Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη δεν αιτιολογείται νομίμως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Δοθέντος δε ότι το χρονικό διάστημα δέσμευσης του ακινήτου του αιτούντος από το έτος 1968 έως το 2014 υπερβαίνει τα εύλογα όρια, η Διοίκηση οφείλει να επισπεύσει τις νόμιμες διαδικασίες και να προβεί είτε στην άρση, επανεπιβολή και συντέλεση της απαλλοτρίωσης, με άμεση καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης στον αιτούντα, είτε στην άρση της απαλλοτρίωσης και την πολεοδομική ρύθμιση του ακινήτου με νόμιμη αιτιολογία.
10. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη Φ5570/335/31.3.2014 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, η εξέταση δε των λοιπών προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως παρέλκει ως αλυσιτελής.






