ΣτΕ 2793/2017 [Νόμιμη ΑΕΠΟ μονάδας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ από φυσικό αέριο]
Περίληψη
– Οι ειδικές αναφορές του ΠΠΧΣΑΑ τη Περιφερειακής Στερεάς Ελλάδας, αφενός στη θέση του ΑΗΣ Αλιβερίου και τη λειτουργία του με φυσικό αέριο και αφετέρου στη σημασία του ΑΗΣ ως έργου βασικής υποδομής εθνικής εμβέλειας, δεν έχουν κατευθυντήριο απλώς χαρακτήρα, αλλά αποτελούν προβλέψεις, αρκούντως εξειδικευμένες από χωρική άποψη, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα εγκατάστασης μονάδας με καύσιμο φυσικό αέριο στο γήπεδο του ΑΗΣ. Οι προβλέψεις δε αυτές του χωροταξικού πλαισίου νομίμως αποκλίνουν, δεδομένης και της επιταγής του νομοθέτη για την αντικατάσταση των παλαιών μονάδων της ΔΕΗ, από τους ορισμούς του άρθρου 4 παρ. 3 του από 24/31.5.1985 π.δ., το οποίο, άλλωστε, διέπει εν γένει τις προϋποθέσεις εγκατάστασης νέων βιομηχανικών μονάδων πλησίον των οικισμών της Χώρας και δεν περιέχει κατευθύνσεις ή προβλέψεις χωρικού χαρακτήρα, και μάλιστα ειδικώς για την περιοχή του Αλιβερίου. Τούτο δε, εν όψει και του ότι οι προβλέψεις του ως άνω χωροταξικού πλαισίου είναι ειδικότερες και μεταγενέστερες των ορισμών του από 24/31.5.1985 π.δ. και εν πάση περιπτώσει δεν αφορούν την ίδρυση και κατασκευή, το πρώτον, σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή του Αλιβερίου, αλλά τον εκσυγχρονισμό του υφισταμένου από το έτος 1955 σταθμού με την αντικατάσταση των παλαιών μονάδων και την κατασκευή νέας μονάδας που θα χρησιμοποιεί φιλικότερη προς το περιβάλλον καύσιμη ύλη, με συνέπεια να μην επέρχεται επιδείνωση, όπως ισχυρίζονται οι αιτούντες αλλά βελτίωση στις συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων του παρακείμενου οικισμού.
Υπό τα δεδομένα αυτά, ο προαναφερθείς λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη αντίκειται στο άρθρο 4 (παρ. 3) του από 24/31.5.1985 π.δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει των τριών παράλληλων διαδικασιών δυνάμει των οικείων νομοθετημάτων, οι οποίες αφορούσαν την έκδοση της ΑΕΠΟ, την προστασία των αρχαιοτήτων με την έγκριση της θέσης των υπό ανέγερση εγκαταστάσεων από τα όργανα του Υπουργείου Πολιτισμού και την οριοθέτηση ή διευθέτηση του ρέματος, ο αρχικός όρος της προσβαλλόμενης ΑΕΠΟ έχει την έννοια, κατά το γράμμα και τον σκοπό του, ότι απαγορεύεται η έναρξη οποιασδήποτε εργασίας για την κατασκευή έργων επί του ρέματος προ της οριοθέτησής του και, επομένως, με τα ως άνω πραγματικά και νομικά δεδομένα της υπόθεσης ο όρος αυτός διασφαλίζει, κατ’ αρχήν επαρκώς, την τήρηση της νομοθεσίας για την προστασία των ρεμάτων και στην προκειμένη περίπτωση του διερχομένου από τον ΑΗΣ ρέματος. Ως εκ τούτου, δεν συνιστά πλημμέλεια της προσβαλλόμενης ΑΕΠΟ το γεγονός ότι οι οριογραμμές του ρέματος που διέρχεται από το γήπεδο του ΑΗΣ δεν επικυρώθηκαν πριν από την έκδοσή της, αλλά, κατά τα οριζόμενα στην ίδια την ΑΕΠΟ, μετά την ολοκλήρωση των ανασκαφών και την έγκριση των οργάνων του Υπουργείου Πολιτισμού, συναφώς δε και μετά την τροποποίηση της ΑΕΠΟ, η οποία επέτρεψε την μερική διευθέτηση του ρέματος μετά την οριοθέτησή του, ο περί του αντιθέτου δε λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η ΜΠΕ του έργου, πληροί κατ’ αρχήν, σε σχέση με τα αμφισβητούμενα από τους αιτούντες ζητήματα, τις απαιτήσεις του νόμου και φέρει τα χαρακτηριστικά επιστημονικής μελέτης με λογική θεμελίωση και τεκμηρίωση της συναγόμενης κρίσης, παρέχει δε τη δυνατότητα στη Διοίκηση να προβεί σε πλήρη επιστημονική διερεύνηση των συνεπειών της δραστηριότητας, από την οποία και μόνο δύναται να συνταχθεί η από τον ν. 1650/1985 απαιτούμενη συμμόρφωση προς τις διατάξεις προστασίας του περιβάλλοντος. Συνεπώς ο προαναφερθείς λόγος ακυρώσεως και οι επιμέρους συναφείς ισχυρισμοί, με τους οποίους δεν αμφισβητείται η πληρότητα και η επάρκεια συγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων που τέθηκαν με την προσβαλλόμενη βάσει των σχετικών εκτιμήσεων της ΜΠΕ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με τους ισχυρισμούς αυτούς αμφισβητείται ευθέως η, ακυρωτικώς ανέλεγκτη, τεχνική – επιστημονική κρίση της Διοίκησης, η οποία με την προσβαλλόμενη πράξη έχει υιοθετήσει τα πορίσματα της ΜΠΕ και έχει επιβάλλει τους κατάλληλους, κατά την κρίση της, περιβαλλοντικούς όρους, οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Πρόεδρος: Αθ. Ράντος
Εισηγητής: Δ. Βασιλειάδης
Δικηγόροι: Νικ. Μπελίτση, Ευθ. Γκαράνη, Χαρ. Συνοδινός
Βασικές Σκέψεις
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της 160235/ 17.10.2008 απόφασης των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Ανάπτυξης, Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και Πολιτισμού, με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι του έργου «Εγκατάσταση μιας μονάδας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας καθαρής ισχύος 416,95 MWe, σε συνθήκες ISO, με καύσιμο φυσικό αέριο στον ΑΗΣ Αλιβερίου του Δήμου Ταμυνέων Νότιας Εύβοιας και λειτουργίας του Ατμοηλεκτρικού Σταθμού (ΑΗΣ) Αλιβερίου της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού …».
3. Επειδή, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι αιτούντες δεν παρέστησαν, όμως ο μεν πρώτος ενέκρινε προφορικά την άσκηση της αίτησης από τον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο, οι δε λοιποί ενέκριναν ρητώς την άσκησή της με το 17693/2014 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο.
4. Επειδή, με πρόδηλο έννομο συμφέρον παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης πράξης η ΔΕΗ Α.Ε.
5. Επειδή, οι αιτούντες με έννομο συμφέρον ασκούν την κρινόμενη αίτηση, δεδομένου ότι επικαλούνται εμπράγματα δικαιώματα εξ αδιαιρέτου σε οικία, κειμένη επί ακινήτου 3.350 τ.μ. ομόρου στον ΑΗΣ Αλιβερίου, και ισχυρίζονται ότι βλάπτονται από την έκδοση της προσβαλλομένης, διότι η πράξη αυτή προβλέπει την κατασκευή της νέας μονάδας σε έκταση πλησίον της οικίας τους. Περαιτέρω, οι αιτούντες παραδεκτώς ομοδικούν, καθόσον προβάλλουν κοινούς λόγους ακυρώσεως που ερείδονται στην ίδια νομική και πραγματική βάση, δοθέντος δε ότι η αίτηση ασκήθηκε εμπροθέσμως και κατά τα λοιπά παραδεκτώς, πρέπει αυτή να εξετασθεί επί της ουσίας.
6. Επειδή, μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης εκδόθηκαν, μεταξύ άλλων, α) η απόφαση 165502/9.6.2010 των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Πολιτισμού και Τουρισμού, με την οποία συμπληρώθηκε το είδος της δραστηριότητας ως προς τον βαθμό όχλησης βάσει της κ.υ.α. 13727/724/2003 (Β΄ 1087) και αντικαταστάθηκαν ορισμένοι περιβαλλοντικοί όροι που είχαν εγκριθεί με την προσβαλλομένη (οριακές τιμές ρύπων, όροι σχετικά με την έναρξη εργασιών και τη διευθέτηση ρέματος κ.ά), και β) η 164140/15.9.2014 απόφαση της Γενικής Διευθύντριας του ΥΠΕΚΑ, με την οποία παρατάθηκε η ισχύς της ΑΕΠΟ έως 17.10.2018. Οι παραπάνω πράξεις, που δεν επάγονται λήξη της ισχύος της προσβαλλομένης πράξεως, η οποία εξακολουθεί να ισχύει κατά τα κύρια μέρη, ούτε, κατά συνεκδοχή, κατάργηση της δίκης, είναι συναφείς με αυτήν και πρέπει να θεωρηθούν ως συμπροσβαλλόμενες με την κρινόμενη αίτηση (πρβλ. ΣτΕ 3597/2007).
7. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη 160235/17.10.2008 κ.υ.α. είναι παράνομη και ακυρωτέα, διότι συνυπογράφεται από τον
Γ. Βουλγαράκη, ο οποίος κατά τον χρόνο έκδοσής της δεν είχε την ιδιότητα του Υπουργού Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την από 10.3.2009 «ορθή επανάληψη» (βλ. σχετική σημείωση της Διευθύντριας ΕΑΡΘ), η προσβαλλομένη κ.υ.α. επανεκδόθηκε ως προς το ονοματεπώνυμο του
Αν. Παπαληγούρα, Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής, αντί του Γ. Βουλγαράκη (τέως Υπουργού), το ονοματεπώνυμο του οποίου είχε τεθεί εκ παραδρομής στην πράξη. Εξάλλου, όπως βεβαιώνεται στο 104051/9.6.2009 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ προς το Συμβούλιο της Επικρατείας και προκύπτει από ακριβές φωτοαντίγραφο του «σχεδίου» της απόφασης αυτής που διαβιβάσθηκε από τη Διοίκηση, το «σχέδιο» της προσβαλλομένης φέρει την υπογραφή του Αν. Παπαληγούρα, Υπουργού Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής κατά την έκδοση της κ.υ.α. (βλ. π.δ. 127/2008, Α΄ 189). Συνεπώς, εφόσον δεν καταλείπεται αμφιβολία ούτε ως προς το πρόσωπο που υπέγραψε την πράξη ως Υπουργός Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής ούτε ως προς την αρμοδιότητά του, μόνη η παραδρομή που εμφιλοχώρησε στην πράξη, συνισταμένη στην αναγραφή του ονοματεπωνύμου του πρώην Υπουργού Γ. Βουλγαράκη που είχε παραιτηθεί πριν από την έκδοσή της στις 13.9.2008 (π.δ. 126/2008), η οποία άλλωστε διορθώθηκε στη συνέχεια με «ορθή επανάληψη» της πράξης, δεν επάγεται ακυρότητα της προσβαλλομένης, ο δε λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
8. Επειδή, όπως έχει κριθεί, οι αποφάσεις έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για την άσκηση ορισμένης δραστηριότητας έχουν ατομικό χαρακτήρα (ΣτΕ 293/2009 κ.ά.). Στα άρθρα 4 και 5 του
ν. 1650/1986 δεν προβλέπεται η δημοσίευση των αποφάσεων αυτών στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ούτε, όμως, και οι προβλεπόμενες διατυπώσεις δημοσιότητάς τους (ανακοίνωση στον τύπο κ.λπ.), σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 της ισχύουσας τον κρίσιμο χρόνο Η.Π. 37111/2021/26.9.2003 κ.υ.α. (Β΄ 1391), θεσπίζονται ως συστατικός τύπος για την τελείωση των πράξεων της Διοίκησης με τις οποίες εγκρίνονται περιβαλλοντικοί όροι (πρβλ ΣτΕ 293/2009 κ.ά.). Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη είναι ακυρωτέα, διότι δεν αναγράφεται σ’ αυτήν η υποχρέωση δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μιας «τόσο σημαντικής» απόφασης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ομοίως, ο ισχυρισμός που προβάλλεται το πρώτον με το από 28.6.2011 υπόμνημα (συμπληρωματικό – ανακεφαλαιωτικό), κατά τον οποίο δεν δημοσιεύθηκε στον τοπικό τύπο ανακοίνωση για την ορθή επανάληψη της προσβαλλομένης, ανεξαρτήτως του ότι δεν προβάλλεται παραδεκτώς με το υπόμνημα, εν πάση περιπτώσει είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τα ανωτέρω δεν θεμελιώνει πλημμέλεια της προσβαλλομένης.
9. Επειδή, στο άρθρο 12 της κ.υ.α. Η.Π. 11014/703/Φ104/2003
(Β΄ 332), που ορίζει το περιεχόμενο της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, δεν τάσσεται ως ουσιώδης τύπος για την έκδοση της ΑΕΠΟ η μνεία του αριθμού με τον οποίο πρωτοκολλήθηκε η ΜΠΕ στην αρμόδια υπηρεσία της Διοίκησης. Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως, κατά τον οποίο η προσβαλλομένη είναι ακυρωτέα, διότι δεν αναφέρει τον αριθμό πρωτοκόλλου και την ημερομηνία κατάθεσης της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων στην αρμόδια Διεύθυνση ΕΑΡΘ του ΥΠΕΧΩΔΕ, προκειμένου η μελέτη να εξετασθεί – θεωρηθεί και να εκδοθεί η σχετική ΑΕΠΟ, όπως προβάλλεται, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, υπό την εκδοχή ότι καθ’ ερμηνεία του ίδιου λόγου προβάλλεται ότι τα αρμόδια όργανα που εξέδωσαν την ΑΕΠΟ ουδόλως έλαβαν υπόψη τη ΜΠΕ, ο λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη εκδοχή, διότι η ΜΠΕ πρωτοκολλήθηκε στα εισερχόμενα έγγραφα της ΕΑΡΘ με αριθμό 156258/ 25.2.2008 (βλ. φωτοαντίγραφο της σχετικής σελίδας του πρωτοκόλλου και το προαναφερθέν 104051/9.6.2009 έγγραφο της Διοίκησης), από τα λοιπά δε στοιχεία του φακέλου και το περιεχόμενο της προσβαλλομένης συνάγεται ότι η ΜΠΕ ελήφθη υπόψη και αξιολογήθηκε, σύμφωνα με τον νόμο, από τους Υπουργούς που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη πράξη. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος.
10. Επειδή, ο λόγος ακυρώσεως, κατά τον οποίο η προσβαλλομένη δεν μνημονεύει σκόπιμα και παραβιάζει την κ.υ.α. 13727/724/2003 «Αντιστοίχηση των κατηγοριών των Βιομηχανικών και Βιοτεχνικών δραστηριοτήτων με τους βαθμούς όχλησης που αναφέρονται στα πολεοδομικά διατάγματα», πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως διότι με αυτόν δεν προσάπτεται συγκεκριμένη πλημμέλεια στην προσβαλλομένη, τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε ως προς τον βαθμό όχλησης της δραστηριότητας του ΑΗΣ από πλευράς πολεοδομικής νομοθεσίας (βλ. ανωτ. σκ. 6).
11. Επειδή, ενόψει της επιταγής του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος για την προστασία του περιβάλλοντος, εκδόθηκε ο ν. 1650/1986 (Α΄ 160) με τον οποίο θεσπίζονται κανόνες αναφερόμενοι, πλην άλλων, στις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για την έγκριση της άσκησης δραστηριοτήτων ή της εκτέλεσης έργων από τα οποία απειλούνται δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον. Ειδικότερα, με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3010/2002 (Α΄ 91), παρέχεται εξουσιοδότηση για την κατάταξη, με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, των δημόσιων και ιδιωτικών έργων και δραστηριοτήτων σε τρεις κατηγορίες, ανάλογα με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον. Κριτήρια για την κατάταξη αποτελούν το είδος και το μέγεθος του έργου ή της δραστηριότητας, το είδος και η ποσότητα των εκπεμπόμενων ρύπων και κάθε άλλη επίδραση στο περιβάλλον, η δυνατότητα να προληφθεί η παραγωγή ρύπων από την εφαρμοζόμενη παραγωγική διαδικασία, ο κίνδυνος σοβαρού ατυχήματος και η ανάγκη επιβολής περιορισμών για την προστασία του περιβάλλοντος. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 3, «Η πρώτη (Α) κατηγορία περιλαμβάνει τα έργα και τις δραστηριότητες που λόγω της φύσης, του μεγέθους ή της έκτασής τους είναι πιθανό να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον …», κατά δε την παράγραφο 4 του αυτού άρθρου 3 «Με απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Ανάπτυξης μπορεί να καθορίζεται αντιστοιχία της κατάταξης σε κατηγορίες και υποκατηγορίες των βιομηχανικών και βιοτεχνικών έργων και δραστηριοτήτων με τη διάκριση που αναφέρεται στις πολεοδομικές διατάξεις σε έργα ή δραστηριότητες υψηλής, μέσης και χαμηλής όχλησης. Με την ίδια απόφαση μπορεί να εξειδικεύεται, για την εφαρμογή της πολεοδομικής νομοθεσίας, η κατάταξη των παραπάνω δραστηριοτήτων και έργων σε υψηλής, μέσης και χαμηλής όχλησης». Περαιτέρω, στο επόμενο άρθρο 4 του ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3010/2002, προβλέπονται τα εξής: «1.α. Για την πραγματοποίηση νέων έργων ή δραστηριοτήτων ή τη μετεγκατάσταση υφισταμένων, τα οποία έχουν καταταγεί στις κατηγορίες που προβλέπονται στο προηγούμενο άρθρο, απαιτείται η έγκριση όρων για την προστασία του περιβάλλοντος. Έγκριση όρων για την προστασία του περιβάλλοντος απαιτείται επίσης για την επέκταση, την τροποποίηση ή και τον εκσυγχρονισμό υφισταμένων έργων ή δραστηριοτήτων, που έχουν καταταγεί στις παραπάνω κατηγορίες, εφόσον επέρχονται ουσιαστικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον. β. Με την απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων η Διοίκηση επιβάλλει προϋποθέσεις, όρους, περιορισμούς και διαφοροποιήσεις για την πραγματοποίηση του έργου ή της δραστηριότητας, ιδίως ως προς τη θέση, το μέγεθος, το είδος, την εφαρμοζόμενη τεχνολογία και τα γενικά τεχνικά χαρακτηριστικά. γ. Η απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση των διοικητικών πράξεων που απαιτούνται κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, για την πραγματοποίηση του έργου ή της δραστηριότητας δ. … 2. Για την έκδοση απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για έργα και δραστηριότητες της πρώτης (Α) κατηγορίας απαιτείται υποβολή Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων […] 6. α. Για νέα έργα και δραστηριότητες ή τη μετεγκατάσταση, τον εκσυγχρονισμό, επέκταση ή τροποποίηση των υφισταμένων, της πρώτης (Α) κατηγορίας, εφόσον επέρχονται ουσιαστικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον, απαιτείται μαζί με την αίτηση και η υποβολή Προμελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Επί της Προμελέτης αυτής η αρμόδια για έγκριση περιβαλλοντικών όρων αρχή προβαίνει σε προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση και αξιολόγηση της πρότασης που συνίσταται σε γνωμοδότηση ως προς τη θέση, το μέγεθος, το είδος την εφαρμοζόμενη τεχνολογία, τα γενικά τεχνικά χαρακτηριστικά, τη χρήση των φυσικών πόρων, τη «συσσωρευτική» δράση με άλλα έργα, την παραγωγή αποβλήτων, τη ρύπανση και τις οχλήσεις, καθώς και τον κίνδυνο ατυχημάτων ιδίως από τη χρήση ουσιών ή τεχνολογίας. β. Για την προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση και αξιολόγηση λαμβάνονται υπόψη: αα) Οι γενικές και ειδικές κατευθύνσεις της χωροταξικής πολιτικής, που προκύπτουν από εγκεκριμένα χωροταξικά, ρυθμιστικά και πολεοδομικά σχέδια ή άλλα σχέδια χρήσεων γης. ββ) Η περιβαλλοντική ευαισθησία της περιοχής, που ενδέχεται να θιγεί από το έργο ή τη δραστηριότητα. γγ) Τα χαρακτηριστικά των ενδεχόμενων σημαντικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων, όπως το μέγεθος, η πολυπλοκότητα, η ένταση και η έκτασή τους, ο διασυνοριακός χαρακτήρας τους, η διάρκεια, η συχνότητα και η αναστρεψιμότητά τους. δδ) Τα οφέλη για την εθνική οικονομία, την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια υγεία και η εξυπηρέτηση άλλων λόγων δημόσιου συμφέροντος. εε) Οι θετικές επιπτώσεις στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον σε μία ευρύτερη περιοχή από εκείνη που επηρεάζεται άμεσα από το έργο ή τη δραστηριότητα … 7. Η απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων μπορεί να εκδίδεται για ορισμένο χρονικό διάστημα που καθορίζεται στην ίδια απόφαση, μετά την πάροδο του οποίου υπόκειται σε αναθεώρηση ή ανανέωση. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον παρόντα νόμο, μόνον εφόσον επέρχονται ουσιαστικές διαφοροποιήσεις ως προς τις επιπτώσεις στο περιβάλλον. 8 […] 10. α. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθορίζονται: αα) … ββ) οι αρμόδιες υπηρεσίες και η διαδικασία για την προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση και αξιολόγηση, όταν απαιτείται, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και η διαδικασία με την οποία οι αρμόδιες αρχές αποφασίζουν εάν επέρχονται ουσιαστικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις επιπτώσεις στο περιβάλλον από τη βελτίωση ή τροποποίηση ή επέκταση ή εκσυγχρονισμό ενός έργου ή μιας δραστηριότητας και κάθε άλλο σχετικό θέμα, γγ) οι αρμόδιες υπηρεσίες και η διαδικασία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, ο τύπος των απαιτούμενων μελετών και στοιχείων, η προθεσμία υποβολής τους και έκφρασης γνώμης των αρμόδιων αρχών, και κάθε άλλο σχετικό θέμα. β. Με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού καθορίζονται οι προδιαγραφές και το περιεχόμενο των κάθε τύπου Προμελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Π.Π.Ε), Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Μ.Π.Ε.) και Περιβαλλοντικής Έκθεσης για κάθε ομάδα έργων ή δραστηριοτήτων, τα δικαιολογητικά που πρέπει να τις συνοδεύουν, … καθώς και ο συνδυασμός των διαδικασιών περιβαλλοντικής αδειοδότησης της προαναφερόμενης απόφασης με τις διαδικασίες χορήγησης άλλων αδειών που απαιτούνται για τα έργα και τις δραστηριότητες που προβλέπονται στο άρθρο 3 […]». Κατ’ εξουσιοδότηση του ως άνω άρθρου 3 του ν. 1650/1986, αλλά και σε συμμόρφωση προς τις οδηγίες 97/11/ΕΚ και 96/61/ΕΚ, εκδόθηκε η κ.υ.α. Η.Π. 15393/2332/ 2002 (Β΄ 1022) για την κατάταξη των δημοσίων και ιδιωτικών έργων και δραστηριοτήτων σε κατηγορίες. Σύμφωνα με τους πίνακες του Παραρτήματος Ι της ανωτέρω κ.υ.α. στην 9η ομάδα «Βιομηχανικές εγκαταστάσεις» περιλαμβάνονται και οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με στερεά, υγρά και αέρια καύσιμα (α/α 273), το σύνολο των οποίων επί στερεών καυσίμων και οι εγκαταστάσεις ισχύος ίσης ή μεγαλύτερης των 50MW επί των λοιπών υπάγονται στην πρώτη υποκατηγορία (1η) της πρώτης (Α΄) κατηγορίας, οι αυτές δε εγκαταστάσεις περιλαμβάνονται κατά το άρθρο 5 και στο Παράρτημα ΙΙ της κ.υ.α., ως δραστηριότητες που υπόκεινται σε ολοκληρωμένη πρόληψη και συνολική εκτίμηση των επιπτώσεών τους στον αέρα, τα νερά και το έδαφος. Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 4 του αυτού ν. 1650/1986 εκδόθηκε η κ.υ.α. Η.Π. 11014/703/Φ104/2003 (Β΄ 332), η οποία, για τα έργα και τις δραστηριότητες της πρώτης (1ης) υποκατηγορίας της Α΄ κατηγορίας, καθορίζει στα άρθρα 3 και 4 διαδικασία Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης (ΠΠΕΑ) και Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΕΠΟ) κατόπιν της υποβολής, αντιστοίχως, Προμελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΠΠΕ) και Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), οι οποίες αξιολογούνται με την έκδοση θετικής ή αρνητικής γνώμης στο στάδιο της ΠΠΕΑ και στη συνέχεια, αν η γνωμοδότηση είναι θετική, με την έγκριση περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) ή την απόρριψη της μελέτης. Επίσης, με την κ.υ.α. 13727/724/2003 των Υφυπουργών Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (Β΄ 1087) καθορίσθηκε η αντιστοιχία των βιομηχανικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων με τους βαθμούς όχλησης (υψηλή, μέση, χαμηλή) που αναφέρονται στα πολεοδομικά διατάγματα και σε άλλες διατάξεις (άρθρο 1). Σύμφωνα με το Παράρτημα (α/α 274, 275), που προσαρτάται στην τελευταία αυτή κ.υ.α. με το άρθρο 3, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με στερεά καύσιμα (το σύνολο) και με αέρια καύσιμα από βιομηχανίες ισχύος ίσης ή μεγαλύτερης 300 MW κατατάσσονται στην κατηγορία της υψηλής όχλησης. Τέλος, ο
ν. 3325/2005 «Ίδρυση και λειτουργία βιομηχανικών – βιοτεχνικών εγκαταστάσεων στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης και άλλες διατάξεις» (Α΄ 68), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, όριζε στο άρθρο 2 ότι «1. Κατά την έννοια του παρόντος νόμου νοούνται ως: α. Βιομηχανία – Βιοτεχνία: Η τεχνοοικονομική μονάδα που με μηχανικά, χημικά ή άλλα μέσα διαφοροποιεί τη μορφή ή την ιδιότητα πρώτων υλών ή προϊόντων, προκειμένου αυτά να καταστούν κατάλληλα για τη χρήση για την οποία προορίζονται. β … η. Λειτουργία: Η ενεργοποίηση του εγκατασταθέντος μηχανολογικού εξοπλισμού. θ. Επέκταση: Η επαύξηση, μετά την αρχική εγκατάσταση και λειτουργία της δραστηριότητας, της εγκατεστημένης ισχύος του μηχανολογικού εξοπλισμού ή η προσθήκη κτιριακών εγκαταστάσεων ή ειδικών εγκαταστάσεων, που πραγματοποιείται μέσα στο γήπεδο όπου λειτουργεί η εγκατάσταση ή σε όμορό του ή η αλλαγή ή η συμπλήρωση της δραστηριότητας … ι. Εκσυγχρονισμός: Η αντικατάσταση ή συμπλήρωση του μηχανολογικού εξοπλισμού, των κτιριακών εγκαταστάσεων, των ειδικών εγκαταστάσεων και η αλλαγή ή συμπλήρωση της δραστηριότητας …».
12. Επειδή, από τις αναφερθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι κατά τη στάθμιση των συνταγματικών αξιών και σε συμμόρφωση προς τις αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας πρέπει να λαμβάνουν προεχόντως υπόψη την τυχόν ύπαρξη ιδιαιτέρου κινδύνου για το φυσικό περιβάλλον από την κατασκευή και λειτουργία συγκεκριμένου έργου ή την ανάπτυξη συγκεκριμένης δραστηριότητας και να μην παρέχουν τη σχετική έγκριση, αν διαπιστώσουν αιτιολογημένα ότι ο κίνδυνος αυτός, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο επαπειλούμενος από ενδεχόμενη πλημμελή λειτουργία του έργου, υπερακοντίζει προδήλως τα προσδοκώμενα οφέλη από την λειτουργία του. Σε κάθε πάντως περίπτωση, και προκειμένου η στάθμιση αυτή να γίνεται κατά τρόπο ανταποκρινόμενο στην ανάγκη προστασίας των εκατέρωθεν διακυβευομένων εννόμων αγαθών, πρέπει να εκτίθενται και να συνεκτιμώνται κατά τρόπο επαρκή αφενός μεν ο τρόπος και η μέθοδος κατασκευής και λειτουργίας της συγκεκριμένης εγκατάστασης και αφετέρου ο ειδικότερος χαρακτήρας του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο προσδοκάται ότι θα εξυπηρετηθεί από το έργο ή την δραστηριότητα αυτή, δεδομένου ότι η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη στάθμιση συναρτάται εκάστοτε με το είδος και την έκταση της επαπειλούμενης βλάβης και τη φύση της εξυπηρετούμενης με την εκτέλεση του έργου ανάγκης. Περαιτέρω, σε περίπτωση προσβολής με αίτηση ακυρώσεως των διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία, με την οποία τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης εκτιμούν εκ των προτέρων τις αναμενόμενες συνέπειες για το περιβάλλον από σχεδιαζόμενα έργα ή δραστηριότητες και κρίνουν αν και με ποιους όρους μπορεί να πραγματοποιηθεί το έργο ή η δραστηριότητα ώστε να μη παραβιάζεται η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, ο ακυρωτικός δικαστής ερευνά αν τηρήθηκε συννόμως από ουσιαστική και τυπική άποψη η διαδικασία αυτή και αν τα στοιχεία, στα οποία στηρίζεται η ελεγχόμενη διοικητική πράξη, είναι σύμφωνα με τους σχετικούς ορισμούς της νομοθεσίας και επαρκή για να προσδώσουν έρεισμα στην πράξη. Ειδικότερα, κατά την άσκηση του ακυρωτικού ελέγχου, στον οποίο περιλαμβάνεται και η πλάνη περί τα πράγματα, ο δικαστής εξετάζει, μεταξύ άλλων, αν η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, που αποτελεί το βασικό μέσο εφαρμογής των αρχών της πρόληψης και προφύλαξης, ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις του νόμου και αν το περιεχόμενό της είναι επαρκές, ώστε να παρέχεται στα αρμόδια διοικητικά όργανα η δυνατότητα να διακριβώνουν και αξιολογούν τους κινδύνους και τις συνέπειες του έργου ή της δραστηριότητας και να εκτιμούν αν η πραγματοποίησή του είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας και τις συνταγματικές επιταγές, καθώς και αν το προσδοκώμενο από αυτό όφελος τελεί σε σχέση αναλογίας με την τυχόν επαπειλούμενη βλάβη του φυσικού περιβάλλοντος. Η ευθεία, όμως, αξιολόγηση εκ μέρους του δικαστή των συνεπειών ορισμένου έργου ή δραστηριότητας και η κρίση αν η πραγματοποίησή του αντίκειται στην αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης εξέρχονται των ορίων του ακυρωτικού ελέγχου, διότι προϋποθέτουν διαπίστωση πραγματικών καταστάσεων, διερεύνηση τεχνικών θεμάτων, ουσιαστικές εκτιμήσεις και στάθμιση στηριζομένη στις εκτιμήσεις αυτές. Κατ’ ακολουθίαν, παράβαση της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης μπορεί να ελεγχθεί ευθέως από τον ακυρωτικό δικαστή μόνον αν από τα στοιχεία της δικογραφίας και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι η προκαλούμενη από το έργο ή τη δραστηριότητα βλάβη για το περιβάλλον είναι μη επανορθώσιμη ή είναι προφανώς δυσανάλογη με το προσδοκώμενο όφελος και έχει τέτοια έκταση και συνέπειες, ώστε προδήλως να αντιστρατεύεται την ανωτέρω συνταγματική αρχή (πρβλ. ΣτΕ 4491/2009 7μ., 3262/2003, 3478/2000 Ολ.).
13. Επειδή, εν προκειμένω από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: Η βιομηχανική μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (ΑΗΣ) Αλιβερίου της παρεμβαίνουσας ΔΕΗ λειτουργεί από το έτος 1955 σε γήπεδο εμβαδού 402 στρεμμάτων περίπου, στην περιφέρεια του Δήμου Κύμης – Αλιβερίου. Στον σταθμό αυτόν λειτούργησαν αρχικώς δύο ατμοηλεκτρικές μονάδες (Ι και II) εγκατεστημένης θερμικής ισχύος 2×40 MWe, με καύσιμη πρώτη ύλη τον λιγνίτη, η λειτουργία των οποίων έπαυσε περί το έτος 2000. Μετά το έτος 1969 λειτουργούν και οι μονάδες ΙΙΙ και IV, εγκατεστημένης ισχύος 2×150 MWe, με καύσιμη πρώτη ύλη το πετρέλαιο τύπου «μαζούτ». Το έτος 2000 εγκρίθηκαν (απόφαση 46999/5.6.2000) οι περιβαλλοντικοί όροι για τη λειτουργία των μονάδων ΙΙΙ και IV και των συναφών εγκαταστάσεων (κυκλωμάτων νερού ψύξης, 5 δεξαμενών αποθήκευσης μαζούτ,
2 δεξαμενών ημερήσιας κατανάλωσης καυσίμου, συστημάτων παραλαβής και διακίνησης καυσίμων, 4 καπνοδόχων 49 μ.(Χ2), 110 μ. και 120 μ., αντλιοστασίων καυσίμων, νερού και αποβλήτων κ.ά.). Η παρεμβαίνουσα με αίτησή της ζήτησε το 2005 την ανανέωση των περιβαλλοντικών όρων λειτουργίας των μονάδων και εγκαταστάσεων του ανωτέρω ΑΗΣ. Παράλληλα, το ίδιο έτος (2005) και στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων της περ. ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 2773/1999 (παρ. 12 άρθρο 23 ν. 3175/2003), με τις οποίες χορηγήθηκε στη ΔΕΗ άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας για την ανανέωση και αντικατάσταση του δυναμικού παλαιών μονάδων συνολικής ισχύος μέχρι 1.600 MW και τη θέση σε ψυχρή εφεδρεία των παλαιών μονάδων παραγωγής, η ΔΕΗ ζήτησε την εγκατάσταση στο γήπεδο του ΑΗΣ Αλιβερίου νέας «Μονάδας Συνδυασμένου Κύκλου» συνολικής εγκατεστημένης ισχύος 360 έως 400 MWe, με καύσιμη πρώτη ύλη το φυσικό αέριο, με σκοπό τη συνέχιση της παραγωγής και την αντικατάσταση την υφισταμένων στον ΑΗΣ μονάδων ΙΙΙ και IV. Με την Δ5/ΗΛ/Α/Φ7/1756/17654/5.10.2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις για την εγκατάσταση της νέας μονάδας βάσει της νομοθεσίας που διέπει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, χορηγήθηκε άδεια παραγωγής για χρονικό διάστημα 30 ετών, ορίσθηκε ως χρόνος έναρξης της εμπορικής της λειτουργίας, κατ’ αρχήν, το τρίτο τρίμηνο του έτους 2009 και υποχρεώθηκε η ΔΕΗ να υποβάλει μέσα σε 8 μήνες αίτηση για τη λήψη απόφασης ΕΠΟ «για τον νέο σταθμό». Η παρεμβαίνουσα υπέβαλε προμελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων για την εγκατάσταση και λειτουργία της νέας μονάδας και τηρήθηκε η διαδικασία Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης (ΠΠΕΑ), επί της οποίας ο Γενικός Διευθυντής Περιβάλλοντος του ΥΠΕΧΩΔΕ γνωμοδότησε θετικά, με το 146050/25.10.2007 έγγραφό του, για την πραγματοποίηση του έργου. Στην εν λόγω γνωμοδότηση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο χώρος στον οποίο θα αναπτυχθεί και θα λειτουργήσει η νέα μονάδα δεν διέπεται από εγκεκριμένο σχεδιασμό σε επίπεδο χρήσεων γης, ότι στο Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΠΠΧΣΑΑ) της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος προβλέπεται «ενίσχυση της ενεργειακής θέσης της Περιφέρειας» και εκτιμάται ότι «ευνοούνται ιδιαιτέρως η δραστηριότητα και οι επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα», ότι τα χαρακτηριστικά της δραστηριότητας (είδος, μέγεθος, εφαρμοζόμενη τεχνολογία, σωρευτική δράση κ.ά.) δεν παραπέμπουν σε σημαντικές μη αντιστρέψιμες επιπτώσεις στο εγγύς και ευρύτερο περιβάλλον της περιοχής, ότι η περιβαλλοντική ευαισθησία της περιοχής και τα χαρακτηριστικά των ενδεχόμενων σημαντικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων δεν είναι απαγορευτικά, ότι από την εγκατάσταση της μονάδας προκύπτουν σημαντικά οφέλη για την εθνική οικονομία, τη δημόσια ασφάλεια και την υγεία, ότι δεν θα υπάρξουν αρνητικές επιπτώσεις στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, ότι οι συναρμόδιοι φορείς διατύπωσαν θετική γνώμη, ότι η Διεύθυνση Χωροταξίας του ΥΠΕΧΩΔΕ διατύπωσε θετική γνώμη αναφερόμενη στις κατευθύνσεις χωροταξικού σχεδιασμού του ΠΠΧΣΑΑ και ειδικότερα στην «παράδοση και την υποδομή παραγωγής ενέργειας του Αλιβερίου», ότι το Υπουργείο Πολιτισμού, η ΙΑ΄ΕΠΚΑ και η 23η ΕΒΑ δεν διατύπωσαν αντιρρήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι οι εργασίες θα γίνουν υπό την επίβλεψη των ανωτέρω Εφορειών, και ότι η οριστική άποψη της Διοίκησης θα διατυπωθεί κατά την αξιολόγηση της ΜΠΕ που θα υποβληθεί για την έκδοση απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Στη συνέχεια, η παρεμβαίνουσα υπέβαλε προς αξιολόγηση Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων Τύπου Ι (Δεκεμβρίου 2007), στην οποία εκτίθενται και αξιολογούνται οι επιπτώσεις στο περιβάλλον τόσο από την κατασκευή και λειτουργία της νέας μονάδας V όσο και από τη λειτουργία των υφιστάμενων μονάδων ΙΙΙ και ΙV (σελ. 2 – 4). Ειδικότερα, στη ΜΠΕ περιγράφονται οι κύριες και βοηθητικές εγκαταστάσεις της νέας μονάδας, η οποία περιλαμβάνει, πλην άλλων, αεριοστρόβιλο ισχύος 285 MWe, ατμοστρόβιλο ισχύος 143 ΜWe, λέβητα ανάκτησης θερμότητας καυσαερίων, γεννήτρια, μεταλλική καπνοδόχο ύψους 45 m και διατομής
7 μέτρων, σταθμό υποδοχής φυσικού αερίου, συμπυκνωτή, πρωτεύον κύκλωμα ψύξης (ανοιχτής κυκλοφορίας) με θαλασσινό νερό, δευτερεύον κύκλωμα ψύξης (κλειστό) με απιονισμένο νερό, νέο συγκρότημα άντλησης θαλασσινού νερού, δύο (2) νέες μονάδες αφαλάτωσης που θα παράγουν αφαλατωμένο νερό για τις ανάγκες του σταθμού με τη μέθοδο της αντίστροφης ώσμωσης, δεξαμενή αποθήκευσης και συστήματα παραγωγής απιονισμένου νερού, κλειστού τύπου υποσταθμό των 400 kV και 150 kV (ΚΥΤ) από όπου θα ξεκινούν οι γραμμές μεταφοράς, νέο συγκρότημα κατεργασίας υγρών βιομηχανικών αποβλήτων (ΣΚΥΒΑ), νέο συγκρότημα κατεργασίας αστικών λυμάτων και υποθαλάσσιο έργο προσαγωγής θαλασσινού νερού ψύξης προς το συγκρότημα άντλησης θαλασσινού νερού, αποτελούμενο από τρεις αγωγούς μεταφοράς θαλασσινού νερού διαμέτρου 2 μέτρων και μήκους 200 μέτρων, περίπου, έκαστος (σελ. 4 – 6). Παράλληλα, προβλέπεται η αποξήλωση τριών υφιστάμενων δεξαμενών αποθήκευσης μαζούτ, κτιρίων, ταινιοδρόμων, δικτύων κ.λπ., η κατασκευή δύο (2) νέων δεξαμενών, η κατάργηση του δρόμου που βρίσκεται μεταξύ του χώρου του υφιστάμενου σταθμού και του χώρου στον οποίο θα εγκατασταθεί η νέα μονάδα και η κατασκευή νέου δρόμου περιμετρικά του σταθμού (σελ. 5 – 6). Επιπλέον, στη μελέτη αναφέρεται ότι από το καλοκαίρι του 2005 εκτελούνται αρχαιολογικές τομές στους χώρους του γηπέδου του ΑΗΣ που έχουν επιλεγεί για την ανέγερση των εγκαταστάσεων της νέας μονάδας, ότι από τις αρχαιολογικές υπηρεσίες έχει αποδεσμευτεί ο χώρος που έχει επιλεγεί για την κατασκευή του νέου ΚΥΤ, ότι η αποξήλωση των τριών δεξαμενών θα γίνει μετά την αποδέσμευση και των λοιπών χώρων και ότι το σύνολο των διενεργηθεισών αρχαιολογικών τομών παρουσιάζεται σε σχέδιο Ερευνητικών Αρχαιολογικών Τομών που προσαρτάται στη ΜΠΕ (σελ. 6). Εξάλλου, ως προς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και τις Βέλτιστες Διαθέσιμες Τεχνικές – ΒΔΤ (Κεφ. 2.2) αναφέρεται ότι από τη λειτουργία της νέας Μονάδας Συνδυασμένου Κύκλου V αναμένονται αμελητέες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αφενός, διότι η νέα μονάδα χρησιμοποιεί ως καύσιμο φυσικό αέριο, το πλέον φιλικό περιβαλλοντικά διαθέσιμο συμβατικό καύσιμο και, αφετέρου, διότι εφαρμόζονται οι ΒΔΤ και λαμβάνονται μέτρα για τη βελτίωση της λειτουργίας των υφιστάμενων πετρελαϊκών μονάδων (μονάδες III και IV) σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Οδηγίας IPPC (σελ. 8). Ειδικά για τις μονάδες ΙΙΙ και ΙV, οι οποίες είναι ήδη εντεταγμένες στο Εθνικό Σχέδιο Μείωσης Εκπομπών (ΕΣΜΕ), σημειώνεται ότι οι ώρες λειτουργίας τους αναμένεται να περιοριστούν με την εισαγωγή στο σύστημα νέων μονάδων υψηλού βαθμού απόδοσης που είναι οικονομικότερες και πλέον φιλικές ως προς τις επιπτώσεις στο περιβάλλον, ενώ η λειτουργία των παλαιών μονάδων θα παύσει σταδιακά από το έτος 2012, με προφανή θετικά περιβαλλοντικά οφέλη από την άποψη της μείωσης των συνολικών εκπομπών ατμοσφαιρικών ρύπων και διοξειδίου του άνθρακα, τόσο σε τοπικό επίπεδο, όσο και στο σύνολο της Χώρας (σελ. 9 – 11). Στη συνέχεια της ΜΠΕ παρατίθενται τα μέτρα, από την εφαρμογή των οποίων αναμένεται η βελτίωση της απόδοσης και η περιβαλλοντική αναβάθμιση των μονάδων αυτών, εξετάζονται τα θέματα που αφορούν τη διαχείριση των υγρών αποβλήτων σύμφωνα και με τα δεδομένα μελέτης των συνθηκών κυκλοφορίας του νερού ψύξης, που εκπονήθηκε το 2006 από το Εργαστήριο Εφαρμοσμένης Υδραυλικής του Ε.Μ.Π., και εξετάζονται αναλυτικά οι επιπτώσεις από την κατασκευή και λειτουργία της νέας μονάδας V, η οποία, σύμφωνα με τη ΜΠΕ, θα διαθέτει την πλέον σύγχρονη τεχνολογία για τη μείωση των εκπεμπόμενων ρύπων και θα λειτουργεί σύμφωνα με τη νεότερη εθνική και κοινοτική νομοθεσία. Στη μελέτη επισημαίνεται ακόμη ότι κατά τα προβλεπόμενα στην σχετική άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (ανωτέρω απόφαση ΥΠΑΝ/Δ5/ΗΛ/ Α/Φ7/1756/17654/5.10.2006) από την έναρξη της εμπορικής λειτουργίας της νέας μονάδας η ΔΕΗ ΑΕ υποχρεούται να θέσει σε εφεδρεία παλαιές μονάδες ίσης ισχύος, με βάση εισήγηση του Διαχειριστή του Συστήματος ως προς τη διαθεσιμότητα επαρκούς δυναμικού παραγωγής και επαρκούς περιθωρίου εφεδρείας για την κάλυψη των αναγκών του Συστήματος
(βλ. ενότητες 2.2.2 – 2.3). Εξάλλου, για τη διαμόρφωση της προτεινόμενης τελικής λύσης εξετάζονται διάφορες εναλλακτικές λύσεις, από τις οποίες προκύπτει ότι η νέα μονάδα V θα χρησιμοποιεί φιλικό για το περιβάλλον καύσιμο και θα αντικαταστήσει παλαιές και ρυπογόνες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, επισημαίνεται ότι η νέα μονάδα θα εξασφαλίσει τον ομαλό εφοδιασμό του Λεκανοπεδίου της Αττικής σε ηλεκτρική ενέργεια και τονίζεται η μεγάλη σημασία της λειτουργίας του ΑΗΣ Αλιβερίου για την εξασφάλιση της επάρκειας, κυρίως όμως της ευστάθειας του Νότιου Συστήματος, στο οποίο παρατηρείται η μέγιστη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας (σελ. 21). Ακολούθως, περιγράφεται η υφιστάμενη κατάσταση του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος στην περιοχή λειτουργίας της μονάδας και στην ευρύτερη περιοχή της Εύβοιας με αναφορά στα οικοσυστήματα, το γεωλογικό υπόβαθρο, τη σεισμικότητα, την κατάσταση των θαλασσίων, επιφανειακών και υπογείων υδάτων, τα μετεωρολογικά στοιχεία, τη χλωρίδα και πανίδα και το ανθρωπογενές περιβάλλον
(Κεφ. 3), αναλύονται οι λόγοι για τους οποίους επελέγη ως καύσιμη ύλη το φυσικό αέριο (Κεφ. 5), τεκμηριώνεται, κατά τη μελέτη, η επιλογή της θέσης εγκατάστασης της νέας μονάδας στο Αλιβέρι, αφενός, διότι ελαχιστοποιούνται οι απώλειες (10% ) κατά τη μεταφορά της ενέργειας και, αφετέρου, διότι η θέση αυτή είναι κρίσιμη για τις ανάγκες ευστάθειας του Δικτύου ιδίως για την Αττική, που είναι το μεγαλύτερο κέντρο ενεργειακής κατανάλωσης, και παρατίθενται τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της θέσης, που περιλαμβάνουν, πέραν των ανωτέρω, και την υφιστάμενη υποδομή του ΑΗΣ Αλιβερίου (ενότητες 5.2.3 – 5.2.4). Στη ΜΠΕ περιγράφεται, ακόμη, η διαδικασία ψύξης των στροβίλων με τη χρήση θαλασσινού νερού που λαμβάνεται από τα αντίστοιχα αντλιοστάσια και γίνεται ειδική αναφορά στη διαδικασία απαγωγής του ψυκτικού νερού (ενότητα 5.5.7) και στην εφαρμογή ΒΔΤ στα ψυκτικά κυκλώματα, στις οποίες περιλαμβάνεται και η χλωρίωση του θαλασσινού νερού, με σκοπό την αποφυγή δημιουργίας αποικιών μικροοργανισμών – οστρακοειδών στους αγωγούς κυκλοφορίας θαλασσινού νερού και στις μεταλλικές επιφάνειες συμπυκνωτών και εναλλακτών (σελ. 96 – 99). Στο Κεφάλαιο 7 της Μελέτης αξιολογούνται οι επιπτώσεις στο περιβάλλον από τη λειτουργία των μονάδων του ΑΗΣ και προτείνονται τα κατάλληλα μέτρα προστασίας του, με ειδική αναφορά στα μέτρα αντιμετώπισης του θορύβου (σελ. 140 – 141). Μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι η ΔΕΗ υλοποιεί σειρά μέτρων για την περαιτέρω μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και τη σταδιακή προσαρμογή των υφιστάμενων μονάδων στις ΒΔΤ, ότι η νέα μονάδα δεν αναμένεται να προκαλέσει σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις τόσο κατά τη φάση κατασκευής όσο και κατά τη φάση λειτουργίας της, ότι οι ατμοηλεκτρικές μονάδες του ΑΗΣ Αλιβερίου υπάγονται στις διατάξεις της Οδηγίας 2001/80/ΕΚ και έχουν ενταχθεί στο Εθνικό Σχέδιο Μείωσης Εκπομπών (ΕΣΜΕ), ότι η ΔΕΗ υλοποιεί προγράμματα για την πλήρη συμμόρφωση της Χώρας με τα προβλεπόμενα στο Εθνικό Πρόγραμμα Μείωσης Εκπομπών Αερίων του Θερμοκηπίου, το οποίο συντάχθηκε σε εφαρμογή των απαιτήσεων του Πρωτοκόλλου του Κυότο, και ότι η λειτουργία της νέας μονάδας θα συμβάλλει στη μείωση των ωρών λειτουργίας των υφισταμένων μονάδων και στην τήρηση των περιβαλλοντικών υποχρεώσεων της Χώρας που απορρέουν από διεθνείς συνθήκες αλλά και από την εθνική και κοινοτική νομοθεσία (σελ. 135 – 137). Τέλος, το πρόγραμμα παρακολούθησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων περιλαμβάνει συστηματικές μετρήσεις της ποιότητας του περιβάλλοντος από δύο σταθμούς μέτρησης των συγκεντρώσεων εδάφους στις περιοχές Λάτα και Οικισμός, τηλεμετάδοση των μετρήσεων ποιότητας της ατμόσφαιρας της ευρύτερης περιοχής, μέτρηση ορισμένων ρύπων σε συνεχή βάση, καταχώριση μέσων ωριαίων και ημερήσιων τιμών ορισμένων ρύπων, παρακολούθηση της διεύθυνσης και ταχύτητας του ανέμου, της θερμοκρασίας και σχετικής υγρασίας του αέρα, ηλεκτρονική συλλογή και επεξεργασία των τιμών μέτρησης, άμεση ενημέρωση των αρμόδιων υπηρεσιών σε περίπτωση υπέρβασης των ορίων ποιότητας της ατμόσφαιρας κ.λπ., αυτόματη παρακολούθηση της ποιότητας των κατεργασμένων αστικών λυμάτων και βιομηχανικών αποβλήτων του ΑΗΣ, συνεχή μέτρηση της θερμοκρασίας στην έξοδο του θαλασσινού νερού ψύξης και σε περιοδική βάση μέτρηση της θερμοκρασίας του θαλασσινού νερού ψύξης στην είσοδο του συστήματος, λήψη δειγμάτων περιοδικώς για την ανάλυση της συγκέντρωσης του ελεύθερου χλωρίου στην έξοδο του θαλασσινού νερού ψύξης και αποκατάσταση του χώρου των μονάδων III και V μετά την παύση λειτουργίας τους (σελ. 150 – 156). Η Νομαρχιακή Επιτροπή της Ν.Α. Εύβοιας, αφού έλαβε υπόψη την 121/2008 αρνητική γνωμοδότηση του Δημοτικού Συμβουλίου Ταμυνέων, με την 38/25.7.2008 πράξη της, γνωμοδότησε θετικά για την εγκατάσταση της μονάδας V υπό τους όρους της εισήγησης της υπηρεσίας και επιπλέον υπό τον όρο να μην θιγεί ο υφιστάμενος δρόμος που διέρχεται έμπροσθεν του εργοστασίου, να κατασκευασθεί νέος περιφερειακός δρόμος με δαπάνες της ΔΕΗ και να εγκατασταθεί σταθμός μέτρησης της ποιότητας της ατμόσφαιρας και στον οικισμό Μυλάκι. Επίσης, η Προϊσταμένη της ΙΑ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (ΕΠΚΑ) ενημέρωσε το ΥΠΕΧΩΔΕ, με το 3344/20.8.2008 έγγραφο, ότι η Εφορεία συμφωνεί, κατ’ αρχήν, για την εγκατάσταση της νέας μονάδας, επισήμανε, ωστόσο, ότι η αρχαιολογική έρευνα συνεχίζεται στον συγκεκριμένο χώρο λόγω της αποκάλυψης αρχαίων οικοδομικών λειψάνων και ότι η τελική έγκριση θα δοθεί αφού ολοκληρωθούν οι ανασκαφικές εργασίες. Μετά ταύτα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 160235/17.10.2008 κ.υ.α. (ορθή επανάληψη 10.3.2009), με την οποία εγκρίθηκαν, έως 31.12.2014, οι περιβαλλοντικοί όροι για την εγκατάσταση και λειτουργία της νέας μονάδας V καθώς και για τη λειτουργία των υφιστάμενων μονάδων ΙΙΙ και ΙV, προβλέφθηκε η απόσυρση των μονάδων ΙΙΙ και ΙV έως 31.12.2012 και επιβλήθηκαν όροι, μεταξύ άλλων, για την προστασία των αρχαίων που είχαν αποκαλυφθεί, την ολοκλήρωση της ανασκαφικής έρευνας και την προστασία των μη ορατών αρχαίων που ενδέχεται να αποκαλυφθούν στο γήπεδο του ΑΗΣ και τέθηκε ως προϋπόθεση, για τις εργασίες που επηρεάζουν την κοίτη του διερχομένου από τον ΑΗΣ ρέματος και την απορροή των υδάτων, η τήρηση των διατάξεων του ν. 3010/2002 (όροι Δ6.1, Δ6.2, Δ5.3). Οι αιτούντες διαμαρτυρήθηκαν για την έκδοση της ΑΕΠΟ στα όργανα της Ν.Α. Εύβοιας και της Διοίκησης, ισχυριζόμενοι ότι με την εγκριθείσα μελέτη καταστρέφεται τμήμα της κοίτης του ρέματος χωρίς την εκπόνηση υδρογεωλογικής μελέτης και την προηγούμενη οριοθέτηση του ρέματος. Το ίδιο έτος (2008) η παρεμβαίνουσα υπέβαλε στη Ν.Α. Εύβοιας τεχνική μελέτη οριοθέτησης του υδατορέματος. Επίσης, ο Διευθυντής Ηλεκτροπαραγωγής του ΥΠΕΧΩΔΕ, με το Δ5/ΗΛ/Α/Φ7/431/3070/ 13.2.2009 έγγραφο, ενημέρωσε τη ΔΕΗ ότι η προσθήκη της μονάδας V θεωρείται ως επέκταση του ήδη λειτουργούντος σταθμού στο ίδιο γήπεδο και ότι συνιστά, μαζί με τις υφιστάμενες μονάδες, μία ενιαία βιομηχανική εγκατάσταση. Εν τέλει, μετά από έγκριση των οργάνων του Υπουργείου Πολιτισμού για την εγκατάσταση της νέας μονάδας και των λοιπών εγκαταστάσεων και γνωμοδότηση της ΕΥΠΕ, εκδόθηκε η 165502/9.6.2010 κ.υ.α. (ανωτ. σκέψη 6) με την οποία τροποποιήθηκε η ΑΕΠΟ του έργου και, μεταξύ άλλων, επετράπη και η διευθέτηση του τμήματος του ρέματος, το οποίο διέρχεται από το γήπεδο του ΑΗΣ. Ακολούθως, με την 32083/20.7.2010 απόφαση του Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (Δ΄ 432/2.9.2010), επικυρώθηκε ο καθορισμός των οριογραμμών στο τμήμα του ρέματος που διέρχεται από το γήπεδο του ΑΗΣ. Κατά της τελευταίας οι αιτούντες άσκησαν αίτηση ακυρώσεως, η οποία συζητήθηκε την αυτή με την κρινόμενη αίτηση δικάσιμο. Τέλος, με την 164140/15.9.2014 απόφαση της Γενικής Διευθύντριας Περιβάλλοντος του ΥΠΕΚΑ παρατάθηκε η ισχύς της προσβαλλομένης ΑΕΠΟ έως 17.10.2018, υπό τους τεθέντες στην τελευταία αυτή απόφαση όρους.
14. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακυρωτέα, διότι, σύμφωνα με την κ.υ.α. 13727/724/2003, η νέα Μονάδα Συνδυασμένου Κύκλου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας είναι υψηλού βαθμού όχλησης και η εγκατάστασή της στη συγκεκριμένη θέση απαγορεύεται από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 4 του από 24/31.5.1985 π.δ., καθώς για τη συγκεκριμένη περιοχή ισχύει το από 16.9.1993 π.δ. (Δ΄ 1136), με το οποίο εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη της πολεοδομικής ενότητας ΙΙ του Δήμου Αλιβερίου (Ν. Ευβοίας). Με τον λόγο αυτόν, όπως αναπτύσσεται με το από 28.6.2011 υπόμνημα, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι με την προσβαλλομένη επετράπη η εγκατάσταση μονάδας υψηλής όχλησης εντός της ζώνης των 700 μ. από το Αλιβέρι, οικισμού άνω των 2000 κατοίκων και ότι από τον ν. 3175/2003 και τα στοιχεία του φακέλου (άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας κ.ά.) προκύπτει ότι πρόκειται για νέο σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και όχι για επέκταση των υφισταμένων μονάδων του ΑΗΣ. Η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει ότι το έργο για το οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ αποτελεί επέκταση του ήδη υφισταμένου από το έτος 1950 ΑΗΣ, ότι η μονάδα V δεν αποτελεί νέο σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και ότι για τον λόγο αυτόν δεν έχουν εφαρμογή, ως προς τη χωροθέτηση της μονάδας αυτής, οι διατάξεις του άρθρου 4 του από 24/31.5.1985 π.δ., οι οποίες αναφέρονται σε νέες βιομηχανικές εγκαταστάσεις.
15. Επειδή, με την απόφαση 26298/1.7.2003 της Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (Β΄ 1469), εγκρίθηκε, κατ’ επίκληση των άρθρων 8 και 18 παρ. 5 του ν. 2742/1999 (Α΄ 207), το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της απόφασης αυτής, με το ανωτέρω πλαίσιο χωροταξικού σχεδιασμού καταγράφονται και αξιολογούνται, πλην άλλων, οι λειτουργίες διαπεριφερειακού χαρακτήρα που έχει ή μπορεί να αναπτύξει η Περιφέρεια, καθώς και οι παράγοντες που επηρεάζουν τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και διάρθρωση του χώρου στο επίπεδο της Περιφέρειας. Επίσης, αποτιμώνται οι χωρικές επιπτώσεις των ευρωπαϊκών, εθνικών και περιφερειακών πολιτικών και προγραμμάτων και προσδιορίζονται με προοπτική δεκαπέντε (15) ετών βασικές προτεραιότητες και στρατηγικές επιλογές για την ολοκληρωμένη και αειφόρο ανάπτυξη του χώρου στο επίπεδο της Περιφέρειας. Κατά την παρ. Β΄ του άρθρου 3 της ίδιας απόφασης, με την οποία αξιολογούνται η υπάρχουσα κατάσταση και οι προοπτικές στο επίπεδο της Περιφέρειας, τα ειδικά χαρακτηριστικά που αναπτύσσουν στις ενεργειακές υποδομές η παράδοση και η υποδομή στην ενεργειακή παραγωγή του Αλιβερίου και οι πολλαπλές δυνατότητες στο τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας εκτιμάται ότι ευνοούν ιδιαιτέρως τη δραστηριότητα και τις επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα (παρ. Β.3.2). Κατά τα οριζόμενα, επίσης, στο αυτό άρθρο 3, στις μεγάλες τεχνικές υποδομές υποστήριξης της παραγωγής αναφέρονται και οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Αλιβερίου, ως μέρος του Εθνικού Συστήματος Ενέργειας, που αποτελούν σημαντική προοπτική για την Περιφέρεια (παρ. Β.5.2), στους δε άξονες ανάπτυξης και στα δίκτυα υποδομών και ενέργειας αναφέρεται η ενεργειακή εξειδίκευση και παράδοση του Αλιβερίου (παρ. Γ περ. 3). Ακόμη, στη δομή της χωρικής ανάπτυξης περιλαμβάνεται το Αλιβέρι με ειδικές, εθνικής εμβέλειας, υποδομές στην ενέργεια (Δ.1.2) για τη συνέχιση της ενεργειακής παραγωγής στο Αλιβέρι ενισχυμένης από το φυσικό αέριο (Δ.2), ενώ ως προς τη χωροταξική οργάνωση και ειδικότερα την αστική ανάπτυξη και το οικιστικό δίκτυο προβλέπεται η λειτουργία του Αλιβερίου ως Κέντρου Ενέργειας του εθνικού συστήματος ενέργειας (παρ. Δ.3.1) και ως προς τα βασικά δίκτυα υποδομών ενέργειας προβλέπεται η ενίσχυση της ενεργειακής θέσης της Περιφέρειας με κύρια αναφορά «… τις εγκαταστάσεις παραγωγής στο Αλιβέρι υποστηριζόμενες από την τροφοδότησή τους με Φυσικό Αέριο (νέος Αγωγός) …» (παρ. Δ.3.5). Περαιτέρω, με το άρθρο 19 παρ. 2 (περ. ζ΄) του ν. 2773/1999 (Α΄ 286), όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 23 του
ν. 3175/2003 (Α΄ 207), ορίσθηκε ότι « […] Στη Δ.Ε.Η. Α.Ε. χορηγείται εκ του νόμου αυτού άδεια παραγωγής για την ανανέωση και αντικατάσταση του δυναμικού παλαιών μονάδων, συνολικής ισχύος μέχρι 1.600 MW. Οι εν λόγω παλαιές μονάδες μετά την αντικατάστασή τους παραμένουν σε ψυχρή εφεδρεία και η διαχείρισή τους διενεργείται σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και αναλαμβάνεται από τον Διαχειριστή του Συστήματος […]». Εξάλλου, στο άρθρο 4 του από 24/31.5.1985 π.δ.
(Δ΄ 270, άρθρο 165 του ΚΒΠΝ, Δ΄ 580/1999) ορίζονται τα εξής:
«1. Βιομηχανικές εγκαταστάσεις για την εφαρμογή του παρόντος θεωρούνται τα βιομηχανικά κτίρια, καθώς και οι αποθήκες και δεξαμενές που κατασκευάζονται στο ίδιο γήπεδο […] 3. Γύρω από πόλεις και οικισμούς με πληθυσμό μεγαλύτερο των 2.000 κατοίκων βάσει της τελευταίας εκάστοτε απογραφής και σε ζώνη που εκτείνεται σε πλάτος 700 μέτρα, για πόλεις και οικισμούς με πληθυσμό από 2.001 μέχρι και 10.000 κατοίκους και 1.000 μέτρα για πόλεις με πληθυσμό άνω των 10.000 κατοίκων, απαγορεύεται η ανέγερση νέων βιομηχανικών εγκαταστάσεων μέσης ή υψηλής οχλήσεως. Η απόσταση αυτή μετράται από το τέλος του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου ή από τα όρια των οικισμών που στερούνται ρυμοτομικού σχεδίου […]».
16. Επειδή, όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενη σκέψη, στον ΑΗΣ Αλιβερίου, ο οποίος είναι εγκατεστημένος στη συγκεκριμένη θέση από το έτος 1955, λειτουργούν ήδη δύο πεπαλαιωμένες μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με τη θετική γνωμοδότηση επί της Προμελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, η κατασκευή της μονάδας V συνιστά επέκταση και εκσυγχρονισμό της υφιστάμενης εγκατάστασης κατά τις προβλέψεις και του οικείου περιφερειακού πλαισίου χωροταξικού σχεδιασμού, με σκοπό τη βελτίωση του συστήματος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ και συγχρόνως τη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από τη λειτουργία του ΑΗΣ. Επίσης, στο Δ5/ΗΛ/Α/Φ7/431/3070/13.2.2009 έγγραφο του Διευθυντή Ηλεκτροπαραγωγής του ΥΠΕΧΩΔΕ αναφέρεται ότι η προσθήκη της μονάδας V θεωρείται επέκταση του ήδη λειτουργούντος σταθμού στο ίδιο γήπεδο και συνιστά, μαζί με τις υφιστάμενες μονάδες, μία ενιαία βιομηχανική εγκατάσταση. Περαιτέρω, όπως εκτίθεται στη ΜΠΕ, ο ΑΗΣ Αλιβερίου αξιολογείται ως σημαντική μονάδα για την περιφερειακή ανάπτυξη, την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της πρωτεύουσας και την ευστάθεια του συστήματος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της Χώρας. Επίσης, κατά τη ΜΠΕ ο ΑΗΣ απεικονίζεται ως μονάδα υποδομής της ΔΕΗ και στον, συνημμένο στη μελέτη ως Παράρτημα III, χάρτη της 26643/4170/11.11.2001 απόφασης της Υφυπουργού ΠΕΧΩΔΕ «Έγκριση γενικών κατευθύνσεων ειδικά ρυθμιζόμενης πολεοδομικής δραστηριότητας (ΠΕΡΠΟ) ιδιοκτητών γης στην εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμών προ του 1923, καθώς και οικισμών μέχρι 2000 κατοίκους, στο νομό Εύβοιας» (Δ΄ 1026). Οι ως άνω διαπιστώσεις των οργάνων της Διοίκησης και της ΜΠΕ ανταποκρίνονται στις προαναφερθείσες κατευθύνσεις και προβλέψεις του Περιφερειακού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας (ΠΠΧΣΑΑ), αφού η ρητή μνεία του εν λόγω χωροταξικού πλαισίου στην τροφοδοσία του ΑΗΣ με φυσικό αέριο αναφέρεται κατά λογική ακολουθία στην κατασκευή μονάδας που θα χρησιμοποιεί ως καύσιμο το φυσικό αέριο. Άλλωστε, στο ίδιο αυτό πλαίσιο χωροταξικού σχεδιασμού της Περιφέρειας, ο ΑΗΣ Αλιβερίου χαρακτηρίζεται ως ενεργειακό κέντρο και περαιτέρω αποτυπώνεται στον σχετικό χάρτη του πλαισίου και αξιολογείται ως ιδιαίτερα σημαντική υποδομή για την ενέργεια και μάλιστα εθνικής εμβέλειας, το δε γήπεδο του ΑΗΣ προορίζεται στο σύνολό του για την ανάπτυξη της συγκεκριμένης δραστηριότητας, με συνέπεια να είναι νοητός, στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας, ο εκσυγχρονισμός των υφισταμένων μονάδων με την κατασκευή νέας μονάδας εντός του γηπέδου του ΑΗΣ και την απόσυρση των παλαιών μονάδων, επί τω τέλει συμμόρφωσης προς τις επιταγές του άρθρου 19 παρ. 2 περ. ζ΄ του ν. 2773/1999 και βελτίωσης των περιβαλλοντικών συνθηκών της περιοχής. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, οι ειδικές αναφορές του ΠΠΧΣΑΑ της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, αφενός στη θέση του ΑΗΣ Αλιβερίου και τη λειτουργία του με φυσικό αέριο και αφετέρου στη σημασία του ΑΗΣ ως έργου βασικής υποδομής εθνικής εμβέλειας, δεν έχουν κατευθυντήριο απλώς χαρακτήρα, αλλά αποτελούν προβλέψεις, αρκούντως εξειδικευμένες από χωρική άποψη, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα εγκατάστασης μονάδας με καύσιμο φυσικό αέριο στο γήπεδο του ΑΗΣ. Οι προβλέψεις δε αυτές του χωροταξικού πλαισίου νομίμως αποκλίνουν, δεδομένης και της επιταγής του νομοθέτη για την αντικατάσταση των παλαιών μονάδων της ΔΕΗ, από τους ορισμούς του άρθρου 4 παρ. 3 του από 24/31.5.1985 π.δ., το οποίο, άλλωστε, διέπει εν γένει τις προϋποθέσεις εγκατάστασης νέων βιομηχανικών μονάδων πλησίον των οικισμών της Χώρας και δεν περιέχει κατευθύνσεις ή προβλέψεις χωρικού χαρακτήρα, και μάλιστα ειδικώς για την περιοχή του Αλιβερίου. Τούτο δε, εν όψει και του ότι οι προβλέψεις του ως άνω χωροταξικού πλαισίου είναι ειδικότερες και μεταγενέστερες των ορισμών του από 24/31.5.1985 π.δ. και εν πάση περιπτώσει δεν αφορούν την ίδρυση και κατασκευή, το πρώτον, σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή του Αλιβερίου, αλλά τον εκσυγχρονισμό του υφισταμένου από το έτος 1955 σταθμού με την αντικατάσταση των παλαιών μονάδων και την κατασκευή νέας μονάδας που θα χρησιμοποιεί φιλικότερη προς το περιβάλλον καύσιμη ύλη, με συνέπεια να μην επέρχεται επιδείνωση, όπως ισχυρίζονται οι αιτούντες, αλλά βελτίωση στις συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων του παρακείμενου οικισμού. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο προαναφερθείς λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη αντίκειται στο άρθρο 4 (παρ. 3) του από 24/31.5.1985 π.δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
17. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 5 του ν. 3010/2002, το οποίο επιβάλλει την προηγούμενη οριοθέτηση και προστασία των υδατορεμάτων, διότι με τη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων επιχειρείται, κατά τους αιτούντες, η καταστροφή της κοίτης του διερχομένου από τον ΑΗΣ ρέματος με την κατασκευή της μονάδας ΚΥΤ και του αντλιοστασίου επί του υδατορέματος, χωρίς να έχει προηγηθεί ο καθορισμός των οριογραμμών του βάσει της κατά τον νόμο μελέτης, γεγονός το οποίο κατήγγειλαν οι αιτούντες στο Νομάρχη Εύβοιας, τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Εύβοιας, την Περιφέρεια Εύβοιας και τη Διεύθυνση ΕΑΡΘ με την υποβολή σχετικής υδρογεωλογικής μελέτης, αναφορών και υπομνημάτων. Η παρεμβαίνουσα, ισχυρίζεται, αντιθέτως, ότι η ανάγκη μερικής διευθέτησης του ρέματος προέκυψε λόγω της αρχαιολογικής έρευνας, τα ευρήματα της οποίας κατέστησαν υποχρεωτική τη χωροθέτηση του έργου εισόδου θαλασσινού ψυκτικού νερού στη θέση της διευθετηθείσας κατά το παρελθόν εκβολής του ρέματος, ότι υποβλήθηκε μελέτη οριοθέτησης και διευθέτησης τμήματος του ρέματος και ότι η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ δεν παρακάμπτει την εφαρμογή του άρθρου 6 του ν. 880/1979, αλλά επιτάσσει με ρητό όρο την εφαρμογή του.
18. Επειδή, τα ρέματα ως στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος αποτελούν αντικείμενο συνταγματικής προστασίας που αποβλέπει στη διατήρηση της φυσικής τους κατάστασης και στη διασφάλιση της επιτελούμενης από αυτά λειτουργίας της απορροής των υδάτων και, συνεπώς, η εκτέλεση τεχνικών έργων πλησίον ρέματος επιτρέπεται μόνο εφόσον διασφαλίζεται η ανεμπόδιστη εκτέλεση της φυσικής τους λειτουργίας. Για να εξασφαλισθεί ο σκοπός αυτός απαιτείται, πριν από την εκτέλεση των τεχνικών έργων πλησίον ρέματος, ο καθορισμός της οριογραμμής τους σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 6 του ν. 880/1979, Α΄ 58 [όπως ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο τροποποιηθέν με το άρθρο 5 του ν. 3010/2002 και πριν καταργηθεί με το άρθρο 10 του ν. 4258/2014, Α΄94], έτσι ώστε η μελετώμενη επέμβαση να γίνεται εν όψει της ύπαρξης του ρέματος. Συνεπώς, ο καθορισμός των οριογραμμών του ρέματος αποτελεί κατά τον νόμο προϋπόθεση για την έκδοση των πράξεων χωροθέτησης και έγκρισης περιβαλλοντικών όρων έργου ή δραστηριότητας που βρίσκεται πλησίον ρέματος (πρβλ. ΣτΕ Ολ. 462 – 3/2010, 1990/2007 7μ.).
19. Επειδή, εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3028/2002, ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς τις επιταγές του άρθρου 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος, που τάσσουν ως προϋπόθεση για την επιχείρηση έργου επί ή πλησίον αρχαίου την προηγούμενη έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, και τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 4 του ν. 1650/1986, που προβλέπουν την έγκριση περιβαλλοντικών όρων για την κατασκευή και λειτουργία έργων και δραστηριοτήτων, θεσπίζονται δύο εκ παραλλήλου ισχύουσες διαδικασίες, μεταξύ των οποίων δεν υφίσταται χρονική ιεράρχηση και, επομένως, δεν είναι υποχρεωτική κατά νόμον η τήρηση ορισμένης σειράς για την έκδοση των σχετικών πράξεων (πρβλ. ΣτΕ 676/2005 Oλ. σκ. 6, 3454/2004 Ολ.
σκ. 7, 2175/2004 Ολ. σκ. 11).
20. Επειδή, από τα προαναφερθέντα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ εκδόθηκε στο πλαίσιο τριών παράλληλων διαδικασιών, οι οποίες, με βάση και την άδεια παραγωγής που έταξε σύντομη προθεσμία για την κατασκευή της νέας μονάδας V, προκειμένου να καταστεί εφικτή η σταδιακή απόσυρση των παλαιών μονάδων της παρεμβαίνουσας στο πλαίσιο συμμόρφωσης της Χώρας στις διεθνείς υποχρεώσεις της για τη μείωση των εκπομπών ρύπων, αφορούσαν ιδίως τη διενέργεια ανασκαφών και την έγκριση, από την άποψη της αρχαιολογικής νομοθεσίας, της θέσης των εγκαταστάσεων της νέας μονάδας, την έκδοση απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) και την επικύρωση των οριογραμμών τμήματος υδατορέματος στον ΑΗΣ Αλιβερίου. Εξάλλου, για την έναρξη των εργασιών η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ έθεσε αρχικώς ως προϋπόθεση την ολοκλήρωση των ερευνών από τις αρχαιολογικές υπηρεσίες και τη λήψη της σχετικής έγκρισης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3028/2002 (όροι Δ6.1, Δ6.2), συγχρόνως δε έθεσε και ως γενικό όρο (Δ5.3) την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 6 του ν. 880/1979, σε περίπτωση πραγματοποίησης εργασιών που επηρεάζουν την κοίτη του ρέματος. Επακολούθησε η τεχνική μελέτη οριοθέτησης και διευθέτησης του υδατορέματος (2008) που υποβλήθηκε στη Διοίκηση σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 880/1979, ενώ από την άποψη της αρχαιολογικής νομοθεσίας η τελική έγκριση για τη θέση των εγκαταστάσεων της νέας μονάδας και την εν μέρει μετατόπιση της κοίτης του ρέματος σε χώρους ελεύθερους αρχαιολογικών ευρημάτων χορηγήθηκε με την απόφαση ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ11/32059/1576/ 11.5.2009 της Γενικής Διευθύντριας Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού, ύστερα από την ολοκλήρωση των μέχρι τότε ανασκαφικών ερευνών. Κατόπιν, αφού εγκρίθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού η μελέτη προστασίας και ανάδειξης των αρχαιολογικών καταλοίπων, η ΑΕΠΟ τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τη συμπροσβαλλόμενη 165502/9.6.2010 κ.υ.α., με την οποία επετράπη η διευθέτηση του ρέματος σύμφωνα με τις προτάσεις της τεχνικής μελέτης και τους όρους του Υπουργείου Πολιτισμού (βλ. αντίστοιχα όρους Δ5.3.2 έως Δ5.3-7 και στοιχείο 25 του προοιμίου της ως άνω κ.υ.α.) και περαιτέρω ορίσθηκε ρητώς ότι πριν από την έναρξη των εργασιών διευθέτησης θα προηγηθεί η έκδοση της απόφασης οριοθέτησης του ρέματος και, εφόσον δεν γίνει αποδεκτή η προταθείσα λύση της διευθέτησης, η παρεμβαίνουσα οφείλει να επανέλθει με νέα πρόταση για την τροποποίηση της ΑΕΠΟ (όρος Δ5.3.1). Στη συνέχεια, με την 32083/20.7.2010 απόφαση του Υφυπουργού ΠΕΚΑ επικυρώθηκε ο καθορισμός των οριογραμμών του ρέματος. Ενόψει των ανωτέρω τριών παράλληλων διαδικασιών δυνάμει των οικείων νομοθετημάτων, οι οποίες αφορούσαν την έκδοση της ΑΕΠΟ, την προστασία των αρχαιοτήτων με την έγκριση της θέσης των υπό ανέγερση εγκαταστάσεων από τα όργανα του Υπουργείου Πολιτισμού και την οριοθέτηση ή διευθέτηση του ρέματος, ο αρχικός όρος Δ5.3 της προσβαλλόμενης ΑΕΠΟ έχει την έννοια, κατά το γράμμα και τον σκοπό του, ότι απαγορεύεται η έναρξη οποιασδήποτε εργασίας για την κατασκευή έργων επί του ρέματος προ της οριοθετήσεώς του σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 880/1979 και, επομένως, με τα ως άνω πραγματικά και νομικά δεδομένα της υπόθεσης ο όρος αυτός διασφαλίζει, κατ’ αρχήν επαρκώς, την τήρηση της νομοθεσίας για την προστασία των ρεμάτων και στην προκειμένη περίπτωση του διερχομένου από τον ΑΗΣ ρέματος (πρβλ. ΣτΕ 1492/2013 7μ. σκ. 22, 2059/2007 7μ. σκ. 19, 1990/2007 7μ. σκ. 18, πρβλ. 4537/2011 σκ. 14). Ως εκ τούτου, δεν συνιστά πλημμέλεια της προσβαλλόμενης ΑΕΠΟ το γεγονός ότι οι οριογραμμές του ρέματος που διέρχεται από το γήπεδο του ΑΗΣ δεν επικυρώθηκαν πριν από την έκδοσή της, αλλά, κατά τα οριζόμενα στην ίδια την ΑΕΠΟ, μετά την ολοκλήρωση των ανασκαφών και την έγκριση των οργάνων του Υπουργείου Πολιτισμού, συναφώς δε και μετά την τροποποίηση της ΑΕΠΟ με την 165502/9.6.2010 κ.υ.α., η οποία επέτρεψε την μερική διευθέτηση του ρέματος μετά την οριοθέτησή του, ο περί του αντιθέτου δε λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
21. Επειδή, προβάλλεται ότι οι απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο του Πίνακα 3 του άρθρου 14 της κ.υ.α. 69269/5387/1990, είναι ανακριβείς και διατυπώθηκαν με σκοπό να επιτευχθεί η έκδοση αδειών λήψης νερού και διάθεσης αποβλήτων των μονάδων ΙΙΙ, ΙV και V και να εκδοθούν οι περιβαλλοντικοί όροι του έργου. Ειδικότερα, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι δεν είναι ορθές οι απαντήσεις του ερωτηματολογίου, κατά τις οποίες δεν θα προκληθούν αλλαγές στη διάβρωση της άμμου των ακτών και του πυθμένα της θάλασσας, στη θερμοκρασία και την υγρασία του αέρα ή της περιοχής, στην πορεία ροής των νερών από πλημμύρες, στην ποσότητα του νερού για το κοινό, στη μεταβολή της ποιότητας των επιφανειακών και υπογείων υδάτων, στο φυσικό περιβάλλον, στην ποικιλία των ψαριών, των θαλασσινών και των βενθικών οργανισμών, στη στάθμη του θορύβου, στο επίπεδο ασφάλειας από έκρηξη ή διαφυγή επικινδύνων ουσιών και στις συνθήκες διαβίωσης των αιτούντων, διότι, όπως υποστηρίζουν, από την εκτέλεση του έργου α) θα καταστραφεί ο αιγιαλός και θα εκβαθυνθεί ο όρμος που βρίσκεται βόρεια και εγγύς του λιμενοβραχίονα της ΔΕΗ, β) η μέση θερμοκρασία του θαλασσινού νερού θα ανέλθει μέχρι 8ο C και θα αυξηθούν η εξάτμιση και η υγρασία, γ) το έτος 1958 υπήρξαν έντονες πλημμύρες που αποσιωπήθηκαν σκοπίμως, δ) η στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα της περιοχής «Μάνα» έχει κατέλθει σε μεγάλο βάθος ή/και έχει υφαλμυρίσει από την υπεράντληση, ε) τα δήθεν «επεξεργασμένα» απόβλητα θα παροχετεύονται στη θάλασσα και θα αυξηθεί η ρύπανση του κόλπου, στ) θα επιβαρυνθεί έτι περαιτέρω η κατάσταση του φυσικού και θαλασσίου περιβάλλοντος με τις διεργασίες άντλησης- απαγωγής θαλασσινού νερού, καθόσον στον κλειστό όρμο επικρατούν δεξιόστροφα ρέματα, τα οποία θα ωθούν τα ζεστά νερά προς το εσωτερικό του, ζ) οι πηγές που προκαλούν τον θόρυβο προβλέπονται πολύ κοντά στις κατοικίες των αιτούντων, η) το φυσικό αέριο μπορεί να προκαλέσει εκρήξεις και η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία αλλοιώσεις του περιεχομένου των κυττάρων και θ) θα επηρεαστούν οι συνθήκες διαβίωσης των αιτούντων στην όμορη κατοικία τους. Η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί των αιτούντων είναι αβάσιμοι, διότι α) δεν θα πραγματοποιηθούν εκβαθύνσεις στον όρμο που βρίσκεται βορείως του λιμενοβραχίονα, β) η διαφορά θερμοκρασίας του θαλασσινού νερού, που θα χρησιμοποιηθεί ως ψυκτικό μέσο, μεταξύ των σημείων εισόδου και εξόδου του κυκλώματος ψύξης δεν θα ξεπερνά τους 8% C, όπως αναφέρεται και στη σχετική μελέτη του ΕΜΠ, γ) η ΔΕΗ έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για την απορροή των ομβρίων υδάτων και για τον λόγο αυτόν δεν επαναλήφθηκαν οι πλημμύρες του έτους 1958, δ) δεν θα μειωθεί η ποσότητα του νερού από τη λειτουργία της μονάδας V, ε) τα υγρά απόβλητα θα απορρίπτονται αφού υποστούν την προβλεπόμενη από τη νομοθεσία και την ΑΕΠΟ επεξεργασία, στ) δεν θα προκληθεί ρύπανση στον όρμο του Καράβου ούτε αύξηση της στάθμης του θορύβου, λόγω των μέτρων που έχουν ληφθεί, η) στο έργο δεν χρησιμοποιούνται επικίνδυνα υλικά που μπορούν να προκαλέσουν έκρηξη και θ) ότι η κατασκευή της νέας μονάδας δεν θίγει τις συνθήκες διαβίωσης των αιτούντων, αφού βελτιώνει τις συνθήκες λειτουργίας του ΑΗΣ.
22. Επειδή, με τον προαναφερθέντα λόγο ακυρώσεως και τους συναφείς ισχυρισμούς αμφισβητείται η ορθότητα των απαντήσεων του ερωτηματολογίου της ΜΠΕ ως προς τις επιπτώσεις του επίμαχου έργου στα θαλάσσια ύδατα, την ακτή και εν γένει στον αιγιαλό και την παραλία καθώς και στο οικιστικό περιβάλλον της περιοχής. Εν προκειμένω, όμως, το ερωτηματολόγιο, που προσαρτάται στη ΜΠΕ ως συνημμένο με την ένδειξη «IX» και που δεν αποτελεί, βεβαίως, το μόνο περιεχόμενό της, περιέχει ορισμένα γενικά στοιχεία σχετικά με το σχεδιαζόμενο έργο, καθώς και σειρά μονολεκτικών απαντήσεων στα ερωτήματα που αναγράφονται στο υπόδειγμα, με συνέπεια να μην απαιτείται, κατά κανόνα, τεκμηρίωση των απαντήσεων αυτών (πρβλ. ΣτΕ 404/2005, 1520/1993 7μ.). Αντιθέτως, οι περιεχόμενες στο εν λόγω υπόδειγμα αναφορές σε περιβαλλοντικά δεδομένα αποτελούν αντικείμενο αναλυτικών εκτιμήσεων και αξιολογήσεων που λαμβάνουν χώρα κατά το στάδιο εκπόνησης της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, στην οποία και αποτυπώνονται. Εξάλλου, στην εγκριθείσα με την προσβαλλομένη ΑΕΠΟ μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων γίνεται ειδική και αναλυτική αναφορά σε όλα τα προαναφερθέντα ζητήματα για τα οποία παραπονούνται οι αιτούντες. Συγκεκριμένα, στα κεφάλαια 6 και 7 της ΜΠΕ αναφέρονται, αντιστοίχως, οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις του έργου και τα μέτρα αντιμετώπισής τους βάσει των Βέλτιστων Διαθέσιμων Τεχνικών με ειδικές αναφορές, στη μορφολογία του εδάφους, τη χλωρίδα και πανίδα, τον θόρυβο, τα αέρια, τα απόβλητα, αλλά και τα μέτρα πυροπροστασίας, αποφυγής εκρήξεων και αποτροπής της διαρροής καυσίμων (βλ. για τα τελευταία κεφ. 7.6, 7.7 και 7.8), ως προς τα διαλαμβανόμενα δε στα ανωτέρω κεφάλαια της ΜΠΕ και τους συναφείς όρους της προσβαλλόμενης ΑΕΠΟ δεν διατυπώνονται ειδικά παράπονα από τους αιτούντες. Επίσης, ως προς την κατάσταση των θαλασσίων υδάτων εκπονήθηκε πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης, από ομάδα καθηγητών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, ειδική μελέτη με τίτλο «Μελέτη των συνθηκών κυκλοφορίας του νερού ψύξης των Μονάδων Ηλεκτροπαραγωγής της ΔΕΗ Α.Ε. στον όρμο του ΑΗΣ Αλιβερίου», τα πορίσματα της οποίας ελήφθησαν υπόψη και αξιολογήθηκαν από τη ΜΠΕ και την προσβαλλόμενη απόφαση. Με βάση τα ανωτέρω, η ΜΠΕ του έργου, όπως το γενικό περιεχόμενό της περιγράφεται στη σκέψη 13, πληροί κατ’ αρχήν, σε σχέση με τα αμφισβητούμενα από τους αιτούντες ζητήματα, τις απαιτήσεις του νόμου και φέρει τα χαρακτηριστικά επιστημονικής μελέτης με λογική θεμελίωση και τεκμηρίωση της συναγόμενης κρίσης, παρέχει δε τη δυνατότητα στη Διοίκηση να προβεί σε πλήρη επιστημονική διερεύνηση των συνεπειών της δραστηριότητας, από την οποία και μόνο δύναται να συναχθεί η από τον ν. 1650/1986 απαιτούμενη συμμόρφωση προς τις διατάξεις προστασίας του περιβάλλοντος. Συνεπώς, ο προαναφερθείς λόγος ακυρώσεως και οι επιμέρους συναφείς ισχυρισμοί, με τους οποίους, κατά τα εκτεθέντα, δεν αμφισβητείται η πληρότητα και η επάρκεια συγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων που τέθηκαν με την προσβαλλομένη βάσει των σχετικών εκτιμήσεων της ΜΠΕ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που με τους ισχυρισμούς αυτούς αμφισβητείται ευθέως η, ακυρωτικώς ανέλεγκτη, τεχνική – επιστημονική κρίση της Διοίκησης, η οποία με την προσβαλλόμενη πράξη έχει υιοθετήσει τα πορίσματα της ΜΠΕ και έχει επιβάλλει τους κατάλληλους, κατά την κρίση της, περιβαλλοντικούς όρους, οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (πρβλ. ΣτΕ 2240/1999 Ολ. σκ. 39, ΣτΕ 3851/2006 7μ. σκ. 29, 661/2004 7μ. σκ. 11).
23. Επειδή, προβάλλεται ότι, κατά παράβαση της ως άνω κ.υ.α. 69269/9387/1990 (άρθρο 8 παρ. 2.1γ), η Διεύθυνση ΕΑΡΘ ανέχθηκε αδικαιολόγητα να την παραπλανά η ΔΕΗ ΑΕ με την κατάθεση τριών (3) μόνο φωτογραφιών και αυτών όχι πρόσφατων, τραβηγμένων από άγνωστες θέσεις και γωνίες, ώστε να μην φαίνονται οι οικίες των αιτούντων, ο αιγιαλός και η παραλία. Από τα στοιχεία, όμως, του φακέλου δεν προκύπτει ότι η ΜΠΕ και τα στοιχεία που τη συνοδεύουν είχαν ελλείψεις σχετικά με την περιγραφή της υφιστάμενης κατάστασης στην περιοχή του έργου, η δε Διοίκηση αιτιολογημένα έκρινε ότι η περιγραφή αυτή ήταν επαρκής και δεν έχρηζε συμπλήρωσης. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
24. Επειδή, οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλονται το πρώτον με το από 28.6.2011 υπόμνημα είναι απαράδεκτοι. Συνεπώς, εφόσον όλοι οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλονται με το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης είναι απορριπτέοι κατά τα εκτιθέμενα στις προηγούμενες σκέψεις, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να γίνει δεκτή η παρέμβαση.






