ΣτΕ 1864/2016 [Αποζημίωση διατήρησης αυθαίρετων κτισμάτων σε αναδασωτέα έκταση της Ι.Μ. Πεντέλης]
Περίληψη
-Η υποχρέωση καταβολής ειδικής αποζημίωσης για τη διατήρηση αυθαιρέτων κατασκευών σε δάση ή δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις συντρέχει εις ολόκληρον για καθέναν από τους υπόχρεους κύριο, νομέα, κάτοχο ή εργολάβο των κατασκευών αυτών, ως κάτοχος δε νοείται οποιοσδήποτε προβαίνει σε διακατοχικές πράξεις, οι οποίες κατατείνουν όχι μόνο στην ανέγερση των αυθαιρέτων κατασκευών αλλά και σε οποιαδήποτε σχετική προπαρασκευαστική προς τούτο εργασία.
-Το δικάσαν δέχθηκε ότι τηρήθηκε ο τύπος της προηγούμενης κλήτευσης, διότι με βάση το πραγματικό της υπόθεσης, η εκκαλούσα είχε λάβει γνώση των πράξεων που είχαν εκδοθεί καθ’ όλη τη διαδικασία, μεταξύ των οποίων, και της απόφασης με την οποία διατάχθηκε η κατεδάφιση των αυθαιρέτων κτισμάτων και ότι, ως εκ τούτου, δεν απαιτείτο, κατά νόμο, πριν από την έκδοση του πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης νέα κλήτευση για το ζήτημα αυτό. Η κρίση αυτή του δικάσαντος δεν είναι αντίθετη αλλά σύμφωνη προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και ανταποκρίνεται στην έννοια των διατάξεων του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, όπως αυτές ερμηνεύονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας.
-Οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί που προβάλλονται από την εκκαλούσα Ιερά Μονή δεν είναι βάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, δεδομένου ότι με τους ισχυρισμούς αυτούς δεν θεμελιώνεται, ως προς τα κριθέντα από το δικάσαν νομικά ζητήματα, αντίθετη της εκκαλουμένης προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και δεν πληρούνται οι δικονομικές προϋποθέσεις για το παραδεκτό των αντίστοιχων λόγων εφέσεως, σύμφωνα με δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 58 του π.δ. 18/1989, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010. Εξάλλου, ως προς τους λοιπούς λόγους έφεσης δεν προβάλλεται κάποιος ισχυρισμός για το παραδεκτό της προβολής τους, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν προβάλλεται παραδεκτώς κάποιος λόγος έφεσης, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Πρόεδρος: Ν. Ρόζος
Εισηγητής: Δ. Βασιλειάδης
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την έφεση αυτή ζητείται η εξαφάνιση της 1941/2010 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως της εκκαλούσας κατά του 4212/10.6.2008 πρωτοκόλλου του Δασάρχη Πεντέλης. Με το πρωτόκολλο αυτό επιβλήθηκε εις βάρος της ειδική αποζημίωση ποσού 81.416,90 ευρώ, λόγω διατήρησης αυθαιρέτων κτισμάτων από 7.6.2007 έως 7.6.2008 σε δημόσια δασική και αναδασωτέα έκταση 52 στρεμμάτων στη θέση της Ιεράς Μονής Παντοκράτορος Πεντέλης.
- Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως η περίπτωση η΄ της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 3 του ν. 3659/2008 (Α΄ 77) και ισχύει, κατά το άρθρο 82 του νόμου αυτού, από 8.6.2008, ορίζεται ότι «Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν: α) […] η) το χαρακτηρισμό κτισμάτων ή κατασκευών ως αυθαιρέτων, ανεξαρτήτως της νομοθεσίας κατ’ εφαρμογή της οποίας έγινε ο χαρακτηρισμός, και την εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση. Επίσης, την αυθαίρετη μεταβολή χρήσης και την επιβολή προστίμων αυθαιρέτων». Εξάλλου, στο άρθρο 5 του αυτού ν. 702/1977, όπως η παρ. 1 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222) ορίζεται ότι «Με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 5Α, σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των διοικητικών εφετείων που εκδίδονται κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου επί αιτήσεως ακυρώσεως ή τριτανακοπής […]». Περαιτέρω, αρχικώς με το άρθρο 49 παρ. 6 του ν. 3659/2008 και εν συνεχεία με το άρθρο 47 παρ. 3 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) αντικαταστάθηκε το άρθρο 5Α του ν. 702/1977, το οποίο είχε προστεθεί με το άρθρο 3 του ανωτέρω ν. 2944/2001, ως εξής: «Oι αποφάσεις των διοικητικών εφετείων που εκδίδονται επί των διαφορών των περιπτώσεων α΄, β΄, γ΄, δ΄, ε΄, ια΄ και ιγ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου δεν υπόκεινται σε έφεση. Εξαιρούνται και υπόκεινται σε έφεση οι διαφορές που αφορούν […]». Κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 περ. η΄ του ν. 702/1977, όπως τροποποιήθηκε με το προαναφερθέν άρθρο 49 παρ. 3 του ν. 3659/2008, που προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του τελευταίου αυτού νόμου, οι διαφορές από πρωτόκολλα επιβολής ειδικής αποζημίωσης για τη διατήρηση αυθαιρέτων κατασκευών σε εκτάσεις δασικού χαρακτήρα, τα οποία εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 114 παρ. 5 του ν. 1892/1990, υπάγονται στην ακυρωτική αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου (ΣτΕ 393/2014). Εξάλλου, η κατ’ εφαρμογή της διάταξης αυτής καθιδρυόμενη ως άνω αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου εξακολουθεί και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4055/2012 (Α΄ 51/12.3.2012) στις 2.4.2012 (βλ. άρθρα 110 παρ. 14 και 113), στο άρθρο 66 παρ. 1 του οποίου προβλέπεται ότι οι διαφορές που προκύπτουν από την έκδοση διοικητικών πράξεων, οι οποίες αφορούν την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, εκδικάζονται ως διαφορές ουσίας από τα κατά τόπον αρμόδια διοικητικά πρωτοδικεία, δοθέντος ότι στην περ. β΄ της παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 66 ορίζεται ότι η παρ. 1 δεν έχει εφαρμογή, πλην άλλων, στις διαφορές των περιπτώσεων η΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977 (βλ. Σ.τ.Ε. 393/2014, 3733/2013). Με τα δεδομένα αυτά, νομίμως η κρινόμενη υπόθεση εισάγεται, κατ’ έφεση, ενώπιον του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 702/1977 και το άρθρο 5 περ. α΄ του π.δ. 361/2001 (Α΄ 244), εφόσον η αίτηση ακυρώσεως της ήδη εκκαλούσας κατά του 4212/10.6.2008 πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης του Δασάρχη Πεντέλης κατατέθηκε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών στις 3.7.2008 (πρβλ. Σ.τ.Ε. 393/2014, 3733/2013).
- Επειδή, με την παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 70 αυτού, άρχισε να ισχύει από 1.1.2011 προστέθηκε στην παρ. 1 του άρθρου 58 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) το εξής εδάφιο: «Η έφεση επιτρέπεται, μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου». Κατά την έννοια του ανωτέρω εδαφίου, η άσκηση έφεσης επιτρέπεται μόνον υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στη διάταξη αυτή, ως ισχυρισμοί δε, η προβολή των οποίων απαιτείται επί ποινή απαραδέκτου, νοούνται εκείνοι που αναφέρονται με τρόπο συγκεκριμένο σε κριθέν νομικό ζήτημα, αναγόμενο στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν από την εκκαλουμένη απόφαση και η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για την διάγνωση της υπόθεσης και όχι απλώς στην ορθή ή μη υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σε εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου (πρβλ. ΣτΕ 4482/2013, 3371/2013, 4382/2012 και σε Συμβούλιο 2646/2013, 1278/2013, 331/2013 κ.ά.). Περαιτέρω, για να κριθεί αν παραδεκτώς ασκείται η έφεση, ο εκκαλών πρέπει να προβάλλει απαραιτήτως με το εισαγωγικό δικόγραφο αυτοτελείς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, με τους οποίους και πρέπει να καθορίζεται ποιο είναι το επίμαχο νομικό ζήτημα που κρίθηκε, περαιτέρω δε, να επικαλείται κατά τρόπο συγκεκριμένο, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της υπόθεσης, είτε έλλειψη νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε αντίθεση της προσβαλλόμενης απόφασης προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (πρβλ. ΣτΕ σε Συμβούλιο 2646/2013, 1278/2013, 331/2013 κ.ά.). Στην τελευταία περίπτωση, οι αποφάσεις, προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση της εκκαλουμένης, πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς. Εξάλλου, ως αντίθεση σε νομολογιακό προηγούμενο κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης δεν νοείται η αναφερόμενη σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά εκείνη που αφορά στην ερμηνεία διάταξης νόμου ή γενικής αρχής, δυναμένης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως εάν αυτή η ερμηνεία διατυπώνεται στη μείζονα ή την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της εκκαλουμένης και των λοιπών αποφάσεων, προς τις οποίες προβάλλεται ότι υφίσταται αντίθεση.
- Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, που ασκήθηκε στις 21.10.2011 και καταλαμβάνεται ως εκ τούτου από την ανωτέρω διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 58 του π.δ. 18/1989, το οποίο προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010, προβάλλεται γενικώς ότι η έφεση ασκείται, κατ’ εξαίρεση, παραδεκτώς διότι για «τα θέματα που τίθενται με τις σκέψεις της εκκαλουμένης και πλήττονται με τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης, δεν υπάρχει νομολογία του ΣτΕ που να τα επιλύει, όπως τα αντιλαμβάνεται η εκκαλουμένη και, άλλως, οι σκέψεις της εκκαλουμένης δεν υποστηρίζονται από την αναφερόμενη σε αυτή νομολογία του ΣτΕ …», προβάλλονται δε στη συνέχεια και ειδικότεροι ισχυρισμοί (α΄, β΄, γ΄, δ΄, ε΄) που πλήττουν για τον ίδιο λόγο σκέψεις της εκκαλουμένης (σκ. 3, 6, 7, 8, 9). Επομένως, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις πρέπει να εξετασθεί το βάσιμο των ισχυρισμών αυτών, προκειμένου να κριθεί αν προβάλλονται παραδεκτώς οι αντίστοιχοι λόγοι εφέσεως.
- Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση και όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, το επίδικο πρωτόκολλο εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 45 του ν. 2145/1993 (Α΄ 88). Η διάταξη αυτή εντάσσεται στο σύστημα κυρώσεων και μέτρων που εισάγεται με το ως άνω άρθρο 114, σε συνδυασμό με το άρθρο 71 του ν. 998/1979 (Α΄ 289), για τις αυθαίρετες κατασκευές σε δάση και δασικές εκτάσεις. Ειδικότερα, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 71 του ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 46 του ν. 2145/1993, «1. Εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος […] την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος […] ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση … και με χρηματική ποινή […]», ενώ, κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου 71 του ν. 998/1979, «2. […] Η δασική αρχή διατάσσει και, εν αρνήσει του υποχρέου, εκτελεί άνευ ετέρας διατυπώσεως την κατεδάφισιν των κτισμάτων». Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, όπως αυτό ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης του επίδικου πρωτοκόλλου, «Απαγορεύεται η ανέγερση οικοδομών, κτισμάτων και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων εντός δημόσιων ή ιδιωτικών δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαϊά […]», ενώ, κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 2880/2001 (Α΄ 9), «Ανεγερθείσες ή ανεγειρόμενες οικοδομές, κτίσματα και πάσης φύσεως εγκαταστάσεις, στις ανωτέρω εκτάσεις κατεδαφίζονται υποχρεωτικά, κατόπιν αποφάσεως του οικείου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας … [παλαιότερα του νομάρχη]». Περαιτέρω κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 45 του ν. 2145/1993, «Η απόφαση περί κατεδαφίσεως εκδίδεται μετά από κλήτευση προ δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμων ημερών, του φερόμενου ως κυρίου ή νομέα ή κατόχου ή του εργολάβου της οικοδομής, του κτίσματος ή της εγκαταστάσεως. Η κλήτευση αυτή ενεργείται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Αν τα παραπάνω πρόσωπα είναι άγνωστα ή άγνωστης διαμονής, η κλήση τοιχοκολλάται στην είσοδο του κτίσματος. Κατά της αποφάσεως του νομάρχη περί κατεδαφίσεως επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του προέδρου του διοικητικού πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου […] Η προσφυγή συζητείται υποχρεωτικά εντός εξήντα (60) ημερών από την κατάθεσή της και η οριστική απόφαση εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη συζήτηση και σε κάθε περίπτωση εντός εβδομήντα πέντε (75) ημερών από την κατάθεση της προσφυγής. Η απόφαση κοινοποιείται με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευσή της στους διαδίκους, στον οικείο δασάρχη και στον Υπουργό Οικονομικών, εφαρμοζομένου αναλόγως και για την κοινοποίηση αυτήν του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου. Οι επί της […] προσφυγής αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα […]», ενώ, κατά την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου, «6. Οι προηγούμενες παράγραφοι 2 έως και 5 εφαρμόζονται αναλόγως και για περιπτώσεις κατεδάφισης κτιρίων ή εγκαταστάσεων, που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 71 του ν. 998/1979». Τέλος, κατά την παρ. 5 του ανωτέρω άρθρου 114 του ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 παρ. 2 του ν. 2145/1993, «Από της κλητεύσεως και μέχρι την κατεδάφιση ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος υποχρεούνται, εις ολόκληρον έκαστος, στην καταβολή ειδικής αποζημιώσεως που επιβάλλεται με πρωτόκολλα του οικείου δασάρχη, από τα οποία το πρώτο εκδίδεται και κοινοποιείται εφαρμοζομένης αναλόγως και της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, εντός δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση στο δασάρχη της δικαστικής αποφάσεως της παραγράφου 3. Της υποχρεώσεως αυτής απαλλάσσονται οι παραπάνω, προκειμένου περί οικοδομών, κτισμάτων ή εγκαταστάσεων εντός των δημόσιων δασών ή εκτάσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον αυτά παραδοθούν οικειοθελώς στο Δημόσιο προς κατεδάφιση με τη σύνταξη από το δασάρχη πρωτοκόλλου παραδόσεως και παραλαβής. Κατά των πρωτοκόλλων επιβολής αποζημιώσεως, τα οποία εκδίδονται ανά τρίμηνο μέχρι την κατεδάφιση ή την ως άνω οικειοθελή παράδοση, χωρεί προσφυγή […] ενώπιον του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου. Είναι απαράδεκτοι οι λόγοι προσφυγής κατά το μέρος που καλύπτονται από την απόφαση επί της προσφυγής κατά της πράξεως του νομάρχη περί κατεδαφίσεως, ως και εκείνοι που δεν αποδεικνύονται αμέσως. Η απόφαση αυτή του δικαστηρίου δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Τα ποσά των αποζημιώσεων που καθίστανται οριστικά, είτε γιατί δεν ασκήθηκε προσφυγή, είτε γιατί η ασκηθείσα απορρίφθηκε εν όλω ή εν μέρει, βεβαιώνονται στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ., εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974) και αποδίδονται ως έσοδο στο Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών. Το ύψος της αποζημιώσεως ανά τετραγωνικό μέτρο κτίσματος και ανά ημέρα διατηρήσεως αυτού ορίζεται σε διακόσιες (200) δραχμές […] Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ευθέως ή αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας […]».
- Επειδή, κατά την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 114 του ν. 1892/1990 και 71 του ν. 998/1979, οι οποίες προβλέπουν σε βάρος των υπαιτίων της ανέγερσης αυθαιρέτων κατασκευών εντός δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων δυσμενείς συνέπειες, οι πράξεις που αφορούν την κατεδάφιση αυθαιρέτων κτισμάτων και εγκαταστάσεων σε δασικές εκτάσεις είναι πραγματοπαγείς, αφορούν δηλαδή τα ίδια τα κτίσματα και εγκαταστάσεις, και όχι τον ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή εργολάβο και, για τον λόγο αυτό, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοσή τους, το κύρος τους δεν επηρεάζεται από τυχόν εσφαλμένη μνεία σε αυτές ως ιδιοκτήτη, νομέα, κατόχου ή εργολάβου προσώπου που δεν έχει κάποια από τις εν λόγω ιδιότητες ή γενικά κάποιο νομικό δεσμό με τις κατασκευές ή το ακίνητο. Τα πρόσωπα, όμως, τα οποία αναφέρονται ως συνδεόμενα με την παράνομη κατασκευή σε πράξη, με την οποία διατάσσεται η κατεδάφιση οικοδομών, κτισμάτων και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων που έχουν ανεγερθεί παράνομα εντός δημόσιων ή ιδιωτικών δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, με έννομο συμφέρον προσβάλλουν με αίτηση ακύρωσης τη διοικητική αυτή πράξη κατά το μέρος που μνημονεύονται σε αυτή, εφόσον ισχυρίζονται ότι δεν έχουν σχέση με την κατασκευή. Στην περίπτωση αυτή, αν από τα στοιχεία του φακέλου δεν αποδεικνύεται ότι ο αιτών έχει μία από τις προαναφερόμενες ιδιότητες, οι οποίες, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, δικαιολογούν την τήρηση της διαδικασίας έκδοσης της πράξης κατεδάφισης σε βάρος του, το δικαστήριο προβαίνει στην ακύρωση της πράξης αυτής μόνο κατά το μέρος στο οποίο μνημονεύεται ο αιτών ως αποδέκτης της και απορρίπτει ως προβαλλόμενους άνευ εννόμου συμφέροντος τυχόν άλλους λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αναφέρονται στην κατά τα λοιπά νομιμότητα της πράξης κατεδάφισης. Σε διαφορετική περίπτωση, αν απορριφθεί ο σχετικός λόγος, εξετάζονται οι λοιποί λόγοι ακύρωσης (πρβλ. Σ.τ.Ε. 4886/2013, 3421-2/2011, 3966/2008, 3791/2007 7μ.).
- Επειδή, περαιτέρω, κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, όπως αυτή ίσχυε εν προκειμένω, η υποχρέωση καταβολής ειδικής αποζημίωσης για τη διατήρηση αυθαιρέτων κατασκευών σε δάση ή δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις συντρέχει εις ολόκληρον για καθέναν από τους υπόχρεους κύριο, νομέα, κάτοχο ή εργολάβο των κατασκευών αυτών, ως κάτοχος δε νοείται οποιοσδήποτε προβαίνει σε διακατοχικές πράξεις, οι οποίες κατατείνουν όχι μόνο στην ανέγερση των αυθαιρέτων κατασκευών αλλά και σε οποιαδήποτε σχετική προπαρασκευαστική προς τούτο εργασία (πρβλ. Σ.τ.Ε. 4886/2013). Συνεπώς, νομίμως εκδίδεται σε βάρος αυτού το σχετικό πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης.
- Επειδή, εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την 3002/1995 (Δ΄ 749) απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή Ανατολικής Αττικής κηρύχθηκαν ως αναδασωτέες οι αναφερόμενες στην απόφαση αυτή εκτάσεις δασικού χαρακτήρα συνολικού εμβαδού 68.844 στρεμμάτων οι οποίες βρίσκονται σε διάφορες περιοχές δήμων και κοινοτήτων της Ανατολικής Αττικής και είχαν καταστραφεί από πυρκαγιά στις 21.7.1995. Στη συνέχεια με την 49/23.10.1995 δασική απαγορευτική διάταξη απαγορεύθηκαν στις ανωτέρω εκτάσεις η βοσκή, η εκχέρσωση, η υλοτομία δένδρων, θάμνων, αφαίρεση φρυγάνων και άλλες πράξεις που εμποδίζουν τη φυσική αναγέννηση της δασικής βλάστησης. Από την απόφαση 12583/2004 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (26ο Τριμελές) που υπάρχει στον φάκελο προκύπτει ότι σε βάρος της νυν εκκαλούσας Ιεράς Μονής είχαν επιβληθεί το έτος 1998 με τις 8134/1998 και 8135/1998 πράξεις του Δασάρχη Πεντέλης πρόστιμα 68.327.250 και 87.975.000 δρχ. για την παράνομη κατάληψη και εκχέρσωση αναδασωτέων εκτάσεων (11,65 και 15 στρεμμάτων) οι σχετικές δε πράξεις ταμειακής βεβαίωσης ακυρώθηκαν με την απόφαση αυτή, για τον λόγο ότι οι πράξεις επιβολής των προστίμων δεν είχαν κοινοποιηθεί στην εκκαλούσα, πριν από την έκδοση των ταμειακών βεβαιώσεων. Επίσης, με την 3623/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (Τμήμα 11ο) ακυρώθηκε η 8135/1998 πράξη επιβολής προστίμου, το οποίο είχε επιβληθεί σε βάρος της εκκαλούσας για την εκχέρσωση των 15 στρεμμάτων, διότι κρίθηκε, κατ’ επίκληση και των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 21 παρ. 4 του ν. 3208/2003, ότι εφόσον με το 441/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών αποφασίσθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά της μοναχής Αρσενίας (Άννας) Παύλου της εκκαλούσας, η ανωτέρω πράξη του προστίμου απώλεσε μεταγενεστέρως τη νομική βάση της έκδοσής της. Εξάλλου, όπως βεβαιώνεται στην από 6.11.1997 έκθεση αυτοψίας του δασολόγου Χ. Μπαζάκη, την ανωτέρω ημερομηνία διενεργήθηκε, παρουσία και Β΄ ανακριτικού υπαλλήλου, αυτοψία σε δασική και αναδασωτέα έκταση 52 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση της Ιεράς Μονής Πεντέλης, η οποία στον προσωρινό κτηματικό χάρτη και πίνακα της περιοχής (ΚΑ 11598876700) αναγράφεται ως δημόσια διακατεχόμενη δασική έκταση και έχει κηρυχθεί ως αναδασωτέα με την 3002/21.9.1995 απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή Ανατολικής Αττικής (Δ΄ 749). Στην ανωτέρω έκθεση αναφέρεται ότι από την αυτοψία και σε συνδυασμό με τη φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών που διενήργησε ο ανωτέρω δασολόγος διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: α) η Αρσενία Παύλου, η οποία στην έκθεση αυτοψίας φέρεται ως ηγουμένη της Ιεράς Μονής Παντοκράτορος Πεντέλης, μετά την 19.5.1988 εκχέρσωσε έκταση περίπου 35 στρεμμάτων, φύτευσε στην έκταση ελαιόδενδρα τα οποία κατά το χρόνο της αυτοψίας ήταν 7-8 ετών περίπου και ανήγειρε κτίσμα διαστάσεων 12×12 μ. (σχετ. το ζεύγος αεροφωτογραφιών 185811-185812) και β) η ίδια, μετά την 28.7.1995 ανήγειρε έτερο κτίσμα διαστάσεων 7×4 μ. και ύψους 4 μ., κατασκεύασε βάση από μπετόν 16×13 μ. και ύψους 0,4 μ. επί της οποίας κατασκεύασε σταυρό 4-5 μ., διαμόρφωσε δρόμους μήκους 250-300 μ. και μπάζωσε έκταση εμβαδού 15 περίπου στρεμμάτων. Οι προπαρατεθείσες επεμβάσεις στην αναδασωτέα έκταση ως προς τα κτίσματα αποτυπώνονται στο προσαρτημένο στην έκθεση αυτοψίας τοπογραφικό σχεδιάγραμμα. Με το 08/ΔΑΣ/ΠΕ/1753/11.2.1997 έγγραφο του Δασάρχη Πεντέλης, το οποίο κοινοποιήθηκε πλην άλλων στο Α.Τ. Πεντέλης, στο αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο, στο ΙΚΑ, στη ΔΕΗ και στην Κοινότητα Παλαιάς Πεντέλης, κλήθηκε η ανωτέρω μοναχή, στην Ιερά Μονή Νταού Πεντέλης, να μεριμνήσει για την απομάκρυνση των παραπάνω αυθαίρετων κατασκευών. Η εν λόγω πρόσκληση επιδόθηκε στις 7.4.1998 και παρελήφθη από την μοναχή Ισιδώρα (Αικατερίνη) Κούρτη. Μετά ταύτα, και δεδομένου ότι οι αυθαίρετες κατασκευές δεν απομακρύνθηκαν, εκδόθηκε η απόφαση 2982/ΠΕ/13.4.2000 του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, απευθυνομένη στη μοναχή Αρσενία Παύλου ως κάτοικο της Ιεράς Μονής Νταού Πεντέλης, με την οποία διατάχθηκε η κατεδάφιση των τριών αυθαίρετων κτισμάτων διαστάσεων α) 12μ.×12μ., β) 7μ.×4μ., γ) 16μ.×13μ. Σύμφωνα με το σχετικό αποδεικτικό επίδοσης, η παραπάνω απόφαση του Γενικού Γραμματέα επιδόθηκε στην Αρσενία Παύλου και παρελήφθη από την Ισιδώρα Κούρτη. Κατά της ανωτέρω διαταγής κατεδάφισης η μοναχή Αρσενία Παύλου άσκησε αίτηση ακυρώσεως, η οποία με την απόφαση 3486/2004 της Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, ενόψει και των προβληθέντων από την ως άνω μοναχή ισχυρισμών ότι η Ιερά Μονή Παντοκράτορος Νταού Πεντέλης εκπροσωπείται από το Ηγουμενοσυμβούλιο και όχι από την ίδια. Ακολούθως, εκδόθηκε το 4212/10.6.2008 πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης του Δασάρχη Πεντέλης, στο προοίμιο του οποίου μνημονεύονται η προαναφερθείσα πρόσκληση για την απομάκρυνση των αυθαιρέτων κτισμάτων καθώς και η ως άνω 3486/2004 απόφαση της Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με το οποίο επιβλήθηκε σε βάρος της εκκαλούσας Ιεράς Μονής, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, ειδική αποζημίωση 81.416,90 ευρώ, λόγω διατήρησης αυθαιρέτων κτισμάτων από 7.6.2007 έως 7.6.2008 σε δημόσια δασική και αναδασωτέα έκταση στη θέση της Ιεράς Μονής Πεντέλης. Η ως άνω ειδική αποζημίωση υπολογίστηκε ως εξής: «εμβαδόν κατεδαφιστέου κτίσματος 380 τ.μ. × 0,587 ευρώ × 365 μέρες…». Όπως αναφέρεται στο από 24.6.2008 αποδεικτικό επίδοσης του δασοφύλακα Γ. Λούτση, το ως άνω πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης επιδόθηκε στην εκκαλούσα «εκπροσωπουμένη από την μοναχή Αρσενία Παύλου του Λάμπρου…». Εν συνεχεία, η εκκαλούσα άσκησε κατά του ανωτέρω πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης την από 3.7.2008 αίτηση ακυρώσεως, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 1941/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
- Επειδή, με την εκκαλούμενη απόφαση έγινε, μεταξύ άλλων, δεκτό (σκ. 3η) ότι η ειδικώς προβλεπόμενη και λεπτομερώς ρυθμιζόμενη από την παρ. 3 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 κλήτευση του φερομένου ως κυρίου ή νομέα ή κατόχου κ.λπ. της αυθαιρέτως κατασκευασθείσης εντός δάσους οικοδομής πριν από την έκδοση της απόφασης περί κατεδάφισης πρέπει να απευθύνεται και να κοινοποιηθεί νομίμως κατά πρώτον στον φερόμενο ως κύριο της αυθαίρετης κατασκευής αν είναι γνωστός στη Διοίκηση, ότι αν ο φερόμενος ως κύριος είναι άγνωστος στη Διοίκηση, η κλήση μπορεί νομίμως να απευθύνεται και να κοινοποιείται σε ένα από τα λοιπά μνημονευόμενα στο νόμο πρόσωπα (νομέα, κάτοχο, εργολάβο) καθώς η περί κατεδαφίσεως απόφαση που θα επακολουθήσει είναι προεχόντως πραγματοπαγής και αποβλέπει στην απομάκρυνση από το δάσος της αυθαίρετης κατασκευής, ότι σε κάθε περίπτωση η κλήση, επιδιδόμενη σε άλλο πλην του κυρίου πρόσωπο, είναι νόμιμη αν έλαβε χώρα κατά τρόπο που εξασφαλίζει στον κύριο γνώση, ή συνάγεται από τον τρόπο κλητεύσεως τεκμήριο γνώσεως εκ μέρους του και ότι η επιβολή ειδικής αποζημίωσης με πρωτόκολλο του δασάρχη δυνάμει της παρ. 5 του άρθρου 114 ν. 1892/90 αποτελεί διακριτό στάδιο της όλης διαδικασίας, κατά το οποίο η προς αποζημίωση υποχρέωση βαρύνει πρωτίστως τον πραγματικό υπόχρεο, κατά του οποίου και πρέπει να εκδίδονται τα οικεία πρωτόκολλα σε κάθε περίπτωση, περιλαμβανομένης και της περίπτωσης κατά την οποία ο υπόχρεος για την καταβολή αποζημίωσης είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εσφαλμένως αναφέρεται στην περί κατεδαφίσεως της αυθαίρετης κατασκευής προηγηθείσα απόφαση. Εξάλλου, η εκκαλούσα προέβαλε στον πρώτο βαθμό ότι το επίμαχο πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης είναι παράνομο καθόσον ουδέποτε επιδόθηκε νομίμως στην εκκαλούσα Ιερά Μονή η 2982/ΠΕ/13.4.2000 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, περί κατεδάφισης των αυθαιρέτων κτισμάτων. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως απορρίφθηκε από το δικάσαν (σκ. 5η), διότι κρίθηκε, με βάση την πιο πάνω ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων, ότι από τα στοιχεία του φακέλου και συγκεκριμένα την επίδοση της απόφασης 2982/ΠΕ/13.4.2000 του Γενικού Γραμματέα περί κατεδάφισης των αυθαιρέτων κατασκευών στη μοναχή Ισιδώρα Κούρτη και την άσκηση κατά της απόφασης αυτής αίτησης ακυρώσεως από τη μοναχή Αρσενία Παύλου της εκκαλούσας Ιεράς Μονής συνάγεται τεκμήριο γνώσεως της εν λόγω απόφασης από το Ηγουμενοσυμβούλιο της εκκαλούσας, δηλαδή από το όργανο που διοικεί τη Μονή κατά το άρθρο 39 παρ. 4 του ν. 590/1977.
- Επειδή, προβάλλεται ότι η απόφαση 766/2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν στηρίζει «τη σκέψη 3» της εκκαλουμένης, ήτοι την ανωτέρω ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 που παρέθεσε το δικάσαν, διότι, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα, το πρωτόκολλο επιβολής ειδικής αποζημίωσης δεν μπορεί να εκδοθεί κατά οποιουδήποτε κατονομαζομένου στο νόμο προσώπου (κυρίου, νομέα κ.λπ.) αν το πρόσωπο αυτό δεν κλητεύθηκε ή δεν εκδόθηκε εις βάρος του και δεν του επιδόθηκε η διαταγή κατεδάφισης και ότι το τεκμήριο γνώσεως από «πλάγια πηγή» δεν αναγνωρίζεται στο νόμο. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εκκαλούσας δεν είναι βάσιμοι, δεδομένου ότι κατά την έννοια των προπαρατεθεισών διατάξεων του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 η υποχρέωση για την καταβολή, από τον υπόχρεο προς τούτο, ειδικής αποζημίωσης για τη διατήρηση αυθαιρέτου κτίσματος εντός δασικής ή αναδασωτέας έκτασης καθώς και ο καθορισμός του ύψους της ειδικής αυτής αποζημίωσης συνδέονται είτε με τη νομότυπη κοινοποίηση στον υπόχρεο της σχετικής πρόσκλησης προς κατεδάφιση του αυθαιρέτου κτίσματος είτε με τη γνώση από τον υπόχρεο του χαρακτηρισμού ως αυθαιρέτου και κατεδαφιστέου του κτίσματος κατ’ εφαρμογήν των πιο πάνω διατάξεων, όπως ορθώς δέχθηκε εν προκειμένω και το δικάσαν (ΣτΕ 3479/2013, 3478/2013, 766/2005 κ.ά.). Συνεπώς, εφόσον οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί της εκκαλούσας δεν είναι βάσιμοι, ο αντίστοιχος με αυτούς λόγος εφέσεως δεν προβάλλεται παραδεκτώς.
- Επειδή, με την εκκαλουμένη απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβλήθηκε ότι το επίμαχο πρωτόκολλο είναι άκυρο διότι πριν από την έκδοσή του έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 2690/1999, να κληθεί η εκκαλούσα να εκφράσει τις απόψεις της. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός απορρίφθηκε από το δικάσαν (σκ. 6η), αφενός, διότι από τον νόμο δεν προβλέπεται κλήση του ενδιαφερομένου πριν από την επιβολή της ειδικής αποζημίωσης και, αφετέρου, διότι το πρωτόκολλο, ως διοικητική κύρωση για την ανέγερση αυθαίρετης κατασκευής εντός δάσους ή δασικής έκτασης, συνιστά παρακολουθηματική πράξη της ήδη εκδοθείσας διαταγής κατεδάφισης της αυθαίρετης κατασκευής, η οποία αποτελεί το έρεισμά του, κρίθηκε δε περαιτέρω ότι στην προκειμένη περίπτωση καλύφθηκε ο κατά το άρθρο 6 του ν. 2690/1999, και το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος προβλεπόμενος τύπος της κλήσης για παροχή εξηγήσεων, καθόσον η εκκαλούσα Μονή τελούσε εγκαίρως σε γνώση της εκ του νόμου επερχόμενης έννομης συνέπειας και μπορούσε να εκθέσει τις απόψεις της σε σχέση με το μέτρο της επιβολής αποζημίωσης, χωρίς να απαιτείται εκ του νόμου νέα κλήτευσή της πριν από την έκδοση του πρωτοκόλλου. Με την υπό κρίση έφεση προβάλλεται ότι η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας στην οποία παραπέμπει η απόφαση, δηλαδή οι αποφάσεις 3174/2008, 626/2008, 4468/2005 και 3873/2004, δεν καλύπτει τις ανωτέρω σκέψεις της εκκαλουμένης, διότι το πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης συνιστά μεν παρακολουθηματική πράξη, πλην τούτο ισχύει μόνο κατά του προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί και απευθυνθεί η πράξη κατεδάφισης των αυθαιρέτων και ότι εν προκειμένω ουδέποτε η εκκαλούσα κλητεύθηκε με παλαιά ή νέα κλήση προς οικειοθελή κατεδάφιση των επίμαχων κτισμάτων. Εν προκειμένω, όμως, το δικάσαν δέχθηκε ότι τηρήθηκε ο απαιτούμενος από το άρθρο 114 παρ. 3 τύπος της προηγούμενης κλήτευσης, διότι με βάση το πραγματικό της υπόθεσης (ανέγερση αυθαιρέτων από τη μοναχή Αρσενία Παύλου της εκκαλούσας και σε διακατεχόμενη από την τελευταία έκταση, επίδοση της πρόσκλησης για απομάκρυνση στην ανωτέρω μοναχή, η οποία στην έκθεση αυτοψίας αναφέρεται ως ηγουμένη της Ιεράς Μονής κ.ά.), η εκκαλούσα είχε λάβει γνώση των πράξεων που είχαν εκδοθεί καθ’ όλη τη διαδικασία, μεταξύ των οποίων, και της απόφασης 2982/ΠΕ/13.4.2000 του Γενικού Γραμματέα με την οποία διατάχθηκε η κατεδάφιση των αυθαιρέτων κτισμάτων και ότι, ως εκ τούτου, δεν απαιτείτο, κατά νόμο, πριν από την έκδοση του πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης νέα κλήτευση για το ζήτημα αυτό. Η κρίση αυτή του δικάσαντος δεν είναι αντίθετη αλλά σύμφωνη προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και ανταποκρίνεται στην έννοια των διατάξεων του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, όπως αυτές ερμηνεύονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ 3479/2013, 3478/2013, πρβλ. ΣτΕ 3174/2008, 626/2008, 4468/2005, 766/2005, 3873/2004). Συνεπώς, ο προαναφερθείς ισχυρισμός της εκκαλούσας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
- Επειδή, με την εκκαλουμένη απορρίφθηκε ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβλήθηκε ότι η έκταση στην οποία έχουν ανεγερθεί οι κατασκευές δεν είναι δασική, με τη σκέψη (7η) ότι το ζήτημα αυτό αποτελεί αντικείμενο ελέγχου της 2982/ΠΕ/13.4.2000 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, δηλαδή της σχετικής πράξης με την οποία διατάσσεται η κατεδάφιση, η οποία, κατά γενική αρχή του Διοικητικού Δικαίου, ως ατομική διοικητική πράξη που διέφυγε τον ακυρωτικό έλεγχο δεν μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως στη δίκη κατά του πρωτοκόλλου επιβολής της ειδικής αποζημιώσεως. Προβάλλεται ότι η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν καλύπτει τις παραπάνω σκέψεις, διότι οι σχετικές διατάξεις, όπως έχουν ερμηνευθεί, θέτουν ως προϋπόθεση την έκδοση εις βάρος της Ιεράς Μονής της απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας που διατάσσει την κατεδάφιση των αυθαιρέτων, εφόσον δε εν προκειμένω δεν εκδόθηκε κατά της Μονής τέτοια απόφαση, δεν μπορεί η μνημονευόμενη στην εκκαλουμένη απόφαση του Γενικού Γραμματέα να έχει έννομες συνέπειες εις βάρος της Μονής. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η ανωτέρω ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του νόμου και των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου στοιχεί προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας που παραθέτει το δικάσαν στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δοθέντος και ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ούτε προβλήθηκε ενώπιον του δικάσαντος, ότι η εκκαλούσα αμφισβήτησε δικαστικώς με αίτηση ακυρώσεως ή ενώπιον της Διοίκησης τη νομιμότητα της διαταγής κατεδάφισης των προαναφερθέντων αυθαιρέτων κτισμάτων (βλ. ΣτΕ 4469/2005, 3873/2004, 1785/2001 7μ.).
- Επειδή, με την εκκαλουμένη (σκ. 9η) απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβλήθηκε ότι το επίμαχο πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης είναι αόριστο ως προς τα κτίσματα για τα οποία επιβάλλει την ειδική αποζημίωση, με τη σκέψη ότι το πρωτόκολλο ως διοικητική κύρωση για την ανέγερση αυθαιρέτων κτισμάτων εντός δασικής εκτάσεως συνιστά παρακολουθηματική πράξη της 2982/ΠΕ/13.4.2000 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, στην οποία τα κτίσματα αυτά περιγράφονται και το κύρος της τελευταίας αυτής πράξης δεν εξετάζεται παρεμπιπτόντως. Προβάλλεται με την υπό κρίση έφεση ότι η ως άνω σκέψη της εκκαλουμένης θα μπορούσε να είναι ορθή μόνον εφόσον εις βάρος και στο όνομα της Ιεράς Μονής είχε εκδοθεί και επιδοθεί τυπικά και ουσιαστικά η πράξη κατεδάφισης και η πρόσκληση, διότι έτσι μόνον λαμβάνουν γνώση τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι με αυτόν δεν προβάλλεται αντίθεση της εκκαλουμένης προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου Ανωτάτου Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου σχετικά με κριθέν νομικό ζήτημα που ήταν αναγκαίο για την επίλυση της διαφοράς από το δικάσαν.
- Επειδή, τέλος, με την εκκαλουμένη κρίθηκε (σκ. 8η) ότι η αιτιολογία του πρωτοκόλλου δεν κλονίζεται από το γεγονός ότι με το προσκομιζόμενο σε αντίγραφο 441/2001 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παύθηκε η δίωξη της προαναφερόμενης μοναχής Αρσενίας Παύλου, λόγω παραγραφής, για την κατασκευή των παραπάνω κτισμάτων εντός δασικής εκτάσεως και χωρίς οικοδομική άδεια και ότι οι αποφάσεις 3623/2004, 3624/2004 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και η 12583/2004 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών δεν αφορούν τα ένδικα κτίσματα. Με την κρινόμενη έφεση προβάλλεται ότι το 441/2001 αμετάκλητο βούλευμα δεν δέχθηκε μόνο την παραγραφή των κατηγοριών κατά της μοναχής Αρσενίας Παύλου αλλά και την κατ’ ουσίαν απαλλαγή της και ότι τα κτίσματα της Ιεράς Μονής δεν βρίσκονται σε δασική ή αναδασωτέα έκταση και δεν έχουν κτισθεί χωρίς άδεια, αλλά κατόπιν αδείας, όπως δέχεται το παραπάνω βούλευμα αναφερόμενο και στις σχετικές άδειες. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εκκαλούσας δεν αφορούν την ερμηνεία διάταξης νόμου από το δικάσαν, δεν αφορούν δηλαδή νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την εκκαλουμένη, αλλά πλήττουν τις αιτιολογίες της. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι απορριπτέοι, δεδομένου ότι δεν αφορούν τις δικονομικές προϋποθέσεις παραδεκτού της προβολής λόγου έφεσης κατά το άρθρο 58 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο του π.δ. 18/1989.
- Επειδή, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις προηγούμενες σκέψεις, οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί που προβάλλονται από την εκκαλούσα Ιερά Μονή δεν είναι βάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, δεδομένου ότι με τους ισχυρισμούς αυτούς δεν θεμελιώνεται, ως προς τα κριθέντα από το δικάσαν νομικά ζητήματα, αντίθεση της εκκαλουμένης προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και δεν πληρούνται οι δικονομικές προϋποθέσεις για το παραδεκτό των αντίστοιχων λόγων εφέσεως, σύμφωνα με δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 58 του π.δ. 18/1989, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010. Εξάλλου, ως προς τους λοιπούς λόγους έφεσης δεν προβάλλεται κάποιος ισχυρισμός για το παραδεκτό της προβολής τους, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν προβάλλεται παραδεκτώς κάποιος λόγος έφεσης, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.






